One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayκοινωνιολογικα

Τα ΜΜΕ και οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης μετά από την έκρηξη στο Μαρί

By Unknown
Αντρέα Παναγιώτου

Η έρευνα που ακολουθεί διενεργήθηκε την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2011. Ο στόχος της ήταν η διερεύνηση της κάλυψης από τα ΜΜΕ των δεδομένων τα οποία είτε προηγήθηκαν είτε ακολούθησαν την έκρηξη στο Μαρι. Η παρουσίαση η οποία ακολουθεί είναι χωρισμένη σε 2 μέρη: Μετά την εισαγωγή ακολουθεί το πρώτο Μέρος στο οποίο αναλύεται και τεκμηριώνεται η μεθοδολογία της έρευνας με βάση τις θεωρίες για την λειτουργία των ΜΜΕ. Στο δεύτερο Μέρος γίνεται  ανάλυση τεκμηρίων από 2 εφημερίδες για να διερευνηθούν τα ερωτήματα τα οποία κατατίθενται στην  εισαγωγή.

Περιεχόμενα
Εισαγωγή (σελ. 1-3)
Μέρος Ι: Μεθοδολογικά και θεωρητικά πλαίσια για την ανάλυση των ΜΜΕ (σελ. 3-9)
             Ιστορικό Πλαίσιο (σελ. 9-12)
Μέρος ΙΙ: Ανάλυση τεκμηρίων
              Από την έκρηξη στην 19 Ιουλίου (σελ.12-20)- Η περιπέτεια μιας ερώτησης:
              Έγινε η δεν έγινε εκκένωση; (14-17)
             Μετατόπιση της συζήτησης στην οικονομία και η νέα αντιπαραθεση  στο
             Κελλακι (σελ. 20 – 24)
            Αναπαραστάσεις της Γεωπολιτικής (σελ. 24 – 32)
           Η κατάθεση του Προέδρου (σελ. 32-37
Συμπεράσματα και Επίλογος (σελ. 37-39)
Υποσημειωσεις (39-45)
 
          
Εισαγωγή
Η προσφορά της κοινωνιολογίας στην κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας έγραψε ο C.W.Mills μπορεί να ερμηνευθεί ως η διασταύρωση της βιογραφίας με την Ιστορία –  η ένταξη δηλαδή της προσωπικής εμπειρίας σε ένα ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε τις εμπειρίες που είχαμε μετά από την έκρηξη στο Μαρί, θα πρέπει να τις βάλουμε σε ένα πλαίσιο. Αυτό το πλαίσιο αναπόφευκτα πρέπει να περιλαμβάνει την γεωπολιτική (αφού η έκρηξη έγινε λόγω ενός φορτίου που δεν «μας» ανήκε σαν Κυπριακή Δημοκρατία, και το οποίο υποχρεωθήκαμε να αναλάβουμε λόγω της γεωγραφικής-γεωπολιτικής μας θέσης/προβλήματος), αλλά και τον τρόπο που παρουσιάστηκε το θέμα από τα ΜΜΕ: διότι ουσιαστικά η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού δεν έζησε άμεσα την εμπειρία της έκρηξης – την «ζήσαμε» όπως μας την παρουσίασαν και τη συσκεύασαν τα ΜΜΕ σαν μηχανισμοί οργάνωσης, συσκευασίας και κατεύθυνσης-εστίασης της πληροφόρησης. Και αυτός ο μηχανισμός δεν είναι ένας αθώος μηχανισμός απλής μεταφοράς ειδήσεων όπως θα δούμε – και όπως είναι γνωστό στα αναλυτικά μοντέλα για την επίδραση των ΜΜΕ . Ο τρόπος οργάνωσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας από τα ΜΜΕ είναι μέρος του πλαισίου-περιβάλλοντος το οποίο επηρεάζει τον τρόπο κατανόησης και αντίδρασης/αντιμετώπισης της ευρύτερης πραγματικότητας από το κοινό-πολίτες.

Η ανάλυση που ακολουθεί εστιάζει σε δυο εφημερίδες (σαν ενδεικτικές του ευρύτερου πλαισίου των μεγάλων[1] ΜΜΕ) και ο στόχος είναι να ανιχνευτεί ο τρόπος με τον οποίον οργάνωσαν την πληροφόρηση τόσο για το γεγονός στο Μαρί όσο και για το τι ακολούθησε – και σαν έρευνα αλλά και σαν πολιτικό πλαίσιο.

Η ανάλυση θα είναι ιστορική και θα εστιαστεί σε 2 κατευθύνσεις:
1. Θα αναλυθούν 2 ενδεικτικές διαστάσεις των αιτιών της τραγωδίας (το ζήτημα της εκκένωσης/μη-εκκένωσης όταν ξεκίνησε η φωτιά και η παρουσίαση των τεκμηρίων των γεωπολιτικών δεδομένων γύρω από την κράτηση του φορτίου στην Κύπρο) με στόχο να διαφανεί πώς έγινε η παρουσίαση των στοιχείων – με ποια έμφαση και με ποιο ενδεχομένως στόχο, αν μπορεί να διαφανεί κάτι τέτοιο.
2. Θα αναλυθούν 2 περιπτώσεις δημόσιας αντιπαράθεσης αντιπάλων και υποστηρικτών του προέδρου για να διαφανεί η στάση των ΜΜΕ.

Τα ερωτήματα τα οποία θα διερευνηθούν είναι:
1.  Να ανιχνευτεί αν υπήρξε μια ισομερής πληροφόρηση ή αν τα υπό διερεύνηση ΜΜΕ προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα ηγεμονικό πλαίσιο το οποίο να αποκλείει άμεσα ή/και έμμεσα την άλλη άποψη στο όνομα κάποιου «φυσικού» αυτονόητου.
2. Να αναλυθεί η επιλογή και ιεράρχηση των ειδήσεων (με έμφαση στην πρώτη σελίδα) με στόχο να φανεί αν τα υπό ανάλυση ΜΜΕ ουσιαστικά λογόκριναν συγκεκριμένα τεκμήρια, και  υπάρχουσες οπτικές ή τάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να εκφραστούν στο πλαίσιο του προϋπάρχοντος ρητορικού αφηγηματικού τους κώδικα.
3. Να αναλυθεί η πιθανότητα συντονισμένης (δομικά η συνειδητά) προσπάθειας δαιμονοποίησης και περιθωριοποίησης απόψεων – και αν υπήρξε μορφή αντίστασης σε αυτή τη νέα οικοδόμηση ενός κλειστού πλαισίου αναφοράς.

ΜΕΡΟΣ Ι:
1. Μεθοδολογικά και θεωρητικά πλαίσια για την ανάλυση των ΜΜΕ

Οποιαδήποτε ανάλυση θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αρχικά το μεθοδολογικό πλαίσιο για να μπορούν οι αναγνώστες να την κρίνουν με βάση κάποια κριτήρια τα οποία αντλούνται από την ευρύτερη επιστημονική διερεύνηση της επίδρασης των ΜΜΕ και της μαζικής επικοινωνίας.
Άνκαι η τηλεόραση ήταν το Μέσο το οποίο μου κίνησε αρχικά την περιέργεια με την κατασκευή «αυτονόητων» μέσα από την αποσπασματική και παραπλανητική πληροφόρηση, τα βασικά τεκμήρια εδώ είναι από τα έντυπα μέσα. Ο λόγος επιλογής έχει να κάμει  και με την διαθεσιμότητα των τεκμηρίων αλλά και με την αντιπροσωπευτικοτητα του δείγματος. Οι εφημερίδες είναι διαθέσιμες και μέσω του αρχείου ηλεκτρονικών εκδόσεων, οπότε μπορεί κάποιος να έχει ένα πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα το οποίο μπορεί να ελέγξει και ο αναγνώστης. Αλλά και λόγω του ότι οι εφημερίδες καταγράφουν πιο στατικά (μια φορά την ημέρα) τα δεδομένα, μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζουν την ευρύτερη τάση στον χώρο των ΜΜΕ τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ενός 24ωρου.[2] Η επιλογή των 2 συγκεκριμένων εφημερίδων έγινε με άξονα την αντιπροσωπευτικότητα[3] αλλά και την διερεύνηση του σημείου εστίασης της έρευνας: τη διεκδίκηση μερικών ΜΜΕ ότι εκφράζουν μια ουδέτερη στάση απλής μεταβίβασης της πληροφορίας. Και οι δυο εφημερίδες διεκδικούν τον ρόλο της «ουδέτερης» εφημερίδας και αυτό είναι σημαντικό για το ζητούμενο της έρευνας – προσπάθησαν πραγματικά να παρουσιάσουν τουλάχιστον και τις 2 οπτικές (ή όσες άλλες προέκυπταν) η έκφραζαν ουσιαστικά μια άποψη; Η φαινομενική ομοφωνία (στο βαθμό που θα διαφανεί ότι υπήρχε) αξίζει να σχολιαστεί και με βάση τους ευρύτερους κώδικες τους οποίους χρησιμοποιούν: αυτές οι δυο εφημερίδες λ.χ. εκφράζουν διαφορετικές οπτικές για το κυπριακό – ο μεν «φιλελεύθερος» εκφράζει συνήθως μια «απορριπτική» η πιο αρνητική τάση για τις προσπάθειες λύσης, ενώ ο «Πολίτης» στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα του 2004. Σε αυτό το πλαίσιο ο μεν «Φιλελεύθερος» συνήθως εκφράζει μια καχυποψία που τείνει προς ερμηνείες συνωμοσίας – ιδιαίτερα από τον ξένο (δυτικό, «αγγλοαμερικανικό») παράγοντα. Αντίθετα ο «Πολίτης» εστιάζει συνήθως στις εσωτερικές αιτίες του κυπριακού και δείχνει ευαισθησία σε φαινόμενα ρατσισμού η ακροδεξιάς ρητορικής ή βίας.[4] Διατήρησαν οι εφημερίδες αυτή την αφηγηματική/ρητορική τάση κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την έκρηξη στο Μαρί, ή υπήρξε ανεξήγητη μετατόπιση;

Για να γίνει όμως η ανάλυση χρειαζόμαστε ερμηνευτικά εργαλεία. Αν αρχίσουμε να αναλύουμε τα ΜΜΕ σαν μηχανισμούς οργάνωσης και συσκευασίας της πληροφορίας, τότε θα πρέπει να δούμε πρώτα την έννοια της ηγεμονικής ιδεολογίας. Στο φιλελεύθερο μοντέλο ανάλυσης[5] είναι κατανοητό ότι θα πρέπει να παρουσιάζονται (στο βαθμό που είναι εμπειρικά εφικτό) όλες οι οπτικές για ένα θέμα – και στην περίπτωση μιας διαμάχης να εμφανίζονται και οι 2 απόψεις. Η τήρηση αυτού του πλαισίου, ωστόσο, είναι σχετική όπως απέδειξε η ιστορική εμπειρία.[6] Στις δημοκρατικές χώρες με κάπως ανεπτυγμένη  Δημόσια Σφαίρα[7] υπάρχουν διάφορα έντυπα με αντικρουόμενες απόψεις, ενώ τίθεται, δεοντολογικά, και το ζήτημα της παράθεσης έστω της άλλης άποψης. Όπως, όμως, έχει γίνει εμφανές ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσης (συχνά κατασκευασμένης από μορφές εξουσίας - ενδεχομένως και των ΜΜΕ), πολλές φορές ο φαινομενικός πλουραλισμός απόψεων κρύβει μια υπόγεια λογοκρισία η οποία λειτουργεί για να επιβάλει ένα ηγεμονικό μοντέλο. Η λειτουργία των ΜΜΕ στη λατινική Αμερική την τελευταία 20ετία υπήρξε χαρακτηριστική της προσπάθειας χειραγώγησης της κοινής γνώμης παρά την εκλογική στάση της πλειοψηφίας – και θα μπορούσε να πει κάποιος της επιτυχημένης αντιμετώπισης αυτής της χειραγώγησης με τοπικά αποκεντρωμένα Μέσα. Η πιο κλασική περίπτωση χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσα από μια διαδικασία επιλεκτικής εστίασης των ΜΜΕ σε καθεστώς «κρίσης»,[8] ήταν οι πόλεμοι οι οποίοι έχουν διενεργηθεί από τις ΗΠΑ και η αιτιολόγησή τους – ξεκινώντας από τον πόλεμο του Βιετνάμ και φτάνοντας στο Ιράκ όπως έχει τεκμηριώσει ο Τσόμσκι.[9] Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα με χρόνια ελευθεροτυπίας θεσμικά. Όμως στην προετοιμασία του πόλεμου στο Ιράκ , λ.χ., υπήρχε μια έντονη διαφοροποίηση των ΜΜΕ στο εσωτερικό των ΗΠΑ από τα ΜΜΕ σε άλλες χώρες οπότε έγινε εξόφθαλμο ότι στις ΗΠΑ λειτουργούσε ένα υπόγειο μοντέλο υποβολής μιας άποψης. Το ότι οι αμερικανοί πείσθηκαν ουσιαστικά ότι το Ιράκ είχε όπλα μαζικής καταστροφής χωρίς τεκμήρια – με απλές δηλώσεις και υπονοούμενα είναι εντυπωσιακό μεν, αλλά είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό ότι μερίδα της αμερικανικής κοινής γνώμης εξακολουθεί να έχει την εντύπωση ότι όντως το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν είχε όπλα μαζικής καταστροφής παρά το ότι ακόμα και η κυβέρνηση Μπους παραδέχτηκε ότι τελικά δεν υπήρχαν. Η πρόσφατη συζήτηση για τον ρόλο του διεθνούς δικτύου Μέσων  του R. Murdock απλά αγγίζει την επιφάνεια των επιδράσεων της συγκέντρωσης εξουσίας που προκαλεί η ιδιοκτησία των ΜΜΕ – τα ΜΜΕ του Murdock έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και για το Ιράκ αλλά και για άλλα ζητήματα για τα οποία ο ιδιοκτήτης ήθελε να επιβάλει τις απόψεις του.[10]
Η καχυποψία απέναντι στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα ιδιωτικά, είναι πλέον μια σταθερή συνισταμένη τόσο της ακαδημαϊκής έρευνας όσο και της πολιτικής σκέψης για τη δημοκρατία.[11]
Ο Ρ. Μπαρτ είχε προσδιορίσει σαν χαρακτηριστικό της ηγεμονικής ιδεολογίας το ότι εκλαμβάνονται θέματα και ζητήματα τα οποία είναι προς συζήτηση σαν αυτονόητα, σχεδόν «φυσικά»[12] – και έτσι κατασκευάζεται μια μυθολογία αυτονόητων: λ.χ. ο Σαντάμ είναι κακός/εχθρός, ο στόχος του είναι οι ΗΠΑ,[13] άρα πρέπει να είναι σύμμαχος του Οσάμα Μπιν Λάντεν, άρα αν κινδυνεύουμε από τον Μπιν Λάντεν πρέπει να επιτεθούμε στο Ιράκ-Σαντάμ που έχει (πρέπει, «αυτονόητα», να έχει αφού «είναι αυτοί που είναι») χημικά και βιολογικά όπλα κλπ. Αυτά τα "αυτονόητα" (τα οποία φυσικά λογόκριναν τις έννοιες «οικονομικό συμφέρον» και «πετρέλαιο») παρουσιάζονται σαν «φυσικά δεδομένα» – λογοκρίνοντας ουσιαστικά ότι πρόκειται για θέματα συζήτησης και διαμόρφωσης από τους ανθρώπους, για ιστορικά θέματα δηλαδή. Η έκφραση λ.χ. στις συζητήσεις του καλοκαιριού στην Κύπρο ότι οι ευθύνες είναι «αυταπόδεικτες» φαίνεται να είναι μια προσπάθεια μερικών να λογοκρίνουν την συζήτηση. Πώς μπορεί να είναι κάτι «αυταπόδεικτο» χωρίς έρευνα; Το ότι αρθρώνεται από εκπρόσωπους του τέως επικεφαλής της επιτροπής άμυνας της βουλής η οποία δεν διερευνήθηκε καν από ανεξάρτητο θεσμό για την ενδεχόμενη αμέλειά της για το φορτίο στο Μαρί,[14] είναι ίσως εκφραστικό του πώς το «αυτονόητο» λειτουργεί και σαν είδος λογοκρισίας. Αν κάποιος ξέρει χωρίς να έχει δει τα τεκμήρια, τότε ούτε η έρευνα (όπως και στην περίπτωση του Ιράκ λ.χ.) δεν έχει και τόση σημασία. Αν ήταν να δούμε ένα αντίστοιχο κυπριακό παράδειγμα διαμάχης για το ηγεμονικό πλαίσιο των «αυτονόητων» μπορούμε να πάμε πίσω στο 2004 – τότε έγινε μια έντονη διαμάχη στην Δημόσια Σφαίρα για να κωδικοποιηθεί (σαν «αυτονόητο») ότι οι υποστηρικτές του «ναι» ήταν ύποπτοι.[15] Αυτή η διαμάχη δεν κατάφερε να συγκροτήσει ένα ηγεμονικό πλαίσιο για πολύ καιρό. Αντίθετα, προηγουμένως, όπως θα δούμε, υπήρξε μια πιο σταθερή ηγεμονική κατάσταση.
Άρα τα πρώτο ζητούμενο μιας έρευνας είναι να δει αν υπάρχει/υπήρξε από τα μαζικά ΜΜΕ  υπό διερεύνηση, ένα είδος προσπάθειας να εμπεδωθεί ένα ηγεμονικό πλαίσιο συζήτησης το οποίο να βασίζεται σε αυθαίρετα «αυτονόητα» τα οποία λογοκρίνουν άλλες απόψεις – και ιδιαίτερα ενοχλητικές ερωτήσεις. Η λογοκρισία των «ενοχλητικών ερωτήσεων» θα συγκεκριμενοποιηθεί πιο κάτω στην πορεία ανάλυσης των τεκμηρίων για να δούμε αν έχει μια συστηματική τάση μετατόπισης του θέματος, απόκρυψης διαστάσεων της τραγωδίας κλπ.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης θα πρέπει να προσδιορίσουμε τι ακριβώς συνθέτει σήμερα τον χώρο της Δημόσιας Σφαίρας και της πολιτικής πληροφόρησης – πώς επιλέγεται η πληροφορία που θα γίνει είδηση, πως ιεραρχούνται οι ειδήσεις, και πώς οργανώνονται σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο. Σε αυτό το σημείο είναι πιο εύκολο με βάση την υπάρχουσα βιβλιογραφία να προσδιορίσει κάποιος ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αποτελείται από οργανισμούς συσκευασίας πληροφοριών. Εδώ υπάρχει ένας μύθος – ότι το κοινό αποκτά μέσα από τα ΜΜΕ πρόσβαση στις πληροφορίες. Αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια. Το κοινό αποκτά πρόσβαση στις πληροφορίες μετά τη συσκευασία τους. Όταν λ.χ. μια εφημερίδα («ουδέτερη» σύμφωνα με την δημόσια εικόνα της) βγαίνει με τίτλο «Μια απεργία θα στοιχίσει… » (αναφέρει ένα πόσο), παρέχει μεν πληροφορία (για μια εκτίμηση κόστους – ενδεχομένως αμφισβητούμενη από τις συντεχνίες) αλλά ουσιαστικά επιλέγει τη μια άποψη και την προβάλλει λογοκρίνοντας ντε φάκτο την άλλη – λέει ουσιαστικά «μην κάνετε απεργία». Μια πιο φιλελεύθερη αναλυτική οπτική θα περίμενε ότι ο σχετικός τίτλος θα πληροφορούσε για κάποιες αποφάσεις των συντεχνιών (που επίκεινται τη συγκεκριμένη μέρα), και μετά θα μπορούσε να είχε σαν υπότιτλο τις αντιδράσεις και τα στοιχεία που προβάλλει η κάθε πλευρά.

Σήμερα τα ΜΜΕ επιτελούν 3 λειτουργίες – οι οποίες εμφανίζονται και ευρύτερα στον τρόπο που κατασκευάζεται η συλλογική αντίληψη για διάφορα γεγονότα όπως δείχνουν οι έρευνες των κοινωνικών επιστημών.[16] Υπάρχει
  1. Επιλογή πληροφοριών. Η συλλογή πληροφοριών για ένα θέμα είναι φαινομενικά διαφορετική από την επιλογή των «χρήσιμων» πληροφοριών οι οποίες θα δημοσιοποιηθούν και θα προβληθούν. Όμως ακόμα και στην διαδικασία συλλογής πληροφοριών υπάρχει ένα είδος κατεύθυνσης – ένα είδος «επιλογής» για το είδος των στοιχείων που αναζητούνται προϋπάρχει: αν λ.χ. στο συγκεκριμένο θέμα της έκρηξης στο Μαρί υπάρχει πιθανότητα δολιοφθοράς[17] η ξένης ευθύνης,[18] τότε μια κατεύθυνση εστίασης και άντλησης πληροφοριών θα πρέπει να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Εκτός βέβαια αν υπάρξει συνειδητή αποφυγή αυτής της εστίασης για να γίνει εστίαση αλλού με άλλα κριτήρια. Αν, από την άλλη, θεωρήσει ο αρμόδιος (δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης, ιδιοκτήτης) ότι υπάρχουν ζητήματα εσωτερικής ευθύνης τότε λογικά θα εστιάσει την αναζήτηση πληροφοριών στο εσωτερικό. Αλλά και εδώ πάλι η εστίαση της αναζήτησης πληροφοριών μπορεί να έχει στόχο να δημιουργήσει ένα κλίμα επίθεσης σε κάποιον (όπως στον πρόεδρο), ή να γίνει μετατόπιση του θέματος αν η εστίαση φαίνεται να πηγαίνει σε «ανεπιθύμητες κατευθύνσεις» όπως στον στρατό. Σε έτσι περίπτωση παραβλέπονται λ.χ. εξόφθαλμες ερωτήσεις όπως αν έγινε εκκένωση.
  2. Ιεράρχηση. Όταν συλλεγούν οι πληροφορίες θα γίνει σαφώς μια αξιολόγηση και εδώ είναι καθοριστικό ποιες ειδήσεις θα προβληθούν, θα μπουν δηλαδή στο «πρωτοσέλιδο», και πώς θα προωθηθεί μια ευρύτερη άποψη/πλαίσιο για το γεγονός μέσα από μια ιεράρχηση της σημασίας των στοιχείων που έχουν επιλεγεί. Στο βαθμό που τα διάφορα ΜΜΕ σε μια δημοκρατία θέλουν να αποκρύψουν ότι εκφράζουν κάποια οπτική η συμφέρον (θέλουν δηλαδή να εμφανιστούν σαν «ουδέτερα» μέσα πληροφόρησης και όχι μηχανισμοί συσκευασίας ειδήσεων) θα προσπαθήσουν να έχουν όλες τις πληροφορίες που είναι κάπως διαθέσιμες. Αλλά είναι σαφώς διαφορετικό το ποιες θα προβληθούν και ποιες θα μπουν σαν μικρή η αμελητέα είδηση στις εσωτερικές σελίδες. Ένας βασικός στόχος της ιεράρχησης των ειδήσεων/πληροφοριών είναι ότι αυτοί που αποφασίζουν (ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες) θέλουν να δημιουργήσουν το πλαίσιο συζήτησης (την agenda) για την επόμενη μέρα στρέφοντας την προσοχή του κοινού τους σε επιλεγμένες κατευθύνσεις.
  3. Ρητορική αφήγησης. Μετά από την επιλογή και την ιεράρχηση έρχεται ο τρόπος απόδοσης  ενός γεγονότος σαν «είδησης» – η μαρτυρία ενός προέδρου λ.χ. σε μια εξεταστική επιτροπή μπορεί να παρουσιαστεί από την οπτική των στοιχείων που επισυνάπτει ο πρόεδρος, η ,αν ο στόχος είναι η επίθεση στον πρόεδρο, θα γίνει η παρουσίαση όχι με βάση το τι είπε αλλά το τι θεωρεί η εφημερίδα ότι θα έπρεπε να πει, η ακόμα πιο συχνά αναζητώντας λεκτικές λεπτομέρειες για να αλλάξει/μετατοπιστεί η έμφαση από τα στοιχεία που τέθηκαν στην παρουσίαση. Ακόμα και μετά την ιεράρχηση, δηλαδή, υπάρχει ένα πλαίσιο ρητορικής και οργάνωσης της αλληλουχίας των «ειδήσεων» το οποίο καθορίζει και τις κινήσεις των δημοσιογράφων  συνειδητά η ασυνείδητα - ξέρουν δηλαδή ποια είναι η γενική γραμμή της εφημερίδας η του ηλεκτρονικού μέσου στο οποίο εργάζονται και προσαρμόζονται ανάλογα.  Ο «Φιλελεύθερος», όπως είπαμε έχει μια ρητορική αφήγησης για το κυπριακό που εστιάζει έντονα σε δυτικές συνωμοσίες εναντίον των ε/κ. Αντίθετα ο «Πολίτης» στήριξε το «ναι» στο δημοψήφισμα το 2004, και έγινε στόχος και μια επίθεσης η οποία καταγράφηκε σαν κλίμα της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας». Το θέμα λοιπόν εδώ είναι αν αυτές οι δυο εφημερίδες οι οποίες προσπαθούν να συντηρήσουν το μύθο της ουδετερότητας, κράτησαν τις βασικές τους αφηγήσεις – αναζήτησε ο «Φιλελεύθερος» συνωμοσίες και απέδωσε ευθύνες, όπως κάνει συνήθως στις «δυτικές πιέσεις»; Υπήρξε ανάλογα ευαίσθητος ο «Πολίτης» σε φαινόμενα ακροδεξιάς απειλής βίας; Το λογικό και το αναμενόμενο θα ήταν να διατηρηθούν οι υπάρχουσες αφηγήσεις. Αν όχι τότε σαφώς είχαμε μετατοπίσεις που αξίζει να διερευνηθούν – και σε περιπτώσεις αντιφάσεων μπορεί να οδηγούν σε «απαγορευμένες ερωτήσεις» για τη λειτουργία και το ρόλο των ΜΜΕ στην συγκεκριμένη συγκυρία.

Ας πάμε τώρα στον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ σε σχέση με το κοινό. Εδώ υπάρχουν τουλάχιστον 2 διαφορετικές θεωρητικές οπτικές.[19] Ο Ν. Τσόμσκι του οποίου το αναλυτικό πλαίσιο[20] υπήρξε χρήσιμο για την παρούσα μελέτη, προσδιορίζει 2 μηχανισμούς σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μια συντονισμένη εκστρατεία των ΜΜΕ για κάποιο θέμα – με βάση τις μελέτες του στις ΗΠΑ. Από την μια υπάρχει μια «δαιμονοποίηση» κάποιου αντίπαλου και από την άλλη μια προσπάθεια «περιθωριοποίησης» των αντιδράσεων για την εκστρατεία δαιμονοποίησης. Η δαιμονοποίηση μπορεί να έχει να κάνει με κάποιο εξωτερικό εχθρό, αλλά μπορεί να έχει να κάνει και με κάποιο εσωτερικό αντίπαλο – όπως ήταν οι συντεχνίες λ.χ. την δεκαετία του 1930, η τα φοιτητικά-νεολαιίστικα κινήματα για μερίδα των ΜΜΕ τις δεκαετίες του 60-70. Η δαιμονοποίηση μετατρέπει τον στόχο σε κάτι πλήρως αρνητικό άρα και εύκολο στόχο. Η περιθωριοποίηση κινείται ανάλογα – αν κάποιος αμφισβητήσει αυτήν την άποψη θα θεωρηθεί ότι είναι άπλα έκφραση μειοψηφίας, ότι είναι αναμενόμενο κλπ. Ο στόχος, λέει ο Τσόμσκι, είναι να νοιώσει το άτομο ότι είναι μόνο του, ότι οι υποψίες και οι ερωτήσεις του είναι παράλογες και ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του/της παρά με την άποψη που προβάλουν τα ΜΜΕ που δεν του φαίνεται ούτε λογική ούτε αυτονόητη. Ο ίδιος ο Τσόμσκι είχε αυτή την αντιμετώπιση για χρόνια ακριβώς επειδή προειδοποιούσε για την χειραγώγηση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Θα δούμε ότι και εδώ, στην υπό διερεύνηση περίπτωση, είχαμε τοπικές προσπάθειες περιθωριοποίησης των αντιστάσεων στις επιθέσεις των ΜΜΕ.[21] Όπως και το 2004 λ.χ. υπήρχαν υπονοούμενα ότι οι υποστηρικτές του «ναι» ήταν κάπως «αναμενόμενοι»/δεδομένοι  γιατί ήταν «χρηματοδοτούμενοι» από το εξωτερικό.
Η τάση των ΜΜΕ να φτιάχνουν ένα συνολικό θέαμα το οποίο λειτουργεί σαν ένα είδος υποκατάστατου της εμπειρίας, δημιουργεί σε αυτό το πλαίσιο την ανάγκη για ένα είδος συναισθηματικά αποστασιοποίησης του κοινού αν θέλει να διατηρήσει την κριτική του σκέψη.[22]
Αυτό βέβαια μπορεί να ακούγεται δύσκολο, αλλά μια σειρά ερευνών από την δεκαετία του 1950 έχει δείξει μια άλλη ελπιδοφόρα διάσταση τω ανθρώπινων κοινωνιών – αυτό που κωδικοποιήθηκε σαν «2 βαθμίδες στην ροή της επικοινωνίας».[23] Σε αυτό το πλαίσιο φαίνεται ότι οι καταναλωτές των πληροφοριών τις οποίες συσκευάζουν οι βιομηχανίες των ΜΜΕ, δεν αποδέχονται παθητικά τα όσα ακούν/βλέπουν αλλά τα επεξεργάζονται με βάση το κοινωνικό τους περιβάλλον και (μπορούμε να πούμε και με βάση την κυπριακή εμπειρία) τα φίλτρα που έχουν αναπτύξει. Οι άνθρωποι δηλαδή ακούν μεν τις πληροφορίες και τις εκδοχές, αλλά ρωτούν και τον περίγυρό τους και συχνά εμπιστεύονται περισσότερο οικείους opinion leaders στις τοπικές κοινωνίες η άτομα στο περίγυρό τους για την ερμηνεία των γεγονότων. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι σε ένα μεγάλο βαθμό υπάρχει αυτή η διάσταση στην Κύπρο. Μια άλλη, πιο πρόσφατη θεωρητική οπτική τονίζει τη δημιουργική εμπλοκή του κοινού στην ερμηνεία των πληροφοριών η ακόμα και στην αρνητική-σιωπηλή στάση απέναντι στην προσπάθεια χειραγώγησης ή άντλησης πληροφοριών από το, κατά τον κυρίαρχο λόγο, «παθητικό κοινό».[24]

Ιστορικό πλαίσιο: η ελλειπτική λειτουργία της κυπριακής Δημόσιας Σφαίρας μετά την ανεξαρτησία
Πριν προχωρήσουμε στα τεκμήρια πρέπει να γίνει και μια σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου λειτουργίας της Δημόσιας Σφαίρας στην Κύπρο μετά από την αποικιοκρατία. Αντίθετα με ότι θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος, η ανεξαρτησία δεν συνοδεύτηκε κατ’ ανάγκη με διεύρυνση της ελεύθερης έκφρασης. Δεν είχαμε ένα αυταρχικό καθεστώς όπως άλλες μεταποικιακές κοινωνίες, αλλά την πρώτη περίοδο 1960-74, είχαμε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς το οποίο μπορεί αν ονομαστεί “καθεστώς κωδικοποιημένης έκφρασης” – η “υπό την απειλή της βίας”. Το ότι η βία και η απειλή της για την ελεύθερη έκφραση είχε γίνει μέρος της καθημερινότητας το παρατήρησε σε ένα σχόλιό του από τη δεκαετία του 1970 ο ανθρωπολόγος Π. Λοϊζος, του οποίου η εργασία είναι θεμελιακή για τις κυπριακές κοινωνικές επιστήμες.[25]
Η περίοδος 1958-60 ήταν καθοριστική. Το πρώτο εξάμηνο του 1958 ένοπλοι της ΕΟΚΑ επιτέθηκαν σε αριστερούς σε διάφορες περιοχές της ανατολικής Κύπρου σε μια προσπάθεια να «εξοντωθεί» η να περιοριστεί η δύναμη της αριστεράς[26] όπως το έθεσε ο στρατιωτικός διοικητής της ΕΟΚΑ. Η εκστρατεία δεν πέτυχε – η αριστερά επέμενε να διατηρεί τους συλλόγους και τη δύναμή της παρά τις επιθέσεις, ενώ μια μερίδα της δεξιάς αλλά και στελέχη της ΕΟΚΑ δεν ακολούθησαν την πορεία σύγκρουσης τελικά. Όμως ο φόβος της βίας έμεινε. Η δικοινοτική βία που ακολούθησε το καλοκαίρι του 1958 άπλωσε το φόβο της βίας ευρύτερα. Αλλά ίσως τα πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο της τότε περιόδου ήταν η απαγωγή του Φαρμακίδη την άνοιξη του 1960. Ο Φαρμακίδης ήταν γνωστός δεξιός δημοσιογράφος ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας του Ι. Κληρίδη ενάντια στον Μακάριο στις πρώτες προεδρικές εκλογές. Ένοπλοι της ΕΟΚΑ τον απήγαγαν και  όταν απελευθερώθηκε προκάλεσε ένα ακόμα πιο έντονο σοκ στην κοινωνία – ίσως και σαν είδος παραδειγματισμού. Είπε ότι καταλάβαινε τους απαγωγείς του και ότι είχαν δίκαιο!
Αυτό το επεισόδιο καταγράφει δυο διαστάσεις του όλου φαινομένου – όταν ξεκινήσει η βία και οι απειλές στην Δημόσια Σφαίρα τότε το φαινόμενο είναι δομικό και απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Μπορεί να ξεκίνησε με επίθεση στην αριστερά αλλά σύντομα και δεξιοί διαφωνούντες με τους επίδοξους λογοκριτές βρέθηκαν υπό επίθεση. Η άλλη διάσταση ήταν ακριβώς η υποταγή του Φαρμακίδη στη βία – η αποδοχή δηλαδή ότι η βία έθετε πια όρια μέσα στα οποία έπρεπε να κινείται ο αποδεκτός δημόσιος λόγος. Η επόμενη περίοδος μέχρι και το 1974 υπήρξε μια περίοδος όπου μια σειρά ζητήματα (είτε το ζήτημα της ανεξαρτησίας σε σχέση με την ένωση,[27] είτε η ύπαρξη της ίδιας της αριστεράς, η των θυμάτων των δικοινοτικών συγκρούσεων) κωδικοποιήθηκαν στην έκφρασή τους στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορούσαν δηλαδή να συζητηθούν άμεσα αλλά μόνο έμμεσα.[28]
Αυτό το καθεστώς το οποίο ενίσχυσε η βία της ΕΟΚΑ Β´ σαν ένα είδος βίας που «απαιτούσε» συμμόρφωση με κάποιο πλαίσιο αυταρχικής «εθνικής ορθότητας» μπήκε αυτονόητα σε κρίση μετά το 74. Εκείνη την περίοδο υπήρξε για ένα διάστημα ένα χαλάρωμα των ορίων του δημόσιου λόγου. Σύντομα όμως εμφανίστηκε ένα νέο πλαίσιο έλεγχου της δημόσιας έκφρασης – αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «καθεστώς τελετουργίας» σε συνάρτηση με το τις επιπτώσεις της εισβολής. Το ότι λ.χ. τη δεκαετία του 80 η ίδια η λέξη διζωνική (άνκαι είχε γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων) ήταν ουσιαστικά λογοκρινόμενη (χρησιμοποιείτο η έκφραση «συμφωνίες κορυφής») ήταν εκφραστικό.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τότε περιόδου να ήταν ακριβώς το ζήτημα των αγνοουμένων – και η αντιπαραθεση γύρω απ’ αυτό την δεκαετία του 90 έκφρασε ουσιαστικά μια μετατόπιση της κοινωνίας από την τελετουργία σε ένα νέο καθεστώς συσκευασίας/οργάνωσης της πληροφορίας. Η εμφάνιση των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών αλλά και του λαϊφσταϊλ τύπου/περιοδικών σαν είδους δημοσιογραφίας, οδήγησε εν μέρει σε παρακμή την επιμονή σε λογοκρισία για δήθεν αυτονόητα εθνικά και συναισθηματικά φορτισμένα θέματα/ταμπού. Είναι εκφραστικό το ότι η τότε κυβέρνηση χρειάστηκε 7-8 χρόνια για να μπορέσει να καταθέσει τους κατάλογους με τους αγνοούμενους και να ξεκινήσει η διαδικασία εκταφών – και στην πορεία να αποκαλυφθούν προσωπικά δράματα που ήταν αποτέλεσμα της χειραγώγησης αλλά και της λογοκρισίας.[29].
Αυτή η διαδικασία εμφάνισης του «διάχυτου θεαματικού»[30] όπως θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε δεν έκφρασε όμως και το τέλος  των καθεστώτων χειραγώγησης και ορίων του δημόσιου λόγου.

Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση και η ανάπτυξη συγκροτημάτων ΜΜΕ με ιδιοκτήτες από το χώρο της δεξιάς οδήγησε σε επιλεκτικές στιγμές θεαματικής όξυνσης  ή και καλλιέργειας υστερίας – όπως την περίοδο που προηγήθηκε των εκλογών του 1993.[31] Μετέπειτα υπήρξαν «στιγμές» που τα ΜΜΕ εμφανίζονταν να κατασκευάζουν γεγονότα όπως τα επεισόδια των μαθητών στις επετείους της προσπάθειας απόσχισης τ/κ «κρατικής» οντότητας/«ψευδοκράτους» (όπως το ονομάζουν οι ε/κ), μέχρι την τραγωδία της  Δερύνειας το 1996. Οι εκλογές του 1998 ήταν μια ενδιαφέρουσα «στιγμή» συντονισμένης επίθεσης με πολιτικό στόχο, όταν στον δεύτερο γύρο υπήρχε μια εκπληκτική ομοφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των ΜΜΕ – η οποία όμως μόλις και κατάφερε να εκλέξει οριακά τον κ. Κληρίδη.

Όταν πλησίασε το ζήτημα του δημοψηφίσματος του 2004 η κυπριακή κοινωνία βίωσε ξαφνικά (πάλι) μια πόλωση κατά την οποία η μια άποψη κωδικοποιήθηκε σαν η αυτονόητα ορθή, ενώ η άλλη σαν ύποπτη. Η σύγκλιση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ τότε αποκάλυψε πιο έντονα ίσως (αφού για πρώτη φορά βρέθηκε και η ηγεσία της δεξιάς υπό επίθεση) ότι το ζήτημα δεν ήταν η ύπαρξη πολλών Μέσων αλλά το ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς ανήκε ουσιαστικά σε λίγους. Από την άλλη, στα θετικά (με την έννοια του πλουραλισμού), μπορεί να πιστώσει κάποιος το γεγονός ότι λόγω του ότι μια πτέρυγα του κεφαλαίου είχε ταχθεί με το «ναι», υπήρχαν ΜΜΕ που το στήριξαν έστω και αν ήταν στην μειοψηφία. Μια άλλη αναπόφευκτη παρατήρηση είναι ότι η εστίαση των επιθέσεων, τότε ενάντια στον ΔΗΣΥ (ο οποίος είχε ευνοηθεί από την προηγούμενη «συνεργασία/συντονισμό» των ΜΜΕ το 1998), δεν είχαν ουσιαστικά δραματικό αποτέλεσμα. Μπορεί να μην συσπείρωσε ο ΔΗΣΥ την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του στο δημοψήφισμα αλλά ουσιαστικά ένα μήνα μετά βγήκε οριακά πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές – έστω και λόγω της αποχής διαμαρτυρίας μια μερίδας αριστερών ψηφοφόρων. Ταυτόχρονα παρά τις κυριακάτικες «ομοβροντίες» των 4 μικρών απορριπτικών κομμάτων ενάντια στους υποστηρικτές του «Ναι», τελικά όταν φτάσαμε στο 2008 φάνηκε ότι η συσπείρωση του 76% ήταν ρευστή και ο ίδιος ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο. Αν μπορεί να αντλήσει κάποιος κάποια συμπεράσματα αυτά, είναι η  ρευστότητα της περιόδου που δείχνει ίσως το σχετικά μικρό βεληνεκές επιρροής των ΜΜΕ και των θεαματικών ομοβροντιών τους.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ανάλυση Τεκμηρίων

2. Περίοδος Ι: Από την έκρηξη στην 19 Ιουλίου

12 Ιουλίου.
Η μέρα αμέσως μετά την έκρηξη ήταν καθοριστική για την κωδικοποίηση του ζητήματος από τις 2 εφημερίδες. Σε εκείνο το πλαίσιο χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα οι δημοσιογράφοι ουσιαστικά θα έπρεπε να βασιστούν σε ότι λεγόταν (και άρα φήμες ανεπιβεβαίωτες, ακόμα, πληροφορίες) αλλά και στο πλαίσιο με βάση το οποίο βρέθηκε στην Κύπρο το φορτίο. Για εκείνο το πλαίσιο θα γίνει αναφορά παρακάτω αλλά σίγουρα η μέχρι τότε ειδησεογραφία δεν προδίκαζε ότι είχε παρθεί μια απόφαση με την οποία διαφωνούσε μέρος της πολιτικής ηγεσίας - ή τα ίδια τα ΜΜΕ.[32]
Η εικόνα ωστόσο των πρωτοσέλιδων προδίκαζε με εντυπωσιακό τρόπο μια εστίαση που σύντομα θα περιστρεφόταν γύρω από τον πρόεδρο – ήδη άλλωστε η μια εφημερίδα τον κατονόμαζε.
Ο «Φιλελεύθερος» στο πρωτοσέλιδό του είχε μια φωτογραφία της καταστροφής με τίτλο «Έγκλημα και τραγωδία». Η έννοια της «τραγωδίας» και η παραπομπή της είναι κατανοητή. Αντίθετα η λέξη «έγκλημα» η οποία είναι και πρώτη στο τίτλο σαφώς δεν είναι εύκολο να θεωρηθεί κατανοητή. Η αντιπολίτευση είχε θέσει θέμα ευθυνών αλλά η έννοια του εγκλήματος προδιαθέτει για ένοχους με κάποια συνείδηση και σκοπιμότητα της πράξης/"εγκλήματος". Σε μια πιο κατανοητή κωδικοποίηση, με βάση τα μέχρι τότε υπάρχοντα δεδομένα θα μπορούσε κάποιος να αναμένει αναφορά σε «αναπάντητα ερωτήματα», «κατηγορίες συγγενών», «αμέλεια» κλπ.
Στον «Πολίτη» η αναφορά είναι ακόμα πιο εξόφθαλμη και ντε φάκτο εστιασμένη σε μορφή επίθεσης ενάντια στον πρόεδρο έστω και χωρίς τεκμήρια. Ο «Πολίτης» δεν αναφέρεται καν σε τραγωδία. Έχει σαν κύριο τίτλο τη λέξη «Εγκληματίες» και σε ένα πλαίσιο φωτογραφιών καταστροφής. Ένας από τους τίτλους του πρωτοσέλιδου εστιάζει άμεσα στον πρόεδρο Χριστόφια: «Με οδηγίες Χριστόφια αφέθηκε στον ανοικτό χώρο το επικίνδυνο φορτίο».
Το εντυπωσιακό είναι ότι το περιεχόμενο των άρθρων που ακολουθούν δεν τεκμηριώνει έστω και απόμακρα τον τίτλο. Στην σελίδα 9 υπάρχει ένα κείμενο («Ούτε στέγαστρο δεν έβαζαν») για το πώς αποθηκεύτηκαν εκεί τα κιβώτια με τα πυρομαχικά χωρίς αναφορά στον πρόεδρο, ενώ η εστίαση στον Χριστόφια γίνεται στην επόμενη σελίδα όπου το θέμα δεν είναι πια η αποθήκευση αλλά η έλευση («Οδηγίες Χριστοφια να μην καταστραφούν»). Ο «Πολίτης» κατά συνέπεια εστιάζει αμέσως και χωρίς τεκμήρια – απλά κάνει ένα συνειρμό σύνδεσης που σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα δημιουργεί ταυτίσεις και ανάλογες συμπαραδηλώσεις.

Η περιπέτεια μιας ερώτησης: έγινε η δεν έγινε εκκένωση;
(καταγράφοντας τη σταδιακή αποδοχή μιας λογοκρινόμενης πραγματικότητας)
Αξίζει να παρακολουθήσουμε την διερεύνηση/καταγραφή του τι έγινε (και τι δεν έγινε) στο στρατόπεδο για να δούμε αν η αρχική εστίαση ήταν απλά  τυχαία αρχική αντίδραση η αν υπάρχουν στοιχεία ότι υπήρχε μια ευρύτερη τάση για μετατόπιση του θέματος από  τα δεδομένα τα οποία μπορεί να προέκυπταν από έρευνες, στην μονοδιάστατη, και άρα πολιτική, έμφαση στον πρόεδρο – όπως είχε ήδη ξεκινήσει ο «Πολίτης». Λογοκρίνοντας, ουσιαστικά, ερωτήματα και προσπαθώντας να κατασκευαστούν «αυτονόητα». Το ζήτημα της εκκένωσης λ.χ. δεν ήταν μόνο ένα θέμα που αφορούσε το τι έγινε το μοιραίο πρωινό (και το κατά πόσο θα μπορούσαν να αποφευχθούν τα θύματα), αλλά και πόση κατανόηση των κινδύνων υπήρχε στον στρατό – και το πώς αντιμετωπίστηκαν οι κίνδυνοι στα πλαίσια των αρμόδιων δομών.
Στην δεξιά πλευρά του πρωτοσέλιδου του «Φιλελεύθερου», της 12 Ιουλίου υπήρχε μια στήλη με σχετικά κείμενα. Το πρώτο αναφέρεται στο διοικητή του ναυτικού Α. Ιωαννίδη για τον οποίο ο «Φιλελεύθερος» θα έχει και ειδικό πρωτοσέλιδο λίγες μέρες μετά.  Ίσως να ήταν πρόωρο (αμέσως μετά την τραγωδία) όντως να τεθεί αμέσως ένα μάλλον αναμενόμενο (στρατιωτικά και ερευνητικά) ζήτημα – αυτό της διαταγής ( η μη διαταγής) εκκένωσης, αλλά ο «Φιλελεύθερος» το θέτει και το άπαντα θετικά. Λέει χαρακτηριστικά στο πρωτοσέλιδο «Σωτήρια η διαταγή εκκένωσης»..
Και ακολουθούν τα εξής στο εσωτερικό..
«Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ» ο διοικητής βρισκόταν από νωρίς στο στρατόπεδο.. έχοντας κατά νου τον ενδεχόμενο να σημειωθεί έκρηξη από τη φωτιά στην πυρίτιδα με θάρρος και αυταπάρνηση έδωσε αμέσως εντολές να απομακρυνθούν και να κατευθυνθούν στην πύλη του στρατοπέδου οι ναύτες..»
 Όπως θα δούμε, όμως, στην εξέλιξη της έρευνας, όπως καταγράφεται στις ίδιες τις υπό διερεύνηση εφημερίδες, αλλά και όπως προκύπτει από το λογικό ερώτημα (που μπορούσε να τεθεί από την αρχή) πώς και γιατί έμειναν οι 3 στρατιώτες οι οποίοι σκοτώθηκαν εκεί αν είχε διαταχθεί εκκένωση, τότε φαίνεται ότι τελικά δεν είχε διαταχθεί εκκένωση.
Ας παρακολουθήσουμε λίγο την καταγραφή στις εφημερίδες αυτών των λογοκρινόμενων αρχικά ερωτήσεων οι οποίες είχαν να κάνουν ευρύτερα με το τι έγινε πραγματικά στη μονάδα, αλλά και το πώς χειρίστηκε η εθνική φρουρά το όλο ζήτημα. Στις 14 του Ιούλη ο «Φιλελεύθερος» δημοσίευσε πρωτοσέλιδο για «ντοκουμέντα της σφαγής». Τα έγγραφα αφορούν τη σύσκεψη του στρατού στις 5 Ιουλίου και τις πιθανότητες/δυνατότητες να αποφευχθεί η τραγωδία αν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα. Αναφέρει το κείμενο:
« Πλήρης αδράνεια, παρά τις σαφείς εντολές που είχαν να δράσουν άμεσα, εντοπίζεται σε αξιωματικούς του ΓΕΕΦ που συμμετείχαν στην επιτροπή που συστάθηκε για να προτείνει λύσεις στα διογκωμένα εμπορευματοκιβώτια
Πιο κάτω υπάρχει εστίαση στον υπαρχηγό της εθνικής φρουράς. Το σκίτσο της εφημερίδας ταυτόχρονα συνεχίζει την επίθεση στον πρόεδρο έμμεσα αφού εμφανίζει κάποιον να κτυπά κάποιον και να του λέει «Να μην ανησυχείς καθόλου, θα φροντίσω να διοριστεί διερευνητική επιτροπή.»
Η εφημερίδα γενικά αυτή τη μέρα φαίνεται πιο επιφυλακτική στις επιθέσεις της και μόλις στην σελίδα 5 κυριαρχεί το σενάριο της εστίασης στον πρόεδρο: «Σφίγγει ο κλοιός για ευθύνες. Περικυκλώνονται  ΥπΕξ και Προεδρικό» με παραπομπή στις εκδηλώσεις έξω από το προεδρικό οι οποίες είχαν προκαλέσει επεισόδια την προ-προηγούμενη νύκτα.
Το αξιοσημείωτο των τεκμηρίων αυτής της μέρας είναι ακριβώς η καταγραφή των ευθυνών του στρατού. Και σε αυτό ο «Φιλελεύθερος» θα συνεχίσει , έστω και καθυστερημένα η σε κάποιο πλαίσιο, να καταγράφει τα γεγονότα όπως φαίνονταν να αναδύονται από τις έρευνες και τα τεκμήρια. Αλλά το κυρίαρχο κλίμα ήταν να σπρωχτεί η ευθύνη προς το προεδρικό. Ήδη την επόμενη μέρα το πρωτοσέλιδο καταγράφει τις απόψεις του Ιωαννίδη αφήνοντας κενό για τις ευθύνες στην τοπική μονάδα: εάν όντως μπορούσε να αποφευχθεί είτε η έκρηξη είτε η τραγωδία τότε σαφώς θα πρέπει να δει κάποιος τι μέτρα πάρθηκαν στην ίδια την μονάδα πριν και κατά την διάρκεια της έκρηξης. Και ευρύτερα βέβαια πώς χειρίστηκε το όλο θέμα της φύλαξης η εθνική φρουρά σαν κρατική δομή.  Φαινόταν να υπάρχει μια προσπάθεια να μετατοπιστεί η έμφαση από τον στρατό παρά τα στοιχεία που έδειχναν κακή διαχείριση, αμέλεια κλπ.[33]
Στις 24 Ιουλίου ο «Φιλελεύθερος» έχει συνέντευξη με τον Μιχάλη Θεοφίλου, πατέρα θύματος και αξιωματικό της πυροσβεστικής, ο οποίος είχε στείλει επιστολή στον γενικό εισαγγελέα και την οποία κοινοποίησε στους δημοσιογράφους από τις 19 Ιουλίου. Σε σχέση λοιπόν με το τι έγινε στην μονάδα λέει τα εξής, κάνοντας αναφορά στις εισηγήσεις της πυροσβεστικής που επισκέφθηκε τον χώρο στις 6 Ιουλίου:
«Η εισήγηση εκ μέρους της πυροσβεστικής υπηρεσίας ήταν η τοποθέτηση καταιονιστήρων νερού και η αποψίλωση της περιοχής γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια…»
Και δήλωσε αναφερόμενος στον επικεφαλής της ομάδας των πυροσβεστών:
«Αν δεν του είχαν δώσει διαταγή ή καθοδήγηση, έπρεπε να ελέγξουν τις διαδικασίες και να γίνει εκκένωση. Αν συνέβαινε αυτό το πράγμα, δηλαδή αν εφαρμόζονταν οι σωστές διαδικασίες, θα υπήρχαν μόνο υλικές ζημιές και μικροτραυματισμοί
Το ότι δεν έγινε εκκένωση το επισημαίνει στην πρωτοσέλιδη συνέντευξή του ο Θεοφίλου στο "Φιλελεύθερο": οι πυροσβέστες πήγαν εκεί στα τυφλά. Οι δικοί μας ήξεραν, είδαν με τα μάτια τους, έκαναν σχετικές εκθέσεις, και όμως δεν προστάτευσαν κανένα. Έπρεπε από την αρχή να δώσουν διαταγή εκκένωσης…»
Αν όμως έπρεπε οι αρμόδιοι της πυροσβεστικής που δεν ήταν καν στο χώρο να δώσουν διαταγή εκκένωσης, τότε δεν θα έπρεπε να δώσουν ανάλογη διαταγή και οι αρμόδιοι του στρατού – από το ΓΕΕΦ μέχρι τους υπεύθυνους την μονάδας;
Αν έγινε αποψίλωση λ.χ. πώς αναπτύχθηκε τόσο γρήγορα η φωτιά εκτός των κιβωτίων;[34]
Η σχετικά επίσημη παραδοχή ότι τελικά δεν διατάχτηκε εκκένωση, έγινε σε πρωτοσέλιδη είδηση του φιλελεύθερου στις 20 Αυγούστου. Ήταν μια είδηση στο κάτω μέρος του πρωτοσέλιδου με τίτλο «Φορτώνουν ευθύνες στους Ιωαννίδη και Λάμπρου».
Με υπότιτλο: «Στην εμπλοκή προσώπων λίγο πριν την έκρηξη επικεντρώνονται οι ανακρίσεις».
«Με βάση το ανακριτικό υλικό που έχει περισυλλεγεί και τις εκτιμήσεις των ανακριτών και της νομικής υπηρεσίας για τους χειρισμούς που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν τα τελευταία 24ωρα πριν την φονική έκρηξη, καταλογίζονται ευθύνες στον μακαρίτη Λάμπρο Λάμπρου, επειδή δεν εκκενώθηκε έγκαιρα η ναυτική βάση, με αποτέλεσμα στους νεκρούς να συμπεριλαμβάνονται και στρατιώτες. Επίσης θεωρείται ότι την ευθύνη της φύλαξης και της ασφάλειας των εμπορευματοκιβωτίων είχε καθηκόντως ο διοικητής της ναυτικής βάσης. Συνεπώς μαζί με τον ανώτερό του και διοικητή του ναυτικού Ανδρέα Ιωαννίδη, θα έπρεπε να προβούν στις ανάλογες ενέργειες.»
Παρά το ότι αυτά τα στοιχεία-συμπεράσματα φαίνονται να πηγάζουν από την έρευνα, ο δημοσιογράφος κωδικοποιεί αυτή τη λογική κατάληξη (όπως άλλωστε πηγάζει και από τις αναφορές Θεοφίλου) σαν «φορτώνουν ευθύνες..» Ενώ δηλαδή καταγράφει μεν την είδηση, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα είδος αποποίησης ευθύνης για τις πληροφορίες που καταγράφει – αλλά ίσως και για την ρητορική αφήγηση των προηγούμενων ημερών. Ταυτόχρονα βέβαια αυτή η ρητορική λειτουργεί και σαν είδος πίεσης για λογοκρισία.[35]
Η καταληκτική αναφορά τον Αύγουστο για την μη-εκκένωση ήρθε τελικά από τον "Πολίτη" οποίος πήρε συνέντευξη από τον στρατιώτη φρουρό στην πύλη ο οποίος δήλωσε:
«Ποιος ευτζιαίρωσεν την βάση; Ούλλοι ετζιοιμούνταν…
Φκαίνουν τζιαί λαλούν πολλά πράματα, τζαί τα πιο πολλά εν πελλάρες. Ότι ευτζιαιρώσαν την βάσην τζαι άλλα πολλά. Όταν έφυα που τον θάλαμο ( η υπηρεσία του ξεκινούσε στις 4) οι συνάδελφοι μου ετζιοιμούνταν. Θκυο που τζείνους επάθαν τα φκιά τους που την έκρηξην. Οι οϋκάδες ήταν τζιαμαί στο round about  της βάσης. Άλλοι είπαν ότι εβάλαν μας μέσα στες βάρκες να φύουμεν τζαί άλλα πολλά..»

19 Ιουλίου: όξυνση της έντασης και επιλεκτική ερμηνεία των δηλώσεων του Μ. Κυπριανού
(όταν τα ΜΜΕ λογοκρίνουν την κριτική μετατοπίζοντας την συζήτηση)
Στις 19 Ιουλίου η ένταση φαινόταν να κορυφώνεται. Εκείνη τη μέρα είχε προαναγγελθεί εκδήλωση «μνημης και τιμής» στους νεκρούς του 1974 – η εκδήλωση είχε προγραμματιστεί[36] πριν από την έκρηξη στο Μαρί και ανήκε στην τελετουργία των ε/κ εκδηλώσεων για τις επετείους του 1974.  Στο πλαίσιο το οποίο διαμορφώθηκε με την επίθεση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ ενάντια στον πρόεδρο,[37] οι αντίπαλοί του άρχισαν να καλλιεργούν ένα κλίμα που λίγο πολύ απαιτούσε να ακυρωθεί η προγραμματισμένη εκδήλωση μέσα στο Προεδρικό. Είχαν ήδη προηγηθεί 2 συγκεντρώσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί από τα ΜΜΕ σαν δείγματα «λαϊκής οργής»: Η μια ήταν στις 12 Ιουλίου όταν μια συγκέντρωση στην πλατεία ελευθερίας,[38]μετατράπηκε σε πορεία ενάντια στον πρόεδρο καθώς μια μερίδα ακολούθησε την ακροδεξιά στο προεδρικό όπου και έγιναν επεισόδια. Η άλλη ήταν την Πέμπτη όταν μετά το διάγγελμα του προέδρου καλλιεργήθηκε πάλι ένα κλίμα ότι «δεν απολογήθηκε» άρα ήταν δικαιολογημένος στόχος επίθεσης. Η συγκέντρωση το βράδυ της 18ης  Ιουλίου σχεδόν μεταδιδόταν άμεσα από διάφορα τηλεοπτικά κανάλια. Εκεί οι συγκεντρωμένοι αρνήθηκαν τις εκκλήσεις που είχαν γίνει από πολιτικούς ηγέτες το πρωί να μεταφέρουν την εκδήλωση τους αλλού το επόμενο βράδυ. Και η πλειοψηφία των ΜΜΕ δεν φαινόταν να θέτει καν το θέμα του δικαιώματος  των οποιονδήποτε ήθελαν να πάνε στο προεδρικό, είτε για την τελετουργία των επετείων του 1974, είτε για να στηρίξουν τον πρόεδρο στο υπό διαμόρφωση κλίμα. Ήδη το ρητορικό πλαίσιο είχε τεθεί από τα ΜΜΕ, υποχρεώνοντας ακόμα και τους πολιτικούς που είχαν συμβουλεύσει να μετακινηθεί η εκδήλωση την προηγούμενη να υποχωρήσουν: σύμφωνα με την ηγεμονική εικόνα των ΜΜΕ  έξω από το προεδρικό ήταν «ο λαός» και μέσα στο προεδρικό θα ήταν «οι λίγοι του προέδρου» - άρα η εκδήλωση μέσα στο προεδρικό μπορούσε να ακυρωθεί. Όταν άρχισε να γίνεται φανερό ότι «οι μέσα» δεν θα ήταν λίγοι, τότε η ρητορική μετατοπίστηκε στον κίνδυνο επεισοδίων.
Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ άρχισαν να καλλιεργούν, με τη βοήθεια δηλώσεων από πολιτικούς της αντιπολίτευσης, ένα κλίμα εκφοβισμού. Άνκαι ο φόβος για επεισόδια ερχόταν κατά κύριο λόγο από τα συγκεντρωμένους έξω από το προεδρικό, εντούτοις τα ΜΜΕ συμπεριφέρονταν λες και θεωρούσαν «κατανοητή» την στάση απειλών στην οποία έμμεσα τοποθετούνταν οι αντίπαλοι του προέδρου – έτσι η κατασκευή μιας «ενοχής» μέσα από επιθέσεις των ΜΜΕ, μετατρεπόταν σε ένα είδος αυτονόητου που επέτρεπε ακόμα και την έμμεση απειλή βίας.
Το πολιτικό ζητούμενο φαινόταν να ήταν η ανάδειξη ενός είδους «απομόνωσης» του προέδρου. Αυτή η ρητορική έκφραση προϋπήρχε της έκρηξης στο Μαρί (και εμφανίστηκε όπως θα δούμε και τον Αύγουστο σε ανάλογη περίπτωση) και έκφραζε ένα είδος επιθυμίας τόσο από την φιλελεύθερη δεξιά που εκφράζει ο «Πολίτης» όσο και από την απορριπτική πτέρυγα του κέντρου που φαίνεται να έκφραζε ο «Φιλελεύθερος».
Σε εκείνο το κλίμα η παραίτηση του Μάρκου Κυπριανού για λόγους ευθιξίας μπροστά στις επιθέσεις που δέχτηκε και ο ίδιος, ήταν ένα ενδιαφέρον επεισόδιο για την όλη προσπάθεια. Στη δήλωση για την παραίτησή του ο Μ. Κυπριανού έθετε για πρώτη φορά στον δημόσιο λόγο το ζήτημα της χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Υπογράμμισε ότι πρέπει να σταματήσει «..το παιχνίδι εντυπώσεων όπως αυτό παίχτηκε τις τελευταίες μέρες, που ήταν μια προσπάθεια, όχι αναζήτησης των πραγματικών ευθυνών, όχι των πραγματικών υπεύθυνων, αλλά αποδιοπομπαίων τράγων…στόχος δεν ήταν η διαφώτιση της κοινής γνώμης αλλά η διαχείριση της με ανεύθυνο τρόπο». Στις μετέπειτα μαρτυρίες του ο Μ. Κυπριανού προσδιόρισε έντονα την ευθύνη της εθνικής φρουράς για φύλαξη του φορτίου. Εκείνη την Δευτέρα ωστόσο ο «Πολίτης» και ο «Φιλελεύθερος»  είχαν τίτλους οι οποίοι λογόκριναν αυτές τις κριτικές και ερμήνευαν την παραίτηση και αναπόφευκτα την δήλωση (χωρίς όμως τεκμήρια από το συγκεκριμένο κείμενο), σαν «αιχμές» για τον Χριστόφια.
Ήταν εμφανές στο δεδομένο πλαίσιο ότι κάθε δήλωση θα ερμηνευόταν πια με βάση μια έμφαση που είχε να κάνει με την προσπάθεια να φανεί ένοχος ή να απομονωθεί ο πρόεδρος.

20 Ιουλίου: οι αναπαραστάσεις για την εκδήλωση στο Προεδρικό
Η εκδήλωση έγινε, ήταν μαζική, και οι συγκεντρωμένοι μέσα στο προεδρικό ήταν πολλαπλάσιοι των συγκεντρωμένων έξω που έδειξαν να φτάνουν σε ένα όριο συγκέντρωσης πλήθους ενώ είχαν αρχίσει και αποχωρήσεις.[39]
Η επόμενη μέρα αναγκαστικά έπρεπε να φέρει μια διαχείριση της αποτυχίας των ΜΜΕ να οδηγήσουν τα πράγματα στην «απομόνωση του προέδρου». Οι στρατηγικές των 2 εφημερίδων ήταν αντίστοιχες της προηγούμενης εβδομάδας. Ο μεν «Φιλελεύθερος» προσπάθησε να καταγράψει μεν τα γεγονότα αλλά και να φτιάξει ταυτόχρονα ένα κλίμα στο οποίο να πριμοδοτείται περισσότερο η μια άποψη – η εχθρική προς τον πρόεδρο. Ο τίτλος του ήταν «Μάθημα από τους πολίτες». Ο τίτλος ήταν, όμως, παραπλανητικός αν απευθυνόταν στον πρόεδρο – ουσιαστικά ήταν ο Χριστόφιας ο οποίος είχε πει την προηγούμενη μέρα ότι αν τελικά οι συγκεντρωμένοι έξω από το προεδρικό δεν μετακινούνταν, θα μπορούσαν να γίνουν και οι δυο συγκεντρώσεις χωρίς παρατράγουδα αφού, όπως είπε χαρακτηριστικά, «είμαστε ένας δημοκρατικός λαός». Η έμφαση προτίμησης του "Φιλελεύθερου" φάνηκε καθαρά στη φωτογραφική απεικόνιση: ενώ ο υπότιτλος ήταν «Δυο παράλληλες μαζικές συγκεντρώσεις» η φωτογραφία έδειχνε μια εικόνα έξω από το προεδρικό η οποία κάλυπτε το ¾ της εικόνας, και στο κάτω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε ένα μικρό ένθετο (το οποίο κάλυπτε το ¼ της συνολικής εικόνας) με μια φωτογραφία από την εκδήλωση μέσα στο προεδρικό. Η πριμοδότηση της συγκέντρωσης έξω από το προεδρικό ήταν σαφής. Και επίσης σαφώς ήταν μια παραπλανητική εικόνα αφού οι δυο συγκεντρώσεις ήταν ανάποδες όσον αφορά το μέγεθος των παρευρισκόμενων σε σχέση με την φωτογραφική αναπαράσταση της εφημερίδας – η συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό ήταν πολλαπλάσια της συγκέντρωσης έξω. Μια ισόμερης παρουσίαση των 2 εκδηλώσεων θα ήταν κάπως κατανοητή. Η ανάγκη να μειωθεί η συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό με φωτογραφικό μοντάζ, ήταν ίσως ενδεικτική της ελπίδας και της πρόθεσης της αρχισυνταξίας της εφημερίδας παρά των ίδιων των γεγονότων.
Στον "Πολίτη" ο τίτλος ήταν «Σχεδιασμός για κλάματα» και στο κέντρο υπήρχε ο τίτλος «ωριμότητα λαού». Η  έμφαση στον «σχεδιασμό» αναφερόταν στην αστυνομία η οποία σύμφωνα με την εφημερίδα άφησε τους συμμετέχοντες να έρθουν σε επαφή. Αν όμως, υπήρξε ωριμότητα (σύμφωνα με τον τίτλο της εφημερίδας) τότε καλά είχε υπολογίσει και η αστυνομία – και αν υπήρχε ένταση τότε προφανώς πάλι η αστυνομία φρόντισε να μην γίνουν επεισόδια.
Γενικά ήταν μια επιτυχής διαχείριση δυο συγκεντρώσεων και η επίθεση στην αστυνομία έμοιαζε με  προσπάθεια μετατόπισης του θέματος. Ο «Πολίτης» απεικόνιζε την κριτική της αντιπολίτευσης – αλλά πιο εντυπωσιακά απόφευγε να σχολιάσει τις φραστικές επιθέσεις των συγκεντρωμένων έξω από το προεδρικό οι οποίες αντανακλούσαν ένα κλίμα το οποίο ο «Πολίτης» σαν φιλελεύθερη εφημερίδα ανέκαθεν σχολίαζε αρνητικά  -  εκφράσεις όπως "τουρκόσποροι" κλπ δεν ήταν ακριβώς αρμόζουσες στην αντιπαραθεση και σε αυτήν την περίπτωση ο «Πολίτης» έκανε μια μετατόπιση στον βασικό ρητορικό κώδικα αντιμετώπισης της εθνικιστικής ακροδεξιάς.
Υπήρξε εδώ μια κορύφωση που έκφρασε επίσης και μια καθαρά επιλεκτική στάση απέναντι σε ένα γεγονός (τη μαζική συγκέντρωση μέσα στο προεδρικό) το οποίο μπορούσε πια να καταγραφεί – σε αντίθεση ας πούμε με το Μαρί όπου τα στοιχεία ήταν ακόμα ασαφή. Η ιεράρχηση των ειδήσεων έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθεί η αναγνώριση ότι τελικά είχαν εμφανιστεί και μαζικά υποστηρικτές του προέδρου, ενώ η ρητορική αφήγηση τουλάχιστον του "πολίτη" έδειχνε μια ξαφνική μετατόπιση.

3. Περίοδος ΙΙ: Μετατόπιση της συζήτησης στην οικονομία και η νέα αντιπαραθεση στο Κελλάκι
Μετά από την 19η Ιουλίου το κλίμα στράφηκε προς την οικονομία. Ήδη είχε αρχίσει μια σειρά εκτιμήσεων ότι το κόστος θα ήταν μεγάλο: το κόστος υπολογιζόταν  σε 2 - 3 δις (τελικά, για την ΑΗΚ, μάλλον θα είναι της τάξης των εκατοντάδων εκατομμυρίων παρά των δισεκατομμυρίων) και μερικοί πρόβλεπαν αύξηση της τιμής του ρεύματος μέχρι και 40% (τελικά η αύξηση ήταν πολύ πιο μικρή). Αυτό το κλίμα (που ίσως να είναι αναμενόμενο σε μια περίπτωση θεαματικής προβολής ενός ατυχήματος/τραγωδίας) διασταυρώθηκε μαζί με 2 άλλους παράγοντες: μια υποτροπή στην παγκόσμια οικονομική κρίση που εκφράστηκε και με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ , αλλά και με την ανάγκη να παρθούν μέτρα για την κυπριακή οικονομία.[40]  Πριν από την έκρηξη τα κόμματα[41] είχαν συμφωνήσει σε μια σειρά μέτρων αλλά μετά την έκρηξη το σκηνικό έγινε πιο ρευστό και οι αντιπαραθέσεις οξύνθηκαν με άξονα, σε ένα μεγάλο βαθμό, τον θεσμικό ρόλο του κοινωνικού διαλόγου και των συντεχνιών.[42] Ταυτόχρονα η αρχή του Αυγούστου σημαδεύτηκε και από τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης μετά από ένα «βελούδινο διαζύγιο» όπως αποκάλεσε ο «Φιλελεύθερος» την αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση.[43]

Η επίθεση ενάντια στον Χριστόφια με βάση το Μαρί όμως δεν σταμάτησε παρά τη μείωση του όγκου των συγκεντρώσεων έξω από το προεδρικό. Αρχικά είχαν ανασταλεί για το Σαββατοκύριακο και τελικά άρχισαν να γίνονται μόνο μια φορά την εβδομάδα. Ταυτόχρονα η φιλελεύθερη δεξιά φάνηκε να αποστασιοποιείται και λόγω του ρατσισμού και του ακροδεξιού λόγου που αρθρωνόταν. Από τις αρχές Αυγούστου, ωστόσο, άρχισε μια νέα διαδικασία που είχε σαφή στόχο να εντάξει την εστίαση στον Χριστόφια στις «τελετουργίες πένθους και μνήμης» του Αυγούστου – από την  περίπτωση της πτώσης του αεροπλάνου της "Ήλιος" μέχρι την τραγωδία στη Δερύνεια το 1996. Σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησε μια πορεία από την Πάφο με σκοπό να φτάσει στο προεδρικό. Η πορεία έτυχε μαζικής κάλυψης από τις τηλεοράσεις  αλλά και από τις εφημερίδες. Ενώ η πορεία βρισκόταν στην περιοχή της ανατολικής Κύπρου μια άλλη (φαινομενικά παράλληλη ομάδα) ανακοίνωσε ότι θα γινόταν πορεία με αυτοκίνητα στο εξοχικό του Δ. Χριστόφια στο Κελλάκι στις 15 Αυγούστου. Το κλίμα αναπόφευκτα φορτίστηκε. Ενδέχεται ο στόχος να ήταν ένα είδος πολιορκίας της εξοχικής κατοικίας του προέδρου για να προβληθεί σε άμεση αναμετάδοση η «απομόνωση». Όμως, όπως και στις 19 Ιουλίου, οι αντίπαλοι του προέδρου μάλλον έκαναν λάθος υπολογισμό και όξυναν την αίσθηση της υπερβολής[44] ενισχύοντας ταυτόχρονα τις υποψίες (στο χώρο της αριστεράς αλλά και ευρύτερα στην καθημερινότητα) ότι κάτι δεν πάει καλά με τα αυτονόητα του ηγεμονικού λόγου και εικόνας των ΜΜΕ.
Ήδη από την Παρασκευή 13 Αυγούστου, 7 κοινότητες/κοινοτικά συμβούλια της περιοχής έκδωσαν ανακοίνωση καλώντας τους οργανωτές της εκδήλωσης να την ακυρώσουν. Η έκκληση δεν έτυχε ανταπόκρισης αλλά ούτε και προβολής από τα ΜΜΕ. Αυτή η λογοκρισία συνεχίστηκε και όταν έφτασε η επίμαχη μέρα. Έτσι όταν μια ομάδα 100 περίπου ατόμων δοκίμασε να κάνει την προγραμματισμένη πορεία βρήκε απέναντι της μια άλλη ομάδα (ανάλογη σε αριθμό) που στήριζε τον πρόεδρο.
Η αναπαράσταση της όλης εικόνας της αντιπαράθεσης στον «φιλελεύθερο» ήταν χαρακτηριστική.
Στις 17 Αυγούστου, ο «Φιλελεύθερος» είχε σαν τίτλο «Το Κελλάκι ήταν μόνο αρχή» προβλέποντας ότι θα συνεχιζόταν μια κόντρα «προεδρικού» «αγανακτισμένων» όπως αυτοαποκαλούνταν οι αντίπαλοι του προέδρου. Στο πρωτοσέλιδο κείμενο η όλη αντιπαράθεση είχε τα βασικά στοιχεία της περιθωριοποίησης των αντίπαλων των ΜΜΕ. Έτσι οι κάτοικοι οι οποίοι συγκεντρώθηκαν κωδικοποιήθηκαν σαν προϊόν του "μηχανισμού το κόμματος" – απέναντι σε ένα είδος «πολιτών» που δεν ανήκουν σε παρατάξεις η ιδεολογίες. Γινόταν έτσι μια προσπάθεια κωδικοποίησης καλών-κακών όπου η εφημερίδα θα ταυτιζόταν με τους «αυτονόητα» καλούς – ακόμα και λογοκρίνοντας την τοπική κοινότητα, από το κοινοτικό της συμβούλιο μέχρι τους ίδιους τους κατοίκους. Σε αυτό το ρητορικό πλαίσιο εκείνοι που ήθελαν να πάνε στο χωριό και να κάνουν εκδήλωση έξω από μια ιδιωτική κατοικία, έστω του προέδρου, έκφραζαν ένα είδος αυτονόητης «φυσικής» αντίδρασης – στην κατά τα ΜΜΕ αυτονόητη «ενοχή» του Προέδρου- ενώ η άλλη ομάδα, η οποία αποτελείτο από κατοίκους της κοινότητας, παρουσιαζόταν σαν «τεχνητή»: είχε να κάνει με το «προεδρικό» και το «μηχανισμό του κόμματος» σύμφωνα με τη ρητορική της εφημερίδας. Το ότι η ανακοίνωση των κοινοτικών συμβουλίων λογοκρίθηκε είναι ίσως το πιο εξόφθαλμο παράδειγμα αυτής της προσπάθειας χειραγώγησης των δεδομένων αφού λογοκρίθηκε η άλλη άποψη σαν μη «φυσική». Το μόνο που μπορεί να καταγράψει κάποιος, σαν ένα μικρό βήμα προς την αναγνώριση της πραγματικότητας από αυτό το πρωτοσέλιδο του «Φιλελεύθερου», είναι η έκφραση «υποστηρικτές Χριστόφια» - η οποία αναγνωρίζει έστω και στιγμιαία, στη ροή μιας πρότασης, ότι υπήρχε εκεί στο Κελλάκι και μια άλλη πραγματικότητα η οποία όχι μόνο λογοκρινόταν αλλά ουσιαστικά έκφραζε ντε φάκτο μια απαξίωση για την πληροφόρηση εκ μέρους της πλειοψηφίας των ΜΜΕ. Εκείνο το μικρό «πλήθος», όπως και το μεγαλύτερο στο προεδρικό στις 19 Ιουλίου, έκφραζε μια μερίδα της κοινωνίας που δεν αποδεχόταν τα «αυτονόητα» που κατασκεύαζαν τα ΜΜΕ σαν είδος αλήθειας.
Ας δούμε όμως ευρύτερα πώς παρουσιάζει ο «Φιλελεύθερος» τις 2 κινητοποιήσεις – και πώς αυτή η παρουσίαση φαίνεται να λειτουργεί και σαν είδος «προετοιμασίας» ή και διαφήμισης για την άφιξη της πορείας στην Λευκωσία εκείνη τη μέρα. Έτσι στην σελίδα 3 υπάρχει ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα για τους αντίπαλους του προέδρου χωρίς έστω και μια κριτική αναφορά, ανάλυση η έστω παρουσίαση και των «υποστηρικτών του προέδρου» σαν μορφή κινητοποιήσεων. Στην σελίδα 7 υπάρχει ένα σχόλιο κάτω από μια φωτογραφία των υποστηρικτών του Χριστόφια που εστιάζει σε ένα τέως βουλευτή του ΑΚΕΛ ο οποίος ήταν εκεί – χωρίς όμως να αναφέρεται στο ότι είναι κάτοικος της κοινότητας. Το ότι δεν του ζητήθηκε ένα σχόλιο, η έστω ένα σχόλιο από τον κοινοτάρχη, είναι ενδεικτικό της μονοδιάστατης στάσης εκ μέρους όσων προσπάθησαν να καλύψουν τα γεγονότα – ιδιαίτερα άμα συγκριθεί το σχόλιο με όσα γράφονται στη σελίδα 3. Στην τελευταία σελίδα υπάρχει και πάλι ένα κείμενο με αρνητική προδιάθεση προς τον πρόεδρο και τους υποστηρικτές του, ενώ συνεχίζεται η μονομερής κάλυψη των αντιπάλων του. Ο τίτλος του κειμένου είναι «Μπλόκο Χριστόφια στο Κελλάκι» με υπότιτλο ότι δόθηκαν οδηγίες στην αστυνομία να ανακοπούν οι «αγανακτισμένοι». Εκτός του ότι δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο εκτός από τις δηλώσεις των αντιπάλων του προέδρου, είναι το λιγότερο παράδοξο ότι δεν φαίνεται να καταγράφεται το θεσμικό δεδομένο – αφού το κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο για την κοινότητα, είχε ζητήσει ακύρωση της πορείας, και αφού είχαν μαζευτεί κάτοικοι/μέλη της κοινότητας να σταματήσουν την πορεία, η παρουσία της αστυνομίας ήταν δεδομένη. Γίνεται, σε αυτά τα πλαίσια, προσπάθεια να λογοκριθεί η αντίδραση στην προσπάθεια της εκδήλωσης στο Κελλάκι, με τη μετατόπιση της συζήτησης στο ότι υπήρχε αστυνομία στον χώρο. Έτσι ενώ υπάρχει ένθετο το οποίο λέει ότι «επιστρατεύονται μέλη του ΑΚΕΛ για αντισυγκεντρώσεις» (άρα, το συνεπαγόμενο είναι ότι, δεν είναι αυθόρμητοι αφού «επιστρατεύονται»), άμα διαβάσει κάποιος το κείμενο και ιδιαίτερα τις δηλώσεις εκπροσώπων της πορείας ή ατόμων που μαζεύονταν έξω από το προεδρικό, είναι σαφές ότι μετά το επεισόδιο στο Κελλάκι υπήρχαν πλέον αντιδράσεις από μέλη τοπικών κοινοτήτων τόσο στην ανατολική Κύπρο όσο και έξω από τη Λευκωσία. Έστω και σε ένα πλαίσιο υπερβολών μια εκπρόσωπος των αντιπάλων του προέδρου παρατήρησε ότι άτομα «παρενοχλούσαν τους εθελοντές πεζοπόρους οι οποίοι έγιναν δέκτες ύβρεων και χλευασμού» Σαφώς δεν ξεκίνησε έτσι το σκηνικό τις πρώτες μέρες και η αδυναμία της εκπροσώπου να δει το ζήτημα σαν αντίδραση στα γεγονότα της Δευτέρας στο Κελλάκι είναι ίσως κατανοητή. Για την εφημερίδα όμως; Με 4 αναφορές ουσιαστικά η μόνη προσπάθεια κατανόησης η απόδοσης της άλλης άποψης είναι η λέξη «υποστηρικτές Χριστόφια». 
Η επόμενη μέρα, 18 Αυγούστου κατέγραψε τα αποτελέσματα της προσπάθειας της εφημερίδας (και της πλειοψηφίας των παγκύπριων τηλεοπτικών σταθμών) να μαζευτεί κόσμος να υποδεχτεί τους πεζοπόρους. Στο πρωτοσέλιδο του «Φιλελεύθερου» (κάτω από μια φωτογραφία με πρόσωπα από την εκδήλωση) αναφερόταν ότι ανέμεναν τους πεζοπόρους «μερικές εκατοντάδες». Με δεδομένη την προβολή, ήταν μικρή συγκέντρωση. Η εφημερίδα όμως επανήλθε στην προσπάθεια για αναδημιουργία του κλίματος του Ιούλη, έτσι ο γενικός τίτλος (δίπλα από τη φωτογραφία για την κατάληξη της πορείας) ήταν «Σε απομόνωση ο πρόεδρος». Η είδηση δεν είχε να κάνει με την συγκέντρωση (άνκαι συνειρμικά συνδέονται) αλλά με ένα έγγραφο που "έδειχνε" (σύμφωνα με την ερμηνεία της "Σημερινής" αρχικά και τότε του πρωτοσέλιδου του "Φιλελευθέρου") ότι ο πρόεδρος είχε συζητήσει με τον Άσσαντ της Συρίας στις 3/9/2009 και φαινόταν να προσπαθεί να τον πείσει ότι δεν ευθυνόταν η Κύπρος για την κατάσχεση του φορτίου.
Πριν προχωρήσουμε στη συγκριτική ανάλυση των γεωπολιτικών αναφορών, αξίζει να δούμε την τεκμηρίωση της «απομόνωσης» αφού είναι εκφραστική μορφών παραποίησης  στην αναπαράσταση της πολιτικής σκηνής, μέσα από την επέμβαση του λόγου των ΜΜΕ. Λέει, λοιπόν, το κείμενο αφού διευκρινίζει ότι το μεν ΑΚΕΛ στηρίζει τον πρόεδρο ενώ ο ΔΗΣΥ τον κατηγορεί:
« Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η δήλωση του Αν. Προέδρου  του ΔΗΚΟ ενώ το κόμμα περιορίζεται να ζητά πλήρη διερεύνηση
Αυτό είναι παραπλάνηση. Το να θεωρείται κάπως σαν άποψη του κόμματος η θέση του Αν. Πρόεδρου του ΔΗΚΟ ήταν παραπλανητικό, αφού το συγκεκριμένο άτομο βρισκόταν σε διαμάχη με την ηγεσία και την πλειοψηφία στα θεσμικά όργανα του ΔΗΚΟ.[45] Ενώ η δήλωση του εκπροσώπου του κόμματος είναι σαφώς πιο προσεγμένη και όχι στο κλίμα της δαιμονοποίησης - και για αυτό, ενδεχομένως, περιθωριοποιείται. Εδώ μπορεί να πει κάποιος ότι σε περιπτώσεις κατασκευής επικοινωνιακών επιθέσεων, οι αρχισυντάκτες φαίνεται να καθορίζουν οι ίδιοι ποιους θέλουν για αντιπροσώπους κομμάτων (περιθωριοποιώντας ακόμα και την πραγματική θέση των θεσμικών οργάνων των κομμάτων) ώστε να μπορούν να οργανώνουν τις εκστρατεία ανάλογα και να δημιουργούν την agenda του δημόσιου λόγου.

4. Αναπαραστάσεις της Γεωπολιτικής:
Η απόκρυψη της μιας πλευράς στον γεωγραφικό χάρτη, η λογοκρισία των τεκμηρίων, και η κατασκευή μιας αποσπασματικής εικόνας.

Για να κατανοήσουμε την δομή του τρόπου που εστιάστηκε η επίθεση στον Πρόεδρο, είναι χρήσιμο να δούμε πώς παρουσιάστηκαν τα υπάρχοντα στοιχεία για τα γεωπολιτικά δεδομένα γύρω από το φορτίο – και με ποιο τρόπο λειτούργησε μια επιλεκτική λογοκρισία, μετατόπιση θεματολογίας και παραπλάνηση για τα δεδομένα. Σε ένα γενικό πλαίσιο, αφού άμεσες ευθύνες για την φύλαξη ήταν αδύνατο να χρεωθούν στον πρόεδρο, αναπτύχθηκε μια έμμεση ρητορική η οποία εστίαζε στο ότι ο «Χριστοφιας αποδέκτηκε το φορτίο», «δεν αποδέχτηκε δυτικές προσφορές για παραλαβή του φορτίου» και «προσπαθούσε να πείσει τους Σύριους και τους Ιρανούς» ενώ προφανώς έπρεπε να τους αγνοήσει.
Αξίζει να δούμε την δομή αυτής της επικοινωνιακής επίθεσης σε 2 τομείς: στην χρήση (ή λογοκρισία) των υπαρχόντων τεκμηρίων και στην αποσπασματική  εικόνα η οποία κατασκευαζόταν για να δικαιολογηθεί η ρητορική των «ευθυνών».
Στην περίπτωση των γεωπολιτικών δεδομένων υπήρχαν ήδη 2 ειδών στοιχεία – δηλώσεις και θέσεις πολιτικών από τον Φεβρουάριο του 2009 όταν έγινε η κατάσχεση, και έγγραφα της αμερικανικής πρεσβείας τα οποία διέρρευσαν από το wikileaks.  Σε αυτά προστέθηκαν και έγγραφα τα οποία διέρρευσαν από το Υπουργείο Εξωτερικών. Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οικοδομήθηκε η επίθεση θα αναλυθεί ένα κείμενο από τον «Πολίτη» της Κυριακής 17/8 (μαζί με συμπληρωματικές αναφορές από ένα ανάλογο κείμενο της 24/8) χρησιμοποιώντας συγκριτικά τα διαθέσιμα τεκμήρια από το wikileaks για το πώς αποδέχτηκε το φορτίο η Κυπριακή Δημοκρατία και σε ποιο γεωπολιτικό πλαίσιο. Ακολούθως θα γίνει αναφορά σε σχετικά κείμενα του «Φιλελεύθερου» του Αυγούστου-Σεπτέμβρη τα οποία αντανακλούσαν μια ανάλογη ρητορική. Για να έχουμε μια συγκριτική δημοσιογραφική εστίαση, στα «τεκμήρια» τα οποία παρουσιάζονταν θα αντιπαραβληθούν τα στοιχεία τα οποία κατέγραψε σαν σημαντικά ένα κείμενο στην Cyprus Mail στις 3 Ιουλίου[46] πριν από την έκρηξη – και άρα χωρίς το φορτισμένο κλίμα. Θα προσπαθήσουμε, δηλαδή, να δούμε αν όντως χρησιμοποιήθηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία – η αν έγινε μια επιλογή και μια ιεράρχηση με συγκεκριμένο στόχο.
Την Κυριακή 17/8 ο τίτλος του κυριακάτικου «Πολίτη» ήταν μια επίθεση στον πρόεδρο –  στο κλίμα το οποίο αναλύθηκε προηγουμένως: ο τίτλος ήταν «Τα ψέματα της κυβέρνησης». Το κείμενο στο οποίο αναφερόταν το πρωτοσέλιδο βρισκόταν στις σελίδες 4-5 και εδώ η έμφαση είναι πιο άμεση στον πρόεδρο: «Τα ψέματα της κυβέρνησης Χριστόφια» ενώ σε ένθετο ο δημοσιογράφος κατέληγε ήδη στο συμπέρασμα «Το νήμα οδηγεί στον Χριστόφια».
Η βασική θέση του κειμένου εκφράζεται από την πρώτη παράγραφο όταν ο συγγραφέας αντιπαραβάλει την «μικρή και αδύναμη» Κύπρο με το Συμβούλιο Ασφαλείας «για ένα σημαντικό και ευαίσθητο ζήτημα παγκόσμιας ασφάλειας» όπως λέει. Η ευθύνη λοιπόν του προέδρου, σύμφωνα με το κείμενο, είναι ότι προσπάθησε να κάνει «πολιτική υπερδύναμης». Αυτή η θέση (ότι η Κύπρος πρέπει να ακολουθεί τις «οδηγίες»/κατευθύνσεις των δυτικών χωρών) δεν είναι καινοτομία για την εφημερίδα. Το θέμα το οποίο αξίζει διερεύνησης είναι αν όντως, με βάση τα υπάρχοντα τεκμήρια, υπήρχε μια αντιπαραθεση όπως την περιγράφει.
Τα βασικά τεκμήρια τα οποία επικαλείται το κείμενο είναι 2 ειδών: τα έγγραφα με τα τηλεγραφήματα της αμερικανικής πρεσβείας όπως διέρρευσαν από τα wikileaks, και πληροφορίες και έγγραφα από το Υπουργείο Εξωτερικών. Άνκαι αρχικά το κείμενο διαβεβαιώνει το αναγνώστη ότι όλα τα στοιχεία (για την γεγονότα κατάσχεσης του φορτίου) είναι καταγραμμένα στα wikileaks «μέχρι κεραίας», εντούτοις η χρήση που κάνει αυτών των στοιχείων είναι περιορισμένη[47] – ουσιαστικά, και παρά τις υποσχέσεις του τίτλου και του «κατηγορητηρίου» το κείμενο εστιάζει σε ένα έγγραφο της 6 Φεβρουαρίου 2009, το οποίο καταγράφει την απάντηση του Συμβουλίου Ασφαλείας  στις διερευνητικές θεσεις/ερωτήσεις της κυπριακής κυβέρνησης για την κατάσταση η οποία διαμορφωνόταν με το φορτίο.[48] Το έγγραφο λέει ότι δεν μπορεί να επιστραφεί στο Ιράν το φορτίο, ότι πρέπει να κατακρατηθεί, και να γίνουν «διαβουλεύσεις για να βρεθεί τρίτη χώρα που να είναι διατεθειμένη να παραλάβει το φορτίο». Χωρίς, όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, να άπαντα στο πως θα αντιμετωπίζονταν τα προβλήματα τα οποία προέκυπταν για την Κυπριακή Δημοκρατία από την εμπλοκή της σε ένα θέμα το οποίο δεν την αφορούσε μεν (πριν την υποχρεωτική κατακράτηση), αλλά απειλούσε σημαντικά της συμφέροντα σε σχέση με το κυπριακό.[49]
Το εντυπωσιακό με ένα τέτοιο κείμενο το οποίο προσπαθούσε να καταγράψει τα διαθέσιμα δεδομένα σε μια φορτισμένη στιγμή, είναι τα πόσα δεν αναφέρει από όσα ήταν ήδη διαθέσιμα τουλάχιστον στα wikileaks τα οποία αναφέρονται και σαν πηγή του κειμένου: για τις πιέσεις-απειλές από τις εμπλεκόμενες χώρες, για την αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να πάρει ομόφωνη απόφαση για μεταφορά του φορτίου σε πλοίο με σημαία του ΟΗΕ, αλλά και για τις προσπάθειες να δοθεί το φορτίο σε άλλες χώρες μέσω του ΟΗΕ. Αυτές οι «σιωπές» δεν φαίνονται να ήταν «αθώες» - φάνηκαν, αντίθετα, να λειτουργούν σαν είδος λογοκρισίας έτσι ώστε να κατασκευαστεί ένα είδος «αντιπαράθεσης» ανάμεσα στην Κύπρο και ένα (παραπλανητικά) «ομόφωνο» Συμβούλιο Ασφαλείας – το οποίο (και πάλιν παραπλανητικά) ταυτιζόταν μόνο με τις δυτικές χώρες.
 Η πρώτη «σιωπή»/λογοκρισία είχε να κάμει με την διαδικασία αποδοχής του φορτίου, και τις απειλές από τις εμπλεκόμενες χώρες. Υπάρχει μια σαφής αναφορά στα wikileaks (η οποία καταγράφεται στην αναφορά της Cyprus Mail πριν την έκρηξη, αλλά όχι του «Πολίτη»): η Συρία είχε ήδη εφαρμόσει αντίποινα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας διότι το 2006 κατασχέθηκε ένα άλλο φορτίο το οποίο κατευθυνόταν στην Συρία – με το πλοίο Gregorio.
«Οι επαφές μας, από τον πρόεδρο Χριστόφια μέχρι το υπουργείο εξωτερικών μας πληροφόρησαν ότι η απόφαση της Κύπρου το 2006 να παρέμβει στο Gregorio, ένα πλοίο το οποίο μετέφερε ραντάρ για πύραυλους από την Β. Κορέα στην Συρία, είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά στις σχέσεις με την Δαμασκό. Οι Σύριοι είχαν απαντήσει με το  να ανάψουν το πράσινο φως για τακτική ακτοπλοϊκή γραμμή ανάμεσα στο «κατεχόμενο» λιμάνι της Αμμόχωστου και της Λατάκειας.»
Ακολούθως γίνεται σαφής αναφορά ότι λόγω ακριβώς το προηγούμενου επεισοδίου οι Σύριοι ένοιωθαν ότι μπορούσαν να ασκήσουν πίεση στην Κυπριακή Δημοκρατία απειλώντας ότι θα «αναβαθμίσουν τις σχέσεις τους με το αποσχιστικό καθεστώς της βόρειας Κύπρου και θα πιέσουν για τα συμφέροντα της «τούρκικης δημοκρατίας βόρειας Κύπρου» στην ισλαμική διάσκεψη.»
Οι αναφορές για συριακές πιέσεις είναι σαφείς – και ξεκάθαρες για το τότε πλαίσιο. Άμα λάβει κανείς υπόψη μάλιστα ότι μια βασική ρητορική του «Πολίτη» μετά το 2004, ήταν ακριβώς ο κίνδυνος «ταϊβανοποίησης» - δηλαδή της σταδιακής υποχώρησης του εμπάρκο και της ντε φάκτο αναγνώρισης της βόρειας Κύπρου σαν είδος τ/κ κρατιδίου χωρίς λύση, τότε η ξαφνική λογοκρισία 3 τουλάχιστον αναφορών (τις οποίες καταγράφει η Cyprus Mail)  για τις πιέσεις από την Συρία τις οποίες αναγνωρίζει και ο ίδιος ο αμερικανός πρέσβης, φαίνεται να είναι μάλλον συνειδητή με στόχο την παραπλανητική οικοδόμηση μιας αποσπασματικής εικόνας: να θεωρηθεί ότι η Συρία δεν ήταν σημαντικός παράγοντας (δεν είχε την ικανότητα να κάνει κάτι)[50] και ότι η προσπάθεια να κρατηθούν ισορροπίες μαζί της ήταν «παράλογη» η προϊόν «ιδεοληψίας» ( η οποία ήταν μια άλλη λέξη η οποία ήρθε να καλύψει για ένα διάστημα το κενό απέναντι από το φαινομενικά «αυτονόητο» των ΜΜΕ)[51].
Αυτή η λογοκρισία λειτουργούσε στρατηγικά για να φτιάξει μια αποσπασματική και άρα παραπλανητική εικόνα ευρύτερα για γεωπολιτική πραγματικότητα: αφαιρώντας από την αναφορά τις πιέσεις από την Συρία (και, κατά συνέπεια, το Ιράν και τους σύμμαχούς τους, οι οποίοι έφθαναν μέχρι το Συμβούλιο Ασφάλειας), μετατρεπόταν η «αντιπαράθεση» σε θέμα Κύπρου-Συμβουλίου Ασφαλείας (το οποίο με μια άλλη παραποίηση δεδομένων, ταυτιζόταν πλήρως με τις Δυτικές χώρες). Αν όμως μπει στην γεωγραφική-γεωπολιτική εικόνα-εξίσωση και οι πίεση από την Δαμασκό και οι ανάλογοι εκβιασμοί τότε σαφώς η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: η Κύπρος βρισκόταν στην μέση μια περιφερειακής (και όχι παγκόσμιας) διαμάχης για έλεγχο του εμπορίου και της ροής πολεμικού υλικού από το Ιράν και προς την Συρία.[52]
Ήταν, όμως, αυτή η στρατηγική (για έλεγχο του εμπορίου πολεμικού υλικού για τους αντίπαλους του Ισραήλ) αποδεκτή από όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφάλειας; Άνκαι στο κείμενο της 17/7 ο «Πολίτης»[53] φαίνεται να θεωρεί την απάντηση «αυτονόητη», στην έκδοση της επόμενης Κυριακής (24/7) αρχίζει να διαφοροποιεί την θέση αναγνωρίζοντας ότι τελικά η «ομοφωνία» δεν υπήρχε. Κάτι που άλλωστε θα ήταν φανερό σε όποιον ασχολείτο έστω και επιφανειακά με το θέμα των κυρώσεων κατά του Ιράν και των γεωπολιτικών συμμαχιών γύρω από τις κυρώσεις, πιέσεις κλπ. Στις 24/7 ο «Πολίτης» αναγνωρίζει ότι η Ρωσία (η οποία είχε στρατηγικές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες οι οποίες διεκδικούσαν το φορτίο) δήλωνε μεν ότι δεν είχε εμπλοκή στο θέμα, αλλά, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας στην ροή του κειμένου, ήταν πιθανό να είχε μια επίσημη και μια ανεπίσημη στάση – όπως κάνουν άλλωστε οι περισσότερες χώρες.
Επειδή σε αυτό το θέμα, για την στάση της Ρωσίας, δεν υπάρχουν τεκμήρια, αξίζει να δούμε και πάλι τι κατέγραφε η αμερικανική πρεσβεία σύμφωνα με τα wikileaks - και το βαθμό στον οποίο λήφθηκαν υπόψη από την ανάλυση στο κείμενο του "Πολίτη".
Στα κείμενα/διαρροές των wikileaks, υπάρχουν σαφείς αναφορές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε κάνει τουλάχιστον 2 προτάσεις – να παραδοθεί το φορτίο στην δύναμη του ΟΗΕ στον Λίβανο ή να το παραλάβει πλοίο με σημαία του ΟΗΕ. Η εισήγηση ήταν να το παραλάβει γερμανικό πλοίο με σημαία των Ηνωμένων Εθνών, έτσι ώστε να αναλάβει το Συμβούλιο Ασφαλείας την ευθύνη.
«Μήπως θα μπορούσε να είναι η UNIFIL (η δύναμη του ΟΗΕ στο Λίβανο) μια πιθανότητα; αναρωτήθηκε ο Παντελίδης. Εκείνη η αποστολή του ΟΗΕ λειτουργεί από το λιμάνι της Λεμεσού. Ρώτησε επίσης μήπως το φορτίο του Monchegorsk μπορούσε να μεταφερθεί σε γερμανικό πλοίο το οποίο να λειτουργεί με σημαία των Ηνωμένων Εθνών και να πάρει το φορτίο εκτός Κύπρου.»
Ο βασικός λόγος για τον οποίον φαίνεται ότι λογοκρίθηκαν αυτά τα στοιχεία είναι οι προεκτάσεις τους. Η αδυναμία, δηλαδή, του Συμβουλίου Ασφάλειας του ΟΗΕ να πάρει μια απόφαση η οποία να δεσμεύει και τις διάφορες χώρες (όπως το Ιράν και τη Συρία) για τις «διμερείς σχέσεις» – δηλαδή την πιθανότητα αντιποίνων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 2 του Φεβρουαρίου ξανακαταγράφεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επιθυμούσε μια λύση με «μπλε σημαία» του ΟΗΕ. Τελικά ποτέ δεν πάρθηκε αυτή η απόφαση και η Κυπριακή Δημοκρατία έμεινε αιχμάλωτη ενός φορτίου το οποίο πήρε για να ικανοποιήσει τους δυτικούς της σύμμαχους αλλά χωρίς να μπορούν αυτοί οι σύμμαχοι να της εξασφαλίσουν κάποια λύση για τα αντίποινα που θα μπορούσαν να επιβάλλουν οι παραπονούμενα χώρες στα ανατολικά, σε σχέση με το κυπριακό. Και έτσι το κυπριακό έγινε και πάλι μια παγίδα στην οποία αιχμαλωτίστηκε η κυπριακή κοινωνία και οι επιλογές της πολιτείας της. Αυτό βέβαια δεν συνάδει με την απλοϊκή εικόνα της αρχικής παραγράφου του κειμένου – η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκε στην μέση μιας διαμάχης - δεν το έπαιζε «υπερδύναμη». Και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν είναι ένα ομοιόμορφο σώμα όπως το παρουσιάζει το κείμενο προσπαθώντας να δημιουργήσει το αίσθημα της «κακής συμπεριφοράς».

Αξίζει εδώ να γίνει και μια αναφορά σε ένα είδος πληροφοριών που κυκλοφόρησαν αμέσως μετά την έκρηξη – ότι υπήρχε προσφορά από την Δύση για παραλαβή του φορτίου και ότι η κυπριακή κυβέρνηση αρνήθηκε. Όταν η γερμανική πρεσβεία και το γερμανικό υπουργείο εξωτερικών διέψευσαν ότι είχε γίνει σχετική πρόταση, το θέμα αφέθηκε χωρίς βέβαια να υπάρξει εστίαση στο πώς κατασκευάστηκαν οι «πληροφορίες» για τις αρχικές προσφορές – και γιατί αγνοήθηκαν τόσο επιδεικτικά τα υπάρχοντα τεκμήρια από τα wikileaks όπου εμπλεκόταν μεν η Γερμανία αλλά σαν η χώρα που θα παρείχε πλοίο για τον ΟΗΕ. Αυτό που έπρεπε να λογοκριθεί για να συντηρηθεί η επίθεση ενάντια στον πρόεδρο ήταν ακριβώς ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν μπορούσε να συμφωνήσει και να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Κύπρου σε σχέση με τις διμερείς σχέσεις και το κυπριακό.
Στην ουσία το κατηγορητήριο της 17 Ιουλίου στήθηκε σε μετατοπίσεις – ενώ διακηρύσσονται ενοχές στην αρχή και στα ένθετα, τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται απλά δείχνουν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην απάντηση προς μια επιτροπή του Συμβουλίου Ασφαλείας για τις κυρώσεις. Η παράβλεψη των λαθών που έγιναν από τον στρατό στην εκτίμηση του φορτίου και στην διαδικασία χειρισμού του είναι ενδιαφέρουσες. Λέει στο ένθετο[54] για το "νήμα που οδηγεί" στον πρόεδρο: «Η εθνική φρουρά και το υπουργείο άμυνας είχαν πλήρη επίγνωση για την επικινδυνότητα του φορτίου».  Αυτό ήταν μια ακόμα παραπλάνηση όπως φάνηκε άλλωστε και από τις καταθέσεις αλλά και από τα γεγονότα. Τον Φεβρουάριο του 2011 είχε παρθεί απόφαση για ανάλυση των περιεχομένων του φορτίου που έμεινε ανενεργή διότι έπρεπε να σταλεί το δείγμα στην Ελλάδα όπου θα χρειάζονταν 5 μήνες για την ανάλυση.[55] Όταν έγιναν οι πρώτες εκρήξεις στις 4 Ιουλίου, αρκετοί από του υπεύθυνους δεν θεώρησαν καν αναγκαίο να στείλουν την αναφορά στους αρμόδιους έγκαιρα. Ακόμα και την στιγμή της κρίσης οι αρμόδιοι στην βάση επέμεναν να σταλούν και ελικόπτερα για την κατάσβεση της πυρκαγιάς – αν υπήρχε επίγνωση των κίνδυνων γιατί δεν διατάχθηκε έστω και τότε εκκένωση;  Ο λόγος των παραπλανητικών αυτονόητων ήταν βέβαια ο Χριστόφιας: Όλοι συμφωνούσαν, λέει το κείμενο, αλλά «..δεν ήταν σε θέση να υπερπηδήσουν το εμπόδιο Χριστόφια».
Στις 18/9, όταν είχαν ολοκληρωθεί οι καταθέσεις, ο κυριακάτικος «Πολίτης» είχε ένα σαφώς διαφοροποιημένο πρωτοσέλιδο: «Πόσο φταίει ο Χριστόφιας;».[56] Στους υπότιτλους αποδίδεται ευθύνη γιατί δεν ήξερε (όχι πια γιατί ήταν το ανυπέρβλητο εμπόδιο) και αποδίδεται η ευθύνη για μη απάντηση στην επιτροπή του ΟΗΕ στην κακή συνεννόηση των υπουργείων άμυνας και εξωτερικών. Δεν ήταν δύσκολο όμως να εξαχθεί αυτό το συμπέρασμα από τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα ήδη από τον Ιούλιο. Ήταν όμως άλλο το κλίμα.
Μπορεί να πει κάποιος βασιζόμενος στις αναφορές του Τσόμσκι για τις εκστρατείες δαιμονοποίησης ότι σε μια περίοδο «επικοινωνιακής ομοβροντίας» όπου ο στόχος είναι η δαιμονοποίηση κάποιου, λέγονταν διάφορα (συμπεριλαμβανομένων και ψεμάτων) και φτιαχνόταν αποσπασματικές εικόνες μέσα από την λογοκρισία των δεδομένων. Και σε αυτό το κλίμα δεν εμπλέκονται μόνο όσοι συνειδητά συμμετέχουν σε μια εκστρατεία – ο στόχος της εκστρατείας είναι  ακριβώς να απλωθεί και να εμφανιστεί ο στόχος της σαν «αυτονόητος» ευρύτερα.

Όπως παρατηρήσαμε και πιο πάνω «Φιλελεύθερος» είχε μια σχετικά εντυπωσιακή απουσία αναλύσεων με υποψίες για δυτικά σχέδια, ευθύνες – η έστω υποψίες για πιέσεις όπως συνήθως.[57] Μπροστά στα τεκμήρια ότι η τραγωδία ξεκίνησε από μια πίεση εκβιασμών από τις ΗΠΑ, η ρητορική του παραδόξως άλλαζε εστίαση.[58] Υπήρχαν, αντίθετα, επιθέσεις εναντίον του προέδρου που θύμιζαν τις ειρωνείες του «Πολίτη» ενάντια στον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αξίζει να αναλυθεί ένα ακόμα πρωτοσέλιδο, του "Φιλελευθέρου" για να γίνει κατανοητό με ποιο τρόπο η λογοκρισία της γεωπολιτικής εχρησιμοποιείτο για να εστιαστεί η επίθεση στον Χριστόφια.
Το Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου, ο «Φιλελεύθερος» είχε πρωτοσέλιδο ένα σημείωμα του επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του προέδρου, του Λ. Παντελιδη, από το Σεπτέμβριο του 2010, το οποίο τον πληροφορούσε ότι η θέση του Ιράν είχε γίνει πιο συνεργάσιμη  – και έμενε ανοικτό το ζήτημα της Συρίας. Υπήρχε όμως η ελπίδα να πειστεί η Συρία από το Ιράν. Ταυτόχρονα τονιζόταν ότι υπήρχαν αναφορές από τους στρατιωτικούς για «κάποιους κίνδυνους» λόγω των καλοκαιρινών θερμοκρασιών.
Ο «Φιλελεύθερος» εστίασε τον τίτλο του στην αναφορά στους «κινδύνους» επεκτείνοντας την, και μετά (έχοντας κατασκευάσει ένα είδος αυτονόητου) μετάτρεψε το πρωτοσέλιδο σε σχόλιο για την γεωπολιτική – λογοκρίνοντας τα δεδομένα.
Ο τίτλος ήταν «Γνώριζε ο πρόεδρος», και η πρώτη πρόταση διακήρυσσε ότι «..ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γνώριζε για τους κίνδυνους που υπήρχαν στα φονικά εμπορευματοκιβώτια..». Η χρήση της λέξης «φονικά» μετά από τους «κίνδυνους» είναι παραπλανητική. Το έγγραφο δεν λέει ότι υπήρχαν αναφορές για κίνδυνο "φονικής" έκρηξης λ.χ.. Η σχετική φράση στο κείμενο ήταν:
«Οι επιτελείς τοποθετήθηκαν υπέρ της καταστροφής λόγω κάποιων κίνδυνων που υπάρχουν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στα εμπορευματικοκιβώτια το καλοκαίρι..»
Οι «κάποιοι κίνδυνοι» είναι σαφώς διαφορετικοί από το "φονικοί" κίνδυνοι.
Στο ένθετο και στην κατάληξη του κειμένου υπάρχει μια σαφής αναφορά στην γεωπολιτική:
«Το γεγονός δεικνύει ότι το προεδρικό συζητούσε από πριν για τους κίνδυνους και την πιθανή καταστροφή του επικίνδυνου φορτίου, αλλά ζητούσε την συγκατάθεση της Συρίας και του Ιράν, αντί της επιτροπής κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας
Το ότι η καταστροφή του φορτίου έπρεπε να γίνει με την έγκριση των χωρών οι οποίες το διεκδικούσαν θα έπρεπε να θεωρείται το λογικό συμπέρασμα για μια εφημερίδα της οποίας η κύρια έμφαση είναι η μη-αναγνώριση του ψευδοκράτους. Αυτή η ενασχόληση, η οποία όπως είδαμε ήταν ξεκάθαρη στις αναφορές των wikileaks, εξαφανίστηκε. Εδώ όμως ουσιαστικά αφαιρούνται οι κίνδυνοι από την ανατολή, λογοκρινόταν ακόμα και η σχετική πρόοδος με το Ιράν, και αναπαραγόταν η αποσπασματική εικόνα της Κύπρου που έχει κάποιο "πρόβλημα" με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (φτιάχνοντας και πάλιν μια παραπλανητική εικόνα ομοφωνίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες συμμετέχουν στο εν λόγω σώμα). Αυτή η λογοκρισία της γεωπολιτικής πραγματικότητας μαζί με την έμμεση λεκτική μεταμόρφωση των «κάποιων κίνδυνων» σε «φονικούς» κινδύνους, ήταν μια προσπάθεια σύγκλισης 2 επιθέσεων: από την μια μετατοπιζόταν το θέμα από τις ευθύνες των αρμόδιων του στρατού, και από την άλλη μετατοπιζόταν το θέμα από την αδυναμία του Συμβουλίου Ασφάλειας να αποφασίσει να αναλάβει το φορτίο (η να διαβεβαιώσει ότι μια πιθανή καταστροφή του δεν θα είχε επιπτώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία).

Η κατάθεση του Προέδρου:
Η θεαματική αρένα, η καταγραφή των γεωπολιτικών δεδομένων και ο εξορισμός των ευθυνών του «συστήματος» μέσα από μετατοπίσεις σε λεκτικές διατυπώσεις.

Τον Σεπτέμβρη τα δεδομένα  ήταν πιο ήρεμα. Η κρίση στην παροχή ρεύματος είχε ξεπεραστεί, το πρώτο πακέτο για την οικονομία είχε ψηφιστεί, ενώ είχε ξεκινήσει και η επιτροπή να συλλέγει μαρτυρίες.

Η κατάθεση του  προέδρου ήταν μια στιγμή που αναμενόταν με ενδιαφέρον, αφού θα κατέθετε για πρώτη φορά την δικιά του άποψη και τεκμήρια, αλλά ήταν επίσης σαφές ότι στην πλειοψηφία των ΜΜΕ υπήρχε και μια διάθεση να μετατραπεί η «μαρτυρία» σε ένα είδος θεαματικής δίκης. Να μεταμορφωθεί το πλαίσιο της κατάθεσης σε αρένα. Ήδη οι αντίπαλοι του προέδρου ανακοίνωσαν νέο κύκλο συγκεντρώσεων με εμφανή στόχο να αυξήσουν την ένταση γύρω από την κατάθεση/μαρτυρία.
Για να γίνει κατανοητή εκείνη η εμπειρία, πρέπει να μπει σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Ας δούμε 3 ανάλογες/παράλληλες περιπτώσεις τα τελευταία 20 χρόνια, όπου η κυπριακή κοινωνία βρέθηκε μπροστά σε τραγωδίες στις οποίες η πολιτεία είχε άμεση η έμμεση ευθύνη/εμπλοκή: Στη Δερύνεια το 1996 η πολιτεία χρηματοδότησε την πορεία των μοτοσικλετιστών[59] και μετά στάθηκε αδύναμη να λέξει την κατάσταση όταν οι πολίτες της βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι στη νεκρή ζώνη. Ακούστηκαν κριτικές και τότε «για το ποιος κυβερνά» αλλά τελικά το θέμα έπεσε στα μαλακά αφού η προσοχή των ΜΜΕ στράφηκε στην τραγωδία των νεκρών και στην βιαιότητα του θανάτου. Στην περίπτωση της πτώσης τους ελικοπτέρου της εθνικής φρουράς το 2001 η έρευνα κατέληξε σε «αδιευκρίνιστη αιτία» και πάλι δεν αναζητήθηκαν ευθύνες από τους πολιτικούς προϊστάμενους.[60] Στην περίπτωση της πτώσης του αεροπλάνου της «Ήλιος» ίσως να υπήρχαν έμμεσες (αφού ήταν ιδιωτική αεροπορική εταιρεία) ευθύνες για την πολιτεία με βάση τους ελέγχους και την αδειοδότηση, αλλά και πάλι η ευθύνη δεν εστιάστηκε στους πολιτικούς. Αυτή η σύγκριση δείχνει μια εν μέρει προκατάληψη, αλλά ίσως και να δείχνει ένα είδος προόδου της κυπριακής κοινωνίας προς την ανοικτή διερεύνηση τέτοιων θεμάτων. Αν όμως μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος η ανοικτή διερεύνηση,  το κλίμα που κατασκεύασαν τα ΜΜΕ μάλλον έδειχνε ότι το ενδιαφέρον τους δεν ήταν τόσο η ανακάλυψη των δεδομένων όσο η επίθεση σε ένα άτομο. Με αυτή τη λογική είναι αμφίβολο αν θα υπήρχε ανάλογο κλίμα αν ήταν κάποιος πολιτικός τον οποίον συμπαθούσαν περισσότερο οι ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες των ΜΜΕ.
Αξίζει και ένα σχόλιο εδώ πέρα για την στάση των συγγενών των θυμάτων. Η σχετικά θεαματική επίθεση του γιου του διοικητή του ναυτικού, Ν. Ιωαννίδη, στον πρόεδρο στο τέλος (όταν τον αποκάλεσε "δολοφόνο" προκαλώντας ένα επεισόδιο το οποίο φυσικά τα ΜΜΕ μετέτρεψαν σε ανάλογο θέαμα) προκάλεσε τελικά το πρώτο ανοικτό ρήγμα στην φαινομενική ομοιομορφία των «συγγενών των 13». Η αντίδραση ιδιαίτερα των οικείων του ναύτη Αντώνη Χαραλάμπους, υπήρξε έντονη με τον παππού να δηλώνει ότι το όλο σκηνικό στην κατάθεση «ξεχείλισε το ποτήρι» και την αδελφή να δηλώνει ότι μερικοί χρησιμοποιούσαν τον πόνο τους.[61]

Η παρουσίαση του προέδρου, όπως παρατήρησε και ο «Φιλελεύθερος» σε μια μικρή αναφορά στο πρωτοσέλιδο του εστιάστηκε στην γεωπολιτική: «Είπε..2032 λέξεις για τις διεθνείς συνθήκες που τον υποχρέωσαν να πάρει την πολιτική απόφαση για κατάσχεση του φορτίου και 493 λέξεις για την φύλαξη και την διαχείριση μετά την κατάσχεση.»
Η εστίασή του ήταν να απαντήσει στις κριτικές για το πώς ήρθε το φορτίο αλλά και γιατί έμεινε στην Κύπρο – στα «αυτονόητα» τα οποία, όπως είδαμε πιο πάνω,  κατασκευάζονταν, εκείνη την περίοδο είτε για την Συρία, είτε για τις «δυτικές προσφορές». Από ότι φάνηκε κανένας δεν την αμφισβήτησε τις μέρες που ακολούθησαν τις βασικές θέσεις τις οποίες κατέθεσε πάνω σε αυτήν την πτυχή:
«Σε μια από τις αναφορές του Μόνιμου Αντιπροσώπου μας στα Ηνωμένα Έθνη στις 4 Φεβρουάριου 2009, διατυπώνεται και η θέση μας… «η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεργαστεί με τη κάθε χώρα που ενδιαφέρεται να συνδράμει την Κυπριακή Δημοκρατία στην αναζήτηση λύσης αναφορικά με το φορητό του πλοίου, νοούμενου ότι το Συμβούλιο Ασφάλειας θα έχει προηγουμένως συλλογικά αποφασίσει τη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στις όποιες διμερείς της ενέργειες.» Δυστυχώς η θέση μας για παραλαβή του φορτίου από «πλοίο με μπλε σημαία» δηλαδή από τα Ηνωμένα Έθνη δεν υιοθετήθηκε, ενδεχομένως λόγω και των αντικρουόμενων και των διαφορετικών απόψεων εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας.»

Ο πρωτοσέλιδος τίτλος του «Φιλελεύθερου» την επόμενη ημέρα είναι σαφώς αρνητικός αποφεύγοντας πλήρως την έμφαση στη διεθνή διάσταση:
 «Δεν ήξερε, δεν ρώταγε».
Για να γίνει μια συγκριτική αξιολόγηση μπορεί να αντιπαραβάλει κάποιος αυτόν τον τίτλο με 3 άλλους τίτλους από καταθέσεις/μαρτυρίες οι οποίες είχαν επίσης σαν σημείο αναφοράς ότι οι εμπλεκόμενοι έτυχαν «κακής η ελλειπτικής πληροφόρησης».
Στις 14 Σεπτεμβρίου ο «Φιλελεύθερος» είχε τον ακόλουθο τίτλο για την κατάθεση του τέως αρχηγού της Εθνικής φρουράς: «Αποποιήθηκε κάθε ευθύνης ο Τσαλικίδης.»
Στις 15 Σεπτεμβρίου ο τίτλος για την κατάθεση του τέως Υπουργού Άμυνας, ήταν:
«Μοίρασε ευθύνες ο Παπακώστας.»
Ακόμα και για μια μαρτυρία που βρέθηκε παράδοξα σε κάδο των αχρήστων (θέτοντας και ζήτημα απόρρητου για τις καταθέσεις στην επιτροπή άμυνας της βουλής), ο  τίτλος ήταν:
«Το κατηγορώ Τσαλικίδη για το Μαρί» (25 Αυγούστου).
Φαίνεται ότι μάλλον, στο κλίμα που διαμορφώθηκε για την μαρτυρία, ο βασικός στόχος ήταν ο Χριστόφιας ότι και να έλεγε. Το πρωτοσέλιδο κείμενο είναι εκφραστικό: ξεκινά με την φράση «Ουδένα έπεισε χτες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας..»
Η λέξη «ουδένα» είναι εντυπωσιακή – σαφώς έπεισε, τουλάχιστον, τους «υποστηρικτές του» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του ίδιου του «Φιλελευθέρου» τον Αύγουστο. Και η μη απάντηση-σχόλιο στα όσα ανέφερε για τα διεθνή δεδομένα τα οποία κάλυπταν τα 4/5 της ομιλίας του σύμφωνα με την καταμέτρηση των λέξεων από την εφημερίδα, μάλλον έδειχνε ότι είχε απαντήσει – και άρα εκεί έστω «έπεισε». Μέχρι και ο αρχισυντάκτης του «Πολίτη» παραδέχτηκε ότι τουλάχιστον η ομιλία ήταν «πειστική».[62] 
Αυτό που ακολούθησε της παρουσίασης ήταν μια προσπάθεια των δημοσιογράφων να μετατοπίσουν την συζήτηση – ξαφνικά το ζήτημα με την Συρία και τις «προσφορές» από άλλες χώρες εξαφανίστηκε, και η εστίαση επικεντρώθηκε σε λεκτικές διατυπώσεις. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η έκφραση του προέδρου ότι ένοιωσε σαν «απατημένος σύζυγος» λόγω της έλλειψης πληροφόρησης, όταν έμαθε για την έκρηξη. Αυτή η έκφραση υπάρχει και στο πρωτοσέλιδο του φιλελεύθερου στο ένθετο του κυρίως κειμένου. « Προκάλεσε αίσθηση η δήλωση του προέδρου ότι νοιώθει σαν απατημένος σύζυγος που τα μαθαίνει τελευταίος.»
Η διατύπωση ήταν και πάλιν παραπλανητική. Η έκφραση δεν ήταν «δήλωση» στην κατάθεση – ήταν διατύπωση από τα πρακτικά του υπουργικού συμβουλίου στις 11 Ιουλίου μετά την έκρηξη στο Μαρί. Την αναφορά την έκανε ο Πολυβίου διαβάζοντας το πρακτικό. Το τεκμήριο ουσιαστικά επιβεβαίωνε ότι ο Χριστόφιας δεν ήξερε – και η έκφραση ήταν διατύπωση του θυμού του. Η ερμηνεία της δεν ήταν δύσκολη: απευθυνόμενος στον υπουργό άμυνας αλλά και στους συνεργάτες του ευρύτερα, είπε ότι ένοιωθε «προδομένος από τους οικείους του» - σε αυτό παραπέμπει η αίσθηση της συζυγικής προδοσίας. Το ότι αντιμετωπίστηκε με ένα είδος λεκτικού «καθωσπρεπισμού», αντί σαν τεκμήριο του ότι δεν ήξερε, ήταν μια μετατόπιση εστίασης. Και η εστίαση στην φράση είχε σαφώς σαν στόχο να τον μειώσει και να στρέψει την προσοχή μακριά από όσα είπε – και τα οποία απαντούσαν σε επικρίσεις 2 μηνών.
Αξίζει και ένα δεύτερο παράδειγμα. Στην σελίδα 3 υπάρχει στο κάτω μέρος ένα είδος παρουσίασης της θέσης του Χριστόφια ότι υπάρχει πρόβλημα του «συστήματος», της κρατικής δομής αλλά πιο συγκεκριμένα του στρατού/εθνικής φρουράς. Με ένα μάλλον ειρωνικό τίτλο («Το «πόρισμα Χριστόφια: Για την τραγωδία φταίει το …σύστημα της κουμπαροκρατίας και οι δημόσιοι υπάλληλοι») το κείμενο ξεκινά και λέει σε 2 περιπτώσεις στη πρώτη παράγραφο ότι ο Χριστόφιας τα έβαλε με τους «δημόσιους υπάλληλους».[63] Στην ουσία όμως η εστίαση του ήταν σε μια συγκεκριμένη δομή – στον στρατό. Αυτή η αναφορά λογοκρίνεται με το να απλώνεται ένα είδος δίκτυου ειρωνικών αναφορών σε έννοιες όπως «κουμπαροκρατία» για αποφευχθεί η εστίαση στην κοινωνιολογική έννοια του «συστήματος»/δομής. Υπήρχαν σαφέστατα πολλά παραδείγματα για την αποτυχία της στρατιωτικής δομής είτε να εκτιμήσει τους κίνδυνους, είτε να πάρει αποφάσεις για ασφαλή φύλαξη η διερεύνηση των υλικών, η έστω διαταγή εκκένωσης μπροστά στον κίνδυνο.
Ακόμα και αν υποθέσει κάποιος ότι μερικοί δημοσιογράφοι ασχολούνται περισσότερο με την σκανδαλοθηρία (άρα θα μπορούσαν να εστιάσουν σε θεαματικά λεκτικά στιγμιότυπα παρά με την ουσία του, υπό συζήτηση, θέματος) υπήρχε ακόμα και εδώ μια ενδιαφέρουσα παράβλεψη, ίσως και λογοκρισία μιας άβολης αναφοράς:
«..αποκάλυψε ότι  ζήτησε την μετακίνηση διευθυντή από νευραλγική κρατική υπηρεσία, προφανώς λόγω ανικανότητας, διότι η υπηρεσία μπορεί να εισπράξει δισεκατομμύρια ευρώ για το κράτος
Σε μια εποχή στην οποία τα οικονομικά ζήτημα είναι επίσης στο τραπέζι, και στην οποία το ζήτημα της φοροδιαφυγής τίθεται έντονα ( από τις συντεχνίες), το να καταχωνιάζεται μια τέτοια αναφορά σε μια πρόταση στην ροή ενός κειμένου είναι ενδιαφέρον μπροστά στην επιλογή για πρωτοσέλιδη έμφαση στην λεκτική διατύπωση της αίσθησης του «απατημένου».

Ο «Πολίτης» έχει ένα ανάλογο πρωτοσέλιδο με επίθεση στο Χριστόφια. Ο τίτλος είναι: «Έχετε ευθύνες κύριε πρόεδρε», με υπέρτιτλο ότι ο Πολυβίου έδωσε «στίγμα του πορίσματος». Στην ουσία όμως ο Πολυβίου ρωτούσε αν νοιώθει ο πρόεδρος ότι έχει ευθύνες -  δεν έκανε δηλώσεις. Ουσιαστικά το πρωτοσέλιδο του «Πολίτη»  χρησιμοποιώντας παραπλανητικά τις ερωτήσεις του Πολυβίου σαν προτάσεις, προσπάθησε να καταγράψει «ευθύνες». Στην τρίτη σελίδα, όμως, η αναφορά του αρχισυντάκτη είναι πιο ισορροπημένη. Κατ’αρχήν προσπαθεί να περιγράψει το σκηνικό αντί να πάρει θέση καταδίκης οπότε υπάρχει περισσότερος χώρος για σχόλιο. Αναγνωρίζει λ.χ., κατ’ αρχήν, ότι δεν ήταν σωστό να αφεθούν (για πρώτη φορά μάλιστα) οι φωτογραφίες των θυμάτων μπροστά στον μάρτυρα. Τελικά ίσως ήταν εκφραστικό του κλίματος και τι θα ακολουθούσε.
«Ο Πολυς Πολυβίου υποψιάζεται προφανώς τα πιθανά ενδεχόμενα γι’ αυτό και σπεύδει αμέσως να προειδοποιήσει πως δεν θα ανεχτεί καμία αναστάτωση και θα εκκενώσει την αίθουσα αν συμβεί το παραμικρό.
Σιωπηλά υπαναχωρεί (ίσως κακώς) μπροστά στην πρωτοβουλία των συγγενών να τοποθετήσουν τις φωτογραφίες των νεκρών στο τραπέζι της πρακτικογράφου, το οποίο βρίσκεται απέναντι από την θέση από την οποία θα κατέθετε σε λίγο ο Πρόεδρος. Κάτι που δεν είχε συμβεί μέχρι σήμερα ..»
Το ότι ακόμα και για αυτό, το οποίο σωστά αναγνωρίζει ο αρχισυντάκτης σαν μέρος ενός κλίματος φόρτισης, δεν σχολιάστηκε ευρύτερα σαν μέρος ενός κλίματος «αρένας» είναι εκφραστικό της όλης διαδικασίας των προηγούμενων 2 μηνών – για τα πάντα έφταιγε ο πρόεδρος και η όλη διαδικασία δαιμονοποιησης φαινόταν να θεωρείται αυτονόητη από μερικούς. Ακόμα και ο κ. Πολυβίου προτίμησε να μην έρθει σε σύγκρουση με το κατασκευασμένο πλαίσιο.
Μπορούσε ο Χριστόφιας σε εκείνο το κλίμα να κάμει διαφορετικά; Μπορούσε να ζητήσει να φύγουν οι φωτογραφίες; Αυτό είναι το ερώτημα που προκύπτει και το οποίο ο αρχισυντάκτης δεν το διατυπώνει.
Συγκριτικά όμως η δική του παρουσίαση είχε τουλάχιστον την ευαισθησία να αναγνωρίσει ότι αν η κατάθεση ενός προέδρου είναι δημοκρατικό κέρδος, το κλίμα
 ( το οποίο κατασκεύασαν τα ΜΜΕ) ήταν κλίμα υστερίας – και σαφώς χρειάζεται η δημοκρατία να οικοδομηθεί και απέναντι σε αυτήν την εξουσία.

Συμπεράσματα και Επίλογος
Αν εξετάσουμε τα ερωτήματα τα οποία θέσαμε στην εισαγωγή τότε είναι σαφές από τα τεκμήρια ότι:
1. Δεν υπήρξε ισόμερης παρουσίαση των αντιπάλων απόψεων. Αντίθετα τα υπό διερεύνηση ΜΜΕ σαφώς προσπάθησαν να κατασκευάσουν ηγεμονικά «αυτονόητα» ενάντια στην μια οπτική – και προσπάθησαν άμεσα η έμμεσα να επιτεθούν στον Πρόεδρο σαν άτομο αλλά και έμμεσα σαν εκπρόσωπο μιας θέσης (της κυβέρνησης, της αριστεράς κ.ο.κ).
2. Υπήρχε σαφής προκατάληψη στην ιεράρχηση των ειδήσεων έτσι ώστε να εστιαστεί η επίθεση στον Πρόεδρο – σε αυτό το πλαίσιο λογοκρίθηκαν τεκμήρια ενώ υπήρξαν και όντως «ανεξήγητες» μετατοπίσεις στους βασικούς κώδικες της κάθε εφημερίδας. Στην περίπτωση των τεκμηρίων οι παρουσιάσεις ήταν χαρακτηριστικές:  θέματα εσωτερικών λαθών στον στρατό, ξεκινώντας από το άμεσο ζήτημα της εκκένωσης, λογοκρίθηκαν για αρκετό διάστημα, ενώ οι ευθύνες μετατοπίζονταν προς τον πρόεδρο ακόμα και για ζητήματα για τα οποία ήταν αδύνατο να έχει άποψη – η διαφορετική αντιμετώπιση των καταθέσεων Τσαλικίδη και Χριστόφια  είναι εκφραστική. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για την αποσιώπηση/λογοκρισία των στοιχείων από τα wikileaks για την γεωπολιτική κατάσταση, για τις απειλές αναβάθμισης των τ/κ «κρατικών» θεσμών από την Συρία κλπ.
Η εντυπωσιακή μετατόπιση ακόμα και στους κώδικες παρουσίασης του κυπριακού από τον «Πολίτη» και τον «Φιλελεύθερο», έκφραζαν και την μονοδιάστατη εστίαση στην δαιμονοποίηση ενός ατόμου παρά στην αναζήτηση των δεδομένων και την δημόσια ισομερή συζήτηση τους.
3. Στις περιπτώσεις αντιπαράθεσης ανάμεσα σε αντίπαλους και υποστηρικτές του Προέδρου υπήρχε μια σαφώς προκατελειμενη αντιμετώπιση: θετική και ενθαρρυντική παρουσίαση των αντιπάλων του και μια εχθρική μέχρι λογοκριτική παρουσίαση (και προσπάθεια περιθωριοποίησης της οπτικής) των υποστηρικτών του.

Γιατί υπήρξε αυτή η επίθεση; Θα πρέπει, έστω και εδώ, να διευκρινίσουμε ότι η εστίαση των επιθέσεων στον Δ. Χριστοφια (και άρα και τα ανάλογα ερευνητικά τεκμήρια) δεν φαίνεται (η δεν μπορεί) να ήταν μόνο προσωπική. Στο πρόσωπο του φαινόταν να γινόταν μια ευρύτερη επίθεση σε θέσεις και απόψεις τις οποίες εκφράζει μεν ο ίδιος, αλλά είναι μέρος και ευρύτερων κοινωνικών στάσεων και θέσεων.   Η διερεύνηση και τεκμηρίωση, όμως, μιας τέτοιας ανάλυσης θα προϋπόθετε άλλο κείμενο. Με βάση όμως το ευρύτερο πλαίσιο των τελευταίων χρόνων και όσα είδαμε τους 2 μήνες του καλοκαιριού μπορούμε να εισηγηθούμε 3, κατ’αρχήν, πιθανές αιτίες:
  1. Μετά τις βουλευτικές εκλογές ακολουθούν οι προεδρικές και σαφώς σε αυτό το πεδίο κινούνται ήδη οι κομματικοί μηχανισμοί – ιδιαίτερα αυτοί της αντιπολίτευσης. Η επίθεση στην κυβέρνηση μετά το Μαρί ήταν και ένας τρόπος αντιμετώπισης των συγκριτικά καλών αποτελεσμάτων της συγκυβέρνησης στις βουλευτικές εκλογές.
  2. Ο Χριστόφιας, λειτουργώντας στο πλαίσιο της συγκυρίας που διαμορφώθηκε μετά το 2004, έχει εμπλακεί σε μια διαδικασία λύσης του κυπριακού σε ένα ρευστό τοπίο. Η καινοτομία της στρατηγικής του είναι ότι έθεσε μπροστά στην κοινωνία το τι συζητείται στις συνομιλίες πίσω από τις κλειστές πόρτες. Με αυτόν τον τρόπο, η αντιμετώπιση και κατανόηση των δεδομένων της λύσης, περνά μέσα από την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι ιστορικά αναγκαίο μπορεί να πει κάποιος, αλλά ταυτόχρονα και αναπόφευκτα προκαλεί αντιδράσεις. Η εξοικείωση της κοινωνίας με την πραγματικότητα (είτε των συνομιλιών είτε της λύσης η οποία θα βασίζεται στα υπάρχοντα δεδομένα δεκαετιών συζητήσεων) είναι μια δύσκολη αλλά και πάλιν αναπόφευκτη πορεία. Σε αυτό το πλαίσιο η στράτευση των αντιπάλων του προέδρου και η δαιμονοποίησή του από τον χώρο της ακροδεξιάς αλλά και από μερίδα των απορριπτικών δεν ήταν κάτι το νέο, ούτε κάτι παράξενο. Είναι αντιδράσεις σε μια ιστορική διαδικασία.
  3. Υπάρχει και μια ταξική διάσταση. Στον οικονομικό τομέα η έμφαση στη φορολόγηση του πλούτου (σαν μέτρο «δίκαιας κατανομής» των βαρών) από το 2010 προκάλεσε δυσφορία στο κεφάλαιο – και αυτή η δυσφορία εκφράζεται και με την στάση των ιδιοκτητών των ΜΜΕ.  Ταυτόχρονα τα ζητήματα της οικονομικής κρίσης, την οποία προκάλεσε και ξανάφερε στο προσκήνιο  το τραπεζιτικό σύστημα την περασμένη άνοιξη,[64] θέτουν την κοινωνία μπροστά σε συζητήσεις όπου η στάση της κυβέρνησης υπέρ του κοινωνικού διάλογου, των οργανώσεων και των δικαιωμάτων των εργαζόμενων προκαλεί αντιδράσεις από την πλευρά του κεφαλαίου. Και σε αυτό τον τομέα είναι μια αντιπαραθεση η οποία είναι αναπόφευκτη ακριβώς γιατί εκφράζει κοινωνικές δυναμικές και όχι απλά ατομικές επιλογές.[65] Τα άτομα κάνουν επιλογές σε ένα υπάρχον πλαίσιο. Φάνηκε, στο πλαίσιο των ρητορικών του καλοκαιριού, να υπάρχει, σε μερικούς, και ένα είδος ταξικής αντιπάθειας προς ένα αριστερό απόγονο εργατών που φαινόταν αμετανόητος για την ιδεολογία του και δήλωνε περήφανος για την ταξική του καταγωγή.[66]
Ας επανέλθουμε στα ΜΜΕ.
Τι είδους αντίσταση μπορεί να υπάρξει απέναντι στην χειραγώγηση των ΜΜΕ;
Στην Κύπρο έχουμε μια μακρά παράδοση αντίστασης μέσα από τον προφορικό λόγο. Ακόμα και οι πολλαπλοί κώδικες των διάφορων παρατάξεων ένα εσωτερικό πλουραλισμό ο οποίος δείχνει να διατηρείται παρά τις συγκυριακές μετατοπίσεις του κυρίαρχου λόγου όπως εκφράζεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ.
Είναι όμως απαραίτητο επίσης, και αυτή η συγκυρία το ανέδειξε σαν ιστορικό ζητούμενο πια, να αναπτύξει η κοινωνία αντιστάσεις σαν είδος κοινωνικής αυτοάμυνας στα μαζικά μέσα τα οποία ελέγχει μια ελίτ. Και εδώ το ζήτημα δεν είναι απλά η ενίσχυση της άμυνας απέναντι στη χειραγώγηση – αλλά και η διεύρυνση της δημοκρατίας απέναντι σε μια αόρατη εξουσία.
Τα νέα ηλεκτρονικά Μέσα θα είναι ενδεχομένως η απάντηση μακροπρόθεσμα – ήδη η μπλοκόσφαιρα ήταν σαφώς πολύ πιο ισορροπημένος χώρος δημόσιου λόγου/πληροφόρησης/διαλόγου από τα καθεστωτικά συγκεντρωτικά ΜΜΕ.[67] Βραχυπρόθεσμα πρέπει να αναπτυχθεί η κριτική στάση – της διεκδίκησης λόγου στις απαγορευμένες ερωτήσεις και στον ισομερή διάλογο.
Χρειάζεται βέβαια επέκταση της ανάλυσης και της θεωρητικής διερεύνησης – αλλά χρειάζεται και πράξη πέρα από τον λόγο. Σε αυτό το πλαίσιο, αυτό το κείμενο και η κυκλοφορία του, είναι μια μορφή πράξης.

Υ.Γ.
Αυτή η εργασία υπογράφεται μεν από ένα άτομο αλλά ήταν συλλογικο εργο. Στην διαμόρφωση των αναλυτικών ερωτήσεων αλλά και στην παροχή εστίασης στον πληροφοριακό κατακλυσμό της «ομοβροντίας» των ΜΜΕ, το καλοκαίρι, συμμετείχαν αρκετά άτομα. Και στον βαθμό που η έρευνα δεν είχε να κάμει μόνο με τα συγκεκριμένα αναλυτικά-ερευνητικά ερωτήματα, αλλά και με το ευρύτερο πλαίσιο, η έρευνα συνεχίζεται.


Υποσημειωσεις


[1] Τα «μεγάλα ΜΜΕ» αναφέρονται στα παγκύπρια συγκεντρωτικά τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν σε συγκροτήματα ΜΜΕ τα οποία καλύπτουν διάφορα Μέσα – έντυπα και ηλεκτρονικά. Αποτελούν ένα είδος "βιομηχανίας" για να δανειστούμε τον όρο του  Θ. Αντόρνο.
[2] Με την έννοια ότι οι εφημερίδες περιλαμβάνουν τις πληροφορίες τις οποίες μεταδίδουν-επεξεργάζονται τα ηλεκτρονικά Μέσα την προηγούμενη ημέρα και συχνά σχολιάζουν τα ίδια τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ.
[3] Υπάρχουν 5 καθημερινές εφημερίδες. Η "Χαραυγή" εκφράζει τις θέσεις του ΑΚΕΛ, η "Αλήθεια" τις θέσεις της ηγεσίας του ΔΗΣΥ και η "Σημερινή" υπήρξε έντονη στην αντίθεσή της στην πολιτική λύσης του κυπριακού με σαφή ιδεολογική θέση στα δεξιά (υπήρξε ουσιαστικά η πρώτη εφημερίδα που έκφρασε τον ΔΗΣΥ την δεκαετία του 1970 και παρά τα ανοίγματά της στον κεντρώο απορριπτικό χώρο, παρέμεινε μια δεξιά εφημερίδα). Ο "Φιλελεύθερος" υπήρξε η ιστορική εφημερίδα που έκφρασε τις θέσεις του Μακάριου τις δεκαετίες 60-70 και διαβάζεται από άτομα διαφόρων παρατάξεων. Ιστορικά έκφρασε διάφορες πολιτικές για το κυπριακό: άνκαι είχε πάντα την έμφαση στην καχυποψία απέναντι στις ξένες επεμβάσεις, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90, με την αρχισυνταξία του Χρ. Κατσαμπά, υπήρξε υποστηρικτικός των διαδικασιών λύσης. Πρόσφατα έχει μεταμορφωθεί σε πιο απορριπτική εφημερίδα όπως φαίνεται και από την στάση της αρχισυνταξίας αλλά και της πλειοψηφίας των σταθερών σχολιαστών της εφημερίδας. Γενικά επίσης υπήρξε φιλική προς τις εκάστοτε κυβερνήσεις, όποτε η έντονα κριτική της στάση απέναντι στην προεδρία Χριστόφια είναι πιο εμφανής συγκριτικά. Ο «Πολίτης» είναι πιο πρόσφατη εφημερίδα. ΄Ανκαι φαίνεται να κινείται στον χώρο της δεξιάς, η θέση του ενάντια στον εθνικισμό και υπέρ της λύσης του κυπριακού, τον έκαναν επίσης εφημερίδα ενός ευρύτερου κοινού καθώς μια μερίδα αριστερών ταυτίστηκε μαζί της ιδιαίτερα μετά το 2004. Άσκησε έντονη κριτική/πολεμική στην προεδρία Τάσσου Παπαδόπουλου – και κράτησε ανάλογη στάση και απέναντι στο γιό του, Ν. Παπαδόπουλο. Άνκαι στήριξε έμμεσα Κασουλίδη στις εκλογές του 2008, τήρησε μια στάση υποστήριξης απέναντι στην προεδρία Χριστόφια όσον αφορά το κυπριακό. Κατά περιόδους, ωστόσο, ιδιαίτερα πριν τις βουλευτικές του 2011 λ.χ., λειτούργησε επίσης έντονα σαν εφημερίδα της αντιπολίτευσης.
[4] Την περίοδο των επετείων του Ιούλη γίνονταν διάφορες πορείες ακροδεξιών οργανώσεων  -λ.χ. προς το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Το φθινόπωρο του 2010 εγινε και συγκέντρωση απέναντι από το προεδρικό. Kαταγραφή υβριστικών συνθημάτων για τον πρόεδρο υπήρξε, τουλαχιστον, από την περιοδο 2008-2009.
[5] Στην ανάλυση των ΜΜΕ μπορούμε να προσδιορίσουμε 3 βασικά αναλυτικά μοντέλα: το φιλελεύθερο, το δομικό μοντέλο της «προπαγάνδας» (ή, της διαχείρισης των ΜΜΕ από μια ελίτ), και το ριζοσπαστικό μοντέλο το οποίο εστιάζει στην πολιτική, πολιτισμική και οικονομική λειτουργία των ΜΜΕ στο κοινωνικό σύστημα. Σύμφωνα με το φιλελεύθερο μοντέλο η «δημοσιογραφική δεοντολογία» της παρουσίασης «όλων των απόψεων» αλλά και η ντε φάκτο ύπαρξη διαφορετικών και συχνά αντικρουόμενων θέσεων από τα ΜΜΕ, δημιουργεί το πλαίσιο για τον δημόσιο διάλογο και την «δημοκρατική διαμόρφωση της κοινής γνώμης». Αυτή η αντίληψη, ανκαι ευκταία για όλα τα αναλυτικά μοντέλα σήμερα, έχει γίνει αντικείμενο κριτικής από την οπτική της εμπειρικής πραγματικότητας: κατά πόσο υπάρχει όντως ένα είδος «ουδέτερης» και «αντικειμενικής» πληροφόρησης, και κατά πόσο η ύπαρξη πολλών ΜΜΕ δημιουργεί συνθήκες πλουραλισμού – η αν, στο καθεστώς συγκέντρωσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των «μεγάλων» ΜΜΕ, αναπαράγεται μια κυρίαρχη άποψη με πολλαπλά Μέσα/φωνες.
[6] Για την συζήτηση της «αντικειμενικότητας» και της «ουδετερότητας» σαν ιστορικά διαμορφωμένων εννοιών που εξυπηρετούσαν τις κυρίαρχες απόψεις μετά από τον 19ο αιώνα – και την σχετικότητα τους μπροστά στις πραγματικοτητητες των «νέων Μέσων», βλ. Jim Hall. 2001. Online Journalism. London: Pluto Press.
[7] Η έννοια της Δημόσιας Σφαίρας σαν θεσμικού χώρου διαμόρφωσης κοινής γνώμης έχει διαμορφωθεί από το Γ. Χάμπερμας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Χάμπερμας η Δημόσια Σφαίρα στα αρχικά της σταδία ήταν έκφραση του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Με την ολοκλήρωση του εκμοντερνισμού, η Δημόσια Σφαίρα έχει να αντιμετωπίσει ένα είδος εσωτερικής υπονόμευσης από την εμπορευματικοποίηση και την ανάπτυξη ενός κλειστού ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
[8] Το «καθεστώς κρίσης» μπορεί να προέλθει από εξωτερικούς παράγοντες αλλά μπορεί και να κατασκευαστεί από τα ΜΜΕ – η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας το 1999 είναι χαρακτηριστική.
[9] Ν. Τσόμσκι. 1992. Προπαγάνδα και ΜΜΕ. Αθήνα: Πρίσμα. Ν. Τσόμσκι. Πειρατές και Αυτοκράτορες, παλιοί και νέοι. Αθήνα: Λιβανη. Noam Chomsky, Edward Herman. 1988. Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media. New York: Pantheon.
[10] Η περίπτωση του πρώην Αυστραλού πρωθυπουργού Kevin Rudd  ο οποίος βρέθηκε σε διάστημα μηνών από δημοφιλής σε κατάσταση γενικής κρίσης (που οδήγησε στην αντικατάσταση του από το εργατικό κόμμα) μετά από τις επιθέσεις των ΜΜΕ είναι χαρακτηριστική. Η επίδραση των ΜΜΕ του Murdock ήταν καθοριστική.
[11] Αυτή η έμφαση προϋπήρχε με τις εργασίες της «Σχολής της Φραγκφούρτης», αλλά άρχισε να γίνεται κυρίαρχη από την δεκαετία του 1970 με εργασίες όπως τις: The Manufacture of News (Jock Young, 1972), και τις έρευνες-αναλύσεις των Centre for Contemporary Cultural Studies (Birmingham) και του Glasgow Media Group. Αυτή η προβληματική αναπτύχθηκε ευρύτερα την δεκαετία του 1990 και μετά, καθώς η επέκταση της τεχνολογίας των ΜΜΕ και οι παρεμβάσεις τους στην «κατασκευή της πραγματικότητας» έγιναν πιο εμφανείς. Μια αξιοσημείωτη εργασία προβληματισμού για τις σχέσεις Δημόσιου-Ιδιωτικού τομέα και ΜΜΕ, σε εκείνο το πλαίσιο, ήταν το «Μέσα Επικοινωνίας και Δημοκρατία» του John Keane (1991). Από την Γαλλία υπήρξαν μια σειρά από ειδικές εκδόσεις της Le Monde diplomatique, ενώ οι εργασίες του Μπωντριγιαρτ εστιάστηκαν επίσης στο φαινόμενο της κατασκευής της πραγματικότητας από τα ΜΜΕ.
[12] Ρ. Μπαρτ. "Μυθολογίες".
[13] Με βάση τα τεκμήρια λ.χ. ο Σαντάμ υπήρξε και σύμμαχος των ΗΠΑ και ο στόχος του ήταν τοπικός παρά οι ΗΠΑ.
[14] Η επιτροπή άμυνας της βουλής έκανε δική της ερευνά αλλά δεν ρώτησε καν τον «εαυτό της» η τον προηγούμενο πρόεδρο της, για τι έκανε, δεδομένης και έκθεσης της Χ. Γιωρκάτζη.
[15] Ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της βουλής,  Ν. Παπαδόπουλος μπλόκαρε τη χρηματοδότηση  της «Αρχής Ραδιοτηλεόρασης» γιατί νόμιζε ότι ο επικεφαλής ήταν σε μια δίκη για το εν λόγω θέμα. Ο Ν. Παπαδόπουλος όχι μόνο έκανε λάθος για τη δίκη (αλλά προφανώς ένοιωσε νομιμοποιημένος να κάνει περικοπές έστω και σε θέμα που είχε άγνοια) αλλά τελικά δεν ήταν καν το ίδιο άτομο το οποίο προέδρευε του οργανισμού: το άτομο το οποίο συμμετείχε στη δίκη (και κέρδισε) ονομαζόταν Πιερίδης, ενώ ο πρόεδρος της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης ονομάζεται Πετρίδης (βλ. «Γκάφα Νικόλα για Unops”, Πολίτης, 12/2/2011, σελ. 20.)
[16] Αυτές οι διαδικασίες των ΜΜΕ έχουν την αντιστοιχία τους στο πώς αρθρώνονται διάφορες μορφές λόγου στην καθημερινότητα. Η επιλεκτική μνήμη είναι μέρος του ευρύτερου πλαισίου της συγκρότησης ηγεμονικών ιδεολογιών. Είναι όμως και αξιοσημείωτο ότι παρά τις ηγεμονικές ιδεολογίες υπάρχουν στην καθημερινότητα και συγκροτημένες μορφές αντί-ηγεμονικού λόγου που συντηρούν εναλλακτικές μορφές μνήμης και αφήγησης. Οι ανθρωπολογικές έρευνες για την κυπριακή πραγματικότητα από την δεκαετία του 1960 ( P. Loizos), μέχρι πρόσφατα (Γ. Παπαδακης) είναι χαρακτηριστικές αυτών των τάσεων.
[17] Η μη προβολή των βίντεο που φαίνεται να είχαν καταγράψει την κατάσταση στο χώρο του στρατοπέδου  είναι ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία δεν αναζητήθηκαν ούτε προβλήθηκαν παρά την δημοσιοποίηση τους στο ίντερνετ και από την εφημερίδα «Γνώμη».
[18] Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις ευθύνες των ΗΠΑ για την κατάληξη του φορτίου στην  Κύπρο, ήταν εντυπωσιακή για όσους συνήθως βλέπουν αγγλοαμερικανικές συνομωσίες  εναντίον των ε/κ.
[19][19] Μπορεί να τις αποκαλέσει κάποιος σαν: 1. την οπτική που εστιάζει στην δύναμη των ΜΜΕ να «διεισδύουν» στο υποσυνείδητο και, 2. στην οπτική που βλέπει μια πιο ενεργητική εμπλοκή του κοινού. Οι ρίζες αυτής συζήτησης πάνε στις δεκαετίες 1930-50 αλλά είχαμε πρόσφατα και νέες μορφές έμφασης στην ενεργητική εμπλοκή του κοινού/θεατών/αναγνωστών  στα πλαίσια μεταμοντέρνων αναλυτικών πλαισίων. Ένα κείμενο – κλειδί για την στροφή στον εν δυνάμει «ενεργό αναγνώστη» ήταν το κείμενο του Μπαρτ « Ο θάνατος του συγγραφέα».
[20] Η μεθοδολογία του Τσόμσκι  εστιάζει στην διερεύνηση των «δημοσιευμένων θέσεων» των ΜΜΕ μέσα από τον έλεγχο των τεκμηρίων ιστορικά και την συγκριτική ανάλυση της ρητορικής τους.
[21] Ιστορικά θα μπορούσε κάποιος να αναλύσει την συγκρότηση των τηλεοπτικών «πάνελ» σαν τρόπο περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης αφού συνήθως αντιπαραβάλλεται ένα άτομο με περισσότερους αντίπαλους επιλεγμένους από το στρατόπεδο που συμφωνεί ο ιδιοκτήτης του Μέσου.
[22]  Το έργο του Γ. Ντεμπόρ  «Η κοινωνία του θεάματος», παραμένει ένα θεμελιακό βιβλίο για τις ευρύτερες μεταμορφώσεις του κοινωνικού συστήματος. Στα πλαίσια της Γαλλικής διανόησης η ανάγκη αντίστασης στο «κατασκευασμένο συναισθηματισμό» είχε αντληθεί ήδη από την δεκαετία του 1950, από το έργο του Μπρεχτ.
[23] Elihu Katz “Οι δυο βαθμίδες στην ροή της επικοινωνίας», C.W. Mills “Η μαζική πειθώ δεν αρκεί» (Στο «Μήνυμα του Μέσου», εκδ. Αλεξάνδρεια).
[24] Ένα δείγμα αυτών των νέων αναλυτικών-ερμηνευτικών οπτικών είναι το  «Οι μάζες: η εισβολή του κοινωνικού στα Μέσα» (Jean Baudrillard).
[25] P. Loizos. 1974. The Progress of Greek Nationalism in Cyprus, 1878 -1955. Στο “Choice and change: Essays in Honour of Lucy Maier”. London: Athlone.  σ. 121.
[26] Επιστολή Γ. Γρίβα, 25/1/1958. Στο:  Σπύρου Παπαγεωργιου. Κυπριακή Θύελλα. Εκδόσεις Επιφανίου.  σ. 595. «Οι κομμουνισται είναι αντίπαλοι μας..Ενδεικνυεται να τους εξωντωσωμεν ως πολιτική οντότητα, ώστε να μην είναι πλέον υπολογίσιμος…»
[27] Attalides Michael. 1979. Nationalism and International Politics. New York: St Martinsp. 79.
[28] Για παραδείγματα από την δεκαετία του 1960, βλ. Παναγιώτου Αντρέας. 2011. Κυπριακή Συνείδηση και Κυπριακή Δημοκρατία. Χρονικό «Πολίτης». Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν οι κωδικοποιημένες αναφορές για την ανεξαρτησία και το πλαίσιο που οδήγησε στα ψηφίσματα της βουλής για την «Ένωση».
[29] Η περίπτωση της Α. Πάλμα (η οποία προσπάθησε το 1998 μαζί με την Μ. Σιαμιση να κάμουν εκταφή στο κοιμητήριο Λακαταμιας για να εντοπίσουν τα λείψανα των συζύγων τους), σαν ένα είδος μοντέρνας Αντιγόνης αποτέλεσε και κεντρικό σημείο αναφοράς στην ακαδημαϊκή ανάλυση της οικοδομησης/κατασκευης και της λειτουργίας του θεματος/θεαματος των αγνοουμένων από τον Sant Paul Cassia (Bodies of Evidence: Burial, Memory and the Recovery of Missing Persons in Cyprus. 2005. New York: Berghahn Books).
[30] Σε αντίθεση με το «συγκεντρωτικό θεαματικό» της προηγούμενης περιόδου – ο διαχωρισμός έγινε από τον Γ. Ντεμπόρ στην «εισαγωγή στην κοινωνία του θεάματος».
[31] Η συζήτηση για το πανεπιστήμιο τότε ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική την οποία προφανώς όλοι οι τότε κατασκευαστές προτιμούν να ξεχνούν.
[32] Ο  Αναστασιάδης του ΔΗΣΥ είχε δηλώσει: «Υπάρχουν εκείνοι εκ των ξένων που θα ήθελαν να δουν να παίρνουμε μέτρα με βάση τις δικές τους επιθυμίες. Εμείς ενεργούμε μέσα στο πλαίσια των ΙΕ, θέλουμε να κρατήσουμε με κάθε τρόπο τις άριστες  σχέσεις που διατηρούμε με όλα τα κράτη.»
Για να γίνει κατανοητό το ευρύτερο κλίμα του 2009[32] αξίζει και μια αναφορά στον Γ. Περδίκη, τον βουλευτή των οικολόγων, ο οποίος είχε μεταμορφωθεί πλήρως το 2011. Είχε πει τότε: «..οφείλουμε να πούμε ότι αυτή η κρίση είναι αποτέλεσμα μιας επιθετικής αρπακτικής πολιτικής του απρόσκλητου χωροφύλακα που λέγεται ΗΠΑ.» Το 2011 η εστίασή  του ήταν αποκλειστικά στον πρόεδρο.
[33] Την Κυριακή 17/7 λ.χ. υπήρχαν μια σειρά από κείμενα στον «φιλελεύθερο» τα οποία φαίνονταν να είχαν στόχο την υπεράσπιση της εθνικής φρουράς
[34] Στις αρχικές τηλεοπτικές αναφορές η ύπαρξη χόρτων γύρω από τα κιβώτια είχε χρησιμοποιηθεί σαν τεκμήριο του «δεν έκαναν τίποτε σωστό» - και η εστίαση πάλι πήγαινε προς την πολιτική εξουσία. Καθώς όμως άρχισαν διάφορα ερωτήματα να εστιάζουν στον τρόπο που χειρίστηκε ο στρατός το θέμα, το ζήτημα της αποψίλωσης αφέθηκε στην αφάνεια.
[35] Αναπτύχθηκε και μια ανάλογη ρητορική από κάποιους με έμφαση στο «να μην κατηγορηθούν οι νεκροί» σαν ένα είδος λογοκρισίας για το ζήτημα της εκκένωσης αλλά και για το γιατί έμειναν κοντά στη φωτιά οι 3 στρατιώτες και γιατί δεν δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες-πληροφορίες στους πυροσβέστες. Το ζήτημα αυτονόητα δεν είναι η ευθύνη κάποιων από τους νεκρούς, αλλά ο τρόπος που λειτούργησε η εθνική φρουρά: αν ακόμα και υψηλόβαθμα στελέχη δεν ήξεραν για την επικινδυνότητα (ενώ είχε προηγηθεί σύσκεψη τον Φεβρουάριο και μετά τις εκρήξεις τον Ιούλιο) τότε προφανώς υπήρξε δομικό πρόβλημα στο χειρισμό του ζητήματος.
[36] Η αρχική ημερομηνία είχε μετατοπιστεί μετά από την έκρηξη στο Μαρί. Θα γίνονταν και άλλες εκδηλώσεις (λ.χ. στην Λεμεσό) οι οποίες αναβλήθηκαν και μεταφέρθηκαν σε αυτήν την ημερομηνία.
[37] Σαν μια συμβολική συμπαραδήλωση του μηνύματος το οποίο προσπαθούσε να περάσει η αρχισυνταξία της εφημερίδας, στην πρωτοσέλιδη φωτογραφία  του «Φιλελευθέρου» την Δευτέρα, 18 Ιουλίου, υπήρχε ένα κολλάζ με μια φωτογραφία από την καταστροφή στο Μερί και μια ένθετη φωτογραφία του προέδρου που τον παρουσίαζε να ταυτίζεται (ή να ευθύνεται) για τα ερείπια.
[38] Το αρχικό κάλεσμα για την συγκέντρωση στην πλατεία ελευθερίας δεν εστίαζε στον πρόεδρο – ήταν ένα πιο ανοικτό κάλεσμα με έμφαση στην απονομή ευθυνών γενικά. Σε εκείνο το πλαίσιο υπήρχαν και άτομα τα οποία προσπάθησαν να μοιράσουν φυλλάδια ενάντια στον στρατό.
[39] Η επιμονή στην στρατηγική της σύγκρουσης (τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από την πιο ακροδεξιά πτέρυγα των συγκεντρωμένων) φαίνεται ότι είχε αρχίσει να επηρεάζει το μέγεθος των συγκεντρώσεων καθώς αρκετοί αποστασιοποιήθηκαν. Η διαδικασία ξεκίνησε από τους φιλελευθέρους και συνέχισε σταδιακά να καταγράφεται με διάφορες μορφές έντασης και αποχωρήσεις.
[40] Το πρόβλημα το οποίο επεσήμαναν και οι εκθέσεις των οργανισμών αξιολόγησης ήταν η έκθεση των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα. Θα πρέπει, επίσης, να καταγραφεί ότι ο ρυθμός ανάπτυξης για τα πρώτα τρίμηνα ήταν θετικός και άνω του μέσου όρου για την Ε.Ε.
[41]  Ο «Φιλελεύθερος» είχε καταγράψει εκείνο το κλίμα πριν από την έκρηξη με τον τίτλο « Επιτέλους, αισιοδοξία» (στις 9 Ιουλίου).
[42] Η στάση των εφημερίδων υπήρξε σαφώς ενάντια στις συντεχνίες . Αν κρίνει κάποιος από τις οικονομικές σελίδες θα μπορούσε να πει ότι ο «Φιλελεύθερος» τόνιζε και την ανάγκη συναίνεσης ενώ ο "Πολίτης" είχε πιο έντονη στάση ενάντια  στο δημόσιο τομέα. Γενικά όμως και οι 2 εστίαζαν τα οικονομικά προβλήματα στον δημόσιο τομέα παρά στα προβλήματα των τραπεζών η τα θέματα τα οποία έθεταν οι συντεχνίες. Αυτή η διάσταση αξίζει ωστόσο να μελετηθεί αυτόνομα  - και σε ένα ανάλογο πλαίσιο.
[43] Η ηπιότητα του τίτλου είναι αξιοσημείωτη με δεδομένο ότι η πλειοψηφία των πολιτικών συντακτών του «Φιλελεύθερου» είχε ταχθεί από το 2010 υπέρ της αποχώρησης του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση  συμφωνώντας με την μειοψηφική τάση στα συλλογικά όργανα του κόμματος.
[44] Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η κυπριακή κοινωνία μετά το 1974 ανέπτυξε ένα είδος κουλτούρας αποφυγής της βίας – η οποία ενδεχομένως να προέρχεται από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος αλλά και από τις θετικές όπως η κουλτούρα της «αλληλεγγύης της κοινότητας». Όπως την αποκάλεσε ο Π. Λοϊζος.
[45] Ακόμα και όταν ήταν στο κόμμα σαν αν. πρόεδρος, έκφρασε την μειοψηφία, και στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές  δεν εκλέγηκε σε μια αναμέτρηση η οποία συζητήθηκε εκτενώς σαν εκφραστική των αντιπαραθέσεων στο κόμμα.
[46] “A diplomatic vice with no room to wrigg”, by Elias Hazou, Cyprus Mail, July 3, 2011.
[47] Το μόνο ουσιαστικό στοιχείο το οποίο βασίζεται στα wikileaks αναφέρεται στην πίεση και επιμονή των αμερικανών να σταματήσει η Κύπρος το πλοίο. Ο δημοσιογράφος θεωρεί το επεισόδιο με το πλοίο αρνητικό τεκμήριο «μη συμμόρφωσης» με τις υποδείξεις των ΗΠΑ– κάτι που φυσικά, από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί τεκμήριο θετικής απροθυμίας για εμπλοκή σε ένα επικίνδυνο θέμα.
[48] Όπως φάνηκε από την κατάθεση του αντιπροσώπου της Κύπρου στον ΟΗΕ, αυτή η επιστολή ήταν απάντηση στην προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας να αποφύγει να πάρει το φορτίο  - επικαλούμενη την πιθανότητα το φορτίο να μην εμπίπτει στο εμπάργκο αλλά και το ότι δεν υπήρχε υποδομή για να εγγυηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία την φύλαξη του. Στην αναφορά του «Πολίτη» στις 17 Ιουλίου, δεν αναφέρεται αυτό το πλαίσιο – απλά λέει στην αρχή ότι η «Κύπρος ζήτησε γνώμη τι να κάμει το φορτίο» παραβλέποντας την απροθυμία να «πάρει το φορτίο».
[49] Στην κατάληξη του κειμένου, και σε ένα ένθετο στην διπλανή σελίδα, γίνεται αναφορά στην μη-επίσκεψη μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου Ασφαλείας για την επιθεώρηση του φορτίου, το 2011. Αυτό φαίνεται να ήταν διαδικαστικό θέμα 2 χρόνια μετά και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα τεκμήρια όπως οι διαρροές των wikileaks για τα δεδομένα. Ο συγγραφέας προσπαθεί να το παρουσιάσει σαν συνέχεια μιας άρνησης συνεργασίας με το Συμβούλιο Ασφαλείας.  Από ότι  φάνηκε, όμως, από τις καταθέσεις, εσωτερικά το θέμα παρέμεινε μπλοκαρισμένο ανάμεσα στα υπουργεία εξωτερικών και άμυνας (παρά το ότι έγινε μια σχετική σύσκεψη τον Φεβρουάριο του 2011)  λόγω της ευρύτερης κατάστασης η οποία είχε δημιουργηθεί από την αρχή – με το Συμβούλιο Ασφαλείας να  μην αναλαμβάνει το ίδιο την ευθύνη του φορτίου, να αποκλείει επιστροφή του φορτίου στις εμπλεκόμενες χώρες (αλλά και να μην μπορεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της Κύπρου από πιθανά «διμερή» αντίποινα),  και, άρα, την Κυπριακή Δημοκρατία να προσπαθεί να διαχειριστεί μια λεπτή εξωτερική ισορροπία. Και εδώ, θα μπορούσε να πει κάποιος, υπήρχε (γενικότερα αλλά και στο κείμενο) μια προσπάθεια μετατόπισης της έμφασης στην πολιτική ηγεσία – παραβλέποντας τα γεωπολιτικά δεδομένα, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, και τις ευθύνες «φύλαξης» από τον στρατό.
[50] Αυτή η προσπάθεια υποβοηθείτο και από το κλίμα αναταραχής το οποίο υπήρχε στην Συρία από την άνοιξη του 2011. Αυτό το περιρρέον κλίμα, ωστόσο, όχι μόνο αγνοούσε τα δεδομένα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και το ότι η Τουρκία εκινείτο προς την υιοθέτηση μιας στάσης ανοικτής και προς την κυβέρνηση αλλά και προς την αντιπολίτευση. Το ενδιαφέρον σε αυτό το κλίμα ήταν ότι ο πρώτος που διαφοροποιήθηκε από το απλοϊκό πλαίσιο των «καλών-κακών» στην Συρία ήταν ο Αρχιεπίσκοπος – χωρίς βέβαια όμως να εμπλακεί στην περιρρέουσα ρητορική.
[51] Το παράλογο αυτής της έννοιας αξίζει επίσης να συζητηθεί στο ευρύτερο κλίμα. Οι επιλογές του Δ. Χριστόφια στην εξωτερική πολιτική στην περιοχή της ανατολικής Μεσόγειου εισήγαγαν μια νέα σχέση-πόλο (οι άλλοι πόλοι οι οποίοι ήταν τα βασικά κοσμικά αραβικά καθεστώτα υπήρχαν από δεκαετίες): ο νέος πόλος ήταν το Κατάρ. Δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδεολογική η σχέση ενός αριστερού/κομμουνιστή και ενός εμίρη. Σαφώς η σχέση (όπως και άλλες ανάλογες) είχαν να κάνουν με την δυναμική των πολλαπλών πόλων η οποία προϋπήρχε και η οποία απέκτησε νέα μορφή με τις αλλαγές οι ήπιες διαμορφώνονταν περιφερειακά και ευρύτερα στο παγκόσμιο σύστημα.
[52] Στα τότε δεδομένα, το ζήτημα είχε να κάμει και με τον εξοπλισμό οργανώσεων αντίστασης στο Ισραήλ όπως η Χιζμπολάχ η οποία ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην Λιβανέζικη πολιτική σκηνή.
[53] Τα κείμενα αποδίδονται στην εφημερίδα, άνκαι βέβαια όπως όλα τα υπόλοιπα κείμενα έχουν συγγραφέα. Προτιμήθηκε η ταύτιση με την εφημερίδα στον βαθμό που η παρουσίαση του κειμένου στο πρωτοσέλιδο συνυπαγόταν και μια πριμοδότηση της συγκεκριμένης άποψης. Τα 2 σχετικά κείμενα στον πολίτη γράφτηκαν από τον ίδιο δημοσιογράφο. Τα ονόματα των δημοσιογράφων μπορεί να τα βρει ο αναγνώστης στη βιβλιογραφία.
[54] Στο ένθετο λ.χ. αφήνεται να αιωρείται ένα είδος υποψίας γιατί δεν διερευνήθηκαν κάποια κιβώτια – άμα όμως λάβει κάποιος υπό όψιν ότι ουσιαστικά μετά από κάποιο διάστημα ούτε φρουρούνταν ούτε καν φως υπήρχε εκεί κοντά, τότε προφανώς δεν υπήρχε τίποτε το μυστικό. Όπως και σε αλλά στρατόπεδα ακόμα και κλοπή πυρίτιδας θα μπορούσε να γίνει αφού δεν υπήρχε φρούρηση.
[55] Μαρτυρία Μαλλεκίδη στην διερευνητική επιτροπή.
[56] Αυτό το κείμενο άνηκε στον δημοσιογράφο ο οποίος παρακολουθούσε τις καταθέσεις και όχι στον δημοσιογράφο ο οποίος έγραψε τα 2 κείμενα τον Ιούλη.
[57] Όταν λ.χ. προέκυψε η ένταση γύρω από το θέμα των ερευνών για υδρογονάνθρακες τον Σεπτέμβριο, ο «Φιλελεύθερος» κατέγραψε τις αντιδράσεις του Λιβάνου (οι οποίες προϋπήρχαν) σαν αποτέλεσμα «τουρκικών υποβολών», ενώ ταυτόχρονα επέκρινε έντονα και την Ε.Ε. για την στάση της. («Φιλελεύθερος, 21/9/2011)
[58] Είναι ενδιαφέρον λ.χ. πώς αγνοήθηκε η ακόλουθη ειρωνική διατύπωση (σύμφωνα με τα wikileaks)από τον αμερικάνο πρέσβη για το πώς υποχρεώθηκε να πάρει το φορτίο η Κυπριακή Δημοκρατία: «Οι ε/κ  μαθαίνουν τις αποφάσεις του συμβουλίου ασφαλείας όπως μαθαίνουν οι άλλοι την αλφαβήτα – από νωρίς και απ’έξω. Καμιά χώρα δεν αποδίδει περισσότερη ρητορική έμφαση στη σημασία τους σαν την κορυφή της παγκόσμιας πυραμίδας.»
[59] Το 1996 υπήρχαν δημόσιες δηλώσεις ότι είχε χρηματοδοτηθεί η πορεία των μοτοσικλετιστών.
[60] Για αυτό το θέμα υπήρξε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιστολών. Ο κ. Χάσικος, τότε υπουργός άμυνας και ένθερμος οπαδός της δαιμονοποίησης του προέδρου το 2011, απάντησε σε μια κριτική του Α. Κυπριανού ότι ο ίδιος δεν  είχε ευθύνες (για το 2001) διότι ο έλεγχος του ελικόπτερου ήταν δουλειά του χειριστή. Όπως όμως του απάντησε η Μ. Σάββα, μια ‘κατ’ αναλογία»μέθοδος, θα απέδιδε τις ευθύνες για το Μερί στους αντίστοιχους «χειριστές». Και αν υπάρχουν τώρα πολιτικές ευθύνες (έστω για τον υπουργό άμυνας) τότε προφανώς υπήρχαν και τότε.
[61] Συνέντευξη στη Χαραυγή, στις 11/9: «Δεν θα κάνουμε πλάτες να καπηλεύονται το πόνο μας». Την επόμενη Κυριακή υπήρχε συνέντευξη οικείου του πυροσβέστη Σ. Τταντή, ο οποίος επίσης διαφοροποιήθηκε έντονα από το κλίμα των επιθέσεων ενάντια στον Πρόεδρο. Αξίζει επίσης να παρατηρηθεί ότι η όλη κατάθεση του Θεοφίλου (συγγενή θύματος) άνκαι εστιάζει στην πυροσβεστική σχεδόν αποκλειστικά, έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της εκκένωσης. Ίσως να ήταν και συμπτωματικό της όλης ρευστότητας ότι στην εκδήλωση έξω από το προεδρικό στις 12/9 ( όπου κυριαρχούσε ακόμα η μονοδιάστατη επίθεση ενάντια στον Χριστόφια) μίλησαν μόνο 6 από τους συγγενείς.
[62] Σελίδα 3, «Tα αδύνατα σημεία του προέδρου».
[63] Η όλη αναφορά ήταν και αντιφατική στο ευρύτερο πλαίσιο, αφού ήδη είχε πάρει θέση υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα στις συζητήσεις για την οικονομία. Η αναφορά του σαφώς είχε λιγότερο να κάμει με τους «δημόσιους υπάλληλους» (οι οποίοι ήταν και στόχος αρκετών στην εφημερίδα όταν το θέμα ήταν τα οικονομικά) και πολύ περισσότερο σαφώς με το «σύστημα» όπως το έθεσε.
[64] Η αναπαράσταση της «κρίσης» από τις εφημερίδες είχε έντονα την σφραγίδα της προστασίας των τραπεζών – η έμφαση εστιάστηκε στα «δημόσια οικονομικά» ακόμα και όταν το έλλειμμα ήταν σε πολύ καλό επίπεδο σε σύγκριση με το ευρωπαϊκό- όπως αναγνώρισε και το περιοδικό economist τον Αύγουστο. Αυτή η μετατόπιση ήταν ιδεολογική. Μια αναλυτική έρευνα για την κάλυψη της «κρίσης» στον τραπεζιτικό τομέα από τα «μεγάλα» ΜΜΕ θα ήταν όντως ενδιαφέρουσα και ίσως αποκαλυπτική.
[65] Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις (και οι αναπαραστάσεις τους) στο τέλος του Αυγούστου αξίζει επίσης να μελετηθούν γιατί εκφραζαν και ένα ευρύτερο ρευστό τοπίο όσον αφορά τις οικονομικές και ταξικές αντιπαραθέσεις και ταυτίσεις που εμφανίστηκαν. Υπήρξε προσπάθεια κατασκευής κλίματος «πανικού» και πιέσεων από την πλειοψηφία των ΜΜΕ. Στο κοινωνικό πεδίο όμως οι συνδικαλιστές (και οι εργαζόμενοι) ασκούσαν τις δικές τους πιέσεις με αρκετούς βουλευτές να διαφοροποιούνται από την σκληρή στάση των νεοφιλελεύθερων στην επιτροπή οικονομικών. Στο τέλος πρυτάνευσε ένα είδος συναίνεσης – ίσως αναμενόμενης στα κυπριακά πλαίσια, ίσως και αναμενόμενης λόγω της συγκυρίας. Αξίζει να μελετηθεί το φαινόμενο και γιατί οι αντιστάσεις στις προβολές/υποβολές των ΜΜΕ δεν ήρθαν μόνο από τα αριστερά (όπως θα ανέμενε κάποιος) αλλά από μια ευρύτερη ταξική κουλτούρα που φαίνεται να έχει διάχυτη μορφή στην κοινωνία.
[66] Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συνθήματα αυτού του είδους, ήταν ένα πλακάτ έξω από το προεδρικό στις 18/7 με το σύνθημα «Να φοβάσαι το γιο της πλύστρας».
[67] Είναι στον χώρο των blogs όπου τέθηκαν αρχικά τα περισσότερα απαγορευμένα ερωτήματα. Και σε αυτό τον χώρο υπήρχε όχι μόνο η τεκμηρίωση αλλά και η ανάγκη εξήγησης αφού παρέχεται η δυνατότητα διάλογου.
  • September 26th 2011 at 17:19

Το «πόρισμα-κείμενο» Πολυβίου: Αποσιωπήσεις, Αντιφάσεις και Μεροληπτική διερεύνηση-αξιολόγηση

By Unknown

Του Αντρέα Παναγιώτου

Η ανάλυση η οποία ακολουθεί αντιμετωπίζει το κείμενο του πορίσματος του κ. Πολυβίου σαν ένα έγγραφο το οποίο αξίζει να αναλυθεί για να ανιχνευτούν[1] τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην έκρηξη της 11ης Ιουλίου, αλλά και για να διαφανεί η ρητορική του στα πλαίσια της γενικότερης θεαματικής παρουσίασης των γεγονότων από τα ΜΜΕ.
Τα ευρύτερα ζητήματα τα οποία τίθενται σε αυτό το πλαίσιο έχουν να κάνουν και με το πώς γίνεται αντιληπτή μια δημόσια έρευνα αλλά και για τον βαθμό στον οποίο ένα δημόσιο λειτούργημα μπορεί να συμπλεύσει με ένα κατασκευασμένο θεαματικό κλίμα από τα ΜΜΕ αντί να λειτουργήσει αυτόνομα και μη-μεροληπτικά σύμφωνα με τους όρους ανάθεσης καθήκοντος.

Εισαγωγή: κριτήρια αξιολόγησης και μεθοδολογικά ζητήματα
Τρεις μήνες μετά την έκρηξη Μαρι κατατέθηκαν 2 έρευνες με σχετικά «πορίσματα-κείμενα» για το γεγονός: αυτό της αστυνομίας και αυτό του Π. Πολυβίου. Η διαφορά ανάμεσα στα 2 είναι αισθητή: ο κ. Πολυβίου έδειξε με την τηλεοπτική του διασκεψη τυπου ότι η βασική του εστίαση, και στόχος, ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενώ αντίθετα η αστυνομία διερευνώντας το γεγονός φαίνεται (στον βαθμό που διαρρέουν στοιχεία στα ΜΜΕ, αφού το δικό της πόρισμα δεν δημοσιοποιήθηκε)[2] να αποδίδει ευθύνες σε αρμόδιους οι οποίοι με βάση τα τεκμήρια εμπλάκηκαν με το φορτίο, την φύλαξη η και την αμέλεια να πάρουν μέτρα ακόμα και όταν ο κίνδυνος ήταν σαφής –είτε μετά την 4 Ιουλίου 2011, είτε ακόμα και το πρωινό της έκρηξης.
Η εστίαση στον Πρόεδρο στην ρητορική του κ. Πολυβίου δεν έγινε γιατί είχε κάποια περισσότερα τεκμήρια από την αστυνομία η γιατί το απαιτούσαν οι όροι εντολής του. Οι όροι εντολής απαιτούσαν ξεκάθαρα να αναζητήσει «ευθύνες» συνολικά και όχι να εστιάσει σε μια διάσταση – την πολιτική ηγεσία - παραβλέποντας τις ευθύνες από το τοπικό επίπεδο στο γραφειοκρατικό ιεραρχικό του στρατού και όχι μόνο. Το διάταγμα με βάση το οποίο διορίστηκε αναφέρει σαν πρώτο σημείο την εξέταση της ευθύνης η ευθυνών για «Το σύνολο των ενεργειών, παραλείψεων, γεγονότων, συνθηκών, η το συνδυασμό τους, που οδήγησαν στην έκρηξη». Και ακολούθως στα σημεία Δ, Ε, Στ, και Θ υπάρχει σαφής αναφορά στις διαδικασίες «φύλαξης» και «ασφάλειας» των εμπορευματοκιβωτίων. Ο ίδιος, ο κ. Πολυβίου, παραδέχεται την  ελλειπτική εστίαση και την αποδίδει σε δική του επιλογή («πιστεύω ότι θα πρέπει να επικεντρωθώ») και όχι στους όρους εντολής.[3] Αν, όμως, διαφανεί μέσα από την ανάλυση του κειμένου ότι με αυτήν την επιλογή εστίασης ο κ. Πολυβίου αποσιωπησε/λογόκρινε a priori στοιχεία και τεκμήρια, και παράβλεψε, άμεσες και εξόφθαλμες ευθύνες άλλων για να εστιαστεί η επίθεση του στον Πρόεδρο, τότε η εστίαση του δεν είναι απλά ημιτελής, αλλά θέτει και ευρύτερα ζητήματα συνέπειας αλλά και ικανοποιητικής λειτουργίας του στον ρόλο δημόσιου λειτουργού. Ο κ. Πολυβίου είναι μεν δικηγόρος, αλλά όταν διορίστηκε στην θέση του επικεφαλής της ερευνητικής επιτροπής, αναλάμβανε ένα ρόλο ανεξάρτητου, και άρα αντικειμενικού, ερευνητή. Αν όντως διαφανεί από την ανάλυση ότι ήταν μεροληπτικός τότε τίθεται σαφώς θέμα αξιοπιστίας και του «πορίσματος» του, αλλά ενδεχομένως και θέμα κινήτρων πίσω από αυτήν την στάση. Μπορεί να προέρχεται από αδυναμία του ίδιου να κατανοήσει τον ρόλο και τις ευθύνες του - όπως φάνηκε ότι συνέβηκε με πολλούς αξιωματούχους του στρατού και της κρατικής γραφειοκρατίας γενικότερα στην «πορεία» προς την έκρηξη. Αν όντως φανεί ότι η υιοθέτηση μιας δικηγορικής εστίασης σε μόνο μια πλευρά του όλου, με μεροληπτική στάση στην παρουσίαση και αξιολόγηση των τεκμηρίων, τότε η παράδοξη (το λιγότερο) σχέση που ανέπτυξε με τα ΜΜΕ (με αποκορύφωμα την τηλεοπτική διάσκεψη τύπου) αφήνουν, δυστυχώς, το αίσθημα ευρύτερων προβλημάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο η παρούσα εργασία θα εστιάσει στην διερεύνηση του κατά πόσο το πόρισμα Πολυβίου όπως δημοσιοποιήθηκε την Δευτέρα 3 Οκτωβρίου ήταν μεροληπτικό η όχι. Η έννοια της μεροληψίας πρέπει να διευκρινισθεί. Στην συγκεκριμένη διαδικασία υπήρχαν μια σειρά από εμπλεκόμενοι με αντικρουόμενες εκδοχές αλλά και συμφέροντα.[4] Εφόσον μια έρευνα στηρίζεται σε τεκμήρια και αναλυτική ερμηνεία θα εστιάσουμε σε 2 διαστάσεις:
1. Κατά πόσο ο κ. Πολυβίου παρουσίασε ισομερώς τα σχετικά τεκμήρια η αν φάνηκε να υπάρχει τάση συστηματικής απόκρυψης, αποσιώπησης, λογοκρισίας τεκμηρίων τα οποία εκφραζαν κάποιες οπτικές  ή αν η λογοκρισία εξυπηρετεί (σαν πρόθεση η σαν συνέπεια) κάποια συμφέροντα σε σχέση με τους ευρύτερα «εμπλεκόμενους» στην όλη διαδικασία.
2. Κατά πόσο ο κ. Πολυβίου αξιολόγησε ισομερώς (εφάρμοσε δηλαδή τα ίδια κριτήρια) στα άτομα τα οποία εμπλέκονταν και τα οποία σχολιάζει άμεσα η έμμεσα. Για να διαφανεί αν υπήρχε προκατάληψη θα γίνει σύγκριση αν εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης σε διάφορους εμπλεκόμενους – θα συγκριθεί ιδιαίτερα η σχέση του στρατού (σαν κρατικής δομής) με τον Πρόεδρο,[5] αλλά και παρουσίαση του ρόλου της Βουλής.
Η ανάλυση η οποία ακολουθεί θα βασιστεί στο ίδιο το κείμενο του κ. Πολυβίου. Θα λάβει, ωστόσο, υπό όψιν της τα τεκμήρια τα οποία έχουν γίνει διαθέσιμα τόσο μέσω των ακροάσεων της ανακριτικής επιτροπής όσο και στοιχείων τα οποία δημοσιοποιήθηκαν και τα οποία δεν διαψεύσθηκαν.
Πριν προχωρήσουμε πρέπει να γίνει ένα σχόλιο για την χρήση και την θεωρητική τεκμηρίωση των κριτηρίων του κ. Πολυβίου. Όσον αφορά την χρήση των κριτηρίων καταθέτει μια λίστα με 10 σημεία τα οποία σηματοδοτούν, κατά την γνώμη του, «γνώση των κινδύνων»,[6] αλλά μόνο επιλεκτικά διερευνά αν κάποιοι είχαν «γνώση» – διότι προφανώς αν εφάρμοζε τα ίδια κριτήρια ευρύτερα θα θεωρούσε πολύ περισσότερους (και ιδιαίτερα από τον στρατό) σαν άτομα με «ευθύνες».[7] Η προσπάθεια του, ακολούθως, να τεκμηριώσει θεωρητικά την έννοια της «πολιτικής ευθύνης» τον οδηγεί σε πρόχειρες κινήσεις και λάθη τα οποία μειώνουν την αξιοπιστία της προσπάθειας του: ανκαι παραπέμπει σε 2 πηγές σε μια υποσημείωση, εντούτοις όχι μόνο δεν τις συζητά[8] αλλά παραθέτει ένα απόσπασμα από κείμενο μιας αγγλικής εφημερίδας σαν μέρος του επιχειρήματος του. Αν το ζητούμενο ήταν να καθοριστεί μια τόσο σημαντική έννοια όπως η πολιτική ευθύνη και η ιεραρχική της απόδοση, η αναφορά σε κάποιο άρθρο μιας εφημερίδας δεν αποτελεί ούτε τεκμηρίωση ούτε πειστικό επιχείρημα για οποιαδήποτε ανάλυση. Δεν μπορεί να θεωρείται σοβαρότητα να παρατίθεται έτσι ένα απόσπασμα από ανώνυμο άρθρο – και μάλιστα κακομεταφρασμένο. Η μετάφραση της έννοιας «witch hunt» σαν «κυνήγι μελισσών» (αντί σαν «κυνήγι μαγισσών» με παραπομπή σε κατασκευή υστερίας) δείχνει προχειρότητα αλλά και θέτει ζητήματα κατανόησης εννοιών. Γενικότερα η απουσία βιβλιογραφίας για την ατομική ευθύνη και των ατόμων με εξουσία («υψηλόβαθμους φορείς εξουσίας») αλλά και των υφισταμένων τους (με «ιεραρχικά διαβαθμισμενη εξουσία») στα πλαίσια των (γραφειοκρατικών η τοπικών) αρμοδιοτήτων τους, οδήγησε τον κ. Πολυβίου σε προσωπικές δηλώσεις («είναι η άποψη μου», «νομίζω») οι οποίες αναπόφευκτα δημιουργούν κενό στην εγκυρότητα (και την σοβαρότητα) των εκτιμήσεων του. Διότι το θέμα σε ένα δημόσιο λειτούργημα δεν είναι η προσωπική άποψη (με τις αναπόφευκτες ταυτίσεις και προκαταλήψεις της) αλλά η αξιολόγηση με κριτήρια τα οποία να εφαρμοστούν ορθολογικά και ισομερώς σε όλους. Όπως οι νομικοί οφείλουν να τεκμηριώνουν τις απόψεις του νομικά, ο κ. Πολυβίου όφειλε μια ανάλογη τεκμηρίωση των κριτηρίων του.
Μέρος του προβλήματος φαίνεται να ήταν και το γεγονός ότι η επιτροπή είχε μόνο ένα ειδικό, τον κ. Σιακαλλη, ενώ όπως διαμορφώθηκε η εικόνα χρειάζονταν σαφώς και άλλοι, από διάφορες ειδικότητες. Στις αναφορές του κ. Πολυβίου φαίνεται να υπάρχουν σαφείς ελλείψεις στην κατανόηση-ερμηνεία είτε της διπλωματικής γλώσσας, είτε της λειτουργίας των κρατικών δομών και της γραφειοκρατίας σαν κοινωνιολογικού φαινομένου. Σε αυτό το πλαίσιο ο κ. Πολυβίου δεν φαίνεται να διανοείται ότι θα μπορούσε να συγκρίνει την προσπάθεια του με ανάλογα ατυχήματα (όπως λ.χ. το θέμα της έκρηξης του Challenger στις ΗΠΑ το 1986) σε άλλες προεδρικές δημοκρατίες – στο βαθμό έστω που συνειδητά εστιάζει στον πρόεδρο σε αντιπαραθεση με τον κρατικό μηχανισμό.

Η συγκάλυψη των ευθυνών του στρατού: από την μονάδα μέχρι την εξάρτηση της Εθνικής Φρουράς από τον ελληνικό στρατό
Ας ξεκινήσουμε από το επίπεδο της μονάδας του ναυτικού «Ευάγγελος Φλωράκης» όπου ήταν αποθηκευμένα τα κιβώτια για να δούμε το ιστορικό των γεγονότων όπως έχουν γίνει γνωστά. Όπως σωστά παρατήρησε ο κ. Πολυβίου με το τέλος της διαδικασίας δημόσιων καταθέσεων, τα θύματα (αλλά και η έκρηξη) μπορούσαν να αποφευχθούν μέχρι την τελευταία στιγμή. Σε αυτό το επίπεδο ο κ. Πολυβίου αποφεύγει και λογοκρίνει τα τεκμήρια. Και αν συγκριθεί ακόμα και με το πλαίσιο ευθύνης που αποδίδει στον πρόεδρο σαν «υψηλόβαθμο φορέα εξουσίας», τότε στο τοπικό επίπεδο η αποφυγή καταμερισμού οποιασδήποτε ευθύνης σε «ιεραρχικά διαβαθμισμενους φορείς εξουσίας» είναι εντυπωσιακή.
Οι αναφορές οι οποίες ακολουθούν είναι ενδεικτικές και έχουν σαν στόχο να καταγραφούν οι κινήσεις (ή οι παραλείψεις) των αρμοδίων του στρατού από το τοπικό ιεραρχικό επίπεδο μέχρι το ανώτατο. Θα εξεταστούν σε αυτό το πλαίσιο 4 θέματα: το ζήτημα της αποψίλωσης το οποίο είναι αποκαλυπτικό των λαθών-παραλείψεων που προηγήθηκαν της έκρηξης, το ζήτημα της μη-εκκένωσης το οποίο ήταν το ουσιαστικό όσον αφορά τους θανάτους, και ακολούθως το ζήτημα της μη κατασκευής στεγάστρου και της μη-ανάλυσης της πυρίτιδας το 2011 (παρά την απόφαση σε υπουργικό επίπεδο) τα οποία έχουν να κάμουν με την ευρύτερη στρατιωτική ιεραρχία και δομή.

1.Τα λάθη των τοπικά-ιεραρχικά «υψηλόβαθμων φορέων της εξουσίας»: η ευθύνη της μη-αποψίλωσης για τις κινήσεις των θυμάτων προς το σημείο της έκρηξης:
«..τόσο τα μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας όσο και οι στρατιωτικοί, που βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο σημείο των εμπορευματοκιβωτίων, μη αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο έκρηξης μετά από πολύ ώρα καύσης, δεν προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά στα εμπορευματοκιβώτια αλλά να κατασβήσουν εστίες δίπλα από αυτά..»[9]
Σύμφωνα με όλα τα τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί η κρίσιμη περίοδος για αποφυγή των θανάτων στο στρατόπεδο ήταν η περίοδος 4-11 Ιουλίου. Στις 4 βρέθηκε διογκωμένο κιβώτιο (από όπου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι έγιναν μερικές εκρήξεις) και παρά το ότι έγινε σύσκεψη στην μονάδα και πάρθηκαν αποφάσεις, αυτές δεν υλοποιήθηκαν. Υπήρξαν λ.χ. αξιωματικοί που δεν έστειλαν την αναφορά σε αρμόδιους. Αλλά και στο ίδιο το στρατόπεδο υπήρχε από ότι φαίνεται αδιαφορία. Το ζήτημα της αποψίλωσης (και της πυρκαγιάς στο «χόρτα» «γύρω» από τα κιβώτια) μπορεί να φαντάζει μικρό (σε σύγκριση με την έκρηξη της πυρίτιδας τελικά) αλλά όπως φαίνεται από τα τεκμήρια ήταν ένα υπαρκτό ζήτημα – τουλάχιστον σαν αιτία για την μετακίνηση των πυροσβεστικών του στρατού προς το σημείο της έκρηξης. Σύμφωνα με τις εισηγήσεις της πυροσβεστικής αλλά και της σύσκεψης η οποία έγινε στην μονάδα έπρεπε να γίνει αποψίλωση.[10] Η πιθανότητα μια φωτιά να απλωθεί από την ύπαρξη χόρτων η θάμνων είναι εμφανής και στις αναφορές της επιτροπής των άγγλων εμπειρογνωμόνων που αναφέρει ο Πολυβίου. Ήταν επίσης ένα σημείο το οποίο κατέγραψε σαν εισήγηση η ομάδα εμπειρογνωμόνων η οποία επισκέφθηκε την βάση με τα τις 4 Ιουλίου: «Η περιοχή πέριξ της στοιβάδας πρέπει να καθαριστεί από τα χόρτα για αποφυγή κίνδυνου πυρκαγιάς».[11] Ο κ. Πολυβίου, όμως, δεν εστιάζει στο φαινόμενο ανκαι καταγράφει σε μια αναφορά μάρτυρα ότι όντως υπήρχαν χόρτα που καίγονταν γύρω από τα κιβώτια: «Επίσης είπαν μου ότι επετακτηκαν πυρίτιδες από το κοντεϊνερ και πήραν φωτιά τα χόρτα».[12] Ποιος είχε ευθύνη να λάβει αυτό το μέτρο – να γίνει αποψίλωση, να κοπούν τα χόρτα; Ο κ. Πολυβίου αποφεύγει σταθερά το θέμα στο κείμενο του η προσπαθεί να δικαιολογήσει τους υπεύθυνους του στρατού με το επιχείρημα ότι το φορτίο δεν είχε ενταχθεί στο σύστημα τους.
 Όταν όμως γίνονται εκρήξεις μέσα στο στρατόπεδο έχει η δεν έχει ευθύνη ο αρμόδιος αξιωματικός η αξιωματικοί να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα; Ιδιαίτερα αφού σύμφωνα με τα τεκμήρια ο διοικητής του ναυτικού είχε προσωπική επαφή με τον υπεύθυνο του ΓΕΕΦ, τον συνταγματάρχη Γεωργιαδη, για το φορτίο. Παραδέχεται μάλιστα με σαφήνεια ο κ. Πολυβίου ότι ο συνταγματάρχης Γεωργιαδης ενημέρωσε τους τοπικούς υπεύθυνους την μονάδας στις 6 Ιουλίου «..για την επιθεώρηση που έγινε από την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων, τις διαπιστώσεις και τις εισηγήσεις[13] Οι τοπικοί αρμόδιοι ήξεραν για την εισήγηση για αποψίλωση. Είναι η δεν είναι θέμα φύλαξης και προστασίας προσωπικού να γίνει αποψίλωση σε περιοχή με άμεσο κίνδυνο πυρκαγιάς; Όταν δίνεται ήδη οδηγία από την πυροσβεστική για αποψίλωση (και «εισήγηση» από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων) και δεν ακολουθείται από άτομα που ήταν αρμόδια για τον χώρο, τότε υπάρχει άμεση ευθύνη – παράλειψης καθήκοντος που ενδεχομένως οδήγησε εν μέρει στην τραγωδία. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ένα τεκμήριο από το ίδιο το πόρισμα Πολυβίου για το πώς εμπλάκηκαν οι ναύτες και ο Κελευστής με τη φωτιά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
«Ο Ανδρέας Ιωαννιδης, Διοικητής Διοίκησης Ναυτικού, έδωσε οδηγίες στον κ. Ιωάννη Τσιανη να πάει στην Βάση και να δώσει εντολές για να πάει το πυροσβεστικό όχημα στο χώρο της πυρκαγιάς, γιατί άρχισε να επεκτείνεται γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια.
Ο Μιχάλης Ηρακλέους, Κελευστής, ΕΠΥ, μπήκε στο καινούργιο πυροσβεστικό όχημα της ΝΒΕΦ, μαζί με τους Χρίστο και Μιλτιάδη Χριστοφορου..»[14]
Η επέκταση της φωτιάς «γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια» επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της πυροσβεστικής (αλλά και της σύσκεψης εμπειρογνωμόνων) για τους κίνδυνους μη-αποψίλωσης. Το ότι δόθηκε «εντολή» (άρα χρήση εξουσίας) για να πάνε στρατιώτες στον χώρο λόγω της επέκτασης της φωτιάς στα χόρτα, δεν θα έπρεπε να κάνει τον κ. Πολυβίου να εστιάσει στο θέμα σαν ζήτημα «ευθυνών»; Η μη-αποψίλωση είχε εμπλοκή στην επέκταση των εστιών φωτιάς/ πυρκαγιάς και  κατεγραμενη (από μαρτυρία) ευθύνη για την μεταφορά θυμάτων (των 2 αδελφών και του Κελευστή) στο χώρο της τραγωδίας. Όπως αναφέρεται σαφώς και στο απόσπασμα στην αρχή αυτής της ενότητας τόσο οι πυροσβέστες όσο και οι ναύτες-στρατιωτικοί προσπαθούσαν να σβήσουν την «εστίες» φωτιάς «δίπλα από αυτά».[15]
Μπορεί να πει κάποιος ότι επειδή εμπλέκονται οι νεκροί αξιωματικοί ο κ. Πολυβίου θέλησε να το αποφύγει. Αναφέρει όμως σαν παράδειγμα δικαστικής απόφασης, σε άλλο πλαίσιο, την ευθύνη ενός οδηγού. Αν δηλαδή ένας οδηγός λεωφορείου κάνει λάθος και γίνει θανατηφόρο δυστύχημα, δεν θα διερευνηθεί καν και δεν θα του αποδοθούν έστω ευθύνες ανθρώπινου λάθους όταν γίνει διερεύνηση για τους νεκρούς επιβάτες;

2. Η μη διαταγή εκκένωσης και οι ευθύνες που προσπαθεί να αποκρύψει ο κ. Πολυβίου. Η μη-αποψίλωση ήταν απλά η επιφάνεια. Το τραγικό λάθος, όπως όλοι λίγο πολύ κατανοούν τώρα πια,[16] ήταν η μη-διαταγή εκκένωσης. Εδώ ο κ. Πολυβίου φαίνεται διατεθειμένος να κατηγορήσει αρμόδιους της πυροσβεστικής για αυτήν την μη-απόφαση. Αντίθετα όμως παραπλανητικά προσπαθεί να αποκρύψει την ευθύνη των τοπικών αρμοδίων με βάση την στρατιωτική ιεραρχία. Είχε καλέσει, μάλιστα, ειδικά άτομα στις δημόσιες ακροάσεις του για να καλύψει την απουσία διαταγής για μη-εκκένωση με αναφορές ότι ο κ. Ιωαννιδης είπε σε κάποιους να απομακρυνθούν –αναθέτοντας τους όμως συγκεκριμένες οδηγίες (όπως λ.χ. την εντολή να πάει το πυροσβεστικό με τα δίδυμα αδέλφια – η και την διαταγή ανάκλησης προσωπικού). Αυτό δεν ήταν διαταγή εκκένωσης. Διότι οι 3 στρατιώτες ήταν εκεί και δεν τους ειπώθηκε να φύγουν. Τραγικά ίσως ο ναύτης Αντώνης Χαραλάμπους φαινόταν να έψαχνε ακόμα και μερικά λεπτά πριν την έκρηξη για «σίκλες για να μεταφέρουν νερό από την θάλασσα».[17] Ποιος προστάτευσε αυτούς του νεαρούς με βάση τον στρατιωτικό κώδικα ιεραρχίας και ποιες ήταν οι ανάλογες ευθύνες; Κανένας δεν διέταξε εκκένωση (αντίθετα δίνονταν οδηγίες και εντολες/διαταγες για ανάκληση προσωπικού και να πάνε άτομα κοντά στην φωτιά με πυροσβεστικά) και αυτό φαίνεται να το επιβεβαιώνει και η αστυνομική έρευνα-πόρισμα. Αυτό όφειλε να σχολιαστεί και η μη- αναφορά του είναι λογοκρισία και μεροληπτική στάση.
Σε μια προσπάθεια συγκάλυψης μάλλον ο κ. Πολυβίου αναφέρει στην ροή των γεγονότων λίγο πριν την έκρηξη σε «οδηγίες από τον κ. Ιωάννη Τσιανη,  πλωτάρχη, για την «εκκένωση του στρατοπέδου». Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι ο ίδιος αξιωματικός που είχε μεταφέρει τις εντολές να πάνε στρατιώτες στην πυρκαγιά για κατάσβεση – κάνοντας δηλαδή το αντίθετο της εκκένωσης. Και αμέσως πιο κάτω αντιφάσκει, ακόμα πιο έντονα, η καταγραφή Πολυβίου, αναφέροντας μαρτυρία ότι στις 5:22 (μισή ώρα πριν την έκρηξη) ο Μιλτιάδης Χριστοφορου (μετέπειτα θύμα της έκρηξης) μετέβηκε στον θάλαμο και είπε ότι «πήρε οδηγία» για «..να πάμε να σβήσουμε την φωτιά».[18] Η λέξη «οδηγία» είναι σαφής σε όλα τα λεξικά. Το μόνο που αναφέρεται σχετικά με τον κ. Τσιανη (εκτός του ότι μετέφερε τις εντολες/οδηγιες για να πάνε τα θύματα στον χώρο όπου θα γινόταν η έκρηξη) είναι ότι ο επικελευστης, λεπτά πριν την έκρηξη, προσπάθησε να σταματήσει ένα αυτοκίνητο της ΕΜΑΚ επικαλούμενος «οδηγίες» του κ. Τσιανη. Δόθηκαν άλλες οδηγίες στους 3 νεκρούς ναύτες και άλλες οδηγίες σε άλλους; Υπάρχει εδώ μια σαφής αντίφαση η οποία αξίζει να διερευνηθεί – και εδώ δεν είναι μόνο θέμα των μαρτύρων αλλά και της ίδιας της καταγραφής. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην μαρτυρία για τους πυροσβέστες υπάρχει αναφορά σε «μαστόρους που φωνάζουν» να πάνε οι πυροσβέστες αμέσως στην πυρκαγιά, ενώ υπάρχει επίσης καταγραμμένη μαρτυρία, όπως είδαμε προηγουμένως, ότι υπήρχε «εντολή» να πάνε τα πυροσβεστικά στην πυρκαγιά. Δεν υπήρχε διαταγή εκκένωσης – αν υπήρχε εκκένωση έπρεπε πρώτα να απευθυνθεί στους 3 στρατιώτες οι οποίοι με πυροσβεστικό η σίκλες προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά, και μετά να δοθεί διαταγή να φύγουν όλοι από την περιοχή της πιθανής έκρηξης. Είναι η δεν είναι παραποίηση στοιχείων αυτό; Διότι το θέμα περνά από την λογοκρισία στην σκόπιμη παραπλάνηση – ιδιαίτερα όταν  εμφανίζεται η παρουσία των ναυτών-στρατιωτών στον χώρο της έκρηξης, σαν είδος «ηρωικής» προθυμίας. Ήξεραν οι στρατιώτες και ο Κελευστής τι θα αντιμετώπιζαν; Αν γνώριζαν και πήγαν τότε αυτό θα ήταν ηρωισμός – ο οποίος είναι συνειδητός. Το να κληθούν, με «εντολή», να πάνε στο χώρο της πυρκαγιάς σήμαινε κίνδυνο που δεν ήξεραν. Ο «εθελοντικός» «ηρωισμός» εδώ φαίνεται να λειτουργά σαν συναισθηματική κάλυψη για να αποφευχθούν οι ευθύνες (η τα λάθη) όσων («μαστόρων») διέταξαν (έδωσαν «εντολή») να πάνε οι στρατιώτες εκεί, και το ίδιο ισχύει και για τους πυροσβέστες. Το ότι απέφυγε να σχολάσει τα φιλμ τα οποία κυκλοφορούν με τους στρατιώτες να συμπεριφέρονται λες και είναι σε παιχνίδι πυροτεχνημάτων είναι ίσως εκφραστικό της ευρύτερης προσπάθειας του κ. Πολυβίου να συγκαλύψει ευθύνες. Για να γίνουν κατανοητές οι ευθύνες για τις τοπικές ιεραρχικές αρχές αξίζει να αναφέρει κάποιος και την φράση του Σπύρου Τταντη όπως την μετέφερε ο αρχικελευστής κ. Δημητρίου. «..ο Σπυρος Τταντης ο οποίος ήταν μέσα στο πυροσβεστικό όχημα φώναξε του Κρόκου, λέγοντας του ότι πρέπει να πάνε πάνω και οι μαστοροι φωνάζουν..».[19] Ποιοι ήταν «οι μαστοροι» που φώναζαν να πάνε στρατιώτες και πυροσβέστες κοντά στα φλεγόμενα κοντεϊνερ;

Σύγκριση για την κατανομη/απονομη ευθυνών: Η λογοκρισία φαίνεται να είναι στρατηγική αφού ο κ. Πολυβίου εφαρμόζει δυο μέτρα και δυο σταθμά στην συνέχεια όσον αφορά τις ευθύνες. Όταν αναφέρει το θέμα των ευθυνών ο κ. Πολυβίου υιοθετεί την άποψη της ευθύνης των υψηλά ισταμένων, αυτών δηλαδή οι οποίοι είχαν εξουσία. Εδώ στο θάνατο των ναυτών-στρατιωτών και στην μη ικανοποιητική πληροφόρηση των πυροσβεστών οι ευθύνες των άμεσα εμπλεκομένων  «υψηλά ισταμένων» ατόμων με εξουσία, λογοκρίνονται πλήρως από το κείμενο. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά δεν σχολιάζεται καν το επίσης επικίνδυνο: ότι οι αρμόδιοι της βάσης είχαν καλέσει  μέχρι και ελικόπτερα αυξάνοντας τον κίνδυνο θανάτων. Η ρητορική ότι η Εθνική Φρουρά είχε καθήκον μόνο την «φρούρηση της φύλαξης»[20] δεν αρκεί εδώ εφόσον μετά ο ίδιος ο κ. Πολυβίου θα ζητά ευθύνες για το ότι «όφειλαν να ξέρουν» κάποιοι: όταν έγιναν οι πρώτες εκρήξεις (στις 4 Ιουλίου) δεν έπρεπε οι αρμόδιοι της μονάδας να ζητήσουν έστω να μάθουν, να κάνουν αυτά που είπε η πυροσβεστική και να ακολουθήσουν τους βασικούς κανόνες προφύλαξης με το να διαταχθεί εκκένωση; Ο κ. Πολυβίου αναφέρει (σαν είδος δικαιολόγησης) ότι οι τοπικοί ιεραρχικά αρμόδιοι δεν είχαν «ιδιαίτερη η εξειδικευμένη πληροφόρηση για το περιεχόμενο του φορτίου». Αυτό όμως είναι σαφώς παραπλανητικό στα όρια του ψέματος. Οι τοπικοί αρμόδιοι είχαν πληροφόρηση για τα 10 σημεία τα οποία αναφέρει ο κ. Πολυβίου σαν κριτήρια «γνώσης». Αρμόδιοι της βάσης είχαν συναντηθεί 2 φορές με τον αρμόδιο για το φορτίο συνταγματάρχη Γεωργιαδη, και οι κανονισμοί του ΓΕΕΦ για περιπτώσεις πυρκαγιάς (του οποίους ήταν καθήκον τους να ξέρουν) είναι σαφείς και καταγράφονται:[21] «Πυρκαγιά που έχει διαδοθεί: (το φορτίο φλέγεται). Μην προσπαθήσετε να σβήσετε την πυρκαγιά.» Είναι λογικό οι αρμόδιοι να μην ρώτησαν τις είδους φορτίο υπήρχε; Τι συζητήσουν με τον κ. Γεωργιαδη όταν συναντήθηκαν; Είναι αποδεκτό ότι δεν ήξεραν τους κανονισμούς του ΓΕΕΦ για πυρκαγιά σε πυρομαχικά; Και όμως ο κ. Πολυβίου θα αναζητήσει ευθύνες σε άτομα χωρίς καμιά γνώση πυρομαχικών – ενώ για ιεραρχικά αρμόδια άτομα του στρατού θα επιχειρηματολογήσει ότι δεν είχαν «ιδιαίτερη, εξειδικευμένη, η επαρκή» γνώση. Είναι μια σαφώς μεροληπτική στάση όπου τα κριτήρια αξιολόγησης εφαρμόστηκαν εξόφθαλμα διαφορετικά.
Όλα αυτά τα αποσιωπά ο κ. Πολύβιου και θα μπορούσε να δείξει κάποιος κατανόηση - ανκαι όχι τα δικαστήρια όταν γίνουν δίκες και οι αρμόδιοι της πυροσβεστικής[22] λ.χ. επικαλεστούν όλα αυτά τα πλημμελήματα στην λειτουργία της βάσης και στους βασικούς κανόνες φύλαξης του φορτίου. Αν ο χειριστής ενός ελικοπτέρου η αεροπλάνου, η ο οδηγός ενός λεωφορείου,[23] κάνει λάθος, και ακολουθήσει θανατηφόρο ατύχημα-δυστύχημα είναι μεν κατανοητό το ανθρώπινο λάθος. Αλλά οι ευθύνες για το δυστύχημα είναι υπαρκτές και μόνο η σκοπιμότητα μπορεί να οδηγεί στην αποσιωπηση/λογοκρισια τους και στην έκδηλη προσπάθεια είτε απαλλαγής από ευθύνες είτε παραπλανητικών αναφορών.
Το πιο εντυπωσιακό (και, ίσως, αποκαλυπτικό των προθέσεων του κ. Πολυβίου) είναι το μη-σχόλιο για το ότι ουσιαστικά αντί εκκένωση έγινε το αντίθετο – έγινε ανάκληση, διατάχθηκε, δηλαδή, να επιστρέψει το προσωπικό. Στο πόρισμα της αστυνομίας φαίνεται ότι καταγράφεται, ενώ στον κ. Πολύβιου, όπως πολλά αλλά τεκμήρια, αφήνονται στην ροή αποσπασμάτων χωρίς διερεύνηση και συζήτηση. Πως το εξηγεί αυτό ο κ. Πολυβίου; Δεν αξίζει αυτό το παράδοξο η παράλογο να «γίνει ανάκληση» (να κληθούν δηλαδή και άλλα άτομα στον χώρο της έκρηξης) να σχολιαστεί και διερευνηθεί; Δεν είναι τουλάχιστον κάτι το οποίο πρέπει να επισημανθεί για να μη επαναληφθεί; Η μήπως η εξαίρεση των άμεσα εμπλεκομένων υψηλά ισταμένων, σημαίνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι μόνιμοι αξιωματικοί στο στρατό μπορούν να διατάζουν και να μην διερευνάται το λάθος; Πλήρης μη-κατανόηση από τους αρμόδιους της μονάδας για το τι είναι «έκρηξη» και «κίνδυνος»; Με βάση ποια λογική (ακόμα και αν δεχτούμε την αμέλεια από άγνοια) φέρνει κάποιος μόνιμος αξιωματικός και άλλους στον χώρο μιας πιθανής έκρηξης; Η αποσιώπηση ( η καταγραφή χωρίς σχόλιο η αξιολόγηση) του τεκμηρίου εντάσσεται στην προσπάθεια του κ. Πολυβίου να αποσιωπά τις ευθύνες της μονάδας και των αρμόδιων στην έκρηξη. Αποσιωπά την ευθύνη των ιεραρχικά στρατιωτικών αρμοδίων (και των σχετικών δομών) για να την μεταφέρει αλλού.

Ας προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο –του στρατού σαν μιας ευρύτερης δομής. Εδώ αξίζουν να διερευνηθούν 2 θέματα τα οποία και πάλιν λογοκρίνει ο κ. Πολυβίου δείχνοντας μια απροθυμία να διερευνήσει το θέμα σε βάθος και, πάλι, μια σαφή μεροληψία: το ζήτημα της μη κατασκευής στεγάστρου, και το ζήτημα της μη-μεταφοράς των δειγμάτων στην Ελλάδα για ανάλυση.

1. Γιατί δεν έγινε στέγαστρο; Η μονάδα φαίνεται να είχε κονδύλια για έργα αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφερόταν να κατασκευαστεί στέγαστρο. Το ζήτημα του στεγάστρου επανέρχεται σαν νευραλγικό εφόσον η αιτία της έκρηξης αποδίδεται στην έκθεση του φορτίου στον ήλιο. Η βασική γραμμή υπεράσπισης του στρατού την οποία υιοθετεί ο κ. Πολυβίου, σχεδόν σαν δικηγόρος του, είναι ότι ο στρατός δεν ένταξε στο σύστημα του το φορτίο. Εδώ αξίζει να δει κάποιος την επιλεκτική χρήση των λέξεων «φύλαξη» και «φρούρηση» από τον κ. Πολυβίου. Η Πολιτεία είχε αναθέσει στον στρατό την «φύλαξη» του φορτίου το οποίο σημαίνει και προστασία από κινδύνους. Η χρήση της λέξης «φύλαξη» στα αποσπάσματα τα οποία παραθέτει ο κ. Πολυβίου σε σχέση με την διαδικασία κατάσχεσης είναι σαφής. Στην αναφορά του υπεύθυνου του Τμήματος Τελωνείων για τις διαβουλεύσεις με τον Γενικό Εισαγγελέα αναφέρεται: «Συμφωνήθηκε επίσης με τον Γεν. Εισαγγελέα, ότι, επειδή η ΕΦ θα αναλάμβανε την ασφαλή φύλαξη των εν λόγω ειδών..»[24] Η «φρούρηση» είναι πιο περιορισμένη έννοια και παραπέμπει σε αποστασιοποίηση από το φορτίο: «Όχι κανονική φύλαξη (όπως θα γινόταν με στρατιωτικό υλικό)».[25]  Είναι βέβαια άξιον απορίας τι θεωρούσαν οι αρμόδιοι του στρατού ένα φορτίο με πυρίτιδα αν όχι «στρατιωτικό υλικό». Και είναι επίσης εντυπωσιακό ότι ένας δημόσιος λειτουργός προσπαθεί τόσο άτσαλα να καλύψει μια εξόφθαλμη παράβλεψη στην ανάθεση καθήκοντος.   Έτσι ο κ. Πολυβίου υιοθετεί ένα παράδοξο λεκτικό σχήμα: «Φρούρηση των χώρου φύλαξης..»[26] Ακολούθως αναφέρεται στις σκοπιές αλλά δεν εξηγεί ποιου ήταν η ευθύνη για την «φύλαξη». Το ότι ο στρατός δεν φρόντισε να λάβει τα μέτρα του, δεν μπορεί να δικαιολογείται με την αναφορά σε μια αόρατη δύναμη η οποία θα είχε την φύλαξη – και ο στρατός απλά την «φρούρηση». Αν υπάρχει μια ευθύνη η οποία ανατέθηκε στον στρατό ήταν σαφώς, όπως δείχνουν οι αναφορές,  της «φύλαξης» – και σε αυτό το σημείο το ζήτημα του στεγάστρου είναι κομβικό και αποκαλυπτικό όπως θα δούμε. Διότι τέθηκε από την αρχή (στην διαδικασία κατάσχεσης και μεταφοράς) και ακολούθως τέθηκε ξανά από τους αρμόδιους του στρατού – χωρίς όμως να αναλάβουν τις αρμόζουσες ευθύνες για την κατασκευή του.
 Υπήρχαν κατεγραμενες ανησυχίες από την άνοιξη του 2009, οι οποίες αυξήθηκαν την άνοιξη του 2010.  Με βάση την θέση του κ. Πολυβίου ότι η ύπαρξη της λέξης «έκρηξη» σε σύσκεψη το Φεβρουάριο του 2011, σήμαινε κίνδυνο, τότε όσοι ήξεραν για αυτούς του πιθανούς κίνδυνους και δεν έκαμαν κάτι έχουν  ευθύνη. Ένα βασικό πρόβλημα το οποίο θεωρείται ότι προκάλεσε την έκρηξη ήταν η απουσία στεγάστρου. Ας δούμε λοιπόν πως το διερευνά το θέμα ο κ. Πολυβίου και ποιες ερωτήσεις δεν καταθέτει ο ίδιος παρά τον ρόλο του σαν ερευνητή:
Στο σημείωμα του κ. Γεωργιαδη, για τον έλεγχο του φορτίου στις 18 Φεβρουάριου αναφέρεται σαφώς ότι «..κατασκευάζεται στο ΝΒΕΦ ειδικός στεγασμένος χώρος για μεταφορά και μόνιμη εγκατάσταση όλου του φορτίου..».[27] Ενώ υπάρχει και αναφορά στα οικονομικά με επιστολή για έγκριση «..των συνεχών δαπανών που απέστειλε το ΓΕΕΦ..». [28]
Άρα υπήρχε η πρόθεση για στέγαστρο – είναι ενδιαφέρον επίσης ότι ο αρμόδιος του στρατού έβλεπε την εγκατάσταση σαν πιο μόνιμη από ότι παραδέχονται άλλοι και ο ίδιος ο κ. Πολυβίου.[29] Αξίζει, επίσης, μια αναφορά στο ζήτημα των δαπανών το οποίο ο κ. Πολυβίου προσπερνά. Σύμφωνα με την καταγραφή είχαν εγκριθεί 93, 000 εύρο, και είχαν ξοδευτεί 40, 000 για την βάση. Τι απέγιναν τα υπόλοιπα χρήματα;[30]
Το θέμα του στεγάστρου τέθηκε και από τον κ. Τσαλικιδη τον Μάιο του 2009 – χωρίς ωστόσο να γίνει οτιδήποτε. Στο κείμενο του κ. Πολυβίου γίνεται μια αναφορά για τις σκέψεις μερικών γραφειοκρατικά υπεύθυνων[31] χωρίς, ωστόσο, να διερευνάται γιατί δεν προχώρησε ο στρατός (από την ηγεσία μέχρι την τοπική μονάδα) να διεκδικήσει μια στοιχειώδη προστασία – όπως έστω προνοειτο στον αρχικό σχεδιασμό – αλλά και στις παρατηρήσεις του ίδιου του αρχηγού της Εθνικής Φρουράς. Ο κ. Πολυβίου ουσιαστικά καταγράφει ότι πάρθηκε από ενδιάμεσα γραφειοκρατικά στελέχη (με την συμμετοχή και του «Ναυτικού») απόφαση για μη κατασκευή στεγάστρου – και αντί να εστιάσει στις ευθύνες μη τήρησης των οδηγιών φύλαξης, αναζητά, και πάλιν, ευθύνες, αλλού – παρά το ότι οι οδηγίες της πολιτικής ηγεσίας για «φύλαξη» ήταν σαφείς. Είναι μάλλον εξόφθαλμη και πάλιν η προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών του στρατού.
Ακολουθούν διάφορες συσκέψεις και σημειώματα όπου ο στρατός ζητά να φύγει ( η να καταστραφεί το φορτίο) λόγω κινδύνων – αλλά όχι μόνο. Και αυτό είναι ίσως αποκαλυπτικό. Ήδη από τον Αύγουστο το ΓΕΕΦ ζητά να φύγει το φορτίο διότι χρειαζόταν προσωπικό για την φρούρηση του και στις 4/11/2009 καταγράφεται ότι στον χώρο «προβλέπονται μελλοντικές νέες εγκαταστάσεις για κάλυψη των αναγκών της Εθνικής Φρουράς..» γιατί προγραμματίζονταν «νέα έργα στην μονάδα».[32] Ενώ, τον επόμενο χρόνο, στις 17/6/2010 καταγράφεται ότι «..στο χώρο που είναι αποθηκευμένο το φορτίο, προγραμματίζονται να γίνουν νέα έργα για την ναυτική βάση..».[33] Ακόμα πιο εντυπωσιακά, στο τέλος του χρόνου του 2010, σε επιστολή του προϊστάμενου Τομέα Αμυντικών Έργων καταγράφεται ότι : «Σε λίγους μήνες ξεκινούν έργα στην ναυτική βάση..»[34] Δηλαδή λογικά είχε υποβληθεί (η εγκριθεί ήδη) κονδύλι για τα «έργα» – αλλά για το στέγαστρο δεν υποβλήθηκε ούτε αίτηση ούτε υπήρχε πρόθεση να γίνει έστω αίτηση για να χρησιμοποιηθούν διαθέσιμα κονδύλια για έκτακτη ανάγκη.
Αυτές είναι οι αναφορές που γίνονταν από το  στρατό : η μονάδα θέλει τον χώρο για νέα έργα και δεν έχει προσωπικό για την φρούρηση. Ουσιαστικά ο στρατός σαν δομή δεν ανελάμβανε τις υποχρεώσεις του – αποφεύγοντας ακόμα και την διεκδίκηση κατασκευής στεγάστρου από φόβο (μπορεί να υποθέσει κάποιος) μήπως δεν γίνουν άλλα έργα. Δεν υπήρχε εδώ παράβλεψη κινδύνων; Αν ήταν σαφές από το φθινόπωρο του 2009 ότι το θέμα καθυστερούσε λόγω των εκβιασμών των εμπλεκομένων χωρών στο κυπριακό, τότε δεν θα έπρεπε ο στρατός να φροντίσει για την κατασκευή στεγάστρου; Όταν μάλιστα ομολογείται ότι υπήρχαν προγραμματισμένα έργα (και άρα σχετικά κονδύλια) δεν είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και μετά την σύσκεψη του Φεβρουαρίου του 2011 κανένας δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται να κάνει κάτι; Αυτό είχε να κάνει και με την μονάδα αλλά και με την ευρύτερη ιεραρχία του στρατού και την απροθυμία να αναλάβει καθήκοντα τα οποία του ανατέθηκαν – έστω της φύλαξης από δολιοφθορά. Αλλά και της προστασίας των στρατιωτών.
Ο κ. Πολυβίου απλά αποφεύγει τα σχόλια, και ιδιαίτερα τις αξιολογήσεις, καταγράφοντας μόνο τα έγγραφα που δείχνουν την απροθυμία των αρμόδιων του στρατού να αναλάβουν βασική ευθύνη προστασίας του υλικού που είχαν υπό την φύλαξη τους- αξίζει να αναφερθεί ότι ούτε η σκοπιά επί 24ωρου βάσεως δεν τηρήθηκε και άρα η πιθανότητα δολιοφθοράς, η κλοπής πυρίτιδας, ήταν εφικτή-υπαρκτή.[35]
Μπορεί να απονέμεται ευθύνη σε κάποιον ο οποίος αναθέτει έργο και οι αρμόδιοι αποφεύγουν να κάνουν το καθήκον τους για φύλαξη και προστασία προσωπικού;
Δεν είναι μόνο θέμα ποιοι έκαναν λάθη. Υπάρχει μια σαφής γραφειοκρατική απροθυμία η οποία προτιμούσε να μην ξοδέψει λεφτά για στέγαστρο – παρά τους κίνδυνους που εκτιμούνταν από την ίδια δομή σαν πιθανοί (λ.χ. αλλοίωση πυρίτιδας από ζέστη το καλοκαίρι).

Συγκριτική αναφορά στην εφαρμογή της αξιολόγησης των ευθυνών με βάση την γνώση των δεδομένων. Ιδού, λοιπόν, μια σειρά ερωτήσεων που για τον πόρισμα Πολυβίου είναι ουσιαστικά λογοκρινομενες έστω και αν, σαν καταγραφέας τεκμηρίων, τα συμπεριλαμβάνει στις καταγραφές (εξ ανάγκης, μπορεί να πει κάποιος, αφού τέτοια τεκμήρια θα καταγράφονταν και στο πόρισμα έρευνα της αστυνομίας). Γιατί δεν έγινε στέγαστρο; Ποιος αποφάσισε να μην γίνει – αφού φαίνεται να ήταν στο αρχικό σχεδιασμό; Γιατί ακολούθως οι αρμόδιοι της μονάδας, ο υπεύθυνος του αρμόδιου σώματος στρατού και οι ανώτεροι του δεν υπέβαλαν στο υπουργείο άμυνας αίτηση για στέγαστρο όταν άρχισαν να ανησυχούν για την επίδραση των καιρικών συνθηκών; Δεν μπορεί εδώ να επικαλεστεί άγνοια των εμπλεκομένων του στρατού ο κ. Πολυβίου αφού είναι καταγραμμένες στις αναφορές τους[36] ότι «κάποιος κίνδυνος» λόγω της θερμοκρασίας θα υπήρχε. Δεν ήξεραν οι αρμόδιοι της μονάδας για τις εκθέσεις που υποβάλλονταν; Δεν θα έπρεπε να ρωτήσουν αφού με βάση τις δικές τους ανησυχίες (για το προσωπικό, στις σκοπιές και τα νέα έργα) στέλλονταν οι εκθέσεις; Αυτά τα ερωτήματα ο κ. Πολυβίου τα λογόκρινε. Μπορεί να υποθέσει κάποιος βλέποντας την ευρύτερη στρατηγική της ρητορικής του ότι λειτούργησε σαν άτομο είτε με αδυναμία να κατανοήσει το ζητούμενο από τον δημόσιο ρόλο του, είτε με κραυγαλέα λάθη ανάλυσης, είτε με στόχο να συγκαλύψει κάποιες ευθύνες.  Όποιο και αν είναι το κίνητρο του, το γεγονός είναι ότι δεν υπέβαλε όλους τους εμπλεκόμενους στην ίδια αξιολόγηση και τις ίδιες ερωτήσεις όσον αφορά ανάλογα θέματα «ευθύνης».
Το ότι οι αρμόδιοι του στρατού υποβίβαζαν οι ίδιοι τον κίνδυνο είναι σαφές – όταν κάποιος ανησυχεί (η «έπρεπε να ανησυχεί» αφού κάθε μέρα βλέπει το φορτίο και τον σταθμό της ΑΗΚ – ένα άλλο κριτήριο το οποίο δεν εφαρμόζει εδώ ο κ. Πολυβίου ενώ αλλού το έκανε, σχεδόν, κεντρικό θέμα) και αντί να προβάλει άμεσα τον κίνδυνο στις αναφορές επικαλείται ανάγκες μείωσης σκοπιάς και οικοδομικών εργασιών προφανώς δεν δίνει την αρμόζουσα σημασία. Εδώ ο κ. Πολυβίου παραβλέπει την σχετική σημασία της έμφασης και των συνακόλουθων πράξεων η παραλείψεων, και άρα της ευθύνης των στρατιωτικών. Όταν όμως συζητά ένα σημείωμα το οποίο υποβλήθηκε στον Πρόεδρο τον Σεπτέμβριο του 2011, με στόχο την πληροφόρηση του για την στροφή προς την διαδικασία καταστροφής του φορτίου (μετά από αλλαγή στάσης του Ιράν), ο κ. Πολυβίου απομονώνει την φράση «κίνδυνος» (αποσιωπά ακόμα και την αόριστη προηγούμενη λέξη "κάποιοι") για να πει ότι ο Πρόεδρος ήξερε. Το τι "ήξερε" σε αυτό το πλαίσιο δεν το συζητά ο κ. Πολυβίου - ο οποίος σε άλλες περιπτώσεις θα αποφύγει τελείως την ευθύνη όσων όχι μόνο είδαν την λέξη "κίνδυνος" αλλά και πιο έντονες περιγραφές όπως "αλλοίωση". Ο Πρόεδρος πληροφορήθηκε ότι σύμφωνα με τους στρατιωτικούς υπήρχε «κάποιος κίνδυνος» – και συγκατάνευσε στην καταστροφή τους. Οι στρατιωτικοί, όμως, οι οποίοι έλεγαν τα περί κινδύνων δεν ήξεραν; Δεν θα έπρεπε να φροντίσουν με κάθε τρόπο για ένα στέγαστρο; Και πάλιν η σύγκριση δείχνει την μεροληπτικότητα του κ. Πολυβίου.

2. Περιμένοντας να πάνε τα δείγματα πυρίτιδας στην Ελλάδα για ανάλυση: ένα παράδοξο χωρίς ερωτήσεις. Τον Φεβρουάριο του 2011 έγινε μια σύσκεψη με την συμμετοχή των υπουργών εξωτερικών και άμυνας για το φορτίο. Το μεν υπουργείο άμυνας και ο στρατός υποστήριζαν την καταστροφή ενώ το υπουργείο εξωτερικών, έχοντας υπό όψιν τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, υποστήριζε την εκποίηση. Με βάση το ότι είχε ειπωθεί ότι υπήρχε κίνδυνος από αλλοίωση των υλικών, αποφασίστηκε να σταλεί δείγμα για ανάλυση. Το παράδοξο ήταν ότι αποφασίστηκε να σταλεί το δείγμα στην Ελλάδα. Για 5 ολόκληρους μήνες το δείγμα ήταν έτοιμο και δεν έγινε κατορθωτό να σταλεί στην Ελλάδα. Ο κ. Πολυβίου καταγράφει την απροθυμία τόσο των κυπριακών αερογραμμών να το μεταφέρουν όσο και των ελληνικών αρχών να το δεχθούν. Αυτό που παραδόξως λείπει εδώ (σε σχέση με άλλες περιπτωσεις/θεματα/ διερευνήσεις) είναι ότι ο κ. Πολυβίου δεν διερωτάται καν γιατί έπρεπε να πάει Ελλάδα. Γιατί ο κυπριακός στρατιωτικός μηχανισμός του κράτους, αγνοεί ένα χημείο δίπλα του και απευθύνεται σε άλλη χώρα;
Η μη συζήτηση της σχέσης κυπριακού και ελληνικού στρατού είναι η βασική αιτία αυτής της σιωπής. Και εδώ υπάρχει ένα ευρύτερο θεσμικό πρόβλημα το οποίο δεν έχει να κάμει με τον Πρόεδρο αλλά με τις δομές μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε η Εθνική Φρουρά την δεκαετία του 60. Και όμως: αν πήγαινε το δείγμα στο κυπριακό χημείο θα υπήρχε αρκετός χρόνος να γίνει διαχωρισμός, καταστροφή και εκποίηση όπως ήταν προγραμματισμένο. Όλοι οι εμπλεκόμενοι αδιαφορήσαν –αλλά εδώ ήταν βασική ευθύνη του στρατού να πάρει δείγματα επικινδυνότητας σε κάποιο χημείο. Δυστυχώς όπως και με το στέγαστρο ο στρατός σαν «σύστημα-δομή» έθεσε μεν το θέμα αλλά όταν προτάθηκε διαδικασία άφησε πάλι το θέμα χωρίς πρακτική κίνηση – έτσι ούτε στέγαστρο έγινε, ούτε αναλύσεις πυρίτιδας.
Η μη συζήτηση και αναζήτηση αιτιών για την απροθυμία του ελληνικού κράτους να δεχθεί τα δείγματα για ανάλυση θέτει επιπρόσθετα προβλήματα για την στάση (και κατανόηση) του ερευνητή - λειτουργού: αν οι κυπριακές αερογραμμές, και το ελληνικό κράτος ανησυχούσαν για κίνδυνους (από το δείγμα πυρίτιδας αλλά και από πολιτικές ενδεχομένως προεκτάσεις) τότε υπάρχουν 2 δεδομένα: σε σύγκριση με τις κυπριακές αερογραμμές ο χειρισμός του στρατού φαίνεται πρόχειρος και ανεύθυνος. Αν από την άλλη το ελληνικό κράτος είχε ενδοιασμούς να παραλάβει έστω και δείγμα της συγκεκριμένης πυρίτιδας, δεν θα έπρεπε να διερευνηθεί το γιατί – και να είναι πιο προσεκτικός ο ίδιος ο αναλυτής όταν μιλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, για «προσφορές» μετά την κατάσχεση; Τι δεν ήθελε να αναλάβει το ελληνικό κράτος;

Οι πολιτικές αποφάσεις: η απόπειρα να μετατραπεί η επιλογή του Μαρί σε θέμα, η λογοκρισία της πολιτικής διάστασης του ζητήματος σε σχέση με το κυπριακό, η παράδοξη-αντιφατική απαλλαγή της Βουλής, και η απόπειρα να αναζητηθούν ευθύνες ακόμα και χωρίς να υπάρχει τεκμήριο πληροφόρησης.
Ας περάσουμε τώρα στην αξιολόγηση των πολιτικών θεσμών. Στο σημείο διασταύρωσης της πολιτικής με την στρατιωτική δομή του κράτους, ο κ. Πολυβίου επιχείρησε να θέσει θέμα, για την γειτνίαση του στρατοπέδου με τον σταθμό της ΑΗΚ  στο Μαρι. Εδώ ο κ. Πολυβίου επαναλαμβάνει ότι επειδή η Βάση ήταν κοντά στον σταθμό της ΑΗΚ ήταν ο χειρότερος χώρος να τοποθετηθούν. Παραβλέπει το ότι άλλοι πιθανοί χώροι προνοούσαν την εγκατάσταση του φορτίου σε κατοικημένες περιοχές. Η επιμονή του είναι λογικά ρητορική και παραβλέπει επισκιάζοντας (έστω και αν καταγράφει) πως επιλέγηκε ο χώρος.
Στα τεκμήρια (και παρά την διαφορά Παπακωστα-Μπισμπικα για την εισήγηση των 3 χωρών αρχικά) υπάρχει σαφής καταγραφή ότι ο συνταγματάρχης Γεωργιαδης επισκέφθηκε και τους 3 χώρους και, όπως λέει, επέλεξε το Μαρι. Το θέμα του που θα έμπαινε το φορτίο στην βάση πως θα στοιβαζόταν, όπως επίσης καταγράφεται, ήταν και πάλι θέμα των αρμόδιων του στρατού. Από την μαρτυρία-κατάθεση του Προέδρου φάνηκε ότι ο κ. Πολυβίου αναζητούσε κάποιο έστω και απόμακρο τεκμήριο για να κατηγορήσει τον Πρόεδρο για την επιλογή. Δεν βρήκε όποτε αφήνει το θέμα να αιωρείται αντί να σχολιάσει με σαφήνεια τα δεδομένα. Αν, από την άλλη, δεχτούμε την θέση ότι κάποιος όφειλε να ξέρει, τότε σαφώς ο κ. Πολυβίου έκανε ελλειπτική έρευνα. Αν λ.χ. είναι τόσο αυτονόητο ότι δεν έπρεπε να μπει ένα τέτοιο φορτίο εκεί, ερεύνησε ο κ. Πολυβίου ποιος ήταν ο βαθμός «βιομηχανικής οχληριας» και πως καθορίστηκε πολεοδομικά και οικολογικά η περιοχή; [37] Και γιατί κτίστηκε εκεί η ναυτική βάση;
Δεν μπορεί η ευθύνη της γνώσης για την  «γειτνίαση» (όσον αφορά την γεωγραφία η την γειτνίαση όσο αφορά το βεληνεκές μιας έκρηξης) να αφορά μόνο τον Πρόεδρο η τον νυν Πρόεδρο. Προφανώς ο νυν βρήκε κάποιο θεσμικό, πολεοδομικό, πλαίσιο μπροστά του το οποίο είχε φτιαχτεί από πριν.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι οι άγγλοι εμπειρογνώμονες βρήκαν και πλεονεκτήματα για τον χώρο (με τους λόφους του) ο οποίος περιόρισε τα θύματα

Συγκριτικό σχόλιο για την αξιολόγηση της Βουλής. Ξεκινώντας την αναφορά του για την Βουλή ο κ. Πολυβίου αναλώνεται (όπως και με τον στρατό) να απαλλάσσει την Βουλή από ευθύνες πριν καν καταθέσει τα τεκμήρια. Λέει ότι οι 2 αρμόδιες επιτροπές της Βουλής έπρεπε να κινηθούν μετά από πληροφόρηση. Σημειωτέον ότι αυτό το πλεονέκτημα (να έχεις γνώση – μετά από πληροφόρηση- για να πράξεις) δεν το αναγνωρίζει στον Πρόεδρο σε μια αντίφαση που αποκαλύπτει μεροληπτική στάση. Ακολούθως, αναγκάζεται (εφόσον υπάρχει το τεκμήριο) να αναφερθεί στην έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας για το 2009 η οποία κατατέθηκε το τέλος του 2010 (7 μήνες πριν την έκρηξη) στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής. Ακολούθως σε νέα έκκληση του επικεφαλής της επιτροπής έλεγχου του στάλθηκαν από διάφορα υπουργεία, αναφορές για διάφορα θέματα τον Φεβρουάριο του 2011 (5 μήνες πριν την έκρηξη).  Στάλθηκαν και από το υπουργείο άμυνας αναφορές για την κατάσταση του φορτίου στο Μαρι. Αξίζει να δούμε τι έγραφε αυτή η ενημέρωση η οποία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Ελέγχου από το Υπουργείο Άμυνας – στον «πρόεδρο και τα μέλη της» όπως παραδέχεται ο κ. Πολυβίου: Αφού παραθέτει το σχετικό απόσπασμα της Γεν. Ελέγκτριας προχωρεί, σε «σημείωμα», και πληροφορεί τον πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου για τις εξελίξεις από το 2009 μέχρι το 2011 . Και σε αυτό το πλαίσιο αφού καταγράφει τα μόνιμα παράπονα του στρατού για τις σκοπιές αναφέρει τους κίνδυνους που διαφαίνονται – πιο αναλυτικά από το «κάποιοι κίνδυνοι»:
«….την αποθήκευση του φορτίου σε υπαίθρια στοιβάδα, όπου εγκυμονούν κίνδυνοι πλήρους αλλοίωσης και καταστροφής του καθώς και ως προς το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του φορτίου αποτελείται από πυρίτιδα δίφορων ειδών των οποίων η σύνθεση και η αντίδραση τους σε ψηλές θερμοκρασίες είναι άγνωστη[38]
Σύμφωνα με τον κ. Πολυβίου ο βουλευτής και πρόεδρος της επιτροπής κ. Γεωργίου «μελέτησε τόσο τις παρατηρήσεις της Γενικής Ελεγκτού όσο και τα σχόλια του Υπουργείου Άμυνας.»[39]
Αυτά που «μελέτησε» ο κ. Γεωργίου μιλούν για κίνδυνο «πλήρους αλλοίωσης» όπως  και για κίνδυνους από το καλοκαίρι αλλά και για τις συσκέψεις για το θέμα. Υπενθυμίζεται ότι στην περίπτωση του Προέδρου ο κ. Πολυβίου προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει ότι «ήξερε η έπρεπε να ξέρει» αφού υπήρχε η διατύπωση «κάποιοι κίνδυνοι» σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Αν όμως ο Πρόεδρος έπρεπε να υποψιαστεί κάτι τέτοιο, γιατί να μην είναι υπόλογος και ο κ. Γεωργίου ο οποίος διάβασε μια εκτενή αναφορά και άρα «ήξερε» σίγουρα από τον Μάρτιο του 2011 – δηλαδή 5 μήνες πριν την έκρηξη; Γιατί δεν ανέλαβε δράση – να συζητήσει έστω με τον αρμόδιο της Επιτροπής Άμυνας; Δεν έπραξε τίποτα. Ούτε ο επικεφαλής της άλλης σχετικής επιτροπής (άμυνας) επέδειξε οποιονδήποτε ενδιαφέρον[40] για το θέμα – είτε διότι λόγω ευθύνης κοίταξε την αναφορά της Γενικής Ελέγκτριας για θέματα άμυνας, είτε γιατί σαν πολιτικός αρχηγός που είχε κάνει και δήλωση τότε για την εκφόρτωση το 2009 (άρα ήξερε, σαφώς, για το θέμα), είχε και γνώση και άμεση ευθύνη ελέγχου. Δεν ήξερε ο κ. Ομήρου που είναι το Μαρι, που η Βάση και που ο σταθμός της ΑΗΚ; Επιτρέπεται να μην ξέρουν οι Γ. Ομήρου και Γ. Γεωργίου αλλά όχι ο Δ. Χριστοφιας; Η απαλλαγή και των 2 υπεύθυνων επιτροπών της Βουλής χωρίς καν να κληθούν να δώσουν μαρτυρία – σε κλίμα ερωτήσεων ανάλογων προς όσες υποβλήθηκαν στον Δ. Χριστοφια είναι επίσης ενδεικτικό των μεροληπτικών στάσεων του κ. Πολυβίου. Η προκατάληψη είναι εξόφθαλμη όταν αναφέρεται στο γιατί η Βουλή και οι επιτροπές της (η «Βουλή γενικότερα»), δεν επιδείξαν ενδιαφέρον για το θέμα: «..η Επιτροπή Ελέγχου, καθώς και η Βουλή γενικότερα, δέχονταν τις διαβεβαιώσεις του Υπουργού Άμυνας ότι τα όπλα και τα πυρομαχικά της Εθνικής Φρουράς τύγχαναν ασφαλούς φύλαξης».[41] Εδώ γίνεται αποδεκτή η διαβεβαίωση από την Εθνική Φρουρά για ασφαλή «φύλαξη» η οποία στην περίπτωση της εκτελεστικής εξουσίας, δεν γίνεται αποδεκτή.
Όσον αφορά όμως τον επικεφαλής της Επιτροπής Ελέγχου υπάρχει και κάτι πιο εντυπωσιακό – μια αντίφαση που μάλλον πηγάζει από την ανάγκη του κ. Πολυβίου να καταγράψει εξόφθαλμο τεκμήριο, αλλά ταυτόχρονα να το λογοκρίνει μετατοπίζοντας το θέμα αλλού. Για να εξηγήσει ο κ. Πολυβίου το πώς αναλαμβάνει η Επιτροπή Ελέγχου θέματα παραθέτει ένα απόσπασμα στο οποίο η επιτροπή πληροφορείται για ζητήματα τα οποία αφορούν θέματα εκρηκτικών. Μα αν η Επιτροπή Ελέγχου δεν ασχολείται μόνο με τα οικονομικά, όπως επαναλαμβάνει ο κ. Πολυβίου, τότε προφανώς έχει πιο άμεση ευθύνη για το ότι ένα θέμα εκρηκτικών (με δεδομένο το σημείωμα του Υπουργείου το οποίο "μελέτησε" - σύμφωνα με την μαρτυρία- ο κ. Γεωργίου)  δεν διερευνήθηκε. Αν ο αρμόδιος για τον έλεγχο δεν αναμένονταν να ξέρει λόγω μη στρατιωτικής αρμοδιότητας, η γιατί δεν του παρασχέθηκαν ικανοποιητικές πληροφορίες, τότε ανάλογα θα πρέπει να κριθούν όλοι.
Ο τρόπος που οι κ. Ομήρου και Γεωργίου απαλλάσσονται χωρίς να ερωτηθούν καν με τα ίδια κριτήρια με τα οποία αξιολογείται ο Πρόεδρος είναι χαρακτηριστικός της ευρύτερης μεροληψίας που, και πάλιν δυστυχώς, φαίνεται να αγγίζει και την πολιτική μεροληψία και ενδεχομένως και κίνητρα.

Η λογοκρισία του κυπριακού
Η μεροληπτική στάση του κ. Πολυβίου γίνεται πλέον εξόφθαλμη στο σημείο της αξιολόγησης της στάσης της Κύπρου ανάμεσα σε πολλαπλές πιέσεις για την κατάσχεση αρχικά του φορτίου και μετά τις πιέσεις από τις ιδιοκτήτριες χώρες οι οποίες εκβίαζαν σε σχέση με την αναγνώριση των κατεχομένων.
Ένας ερευνητής οφείλει να καταγράφει τα τεκμήρια και τις διαφορετικές απόψεις ή οπτικές που υπάρχουν, και μετά να αξιολογήσει οπτικές με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια. Στις μαρτυρίες ο κ. Πολυβίου ήταν αναγκασμένος να καταγράψει στοιχεία που ενδεχομένως θα έχει και η έρευνα της αστυνομίας. Στην πολιτική, όμως, στην οποία φάνηκε να εμπλέκεται διευρύνοντας (ενώ αλλού λογόκρινε) την έννοια της ευθύνης, η αποσιώπηση των διαθέσιμων στοιχείων είναι έκδηλη.
Όταν λ.χ. εκλεγεί ένας Πρόεδρος με δέσμευση ότι θα αγωνιστεί για την μη-αναγνώριση τ/κ κράτους στην Κύπρο (γιατί αυτό θα ήταν διχοτόμηση) έχει πάρει λαϊκή εντολή από την διαδικασία εκλογής του προς τα πού να κινηθεί στις διεθνείς σχέσεις. Η αξιολόγηση του δεν μπορεί να αφαιρεί αυτό το στοιχείο και να υποκαθιστά με τις οποίες προσωπικές πολιτικές θέσεις του κ. Πολυβίου -  ο οποίος φαίνεται είτε να αδιαφορεί για την αναγνώριση των κατεχόμενων η να προσπαθεί να λογοκρίνει την αιτία της μη απαλλαγής από το φορτίο (την απειλή για κίνηση αναγνώρισης). Έτσι αντί να λειτουργήσει σαν ερευνητής λειτουργεί σαν πολιτικός, και οι αντιφάσεις του γίνονται εξόφθαλμες. Διότι εδώ παραβλέπει ακόμα και το συνταγματικό πλαίσιο[42] στο οποίο καθορίζεται δημοκρατικά η ευθύνη της κυβέρνησης.
Όταν αναφέρεται στην κατακράτηση του φορτίου λ.χ. αναφέρεται στις πιέσεις από την Συρία και μετά το Ιράν, χωρίς όμως καμία αναφορά στο τι θα μπορούσαν να κάνουν σε σχέση με το εμπάργκο στα κατεχόμενα. Αναφέρει ονομαστικά το πλοίο Gregorio χωρίς όμως να εξηγεί τι έγινε και γιατί είναι σημαντικό το επεισόδιο για την πολιτική σε σχέση με το κυπριακό: Το ότι το 2006 η Συρία αντέδρασε σε παρόμοιο επεισόδιο ελέγχου πλοίου με το άνοιγμα της γραμμής Λατακεια – Αμμόχωστος. Είχε η δεν είχε ευθύνη ο Πρόεδρος ( και ο υπουργός εξωτερικών) να έχουν αυτόν τον κίνδυνο σαν προεξέχοντα με βάση τις αρμοδιότητες τους; Ο κ. Πολυβίου αναγνωρίζει ότι λόγω διεθνών πιέσεων αναγκαστήκαμε να πάρουμε το φορτίο. Ποιες ήταν οι πιέσεις; Ήταν πιέσεις από τις ΗΠΑ σε σχέση με το κυπριακό. Αποφεύγει εδώ να συζητήσει τα διαθέσιμα στοιχεία.[43] Ακολούθως αποσιωπά και τις πιέσεις από την Συρία - και απλά καταγράφει ότι οι Σύριοι (και οι Ιρανοί μέχρι σε ένα χρονικό σημείο) επέμεναν έντονα. Όταν όμως ο αφηγητής δεν αναφέρεται στο τι ήταν το αντικείμενο της πίεσης/απειλης τους, δίνει μια σαφώς παραπλανητική εικόνα. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ενώ αναγνωρίζει, έστω και με ένα είδος δυσφορίας, ότι η θέση του Προέδρου προς τον Ασσαντ το 2009,[44]  ήταν αναγκαία ( ή, έστω, όπως γράφει «την δέχεται»), εντούτοις επιμένει μετά να την αναφέρει παραπλανητικά λες και ήταν αλήθεια ότι σκόπευε κάποιος από την κυπριακή πλευρά να τα επιστρέψει στην Συρία. Παραβλέπει ότι έχει μπροστά του τεκμήρια που αποκλείουν οποιαδήποτε επιστροφή – ακόμα και το εξόφθαλμο στοιχείο ότι τοποθετήθηκαν σε περιοχή όπου υπήρχαν και αγγλικοί περίπολοι. Όπως παραβλέπει και τις συζητήσεις με το Ιράν για συμφωνία εκποίησης. Και εδώ δεν μπορεί να ισχυριστεί καν ότι παράβλεψε το έγγραφο – στο κείμενο του Σεπτέμβρη με την αναφορά σε «κάποιους κίνδυνους» γίνεται σαφής αναφορά ότι δεν υπήρχε περίπτωση επιστροφής φορτίου αλλά είτε εκποίησης είτε καταστροφής. Όμως ο κ. Πολυβίου, λες και είναι δικηγόρος μιας πλευράς, αγνοεί τα τεκμήρια και το σύνολο τους εγγράφου. Είναι θέμα αξιοπιστίας του ερευνητή πλέον.
Μάλιστα σε κάποιο σημείο φαίνεται να είναι αιχμάλωτος της μονομέρειας του όταν θεωρεί σαν τεκμήριο ότι στην συνάντηση Ασσαντ-Χριστοφια το 2010 δεν συζητήθηκε το θέμα. Μα αν παρακολουθήσει ο κ. Πολυβίου τα ίδια τα τεκμήρια τα οποία καταθέτει, τότε είναι εμφανές ότι στις σχετικές συναντήσεις η πίεση ερχόταν από τις συριακές αρχές οι οποίες πίεζαν τις κυπριακές αρχές σε σχέση με το φορτίο τους. Αν η Συρία δεν έθετε το "ζήτημα", λογικά δεν θα το έθετε η Κυπριακή Δημοκρατία η οποία σε τέτοιες συζητήσεις είχε το διπλό ρόλο: να ζητά, από την μια, διακοπή της γραμμής Λατακεια-Αμμόχωστος και να εξηγά, από την άλλη, γιατί κατασχέθηκε ένα φορτίο το οποίο η Συρία διεκδικούσε σαν δικό της. Αντίθετα όπως φαίνεται από τα τεκμήρια η βασική κατεύθυνση της κυβέρνησης σε εκείνο το στάδιο ήταν η καταστροφή η εκποίηση – κάτι στο οποίο η Συρία θα μπορούσε να συγκατανεύσει σιωπηλά. Αφαιρώντας (λογοκρίνοντας) το πρόβλημα με την αναγνώριση των κατεχομένων ο κ. Πολυβίου φτιάχνει μια αποσπασματική εικόνα – η οποία είναι και μεροληπτική όσον αφορά τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα και άρα τα υπάρχοντα δεδομένα. Αν δεν ήθελε να αναφερθεί στην κατάθεση του Πρόεδρου ο κ. Πολυβίου, υπάρχουν τα τεκμήρια της αμερικανικής πρεσβείας (μέσω wikileaks) και από τα οποία είναι σαφές ότι υπήρχε απειλή από την Συρία σε σχέση με το 2006- όπως αναφέρει ο αμερικανός πρέσβης η κυπριακή κυβέρνηση βρισκόταν «στην γωνία» σε σχέση με τις πιέσεις για αναγνώριση των κατεχομένων.

Η παραπλάνηση για τις «προσφορές» και τις απόπειρες της κυβέρνησης να απαλλαγεί από το φορτίο
Ένα άλλο σημείο στο οποίο ο κ. Πολυβίου παραπλανεί με ρητορικούς ακροβατισμούς παρά ερευνητικά τεκμήρια είναι η σχέση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον ΟΗΕ και την ΕΕ.
«..η βασική πολιτική γραμμή επιδίωξης ισορροπιών (μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένων Εθνών , από την μια, και της Συρίας και του Ιράν, από την άλλη) …»[45]
Αυτή η αναφορά κωδικοποιεί πλήρως την παραπλάνηση που επιχειρεί ο κ. Πολυβίου. Δεν υπήρξε αντιπαραθεση με την ΕΕ μετά την κατάσχεση. Στα αρχικά στάδια αποδοχής του πλοίου-φορτίου οι ευρωπαϊκές χώρες έδειξαν την σαφή θέση τους να κατασχεθεί το φορτίο όπως και έγινε. Υπήρξαν τότε (εκτός από συγχαρητήρια) προσφορές «συνδρομής»/βοήθειας αν υπήρχε ανάγκη («ετοιμότητα των χωρών τους για τεχνική η και κάθε άλλου είδους αρωγή», «εναπόκειται στην Κυπριακή Δημοκρατία να αποφασίσει αν χρειαζόταν στήριξη..») αλλά ο κ. Πολυβίου δεν καταγράφει  «απαιτήσεις» η «διεκδικήσεις» από  ευρωπαϊκές χώρες μετά την απόφαση για κατάσχεση που να δικαιολογούν την αυθαίρετη τοποθέτηση της ΕΕ σε δήθεν αντιπαραθεση με την Κυπριακή Δημοκρατία. Φαίνεται να ψεύδεται δυστυχώς εδώ ο κ. Πολυβίου μέσα από την κατασκευή ρητορικών σχημάτων που δεν βασίζονται στα τεκμήρια. Αξίζει εδώ να αναφερθεί η απάντηση του Γάλλου πρέσβη σε βολιδοσκόπηση από την κυπριακή κυβέρνηση για την πιθανότητα να πάρει η Γαλλία το φορτίο:
«Η Γαλλία, όμως, δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του φορτίου και δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοια περίπτωση χωρίς να εξετάσει το φορτίο. Εξέφρασε πάντως την πεποίθηση ότι η ΕΦ η οποία διαθέτει Γαλλικό υλικό και μέλη της οποίας είχαν Γαλλική  εκπαίδευση είναι σε θέση  να χειρισθεί το υλικό[46]
Δηλαδή η Γαλλία, αμέσως μετά την κατάσχεση, μας είπε «κανονίστε το μόνοι σας». Κάτι ανάλογο είχαν πει στην Ε.Ε., σύμφωνα με την κατάθεση του Μ. Κυπριανού, για τα προβλήματα που προέκυπταν στις «διμερείς σχέσεις» - ιδιαίτερα με βάση το κυπριακό. Αυτήν την διάσταση, όμως, την λογοκρίνει ο κ. Πολυβίου.
Γενικά σε αυτό το θέμα ο κ. Πολυβίου φαίνεται είτε να αδυνατεί να κατανοήσει ακόμα και τα τεκμήρια τα οποία καταγράφει – είτε να αδιαφορεί για τα τεκμήρια μπροστά σε αλλά κίνητρα (πολιτικά η αλλά) πέρα από την ερευνητική διαδικασία.
Όσο για τον ΟΗΕ, το ότι καθυστέρησε να έρθει μια επιτροπή έλεγχου του Συμβουλίου Ασφαλείας (καθυστέρηση η οποία όπως δείχνουν τα τεκμήρια και όπως παραδέχεται, αναγκαστικά και ο ίδιος ο κ. Πολυβίου είχε να κάμει με τις προσπάθειες συντονισμού των υπουργείων και προετοιμασίας του χώρου) δεν συνιστούσε αντιπαραθεση με τον ΟΗΕ.[47]
Η μόνη διαφορα που υπήρχε ήταν με τις χώρες οι οποίες διεκδικούσαν το φορτίο. Αυτό το αποσιωπά στην ανάλυση του ο κ. Πολυβίου για να κατασκευάσει μια ανύπαρκτη αντιπαραθεση με την Δύση. Είναι αυτό αξιολόγηση ερευνητή η σκόπιμη παραποίηση δεδομένων; Υπάρχει εδώ λ.χ. είτε άγνοια είτε σκόπιμη παραγνώριση του πως λειτουργεί το Συμβούλιο Ασφαλείας σε σχέση με τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν (ότι δεν υπάρχει ομοφωνία παρά τα κατά καιρούς ψηφίσματα), αλλά ακόμα και του γεγονότος ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν μπορούσε να εγγυηθεί τις «διμερείς μας σχέσεις» με τις επηρεαζόμενες χώρες – και άρα τις αντιδράσεις τους στο κυπριακό.
Φαίνεται, όμως, ότι μάλλον ο κ. Πολυβίου λογοκρίνει σκόπιμα ακόμα και εκεί που υπάρχουν τεκμήρια – όπως την προσφορά της Κυπριακής Δημοκρατίας να δοθεί το φορτίο.[48] Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε εισηγηθεί 3 πιθανότητες να μην μείνει το φορτίο στο νησί: να πάει στην Μάλτα, στον Λίβανο, η να φύγει από την Κύπρο με μπλε σημαία του ΟΗΕ. Και, όπως είπε και ο Πρόεδρος στην κατάθεση του, καμία εισήγηση δεν έγινε αποδεκτή από την ολομέλεια του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αν είχε αμφιβολίες για την δήλωση ο κ. Πολυβίου όφειλε να τεκμηριώσει τις απόψεις του – όχι να αποσιωπά την ευρύτερη εικόνα και να παραγνωρίζει τεκμήρια για να κατασκευάσει μια παραπλανητική εικόνα για τα δεδομένα.
Έτσι ο κ. Πολυβίου λογοκρίνει την αιχμή της πίεσης των Σύριων και των Ιρανών σε σχέση με το κυπριακό και μετά κατασκευάζει μια παραπλανητική εικόνα για την ΕΕ και τον ΟΗΕ για να φτιάξει μια εικόνα αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Κύπρο και την Δύση (με την οποία η Κύπρος ουσιαστικά δεν είχε να χωρίσει τίποτα αφού αποδέχτηκε το αίτημα της και κατακράτησε το φορτίο) αγνοώντας ότι οι πραγματικοί κίνδυνοι έρχονταν από την «Ανατολή».
Αυτού του είδους οι ρητορικές δεν ήταν μέρος των όρων εντολής. Αν ο κ. Πολυβίου πιστεύει ότι δεν πρέπει να κρατούνται ισορροπίες στην εξωτερική πολιτική όποιο και αν είναι το κόστος στο κυπριακό, αν πιστεύει πρέπει να εγκαταλειφθεί η διπλωματία στο αραβικό και μουσουλμανικό χώρο, κ.ο.κ. αυτά είναι προσωπικές πολιτικές θέσεις και δεν μπορεί να τις  εισάγει στις αξιολογήσεις: δεν διορίστηκε για αυτό αλλά για να αξιολογήσει ισομερώς τα τεκμήρια μέσα στα πλαίσια των εργασιών της κυβέρνησης (συμπεριλαμβανόμενων και των όρων της λαϊκής εντολής η οποία προήλθε από τις εκλογές) και της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. 

Συμπεράσματα: μεροληψία και στοιχεία ένταξης του ερευνητή λειτουργού στο θεαματικό κλίμα των ΜΜΕ
Είναι έκδηλο ότι και στα 2 κριτήρια τα οποία τέθηκαν ο κ. Πολυβίου δεν συμπεριφέρθηκε ισομερώς.
  1. Αποσιώπησε, και άρα λογόκρινε, τεκμήρια είτε για την κατάσταση στην Βάση, είτε για τις ευθύνες του στρατού σαν δομής. Ταυτόχρονα στο τομέα της εξωτερικής πολιτικής απέκλεισε τεκμήρια και έφτιαξε παραπλανητικές εικόνες με στόχο να εστιάσει μια επίθεση στον Πρόεδρο.
  2. Όσον αφορά τα κριτήρια αξιολόγησης είναι εντυπωσιακό πόσο προκατελειμενος υπήρξε ο κ. Πολυβίου. Εφάρμοσε στον Δ. Χριστοφια κριτήρια τα οποία δεν εφάρμοσε ούτε στους εμπλεκόμενους στρατιωτικούς οι οποίοι όφειλαν να πράξουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, ούτε στους πολιτικούς οι οποίοι καθηκοντως θα «έπρεπε να ξέρουν» όπως οι επικεφαλείς των αρμόδιων επιτροπών της Βουλής.

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να δούμε την πορεία αυτής της επιτροπής με τις δημόσιες ακροάσεις. Ο κ. Πολυβίου σαν νομικός όφειλε να ξέρει ότι τέτοιες δημόσιες διαδικασίες τείνουν να επηρεάζονται από τα ΜΜΕ. Η  στάση του υπήρξε σαφώς προκατειλημμένη και πάλιν – σε βαθμό που θα πρέπει να γίνει δείγμα προς αποφυγήν η όλη συμπεριφορά του για μελλοντικούς υποψήφιους για επιτροπές.
Από ότι φάνηκε διέρρεε κείμενα στον τύπο η δεν έκανε καμία προσπάθεια να διερευνήσει τις διαρροές. Η ίδια η συμπεριφορά στην κατάθεση του Προέδρου ήταν μεροληπτική σε 3 μέρη τουλάχιστον:
  1. Επέτρεψε την τοποθεσία φωτογραφιών των νεκρών μπροστά στον μάρτυρα για πρώτη φορά.
  2. Αναλώθηκε σε ένα είδος επίδειξης στα ΜΜΕ με την δήλωση του «σήμερα κρίνομαι εγώ».
  3. Η κάλυψη της συμπεριφοράς του Ν. Ιωαννιδη όταν εξύβρισε τον Δ. Χριστοφια στο τέλος, μπορεί να κατανοηθεί σαν προσπάθεια αποφυγής της έντασης – αλλά είναι εντυπωσιακό ότι δεν είπε κάτι έστω ενάντια στην φραστική επίθεση.
Η τελική παράδοση του πορίσματος ήταν δείγμα αυτής της διαπλοκής του ερευνητή με την εικόνα του στα ΜΜΕ. Από ότι φαίνεται τα άτομα γύρω του η ο ίδιος είχαν διαρρεύσει το πόρισμα. Και ο ίδιος μόλις το παρέδωσε ανάλαβε τον  ρόλο της τηλεοπτικής παράστασης. Ήταν μια θλιβερή στιγμή για το βήμα εκδημοκρατισμού που θα μπορούσε να εκπροσωπεί αυτή η επιτροπή. Ο κ. Πολυβίου αποδείχθηκε πιο επιρρεπής από ότι επιτρέπεται για δημόσιο ερευνητή στην θεαματική του εικόνα στα ΜΜΕ . Είναι σαφές μετά από αυτήν την εμπειρία ότι σαν κοινωνία πρέπει να δούμε κριτικά όχι μόνο τις περιπτώσεις χειραγώγησης από τα ΜΜΕ αλλά και την τάση δημόσιων λειτουργών να χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ και την εν δυνάμει μεροληπτική προβολή τους, για ιδιοτελείς σκοπούς.
Σε αυτό το πλαίσιο η αναφορά του για «μονοπώληση των μέσων μαζικής ενημέρωσης από τους συνήθεις ύποπτους (κομματικούς και πολιτικούς) είναι φαινόμενο το οποίο δεν είναι πλέον αποδεκτά…» δείχνει μάλλον προχειρότητα όπως και με την συζήτηση ευθυνών. Αν κατανοούσε ο κ. Πολυβίου  τις διαδικασίες χειραγώγησης από τα ΜΜΕ θα αναγνώριζε τουλάχιστον ότι ο ίδιος σύμπλεε με το υπάρχον θεαματικό κλίμα , και άρα το πιο πάνω σχόλιο ήταν σαφώς αντιφατικό με την όλη στάση του.
Ο κ. Πολυβίου ταυτίστηκε και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει αυτό το «μονοπώλιο» το οποίο αποκηρύσσει δήθεν. Το ότι αναγνωρίζει ότι το πόρισμα του δεν είναι «ακαδημαϊκό η κοινωνιολογικό» είναι θετικό αφού αναγνωρίζει τα όρια των γνώσεων και δυνατοτήτων του. Θα έπρεπε σε αυτό το πλαίσιο να είχε απορήσει γιατί τα μονοπώλια της πληροφόρησης και ο ίδιος ήταν τόσο ταυτισμένοι – και ενδεχομένως τους έδινε και «εξετάσεις» όπως θα μπορούσε να ερμηνευτεί η αρχική του δήλωση στην κατάθεση του Προέδρου. Άλλωστε οι δικές του αποσιωπήσεις - λογοκρισίες φάνηκαν να αντανακλούν τις επιθυμίες πολιτικών και ΜΜΕ για λογοκρισία συγκεκριμένων θεμάτων: όταν άρχισαν να διαρρέουν στοιχεία για την έρευνα-πόρισμα της αστυνομίας (ιδιαίτερα με το θέμα της μη εκκένωσης), ξαφνικά αυτό το πόρισμα και τα τεκμήρια του έγιναν στόχος από τους ίδιους οι οποίοι είχαν αποδεκτει το πόρισμα Πολυβίου χωρίς καν να το διαβάσουν-αναλύσουν (διότι καταγράφει αναγκαστικά και αυτός την μη-εκκένωση και την διαταγή ανάκλησης προσωπικού – χωρίς βέβαια να τα αναλύσει). Για μερικούς αρκούσε, προφανώς, η εστίαση στον Δ. Χριστοφια. Αλλά τα τεκμήρια είναι εκεί και θα εμφανιστούν στην δημοσιότητα – αργά η γρήγορα.




[1] Σε ένα, έστω, αρχικό, επίπεδο αφού το (πιο ολοκληρωμένο όσον αφορά τα τεκμήρια) πόρισμα της αστυνομίας δεν δημοσιοποιήθηκε.
[2] Η μη-δημοσιοποίηση του αστυνομικού πορίσματος φαίνεται να ήταν δικαστικά απαραίτητη όσον αφορά τις δίκες οι οποίες θα ακολουθήσουν. Στην δημόσια συζήτηση, ωστόσο, η οποία προκλήθηκε από την δημοσιοποίηση του πορίσματος Πολύβιου υπήρχε, σαν συνέπεια, μια σαφώς ελλειπτική πληροφόρηση για το σύνολο των τεκμηρίων. Ιδιαίτερα όταν λάβει κανείς υπό όψιν, όπως διαφαίνεται στην συνέχεια αυτού του κειμένου, την τάση του κ. Πολυβίου να λογοκρίνει επιλεκτικά στοιχεία και τεκμήρια.
[3] Πόρισμα της Μονομελούς Επιτροπής (ΠΜΕ), σελίδα 261. Ο κ. Πολυβίου αναφέρει ότι δεν θα αποδώσει «τελικές ευθύνες» γιατί δεν «έχει το δικαίωμα». Το θέμα, όμως, ήταν η αναζήτηση (και πειθαρχικών) ευθυνών και όχι η «τελική» απόδοση ευθυνών. Διότι αναφέρεται μεν σε «κρατικούς λειτουργούς» (και έχει και ειδικό μέρος για τους στρατιωτικούς χειρισμούς) αλλά σαφώς υποβαθμίζει (και μετατοπίζει στρατηγικά τις ευθύνες του στρατού όπως θα διαφανεί πιο κάτω – ακόμα και σε σύγκριση με την πυροσβεστική) τόσο στην ρητορική της ανάλυσης όσο και στην αξιολόγηση.
[4] Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τους ακόλουθους εμπλεκόμενους:
1. Πολιτικοί αντίπαλοι του Προέδρου.
2. Συγγενείς νεκρών οι οποίοι ταυτίστηκαν (για διάφορους πολιτικούς, συναισθηματικούς η άλλους λόγους) με τους πιο πάνω.
3. Συγγενείς θυμάτων οι οποίοι, αντίθετα, θεωρούσαν τις επιθέσεις εναντίον του Προέδρου σαν «εκμετάλλευση του πόνου».
4. Ο Πρόεδρος και οι Υπουργοί.
5. Άτομα στον στρατό και άλλες υπηρεσίες (όπως η πυροσβεστική) οι οποίοι έκαναν λάθη.
6. Η Βουλή της οποίας 2 επιτροπές είχαν αρμοδιότητα να ασχοληθούν με το θέμα.
[5] Ανκαι η συγκριτική εστίαση εδώ θα είναι μεταξύ στρατού-Προέδρου, μια επίσης ενδιαφέρουσα σύγκριση είναι η απονομή ευθυνών σε αρμόδιους της πυροσβεστικής σε αντίθεση με την μη ανάλογη απόδοση ευθυνών σε αρμόδιους του στρατού.
[6] ΠΜΕ, σελ. 257
[7] Οι ερωτήσεις περιλαμβάνουν από απλοϊκά ερωτήματα αν κάποιος γνώριζε την «ύπαρξη» της ναυτικής βάσης, η του σταθμού της ΑΗΚ (ερ. 1, 2) η και πάλιν γενικά ερωτήματα αν ήταν γνωστό ότι υπήρχε πυρίτιδα στα κιβώτια, η αν γνώριζαν  ότι ήταν αποθηκευμένα «στο ύπαιθρο». Αυτά όμως τα ερωτήματα ήταν θέμα καθημερινής εμπειρίας (και θέασης) για τους αξιωματούχους του στρατού. Οπότε ο κ. Πολυβίου εφαρμόζει μάλλον επιλεκτική χρήση των ερωτημάτων τα οποία καταθέτει.
[8] Το ένα κείμενο παραπέμπει στις «ευθύνες υπουργών» ενώ το άλλο σε γενικές αναφορές για την πολιτική και την ποινική ευθύνη.
[9] ΠΜΕ, σελ 399.
[10] Η πρώτη αναφορά στο θέμα έγινε από τον κ. Θεοφίλου αξιωματικό της Πυροσβεστικής και συγγενή θύματος, τον Ιούλιο μετά την έκρηξη. Στο ΠΜΕ καταγράφεται στις εισηγήσεις στην σελίδα 216.
[11] ΠΜΕ, σελίδα 216
[12] Τα λόγια ήταν του διοικητή του Ναυτικού, Α. Ιωαννιδη. Φαίνεται να πίστευε ότι τελικά δεν θα εξαπλωνόταν η πυρκαγιά λόγω της υγρασίας. Κάτι όμως που αποδείχτηκε λάθος και προκάλεσε την κλήση των πυροσβεστικών για να σβήσουν την φωτιά «γύρω» από τα κοντεϊνερ.
[13] ΠΜΕ, σελίδα 213.
[14] ΠΜΕ, σελ. 237
[15] ΠΜΕ, σελ. 399.
[16] Δημοσιεύτηκε και αναφορά (με βάση την αστυνομική έρευνα και πόρισμα) για τις τοπικές στρατιωτικές ευθύνες για την μη εκκένωση στις 20/8 στον «Φιλελεύθερο» και στον  «Πολίτη» στις 8/10. Η κωδικοποίηση στον «Φιλελεύθερο» παρέπεμπε σε ένα είδος απαίτησης για λογοκρισία του θέματος, ενώ όταν τελικά δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη»  πληροφορία σχετική με το θέμα από το αστυνομικό Πόρισμα, υπήρξε μια θεαματική επίθεση ενάντια στην ίδια την διερεύνηση του θέματος. Η απαίτηση λογοκρισίας για το θέμα από διάφορους ήταν σαφής – και ο κ. Πολυβίου αναγκαστικά πήρε θέση σε αυτό το κλίμα. Δικαιούται όμως ένας δημόσιος λειτουργός να αποσιωπα/λογοκρινει;
[17] Μαρτυρία Εύρου Αργύρη, ΠΜΕ, σελ. 238.
[18] ΠΜΕ, σελ. 237.
[19] ΠΜΕ, σελ.  239.
[20] Η έννοια της «φύλαξης» και της «φρούρησης» χρησιμοποιούνται επιλεκτικά από τον κ. Πολυβίου – ανκαι αναγνωρίζει ότι η εντολή που είχε πάρει ο στρατός ήταν για «φύλαξη», εντούτοις διατηρεί μια ασάφεια η οποία μοιάζει με προσπάθεια να απαλλάξει τον στρατό από τις ευθύνες τις οποίες προνοεί η έννοια της «φύλαξης». Όπως αναφέρεται και πιο κάτω η έννοια της «φύλαξης» ήταν σαφής σε όλες τις αναφορές των πολιτειακών αξιωματούχων συμπεριλαμβανόμενων και των Γενικού Εισαγγελέα και του Τμήματος Τελωνείων.
[21] ΠΜΕ, σελ. 58-59.
[22] Ο κ. Πολυβίου φαίνεται να επιρρίπτει ευθύνες με βάση το ότι οι αρμόδιοι της πυροσβεστικής συμμετείχαν στην σύσκεψη στην Βάση και το ότι ήξεραν για τις διαδικασίες αποφυγής θυμάτων σε πυρκαγιά – και δεν έπραξαν τα ανάλογα. Όμως ανάλογοι κανόνες υπήρχαν και στα εγχειρίδια του ΓΕΕΦ και σαφώς οι αρμόδιοι του στρατού είχαν  ανάλογη πληροφόρηση όπως παραδέχεται και ο ίδιος στην καταγραφή του.
[23] Σχετικά παραδείγματα υπάρχουν στην κυπριακή νομική πραγματικότητα (με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση πτώσης του αεροπλάνου της «Ήλιος»)  και ο κ. Πολυβίου σαφώς δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια για αυτά τα συγκριτικά παραδείγματα.
[24] ΠΜΕ 134
[25] ΠΜΕ 147
[26] ΠΜΕ, σελ. 147
[27] ΠΜΕ, σελ. 142. Αναφορά του κ.Πολυβιου στο σημείωμα.
[28] ΠΜΕ, σελ. 130.
[29] Λίγες σελίδες πιο κάτω από την αναφορά για σχεδιασμό για στέγαστρο ο κ. Πολυβίου παραθέτει μαρτυρία του συνταγματάρχη Γεωργιαδη ότι «τα έργα που είχαν γίνει από την Διοίκηση Μηχανικού αφορούσαν μόνο την βάση που τοποθετήθηκαν και όχι το στέγαστρο». Αλλά ο ερευνητής δεν φαίνεται να διερευνά ποιος και γιατί αποφάσισε να μην γίνει τελικά το στέγαστρο.
[30] ΠΜΕ, σελ 130.
[31] Υπάρχει σχετική αναφορά στην αξιολόγηση των «Στρατιωτικών χειρισμών». Σύμφωνα με τον προϊστάμενο του Τομέα Αμυντικών Έργων του ΥΠΑΜ, κ. Π. Στυλιανιδη, ο ίδιος   «μίλησε με Ναυτικό, ΔΥΠ και Τελωνείο» και κατέληξε στο «το να κάνουμε υπόστεγο τώρα σημαίνει άλλα επιπρόσθετα έξοδα τα οποία εάν εκποιηθούν τα υλικά δεν θα χρειαστεί.» Αξίζει να τονιστεί ότι είχε μιλήσει και με το «Ναυτικό» στο οποίο ανήκε η Βάση. Και  ουσιαστικά απέρριψαν την δημιουργία στεγάστρου. Ακολούθως βέβαια ο κ. Πολυβίου θα παραβλέψει πλήρως τις ευθύνες για την μη τήρηση των αρχικών οδηγιών.
[32] ΠΜΕ, σελ. 171-172.
[33] ΠΜΕ, σελ. 172.
[34] ΠΜΕ, σελ.  187.
[35] Αξίζει να αναφερθεί ότι ένας πυροσβέστης κωδικοποίησε την κατάσταση σαν «μας έβαλαν πομπα». Και το φαινόμενο της δολιοφθοράς (ανκαι πιθανό λόγω απουσίας νυχτερινής φρούρησης) δεν σχολιάζεται καθόλου. Στην βρετανική έκθεση εμπειρογνωμόνων δεν θεωρείται πιθανό – χωρίς να αποκλείεται απόλυτα.
[36] Από το 2009 υπήρχε σχετική αναφορά από τον κ. Τσαλικιδη, αρχηγό της Εθνικής Φρουράς.
[37] Ο κατάλογος «αποθηκευτικής ανάπτυξης κατηγορίας Α» του 1996 περιλάμβανε «εύφλεκτες και επικίνδυνες ύλες», ενώ ο κατάλογος «βιομηχανικών αναπτύξεων κατηγορίας Α» περιλάμβανε «παραγωγή και συσκευασία πυρίτιδας», μέχρι και «εμπλουτισμό πυρηνικών καυσίμων» μαζί με «Ναυπηγεία και καρναγια» («Δήλωση Πολιτικής, Πολιτική για την Ρύθμιση και τον έλεγχο της ανάπτυξης και την προστασία του περιβάλλοντος στην ύπαιθρο και στα χωριά», 1996).
[38] ΠΜΕ, σελ. 476.
[39] ΠΜΕ, σελ.  477.
[40] Σύμφωνα με το κείμενο Πολυβίου η έκθεση της Γενικού Ελεγκτή «παραπέμπεται από τον Πρόεδρο της Βουλής στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, ενώ διανέμεται σε όλα τα μέλη του σώματος» (σελ. 470).  Στην σελίδα 477 όμως σημειώνει (αναφερόμενος στις παρατηρήσεις της Γενικού Ελεγκτή και στα σχόλια του Υπουργείου Άμυνας) «Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι τα πιο πάνω κοινοποιήθηκαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας». Υπάρχει μια σαφής αντίφαση η οποία δεν διερευνήθηκε: είτε τηρήθηκε ο κανονισμός και στάλθηκε η έκθεση σε όλους του βουλευτές (άρα είχαν και τα μέλη της επιτροπής άμυνας το κείμενο-έκθεση), είτε δεν στάλθηκε όποτε υπήρξε πρόβλημα στην διαδικασία λειτουργίας της Βουλής. Ο κ. Πολύβιου αποφεύγει το θέμα με την ασαφή δήλωση ότι δεν υπάρχει «ένδειξη». Δεν υπάρχει όμως ερμηνεία (ούτε και στοιχεία διερεύνησης) γιατί δεν στάλθηκε η αν στάλθηκε γιατί δεν «μελετήθηκε». Το ότι η Επιτροπή Άμυνας ήξερε για το θέμα είναι δεδομένο με βάση το γεγονός ότι το θέμα ήταν στην δημοσιότητα το 2009. 
[41] ΠΜΕ, σελ. 479.
[42] Της υποχρέωσης διασφάλισης της κυριαρχίας της Πολιτείας και καθορισμού των όρων της λαϊκής εντολής.
[43] Τα οποία είναι σαφή και στις αναφορές των wikileaks – από τα έγγραφα της αμερικανικής πρεσβείας στην Λευκωσία.
[44] Όταν ο Πρόεδρος προσπαθούσε να πείσει τον πρόεδρο της Συρίας ότι δεν ήταν ευθύνη της Κύπρου η κατάσχεση και, άρα, δεν έπρεπε να επεκταθούν οι συριακές κυρώσεις – όπως εκφράζονταν από την γραμμή Λατακεια-Αμμόχωστος. Ο στόχος του Προέδρου όπως φαίνεται με σαφήνεια στο κείμενο ήταν να πείσει τον Ασσαντ να παραβλέψει το επεισόδιο και να διακόψει την υφισταμένη έμμεση αναγνώριση με την σύνδεση Συρίας κατεχομένων. Ο κ. Πολυβίου απομονώνει το πλαίσιο και συζητά μια φράση για την οποία είναι αναγκασμένος (λόγω της πρακτικής της διπλωματίας αλλά και του συγκεκριμένου πλαισίου) να παραδεχτεί ότι η ερμηνεία του Προέδρου πρέπει να γίνει αποδεκτή. Την δέχεται γιατί είναι αναγκασμένος λογικά αλλά ρητορικά επιμένει σαν δημοσιογράφος αντιπολιτευόμενου ΜΜΕ να επανέρχεται χωρίς τεκμήρια πια όμως.
[45] ΠΜΕ, σελ. 430.
[46] Σελίδα 131.
[47] Δεν υπάρχει αναφορά στα όσα καταγράφονται για εκφρασμένη δυσφορία του ΟΗΕ. Η κ. Απεγητου επεσήμανε την καθυστέρηση απάντησης στις 3/6/2011 με έντονους τόνους, αλλά η μόνη αναφορά στις εκφρασμένες θέσεις της επιτροπής ήταν η «ευελιξία» της για «αλλαγή ημερομηνιών».
[48] Η προσφορά της Κυπριακής Δημοκρατίας καταγράφεται στην σελίδα 93 σαν «διαζευκτική εισήγηση»  από τον κ. Σεργίου. Αυτές οι προτάσεις οι οποίες καταγράφονται και στα wikileaks προφανώς δεν ήταν εισηγήσεις μόνο ενός αρμόδιου αλλά μια ευρύτερη θέση, η οποία προωθήθηκε προς τον ΟΗΕ χωρίς ανταπόκριση.
  • November 4th 2011 at 20:17

«Ο κυπριακός κομμουνισμός»: Κοινωνική ιστορία του κυπριακού κομμουνιστικού κινήματος

By Antreas Panayiotou


Δημοσιευτηκε αρχικα στο «Χρονικο», εφ. Πολιτης, 9/11/208

Το κυπριακό κομμουνιστικό κίνημα αποτελεί έναν ενδιαφέρον φαινόμενο συνύπαρξης και συνδυασμού στοιχείων από διαφορετικά ρεύματα της ευρύτερης ιστορικής αριστεράς: η έμφαση στην ταξική ανάλυση (και την στρατηγική της «κοινωνικής δικαιοσύνης») συνοδεύεται, και αρκετές φορές υποσκελίστηκε, από μια έντονη έμφαση στον εκδημοκρατισμό και στην ανάγκη εκμοντερνισμου, ενώ ο αντί-ιμπεριαλισμός συνοδεύεται από μια εξίσου ριζοσπαστική κριτική του εθνικισμού με έμφαση στην συνύπαρξη διαφορετικών κουλτουρων.  Όσον αφορά την στρατηγική ο «κυπριακός κομμουνισμός» εκφράζει ένα είδος «ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμου» που συνδυάζει την έμφαση στις πρακτικές μεταρρυθμίσεις με ένα εξελικτικό πλαίσιο που έχει σαν φοντο/προεκταση μια επαναστατική/ «ουτοπική»  ιδεολογία/όραμα.

Η αρχή: η πρωτοπορία του προλεταριακού μοντερνισμού

Οι πρώτες αναφορές για την εμφάνιση σοσιαλιστικών ιδεών ανάγονται στα τέλη της δεκαετίας του 1910, όταν δημιουργήθηκε στην Λεμεσό η «Λαϊκή Συνεργατική Ένωση» (ΛΣΕ) – ένα είδος σωματείου-Λέσχης το οποίο είχε σαν στόχο την ενισχυση/οργανωση των λαϊκων/εργατικων στρωμάτων. Οι δημιουργοί και οι ηγέτες της Λέσχης, ωστόσο, φαίνεται ότι ήταν μεσοαστοί και διανοούμενοι οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τις νέες ιδέες που έρχονταν από την Δύση – και την Ανατολή, μετά την ρωσική επανάσταση. Το 1922 κυκλοφόρησε η εφημερίδα «Πυρσός», στα πλαίσια αυτής της κίνησης,  με στόχο την δημιουργία ενός «Εργατικού Κόμματος». Μια σημαντική μορφή σε αυτές τις αρχικές κινήσεις ήταν ο Π. Φασουλιωτης ο οποίος, σύμφωνα με τον Γ. Λεφκη, εκπροσωπούσε την τάση που ήθελε ένα κόμμα στα πρότυπα του βρετανικού κόμματος. Μια άλλη, όμως, τάση στην ΛΣΕ (η οποία συμπεριλάμβανε τόσο εργάτες όσο και διανοούμενους) συσπειρώθηκε γύρω από την «συντεχνία κτιστών» και προσανατολιζόταν σε μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή του αναδυόμενου εργατικού κινήματος, την κομμουνιστική.

 Οι πρώτες συντεχνίες με τις οποίες συνδέθηκαν οι ριζοσπαστικές ιδέες για την ταξική πάλη ήταν συντεχνίες τεχνιτών – λ.χ. κτιστών, αρτεργατών, ραφτών κλπ. Η πρώτη απεργία που αποδόθηκε στους κομμουνιστές στην Λεμεσό ήταν μια απεργία ραφτών ενώ μια ομάδα κομμουνιστών αρτεργατών που απολύθηκαν μετά από απεργία έφτιαξε την πρώτη αριστερή «κοοπερατίβα» (συνεργατισμό) – είχαν μάλιστα σαν σημείο κατατεθέν ένα αστέρι στα ψωμιά που παρήγαγαν. Το ευρύτερο πλαίσιο της εποχής (κρίση του αποικιακού πολιτικού συστήματος, κρίση παραδοσιακών άξιων, επίδραση της ρωσικής επανάστασης), φαίνεται ότι «ευνοούσε» την δημιουργία πολιτικών ομάδων με άξονα τις διεκδικήσεις των λαϊκών στρωμάτων: ήδη από το 1922 βρέθηκαν «στασιαστικές προκηρύξεις» στην περιοχή των μεταλλείων, ενώ μέχρι το 1930 υπήρχαν εργατικά κέντρα/λεσχες στην Λεμεσό (όπου πρωτοδημιουρθηκε αυτός ο νέος θεσμός οργάνωσης), την Λευκωσία, την Λάρνακα και την Αμμόχωστο. Φαίνεται επίσης ότι είχαν φτιαχτεί κομμουνιστικές ομάδες, πυρήνες ( η έστω υπήρχαν συμπαθούντες) και σε μια σειρά χωριών ( Γερμασογεια, Κοιλανι, Πισσουρι, Κιτι, Καλαβασο κλπ). Ένα εργατικό κίνημα το οποίο κτίζει την ρητορική του στην ανάγκη ταξικής πάλης και ταξικής συνείδησης από τα λαϊκά στρώματα, δεν μπορεί, όμως, να βασιζόταν μόνο στις ιδέες. Υπήρχε και μια σαφής υλική-οικονομική βάση για την εμφάνιση του κυπριακού κομμουνισμού: η δεκαετία του 20 ήταν μια δεκαετία που σφραγίστηκε από το ξεκλήρισμα της μικροϊδιοκτησιας στην αγροτική παραγωγή. Η πιο άμεση αιτία ήταν οι διακυμάνσεις στην ζήτηση για την αγροτική παραγωγή: με το τέλος του πολέμου, οι κύπριοι αγρότες βρέθηκαν απροστάτευτοι στα χέρια των τοκογλύφων.

Οπότε οι κομμουνιστές σαν πολιτική-πολιτιστική τάση εμφανίστηκαν ακριβώς σε μια στιγμή που η διαδικασία προλεταριοποίησης του πληθυσμού ήταν οξυμένη. Οι κομμουνιστές δεν ήταν η πρώτη, η η μόνη οργάνωση που απευθυνόταν στα λαϊκά στρώματα σε εκείνο το κλίμα ταξικής/οικονομικης κρίσης: το 1923 μια ετερόκλητη ομάδα (οι επονομαζόμενοι «εφταδικοι») κατέβηκε στις εκλογές που μποϋκόταρε η εκκλησία και η τότε πολιτική ελίτ, με σύνθημα την μεταρρύθμιση, ενώ το 1925 όταν κέρδισαν τις εκλογές οι μεταρρυθμιστές (ενάντια στους αδιάλλακτους ενωτικούς), εμφανίστηκαν 2 άλλα κόμματα/κινηματα: το «Αγροτικό» και το κόμμα/κινηση του Χατζηπαυλου που έκφραζε ένα είδος λαϊκιστικού βενιζελισμου. Όμως αυτές οι προσπάθειες υπήρξαν κινήσεις με άξονα τους ηγέτες – και στην περίπτωση των επταδικων υπήρχε και η σκιά της φιλο-βρετανικής στάσης σε μια εποχή που η αίγλη της αποικιοκρατίας ανάμεσα στους ιθαγενείς, βρισκόταν σε κρίση.

Η κομμουνιστική τάση συγκροτήθηκε σε κόμμα τα χρόνια 1924-26. Εκείνη την περίοδο η κομμουνιστική τάση έχασε μια σειρά από τα διανοούμενα στελέχη της. Η έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Αβγη» μπορεί να θεωρηθεί σαν το αποκορύφωμα εκείνης της ομάδας – σαν η έντυπη κατάθεση της μοντερνιστικής διάστασης που χαρακτήριζε την άνοδο του κυπριακού κομμουνισμού. Ταυτόχρονα, ωστόσο, βασικά στελέχη εκείνης της ομάδας (ο Χουρμούζιος, ο Στριγκος, ο Χριστοδουλιδης, ο Χρυσοστομιδης) έφυγαν για το εξωτερικό. Σε αυτό το πλαίσιο η κομμουνιστική τάση έγινε σαφώς πιο εργατικη/προλεταριακη καθώς προχωρούσε στην αυτόνομη οργανωτική της συγκρότηση. Το 1925 εκδόθηκε η εφημερίδα του ΚΚΚ (Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου), «Νέος Άνθρωπος», ενώ τον Αύγουστο του 1926 συγκροτήθηκε το πρώτο του συνέδριο στην Λεμεσό. Ηγέτης του κόμματος αναδείχθηκε ο Κ. Σκελέας ο οποίος ερχόταν από την εργατική πτέρυγα της κομμουνιστικής τάσης. Το κόμμα λειτουργούσε σε ένα καθεστώς  ημιπαρανομίας – δεν είχε κηρυχθεί παράνομο αλλά ήταν σαφές ότι οι Άγγλοι δεν ήταν ενθουσιασμένοι με την οργάνωση συντεχνιών από κομμουνιστές. Και ασκούσαν μια πίεση με απειλές, συλλήψεις, έρευνες στα γραφεία των συντεχνιών, απαγορεύσεις κλπ. Και απελάσεις – το 1925 απελάθηκε ο γιατρός Γιαβοπουλος, ο οποίος είχε έρθει στην Κύπρο τον προηγούμενο χρόνο και βοήθησε στην παραπέρα οργάνωση των κομμουνιστικών εργατικών πυρήνων. Αλλά δεν ήταν μόνο οι Άγγλοι που παρακολουθούσαν ενοχλημένοι την εμφάνιση του νέου πολιτικό-πολιτιστικού ρεύματος. Υπήρχε επίσης έντονη ανησυχία από τοπικούς παράγοντες και την εκκλησία:
«Είναι ολίγιστοι μα επικίνδυνοι οι αυτόκλητοι αυτοί οργανωτές. Επικίνδυνοι «να ενσπειρωσει μεταξύ του απλοϊκού κόσμου» τους καρπούς της ημιμάθειας τους και να βαυκαλίζονται με όνειρα, που με αυτά ένας τόπος που βρίσκεται σε απόγνωση και κάτω από τέτοιες άτυχες συνθήκες δεν πρέπει «προπαντως» να τρέφεται. Και για αυτό ένα χαλινάρι στις εξημμένες αυτές φαντασίες είναι πάντα ένα αναγκαιότατο μέτρο.» (Εφ. Χρόνος, 1925)
 Το 1930 όταν οι κομμουνιστές είχαν πια γίνει ένα ευδιάκριτο ρεύμα στην κοινωνία συγκροτήθηκε στην αρχιεπισκοπή ειδική συνέλευση «σωματείων της Λευκωσίας» η οποία χωρίς ενδοιασμούς καλούσε τους Βρετανούς να εκδιώξουν από τα σχολεία αριστερούς/κομμουνιστές δασκάλους – ενώ έκανε επίσης και έκκληση στο  κόσμο για χαφιεδισμό.
« Να μην προσλαμβάνονται υπό ατόμων και σωματείων κομμουνισται τεχνιται και εργαται. Να καταγγέλλονται υπό των γονέων οι κομμουνισται δασκαλοι εις το Γραφειον Παιδείας και τον Αρχιεπισκοπον και να αποσύρονται των σχολείων οι μαθηται μέχρις ότου επιτευχθεί η απομάκρυνσης των κομμουνιστών δασκάλων..» (Εφ. Ελευθερία, 1930)

Ο τρόπος με τον οποίον απλώθηκε στην κοινωνία το κομμουνιστικό κίνημα αποτελεί μεν ένδειξη τους βάθους της κρίσης η οποία χαρακτήριζε την περίοδο μετά το 1920, αλλά δείχνει επίσης ότι η εικόνα που επικρατεί στην κυρίαρχη ιστοριογραφία, ότι δηλαδή οι ελληνοκύπριοι (Ε/Κ) ήταν ένα ομοιογενες σύνολο υπό την ηγεσία της εκκλησίας, είναι παραπλανητική. Για να απλωθεί μια ιδεολογία η οποία διακήρυσσε τότε την ριζοσπαστική της κριτική για την εκκλησία, τους πλούσιους, και την κυρίαρχη ιδεολογία, θα πρέπει να υπήρχαν στην κοινωνία τάσεις και ρεύματα αμφισβήτησης και κοινωνικής σύγκρουσης. Από την άλλη για να καταφέρει αυτή η ιδεολογία να εκφράσει την διογκούμενη κοινωνική δυσφορία, θα έπρεπε να μπορούσε να έδινε «απαντήσεις» τόσο για τα αίτια της κρίσης όσο και για πιθανούς τρόπους αντίδρασης στα προβλήματα.  Η ανάλυση των κομμουνιστών ότι η κρίση που ταλάνιζε τους αγρότες και του εργάτες ήταν αποτέλεσμα διεθνών τάσεων, προμήθευε για πρώτη φορά στα λαϊκά στρώματα ένα πλαίσιο κατανόησης της κυπριακής αποικιακής εμπειρίας. Και αυτή η ανάλυση αρθρωνόταν από ατομα/ακτιβιστες που προέρχονταν και οι ίδιοι από τα λαϊκά στρώματα και οι οποίοι φαίνονταν διατεθειμένοι να υποστούν τις διώξεις που συνεπαγόταν η ιδεολογία τους. Οι εισηγήσεις τους είχαν ένα πρότυπο εκμοντερνισμου το οποίο βασιζόταν στα λαϊκά στρώματα και το οποίο πρόβαλε σαν σαφώς αντίθετο στην αποικιακή εμπειρία, ενώ υπήρχαν ξεκάθαρες εισηγήσεις για μεθόδους οργάνωσης (συντεχνίες, κόμμα) οι οποίες μάλιστα χρησιμοποιούσαν το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο οι κομμουνιστές πρόσφεραν στα λαϊκά στρώματα γνώσεις, μοντέλα ανάλυσης και πρακτικές εισηγήσεις για τις διεκδικήσεις τους.

Οι κομμουνιστές σε αυτό το πρώιμο στάδιο της εμφάνισης του κινήματος είχαν όλα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να αποδώσει κάποιος σε ένα είδος προλεταριακού μοντερνισμού. Οι ιδέες τους ήταν γενικά ριζοσπαστικά νεωτερικες: όχι μόνο στην κριτική των πολιτικών θεσμών αλλά και δομών όπως η πατριαρχεία –υπήρχε μια σαφή έμφαση στην ισότητα των γυναικών, ενώ οι γυναίκες φαίνεται να συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα. Το επίκεντρο της κριτικής τους στάσης και διαφοροποίησης από την κυρίαρχη πολιτική και κουλτούρα, ήταν σαφώς η ριζοσπαστική απόρριψη της ένωσης σαν μιας μυθολογίας ανάλογης με την θρησκευτική πίστη στην Δευτέρα Παρουσία και η υποστήριξη της ανεξαρτησίας σαν ρεαλιστικής «απάντησης» στο αποικιακό καθεστώς. Την δεκαετία του 1920 υπήρχαν και άλλες προσπάθειες και εισηγήσεις για ένα καθεστώς «αυτονομίας». Και κατά την διάρκεια της διαμόρφωσης των ομάδων που οδήγησαν στο ΚΚΚ, η στάση των ριζοσπαστών εργατών και διανοουμένων απέναντι στην ένωση και ιδιαίτερα τους ενωτικούς πολιτικούς, ήταν σαφώς κριτική. Οι κομμουνιστές, όμως, έθεσαν με σαφήνεια το ζήτημα της ανεξαρτησίας από τις πρώτες τους δημόσιες εμφανίσεις – στην διακήρυξη του ΚΚΚ με την κυκλοφορία του «Νέου Ανθρώπου» το 1925 και στο συνέδριο του 1926. Για τους κομμουνιστές η ένωση ήταν η ιδεολογία των εκμεταλλευτών που από την μια αποκοίμιζε και από την άλλη δίχαζε εθνικιστικά την εργατική ταξη/λαϊκα στρώματα:
«Όπως οι αρχαίοι δούλοι κι οι καταστρεμμένοι χειροτέχνες της ρωμαϊκής εποχής, ανίκανοι να επαναστατήσουν ενάντια στο σύστημα της δουλείας και στο ετοιμόρροπο «αρχαίο» καθεστώς, ζητούσαν την σωτηρία τους στον ουρανό ασπαζόμενοι τον χριστιανισμό περίμεναν…από μέρα σε μέρα την Δευτέρα Παρουσία, έτσι και οι «ενωτικοί» της Κύπρου προσπαθούν να πείσουν τις εργαζόμενες μάζες ότι θα εύρουν την σωτηρια τους μόνο στην Ελλάδα..
Εκτός όμως από τον καθαρό αντεπαναστατικό ρόλο, το σύνθημα της Ενώσεως με την Ελλάδα χρησιμοποιείται απ ευθείας από τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό ως όπλο για την διαίρεση του κυπριακού εργαζόμενου λαού..» (Νίκος Κλεομένης (Βατης), «Μερικά Επίκαιρα Πολιτικά Ζητήματα», 1931)

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι κομμουνιστές είχαν γίνει πια ένας ευδιάκριτος πόλος. Το 1926-27 το εργατικό κέντρο Λεμεσού αποφάσισε να κατεβάσει υποψήφιους στις δημοτικές εκλογές και οι υποψήφιοι του πήραν ποσοστά 15% και 17% - ανέλπιστα ποσοστά για ένα ρεύμα που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν σαν περιθωριακό φαινόμενο. Το 1930 το κόμμα είχε υποψήφιους σε μερικές εκλογικές περιφέρειες και κατάφερε επίσης να αγγίξει ανάλογα ποσοστά (16%). Η πιο εντυπωσιακή εκλογική παρέμβαση έγινε στην Πάφο στις εκλογές του 1931 όταν το ΚΚΚ υποστήριξε τον Γαλατοπουλο (ο οποίος ήταν ένας νέος τοπικός ηγέτης με σοσιαλιστικές αποκλίσεις). Παρά τις πιέσεις των εθνικοφρόνων, ο Γαλατόπουλος δεν αποκήρυξε την στήριξη των κομμουνιστών και εκλεγηκε. Ήταν ένα σύμπτωμα της αποδοχής της ύπαρξης των κομμουνιστών σαν σημαντικής πολιτικής τάσης. Αυτή αναδυόμενη δυναμική έθεσε μπροστά στους κομμουνιστές το δίλημμα το οποίο θα είχαν να αντιμετωπίσουν και στις επόμενες δεκαετίες: από την μια η ριζοσπαστική τους κριτική και ακτιβισμός, τους έδινε μια ξεκάθαρη αυτόνομη ταυτότητα που λειτουργούσε ελκυστικά για μια μερίδα της κοινωνίας (ιδιαίτερα στις πόλεις) – από την άλλη αυτός ο ριζοσπαστισμός σε μια οικονομικά υποανάπτυκτη αποικία είχε όρια απήχησης, αλλά και πρακτικών εισηγήσεων. Γιατί οι κομμουνιστές δεν εισηγούνταν απλά ουτοπικές λύσεις. Η «γοητεία» τους βρισκόταν στην ικανότητα του λογου/ιδεολογιας τους να «εξηγά» την πραγματικότητα και να εισηγείται «λύσεις». Έτσι οι κομμουνιστές ανάπτυξαν μια ιστορική ανάλυση για την ανάγκη σταδίων στην διαδικασία για την «πρόοδο» και την «λευτεριά» - και στα πλαίσια αυτών των εκμοντερνιστικων σταδίων αναπτύχθηκε και μιαν παράλληλη πολιτική «ενότητας» (του «ενιαίου μετώπου» ενάντια στην αποικιοκρατία) με άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Τα Οκτωβριανά και οι απρόσμενες συνέπειες της Παλμεροκρατιας

Η περίοδος πριν από τα Οκτωβριανά του 1931 χαρακτηριζόταν από ένταση όχι μόνο αντί-αποικιακή αλλά και οικονομικη/ταξικη και ιδεολογική. Η επιπτώσεις της ευρύτερης κρίσης του 1929 στην Κύπρο ήταν οδυνηρές. Ταυτόχρονα η αδυναμία των μεταρρυθμιστών να πετύχουν ουσιαστικές αλλαγές, ενίσχυσε και πάλιν τον ενωτικό πόλο στην τοπική πολιτική. Αλλά η ύπαρξη των κομμουνιστών δημιουργούσε ήδη ένα εν δυνάμει τρίτο πόλο. Οι κραδασμοί της εξέγερσης ακούγονταν ήδη από το 1929 με την εξέγερση των μεταλλωρύχων στον Αμίαντο – η οποία αποδόθηκε εν μέρει σε κομμουνιστική επίδραση ανκαι είναι αμφίβολο πόση επίδραση είχαν πραγματικά οι πυρήνες του ΚΚΚ στην εξέλιξη των γεγονότων. Όπως έγραψε και ο Βατης (ο κοσμοπολίτης κύπριος κομμουνιστής που είχε ξαναέλθει στην Κύπρο εκείνη την περίοδο) το 1931, υπήρχε στην ατμόσφαιρα της κυπριακής καθημερινότητας το «φάντασμα του κομμουνισμού». Στο πρακτικό επίπεδο φαίνεται ότι οι κομμουνιστές έβρισκαν ένα νέο δυναμισμό αλλά και νέα ακροατήρια. Υπήρχε λ.χ. τότε στην Λευκωσία ένα σύστημα ταξικού εκφοβισμού των κομμουνιστών που είχαν δημιουργήσει οι αντίπαλοι τους (καταστηματάρχες και άλλοι): όταν περνούσε κάποιος γνωστός κομμουνιστής έπαιζαν τα κουδούνια σαν ένα είδος διαπόμπευσης. Αυτό το «καθεστώς» τερματίστηκε με την βία – μια ομάδα νεαρών κτιστών με «μαρτελλια και ρόπαλα σάρωσε κυριολεκτικά τους κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας» (Γραικός, 1994) και αφού κατέστρεψε το σύστημα των κουδουνιών, αποχώρησε με απειλές επανόδου αν επαναλαμβάνονταν οι αντικομμουνιστικές επιθέσεις. Αυτή η «κόκκινη φρουρά» ήταν σύμπτωμα μιας νέας δυναμικής. Το 1931 υπήρχαν αρκετές αναφορές σε συγκρούσεις εθνικοφρόνων και κομμουνιστών ιδιαίτερα με φόντο τις αντιεθνικιστικες/αντι-ενωτικες παρεμβάσεις των τελευταίων. Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές είχαν νέα ακροατήρια – άρχισαν μια προσπάθεια οργάνωσης των άνεργων ενώ σε αυτήν την περίοδο υπάρχουν και αναφορές για μαζική συμμετοχή τουρκοκυπρίων (Τ/Κ) σε εκδηλώσεις του ΚΚΚ και των εργατικών κέντρων. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκαν και «ανησυχίες» στον τ/κ τύπο για την ύπαρξη κομμουνιστικών τασεων/συμπαθειων στην τ/κ κοινότητα.

Επίσης εκείνη την περίοδο η «περίπτωση Ανθια» ξαναδημιούργησε μια έντονη ταύτιση της κομμουνιστικής ταξικής κριτικής με την μοντερνιστική ρήξη των διανοουμένων. Ο ποιητής Τ. Ανθιας είχε επιστρέψει στην Κύπρο και έστρεψε την πέννα του με ιδιαίτερη ένταση ενάντια στην εκκλησία και την ιδεολογία της. Η ποιητική του σύνθεση «Δευτέρα Παρουσία» έγινε αιτία να αφοριστεί από την εκκλησία και να προκαλέσει έντονες συζητήσεις στους «πνευματικούς» κύκλους της εποχής. Η ταύτιση του Ανθια με το ΚΚΚ ολοκλήρωνε, με αυτήν την έννοια, την εικόνα του κινήματος σαν ενός επαναστατικού πολιτικού και πολιτιστικού πόλου.

 Η εξέγερση των Οκτωβριανών το φθινόπωρο του 1931 ήταν αυθόρμητη και έμοιαζε με την εξέγερση των μεταλλωρύχων το 29 - ήταν ένα ξέσπασμα του οποίου η βασική κατεύθυνση παρέμεινε ρευστή (ένα από τα βασικά συνθήματα στην συγκέντρωση της 21 Οκτωβρίου ήταν το «κάτω οι φορομπηκτες»). Οι κομμουνιστές βρέθηκαν σε δίλημμα: μια λαϊκή εξέγερση ήταν σαφώς κάτι το οποίο ήθελαν και για το οποίο εργάζονταν – αλλά όχι μια λαϊκή εξέγερση με σύνθημα την ένωση. Οι κομμουνιστές και ιδιαίτερα η κομμουνιστική νεολαία συμμετείχαν στην εξέγερση αλλά η ηγεσία και τα ιστορικά στελέχη του κόμματος κράτησαν σαφείς ιδεολογικές αποστάσεις από τον εθνικισμο/ενωτισμο. Το κόμμα διαμόρφωσε εμπειρικά σε εκείνο το πλαίσιο μια ταυτόχρονη έμφαση στις δυο όψεις της στρατηγικής του κινήματος: εργατική αυτονομία – ενοτητα/ενιαιο μέτωπο. Έτσι πάρθηκε απόφαση για «συνεργασία με τους εθνικόφρονες» ενώ διατηρήθηκε και η έμφαση στον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα «ενάντια στην αποικιοκρατία». Σε εκείνο το πλαίσιο κλήθηκε αντιπροσωπεία του κόμματος σε σύσκεψη στην αρχιεπισκοπή - και ο Βατης μίλησε σε συγκέντρωση εκεί.

Η καταστολή που ακολούθησε εστιάστηκε ιδιαίτερα στο ΚΚΚ – ο Σκελέας και ο Βατης εξορίστηκαν, ενώ πολλά στελέχη συνελήφθηκαν και βασανίστηκαν. Και μερικοί, όπως ο Ανθιας, στάλθηκαν σε εσωτερική εξορία.

Η μετά τα Οκτωβριανά εποχή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για τους κομμουνιστές αφού η κατάργηση του πιο ανοικτού πολιτικού πλαισίου που υπήρχε μέχρι τότε, έδινε την ευκαιρία στις αρχές να εντείνουν την καταστολή ενάντια σε κοινωνικά κινήματα όπως οι κομμουνιστές οι οποίοι ήταν ένα ευρύτερο προβλημα/πονοκεφαλος για την αποικιακή διοίκηση. Την περίοδο πριν τα Οκτωβριανά λ.χ. οι Βρετανοί είχαν προσπαθήσει να εμποδίσουν την έκδοση και κυκλοφορία των κομμουνιστικών έντυπων και εφημερίδων, αλλά το θεσμικο/νομικο πλαίσιο επέτρεπε στους κομμουνιστές να ελίσσονται και να αναπτύσσονται: εάν η έκδοση μιας εφημερίδας γινόταν δύσκολη με βάση τον ποινικό κώδικα ( η τις δικαστικές διώξεις), οι κομμουνιστές κυκλοφορούσαν άλλα έντυπα παίζοντας ένα είδος "θεσμικού ανταρτοπόλεμου" με τις αποικιακές αρχές. Στο νέο πλαίσιο της Παλμεροκρατιας το κόμμα κηρύχθηκε και επίσημα παράνομο και οι αρχές είχαν σαφώς πολύ πιο λυμένα τα χέρια τους όσον αφορά την καταστολή.  Όμως οι κομμουνιστές συνέχισαν να λειτουργούν οργανωτικά σε παρανόμους πυρήνες έστω και χωρίς κεντρική καθοδήγηση. Κυκλοφορούσαν φυλλάδια και συνέχιζαν τις προσπάθειες οργάνωσης  και ανάπτυξης της αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών -  με ιδιαίτερη έμφαση στα μεταλλεία τα οποία εξελίσσονταν στον χώρο διαμόρφωσης της κυπριακής εργατικής τάξης και δημιουργίας μιας ριζοσπαστικής προλεταριακής ταξικής συνείδησης.

Η Παλμεροκατια καταδίωκε τους κομμουνιστές αλλά οι δομικές δυναμικές της εποχής τους ευνοούσαν. Κατά αρχήν η αυξανομένη επίδραση των βρετανικών συνδικάτων στην πολιτική της αποικιακής μητρόπολης, είχε έμμεσα αποτελέσματα και για τις αποικίες. Ο νόμος λ.χ. για τις συντεχνίες που είχε κατατεθεί στο αποικιακό κοινοβούλιο (το «Νομοθετικό Συμβούλιο»),  ήταν μέρος της νομοθεσίας που ερχόταν από την Βρετανία – στο «Νομοθετικό Συμβούλιο», όμως, στο οποίο κυριαρχούσαν οι άρχουσες και οι μεσαίες τάξεις, υπήρχε μια τάση αποφυγης/καθυστερησης έγκρισης του νόμου. Με την κατάργηση του «Νομοθετικού Συμβουλίου» οι Βρετανοί πέρασαν αναγκαστικά τον νόμο. Έτσι ενώ από την μια καταδίωκαν τους κομμουνιστές, από την άλλη (λόγω των ευρύτερων εξελίξεων) αναγκάστηκαν να νομιμοποιήσουν το βασικό οργανωτικό σχήμα που χρησιμοποιούσαν οι κομμουνιστές. Ευρύτερα η κατάργηση της παραδοσιακής πολιτικής ζωής έδωσε την ευκαιρία τους κομμουνιστές να προχωρήσουν με τις δικές τους εισηγήσεις και πρακτικές για μορφές αυτοοργανωσης των λαϊκών στρωμάτων από τα κάτω χωρίς την παρέμβαση των παραδοσιακών πολιτικών με τις πελατειακές τους σχέσεις.

Η μεγάλη αλλαγή για τους κομμουνιστές ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του 30 όταν επέστρεψε από τις σπουδές του στην ΕΣΣΔ, ο Πλουτης Σερβας. Ο Σέρβας ηταν μια χαρισματική φυσιογνωμία η οποία έκφρασε σαν βιογραφία την άνοδο των λαϊκών μαζών (της «φτωχολογιάς») – φτωχός, ορφανός, βρέθηκε στους κύκλους του ΚΚΚ την δεκαετία του 20, και μετά την επιστροφή του από τις σπουδές στην ΕΣΣΔ,  έγινε ο πολιτικός ηγέτης και διανοούμενος ρήτορας του «λαϊκού κινήματος» που αναδυόταν τότε. Όσον αφορά την στρατηγική που καθιέρωσε εκφραζε την τοπικη/κυπριακη εκδοχή της στρατηγικής του «λαϊκού μετώπου» (και της αντιαποικιακης ενότητας στις μη-δυτικές χώρες), και την ανάπτυξη της τάσης για «ενιαίο μέτωπο» η οποία είχε εμφανιστεί στην προβληματική του ΚΚΚ από το 1926.

Ο Σερβας κινήθηκε σε δυο κατευθύνσεις: από την μια προσπάθησε να πείσει τους κομμουνιστές να εγκαταλείψουν τον ριζοσπαστισμό (τουλάχιστον στην δημόσια τους εκφραση/πολιτικη/ρητορικη) σε μια σειρά θεμάτων (ιδιαίτερα στα θέματα κριτικής της θρησκείας και στο ζήτημα της ένωσης) για να μπορέσουν να έχουν ευρύτερη απήχηση. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο Πλουτης προσπάθησε να προσεγγίσει την μεσαία τάξη και να εντάξει το κομμουνιστικό εγχείρημα στο ευρύτερο πλαίσιο των συζητήσεων για τον εκμοντερνισμό της κοινωνίας. Το κλίμα ήταν ευνοϊκό: από τα μέσα της δεκαετίας του 30 άρχισαν να εμφανίζονται πάλι δυναμικά στο προσκήνιο τα λαϊκά στρώματα –  προς το τέλος της δεκαετίας οι εργατικές κινητοποιήσεις και η οργάνωση σε συντεχνίες βρισκόταν σε άνοδο.  Ταυτόχρονα μια νέα γενιά διανοουμένων η οποία έμπαινε στην δημόσια σφαίρα τότε έδειχνε να συμπλέει με τα κομμουνιστικά ανοίγματα – μέρος αυτής της σύμπλευσης ήταν και η «Επιτροπή για την Αυτονομία» στην οποία συμμετείχαν αριστεροί οι οποίοι ήταν στην Αγγλία, αλλά και η ρητορική εφημερίδων όπως «Κυπριακός Τύπος» του Θαλή Παπαδόπουλου. Γύρω στο 1938 εκδόθηκε ο "Ανεξάρτητος" ο οποίος εκφραζε ανεπίσημα τις αριστερές θέσεις και η οποία κυκλοφορούσε σε ένα πολύ πιο ανοικτό πλαίσιο από τις κομμουνιστικές εφημερίδες της δεκαετίας του 1920.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 οι εργατικές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις εντατικοποιήθηκαν, και την περίοδο 1939-41 οι κομμουνιστές κατάφεραν να φέρουν μαζί διάφορες συντεχνίες στην Παγκυπρια Συντεχνιακή Επιτροπή (ΠΣΕ) η οποία λειτουργούσε σαν παγκυπριο συντονιστικό όργανο. Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές ανέπτυξαν μια έντονη εκστρατεία πολιτικής-πολιτιστικής «αφύπνισης των καταπιεσμένων»: ανάμεσα στους εργάτες των πόλεων αναπτύχθηκε το κίνημα των «διαλογικών συζητήσεων», ενώ στις πιο αγροτικές περιοχές άρχισαν να δημιουργούνται «μορφωτικοί σύλλογοι» που αποτέλεσαν τον μηχανισμό απλώματος του κομμουνιστικού κινήματος στην καθημερινότητα. Και αυτό το «άπλωμα» έφτασε σαφώς και στην τ/κ κοινότητα.

Η δεκαετία του 40 και η εμφάνιση του λαϊκού κινήματος

 Η ελληνο-ιταλική σύγκρουση άλλαξε το εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο αφού η ντε φάκτο πια συμμαχία Ελλάδας-Βρετανίας, αλλά και ο κίνδυνος γερμανικής επίθεσης στην Κύπρο οδήγησε στο χαλάρωμα των αποικιακών περιορισμών. Αποτέλεσμα του χαλαρώματος ήταν να πάρει και θεσμική μορφή η προσπάθεια του Πλουτη για άνοιγμα του κομμουνιστικού κινήματος. Η δημιουργία του ΑΚΕΛ το 1941 είχε ακριβώς αυτόν τον στόχο. Στην αρχική συνεδρία συμμετείχαν όχι μόνο κομμουνιστές και συντεχνιακοί (που επροσκειντο πάλι στο ΚΚΚ) αλλά και κεντρώοι φιλελεύθεροι.

Η πιο χαρακτηριστική αλλαγή που έκφραζε την διάθεση των κομμουνιστών για «άνοιγμα στην κοινωνία» ήταν η μετατόπιση από την θέση  για ανεξαρτησία. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1940, όπως κατέγραψε ο Ζιαρτιδης, οι παράνομοι μηχανισμοί του ΚΚΚ στις συντεχνίες είχαν μια σαφώς κριτική στάση απέναντι στην Ελλάδα και τον ελληνικό εθνικισμό. Το 1941, ωστόσο, το ΑΚΕΛ υιοθέτησε την θέση της «αυτοδιάθεσης» η οποία σήμαινε έμμεσα ένωση. Το γενικότερο κλίμα ευνοούσε σαφώς την ένωση η οποία έκφραζε την ηγεμονική ιδεολογία όπως διαμορφώθηκε μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και την ευρύτερη νεωτερικη κουλτούρα. Η άνοδος του κινήματος της αντιφασιστικής αντίστασης των κομμουνιστών στην Ελλάδα άσκησε, επίσης, την δική της επίδραση στην μεταμόρφωση της θέσης των κυπρίων συντρόφων τους.

Αρχικά το ΑΚΕΛ δημιουργήθηκε σαν ένα είδος αντιφασιστικής συμμαχίας αλλά σταδιακά πήρε την μορφή κόμματος με άξονα τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΚ. Οι δημοτικές εκλογές του 1943 έδωσαν την ευκαιρία στο νέο πολιτικό σχήμα να εμφανιστεί στις εκλογές με κεντρικό άξονα το εκδημοκρατικο σύνθημα, «κάτω οι διορισμένοι». Η επιτυχία του νεοσύστατου κόμματος εκφράστηκε με την εκλογή δικών του δημάρχων στην Λεμεσό (τον Πλουτη) και την Αμμόχωστο (τον Αδάμ Αδάμαντος τον ρήτορα της αριστεράς τότε) και γενικότερα την αξιοπρόσεκτη εκλογική απήχηση υποψηφίων  από την αριστερά στους περισσότερους δήμους και κωμοπόλεις.

Καθώς πλησίαζε το τέλος του πολέμου, η αριστερά («το λαϊκό κίνημα» όπως ονομαζόταν) βρέθηκε σε μια έντονη σύγκρουση με την αποικιακή δύναμη. Το εργατικό κίνημα βρισκόταν σε μια μόνιμη στάση αντιπαράθεσης με τους εργοδότες και τις αποικιακές αρχές ακόμα και στην περίοδο του πολέμου – και υπήρχε, εκ μέρους των συντεχνιών,  έμφαση στον στρατηγικό στόχο της «γενικής απεργίας». Η κλιμάκωση αυτών των κινητοποιήσεων ήρθε τον Μάρτιο του 1944 - ήταν μια γενική απεργία των κυβερνητικών εργατών με στόχο να πιεστεί η αποικιακή κυβέρνηση να προχωρήσει σε ρύθμιση των δικαιωμάτων/εισοδηματος των εργαζόμενων απέναντι στην «αυθαιρεσία της αγοράς» (άνοδος των τιμών). Το αποτέλεσμα εκείνης της απεργίας ήταν η δημιουργία του θεσμού της ΑΤΑ. Η απεργία ήταν καθολική – συμμετείχαν εργαζόμενοι και από τις 2 κοινότητες, από όλες τις ιδεολογικές παρατάξεις, και είχε την υποστήριξη του τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου, Λεοντιου. Η εικόνα που δίνει ο Ζιαρτιδης για το κίνημα αλληλεγγύης το οποίο στήριζε ουσιαστικά την απεργία είναι εκφραστική – και για την συγκεκριμένη απεργία αλλά και για το ευρύτερο απεργιακό κίνημα τότε.
«Ήταν ένας πολύ δύσκολος, σκληρός αγώνας που δίχως την αλληλεγγύη του λαού δεν θα επετυγχανε. Πως εκδηλώθηκε αυτή η αλληλεγγύη; Πρώτα ανάμεσα στους μικρομεσαίους της πόλης. (..) Στην απεργία της 1ης  του Μάρτη, ένας μεγάλος αριθμός εστιατόρων προθυμοποιήθηκαν να προσφέρουν γεύματα δωρεάν σε απεργούς . Και μερικοί μάλιστα και σε οικογένειες απεργών. Ένας μεγάλος αριθμός μπακάληδων επροθυμοποιηθησαν να δίνουν πίστωση σε πελάτες τους που ήταν άνεργοι. (..) Υπάρχουν όμως και πιο συγκινητικά παραδείγματα. Η κοινότητα λεπρών, μια κοινότητα που ζούσε σε άθλιες συνθήκες, έκανε έρανο (..) Οι ιερόδουλες της περιοχής έκαναν επίσης έρανο για να ενισχύσουν το απεργιακό ταμείο.»

Η επόμενη αντιπαραθεση της αριστεράς με τις αποικιακές αρχές ήρθε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου όταν επισκέφθηκε την Κύπρο ο απεσταλμένος του υπουργείου αποικιών,  Κόσμο Πάρκινσον. Αυτή η αντιπαράθεση ήταν και εκφραστική της ανόδου του αντιαποικιακού αισθήματος από την μια, αλλά και του γεγονότος ότι η ένωση είχε γίνει πια ένα στρατηγικό μέσο στην εσωτερική πολιτική. Η αριστερά έχοντας σαν φόντο/προοπτικη την πιθανή επικράτηση της αριστεράς στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, υποστήριζε τώρα έντονα της ένωση. Έτσι παρά τις απαγορεύσεις η αριστερά πρωτοστάτησε στην οργάνωση διαδηλώσεων «πολιτικής ανυπακοής» που παραβίαζαν τις αποικιακές απαγορευσεις/περιορισμους. Η Δεξιά, αντίθετα, η οποία μέχρι τότε (αλλά και μετά) είχε την ένωση σαν κεντρικό ιδεολογικό άξονα, ήταν σαφώς πιο επιφυλακτική απέναντι στο ζήτημα της ένωσης σε εκείνη την συγκυρία – συνιστώντας «αυτοσυγκράτηση».

Αυτού του είδους οι εντάσεις και οι αντιπαραθέσεις οδήγησαν την άνοιξη του 1945 σε μια επίθεση των αποικιακών αρχών ενάντια στην αριστερά και το συντεχνιακό κίνημα – μια επίθεση η οποία είχε αρκετά κοινά με ανάλογες προσπάθειες των βρετανών (λ.χ. τα Δεκεμβριανά στην Ελλάδα) να καταστείλουν κινήματα που απειλούσαν την εξουσία τους με το τέλος του πόλεμου. Στις 25 του Μάρτη του 1945 σε μια αντιπαραθεση δεξιών και αριστερών στο Λευκονοικο, κατά την διάρκεια του εορτασμού για την 25 Μαρτίου, η αποικιακή αστυνομία πυροβόλησε τους αριστερούς διαδηλωτές (σκοτώνοντας 3 και τραυματίζοντας αρκετούς άλλους) οι οποίοι έκαναν πορεία στους δρόμους της κωμόπολης. Τέτοιου είδους πορείες και εντάσεις είχαν υπάρξει και προηγουμένως χωρίς ανάλογη αντίδραση. Λίγες βδομάδες μετά οι αποικιακές αρχές έκαναν μια νέα επίθεση εναντίον της αριστερας/λαϊκου κινήματος: απαγόρευσαν την κυκλοφορία της τοπικής αριστερής εφημερίδας στην Αμμόχωστο, της «Ανόρθωσης», με την δικαιολογία ότι το κύριο άρθρο («Πλούσιοι και φτωχοί») έκανε έκκληση για εξέγερση και ανάπτυξη του «ταξικού μίσους». Η επίθεση καταστολής ολοκληρώθηκε τον Μάιο (ακριβώς με το τέλος του πόλεμου) με την σύλληψη της ηγεσίας της ΠΣΕ τον Μάιο. Η αντίδραση της αριστεράς ήταν αποκαλυπτική της πραγματικότητας στην οποία λειτουργούσε – ενώ λ.χ. η ελληνική αριστερά μπροστά στην επίθεση καταστολής (και έχοντας τα όπλα και την εμπειρία της «παρολιγον νίκης») αντέδρασε ένοπλα, η κυπριακή αριστερά κατέφυγε στα δικαστήρια και στις μαζικές κινητοποιήσεις. Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο είχε αναπτυχθεί η κυπριακή αριστερά επέτρεπε αυτήν την προοπτική ενώ η πιθανότητα επανάστασης ήταν σαφώς ανύπαρκτη σαν προοπτική με πιθανότητες επιτυχίας. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας το βρετανικό νομικό πλαίσιο η κυπριακή αριστερά μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αποικιακή επίθεση στο γήπεδο του αντίπαλου της: παρά το ότι τελικά οι συλληφθέντες συντεχνιακοί καταδικάστηκαν, απολύθηκαν σύντομα λόγω πιέσεων από τα βρετανικά εργατικά συνδικάτα και ομάδες πίεσης υπέρ της Κύπρου στην Βρετανία. Και ταυτόχρονα η απαγόρευση της ΠΣΕ αντιμετωπίστηκε (στα πλαίσια του «θεσμικού ανταρτοπόλεμου» με τον οποίο είχε εξοικειωθεί η αριστερά από τα προηγούμενα χρόνια) με την δημιουργία μιας νέας συντεχνίας, της ΠΕΟ.

Εκείνη την περίοδο η αριστερά είχε να αντιμετωπίσει και μια εσωτερική κρίση. Από τον καιρό της ίδρυσης του ΑΚΕΛ υπόβοσκε ένα πρόβλημα με την ύπαρξη δυο παράλληλων μηχανισμών – αυτού του παράνομου ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ. Οι ομάδες του ΚΚΚ λειτουργούσαν ουσιαστικά σαν «φράξιες» μέσα στο ΑΚΕΛ και αυτό δημιουργούσε προστριβές και δυσλειτουργία. Το 1943 η Κομμουνιστική Διεθνής αυτοδιαλύθηκε στα πλαίσια των προσπαθειών για διεθνή αντιφασιστική ενότητα. Αυτή η κίνηση δεν είχε σαν στόχο τα εσωτερικά των κομμουνιστικών κόμματων. Στην Κύπρο, όμως, το ΚΚΚ αυτοδιαλύθηκε τελικά και παρέμεινε το ΑΚΕΛ. Αυτή η ιδιομορφία είχε και συγκυριακές και ευρύτερες θεσμικές αιτίες. Συγκυριακά, και στο επίπεδο των ατόμων, η διαμάχη διατηρήθηκε (και απέκτησε νέες διαστάσεις) για μια περίοδο μετά το 1943 αφού πολλά ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ και του ΚΚΚ έλειπαν στον πόλεμο λόγω της μαζικής ένταξης τους στον συμμαχικό στρατό μετά την έκκληση του ΑΚΕΛ το 1943. Όταν επέστρεψαν η διαμάχη για το ποιο κόμμα θα παρέμενε (με δεδομένο ότι το ένα ήταν μεν ιδεολογικά αγνό αλλά παράνομο, ενώ το άλλο νόμιμο με αρκετές επιτυχίες ήδη στην πολιτική) διασταυρώθηκε με τις διαμάχες ανάμεσα σε ηγετικά πρόσωπα του κινήματος. Η κρίση οδήγησε τελικά σε αλλαγή στην ηγεσία – τον Π. Σερβα αντικατέστησε ο Φ. Ιωάννου.

Η εσωκομματική διαμάχη εκείνη την περίοδο δεν είχε τον αντίκτυπο που θα είχε σε άλλες εποχές ακριβώς γιατί αυτό που έκφραζε την αριστερά τότε δεν ήταν το κόμμα αλλά τα κοινωνικά κινήματα - με κυρίαρχο εκείνο των συντεχνιών αλλά επίσης και με οργανώσεις μικροκαταστηματάρχων, αγροτών, απόστρατων κλπ . Η αριστερά, ήταν, επίσης, και ένα κίνημα νεολαίας. Ο Loizos διασταυρώνει με σαφήνεια την πολιτική και πολιτιστική ρήξη των γενεών τότε:
«Αν η εκκλησία είχε στους κόλπους της «πατέρες που γνώριζαν καλύτερα» τότε το ΑΚΕΛ ήταν γεμάτο από «επαναστατημένους γιους».
Αυτή η πραγματικότητα φαίνεται και από τον πίνακα για τις ηλικίες των στελεχών του ΑΚΕΛ τότε. Γενικά η δεκαετία του 40 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η περίοδος της εισόδου των λαϊκών στρωμάτων στο προσκήνιο της ιστορίας. Ακόμα και η δεξιά, την οποία εκφραζε πολιτικά το ΚΕΚ, βασιζόταν πια σε οργανώσεις αγροτών (ΠΕΚ) και σε μικρότερο βαθμό, εργατών (ΣΕΚ). Και σε αυτό το πλαίσιο το ΑΚΕΛ δεν ήταν καν το μόνο κομμουνιστικό ρεύμα στο λαϊκό κίνημα – υπήρχε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 40 και ένα αρκετά δραστήριο τροτσκιστικο ρεύμα στα αριστερά του ΑΚΕΛ.

Ταυτόχρονα η δεκαετία του 40 ήταν η περίοδος που το κυπριακό αριστερό εργατικο/κομμουνιστικο κίνημα έγινε ο χώρος όπου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα πολιτικό κίνημα το οποίο ξεπερνούσε τους κοινοτικούς διαχωρισμους όπως παρατήρησε ο Ατταλιδης. Η πλειοψηφία των τ/κ εργαζομένων που ανήκαν σε συντεχνίες ήταν μέλη της ΠΣΕ/ΠΕΟ ενώ στο πολιτικό χώρο  οι αριστεροί δήμαρχοι ήταν ανοικτοί στις (πραγματικές η συμβολικές) ευαισθησίες της τ/κ κοινότητας.

 Το 1946 η αριστερά και οι σύμμαχοι της σάρωσαν κυριολεκτικά στις εκλογές εκλέγοντας δήμαρχους στους μεγάλους δήμους και κωμοπόλεις – η δεξιά κέρδισε μόνο στην Κερύνεια και την Πάφο. Αυτή η νίκη απέκτησε μια νέα διάσταση τον επόμενο χρόνο όταν οι βρετανοί επέτρεψαν την διενέργεια αρχιεπισκοπικών εκλογών και η αριστερά έκανε ένα ακόμα βήμα ένταξης στην τοπική κοινωνία και τους θεσμούς διαχείρισης της τοπικής εξουσίας, με το να κατεβάσει υποψήφιους για την στήριξη του τοποτηρητή Λεοντιου για την θέση του αρχιεπίσκοπου. Ο Λεοντιος σαν τοποτηρητής είχε τηρήσει μια έντονα αντιαποικιακή στάση και μια σαφώς πιο ήπια αντιμετώπιση του λαϊκού κινήματος από άλλους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα είχε διαμορφωθεί ακόμα και μέσα στην εκκλησία ένα είδος φίλο-κομμουνιστικού ρεύματος – ένας εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο ηγούμενος Μαχαιρά, Γρηγοριος. Αυτή η τάση διασταυρωνόταν με μια ευρύτερη συνύπαρξη/διασταυρωση του χριστιανισμού και του κυπριακού κομμουνισμού σε τμήματα του λαϊκού κινήματος. Οι οπαδοί του Λεοντιου κέρδισαν πανηγυρικά και μετά από πιέσεις πείστηκε και ο Λεοντιος να αναλάβει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μετά από ένα μήνα περίπου, όμως, πέθανε αφήνοντας την αριστερά να υπαινίσσεται ότι έπεσε θύμα δηλητηρίασης. Ο θάνατος του Λεοντιου (που συνέπεσε με την αρχή του ψυχρού πολέμου διεθνώς) ήταν ένα σημείο καμπής. Το ρευστό πλαίσιο της μεταπολεμικής περιόδου έκλεινε και η κυπριακή αριστερά θα έβρισκε τον εαυτό της μπροστά σε μια έντονη και τριπλή αντιπαραθεση.

Η αριστερά και το λαϊκό κίνημα είχαν μεν κερδίσει τις δημαρχιακές και αρχιεπισκοπικές εκλογές  αλλά τα εκλογικά αποτελέσματα έδειχναν επίσης και μια ρήξη στο εκλογικό σώμα που έκφραζε βαθύτερες αντιπαραθέσεις: η αριστερά λ.χ. κέρδισε τις εκλογές στις πόλεις αλλά στις πιο συντηρητικές αγροτικές περιοχές υπερίσχυσαν οι υποψήφιοι της δεξιάς. Στις αρχιεπισκοπικές εκλογές επίσης η κίνηση υπέρ του Λεοντιου εξασφάλισε την συντριπτική πλειοψηφία των εκλεκτόρων (λόγω του πλειοψηφικού συστήματος) αλλά, σύμφωνα με τον Ε. Παπαϊωαννου,  το εκλογικά αποτελέσματα όσον αφορά τους ψήφους ήταν πολύ πιο στενά – η αριστερά και οι σύμμαχοι της κέρδισαν μεν αλλά με ποσοστό 52%.

Η μεγάλη σύγκρουση: 1948

Αμέσως μετά τον θάνατο του Λεοντιου οι χειρότεροι φόβοι της αριστεράς επαληθεύθηκαν. Μέσα σε εκλογές που χαρακτηρίζονταν από τον απόλυτο έλεγχο πια του εκκλησιαστικού μηχανισμού από την ακροδεξιά/μητροπολη Κερυνειας, εκλεγηκε αρχιεπίσκοπος ο αντικομμουνιστής Μακάριος ΙΙ. Υπήρξαν κατηγορίες για καλπονοθεία, ενώ η κατασκευή του εκλογικού αποτελέσματος πήρε και την μορφή προληπτικής εκκαθάρισης των εκλογικών καταλόγων:   γνωστοί αριστεροί αφαιρούνταν από τους κατάλογους σαν άθεοι. Και σαν να μην έφταναν αυτά η αριστερά δεν είχε ουσιαστικά υποψήφιο αφού ο προτεινόμενος υποψήφιος, ο Δερκων, αναγκάστηκε να αποσυρθεί μετά από εξωτερικές πιέσεις. Έχοντας πια τον απόλυτο έλεγχο της εκκλησίας η δεξιά άρχισε να αυξάνει την ένταση της αντιπαράθεσης με την αριστερά – χρησιμοποιώντας και τον εμφύλιο στην Ελλάδα. Σύντομα, λ.χ., οι πιέσεις και οι «εκκαθαρίσεις» αριστερών επεκτάθηκαν και στα σχολεία

Το 1947 η αποικιακή κυβέρνηση συγκάλεσε Διασκεπτική Συνέλευση για την συζήτηση νέου συντάγματος μέσα στα πλαίσια που δημιουργούνταν μετά το τέλος του πολέμου. Η δεξιά η οποία ήταν ουσιαστικά φιλοαγγλικη (και ενωτική, αλλά αυτό δεν ήταν κατ’ ανάγκη, τότε, αντιφατικό) μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, αρνήθηκε να λάβει μέρος στις εκλογές - ύστερα από παρεμβάσεις και από την Αθήνα όπως τεκμηριώνει ο Ρ. Κατσιαουνης. Υπήρχε, όμως, και η ανησυχία στην ηγεσία της δεξιάς ότι αν γινόντουσαν εκλογές θα τις κέρδιζε η αριστερά – σύμφωνα και με τις αναφορές του τότε Έλληνα Πρόξενου στον Κύπρο. Και αυτό σήμαινε ότι μια σημαντική διάσταση της διαμάχης για το νέο σύνταγμα είχε να κάνει και με την διαχείριση της τοπικής εξουσίας – και η δεξιά, η οποία ουσιαστικά επάνδρωνε τον αποικιακό μηχανισμό, κινδύνευε σαφώς να χάσει πολλά. Από την άλλη η αριστερά και το λαϊκό κίνημα ήταν αναμενόμενο να λάβουν μέρος στις συζητήσεις για την Διασκεπτική και να επιδιώξουν δημοκρατικές εκλογές, αφού μέρος του προγράμματος και της πρακτικής τους, ήταν ακριβώς ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας – και η έκφραση αποκλεισμένων κοινωνικών στρωμάτων. Αλλά σε αυτήν την παράταξη υπήρχε και μια σαφής καχυποψία για τις προθέσεις των «άγγλων ιμπεριαλιστών». Εκφραστικό της αριστερής ρητορικής σε αυτήν την αντιπαράθεση που είχε να κάμει και με τον εκδημοκρατισμό αλλά και με την ταξική σύγκρουση που αναπτυσσόταν και οδηγειτο σε κορύφωση το 1948,  είναι το ακόλουθο απόσπασμα από ομιλία του Α. Αδάμαντος:
«Εκτός από τες συγκινητικές κραυγές και τες μελοδραματικές εξάρσεις ενός εθνικόφρονος θεατρινισμού, η κεκκοφροσυνη τίποτε δεν κάμνει για να μας πείσει για την ειλικρίνεια των σκοπών της η μάλλον κάμνει το παν για να μας πειση υπέρ του εναντίου. Ομιλεί για τα ελληνικά ιδεώδη, πιστεύει όμως εις την παντοδυναμία της λίρας. Ομιλεί για ελευθερία, προσέχει όμως να μη ραγίσουν οι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας που δεσμεύει τη λευτεριά μας και μας κρατεί υπόδουλους. Μυκτηρίζει την απόκτηση δικαιωμάτων, μεριμνα όμως για να μην της φυγη από τα χέρια τίποτε από όσα της χρειάζονται για να εκμεταλλεύεται οικονομικά και να εξουσιάζει τυραννικά το λαό μας.»
Στο αντιαποικιακο πλαίσιο η στρατηγική της «αυτοκυβέρνησης-ένωσης» (σαν μια μορφή της μετέπειτα ρητορικής του «εφικτού-ευκταίου») έμοιαζε συγκριτικά και με μια έμμεση κίνηση/στροφη της αριστεράς προς τις ανεξαρτησιακες της ρίζες. Η διεκδίκηση της «πλήρους αυτοκυβέρνησης» με την οποία κορυφώθηκε το 1948 η αντιπαραθεση αριστεράς- βρετανών, έγινε σημείο αναφοράς στο λαϊκό επίπεδο με μαζικές αντιαποικιακες και ταξικές  κινητοποιήσεις. Κατά την διάρκεια της απεργίας των αμιαντορυχων, λ.χ., το καλοκαίρι του 1948, το σύνθημα «Αυτοκυβέρνηση» συμβάδιζε και ταυτιζόταν έντονα με τα ταξικά συνθήματα ενάντια «στις ξένες μεταλλευτικές εταιρείες».

Η όξυνση μεταφέρθηκε στις αρχές του 1948 και στο ταξικό επίπεδο – όταν οι μεταλλωρύχοι κατέβηκαν σε απεργία τον Γενάρη του 1948, οι δεξιές συντεχνίες ουσιαστικά κάλυπταν τους απεργοσπάστες, ενώ ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος έκανε έκκληση για σπάσιμο της απεργίας. Η αστυνομία  πυροβόλησε εκδηλώσεις των απεργών και αυτόνομες ομάδες εργατών χρησιμοποίησαν δυναμίτες και βία ενάντια στην εταιρεία, τις αρχές και τους απεργοσπάστες. Έτσι η πιο δραματική απεργία στην νεώτερη κυπριακή ιστορία έγινε ένα σύμβολο αγώνα, ταξικής και ιδεολογικής αυτονομίας, για την κομμουνιστική αριστερά. Σε εκείνον τον αγώνα, που ένωνε εργαζόμενους και από τις δυο κοινότητες, «η εργατική τάξη» είχε να αντιμετωπίσει τους συντηρητικούς, την εκκλησία αλλά και την αποικιακή διοίκηση. Σε αυτό το πλαίσιο η απεργία βιώθηκε και κωδικοποιήθηκε στην αριστερή κουλτούρα σαν μια επική στιγμή δικοινοτικής ταξικής και αντιαποικιακής σύγκρουσης.

 Οι απεργιακές συγκρούσεις συνεχίστηκαν και το φθινόπωρο με την απεργία των κτιστων/οικοδομων. Ταυτόχρονα η αντιπαραθεση πέρασε από τον χώρο της παραγωγής στον χώρο της κατανάλωσης καθώς και οι δυο παρατάξεις κήρυξαν οικονομικό πόλεμο η μια στην άλλη. Η διάχυση της αντιπαράθεσης κορυφώθηκε με την κάθετη ρήξη στην κοινωνία που εκφράστηκε με την δημιουργία παράλληλων σωματείων στις κοινότητες και στις πόλεις. Σε αυτόν τον τομέα η αριστερά βρέθηκε σαφώς υπό επίθεση καθώς η δεξιά απαιτούσε ουσιαστικά να επιβάλει τις δικές της θέσεις για τον ελληνικό εμφύλιο σαν επίσημες θέσεις των αθλητικών σωματείων – σπρώχνοντας τους αριστερούς στην δημιουργία δικών τους σωματείων.

Τα αποτελέσματα της σύγκρουσης του 1948 ήταν διπλό: από την μια η αριστερά αποκλείστηκε από κάθε μηχανισμό εξουσίας (εκτός από τις τοπικες/δημοτικες αρχές) ενώ από την άλλη η κυπριακή αριστερά οικοδόμησε από τα κάτω, μια παράλληλη κοινωνία «λαϊκών οργανώσεων» η οποία λειτουργούσε σαν ένα είδος θεσμικής θεμελίωσης της αυτονομίας της αριστεράς από την ηγεμονική κουλτούρα. Τέτοια φαινόμενα ιστορικών μορφών παράλληλης κοινωνίας από οργανώσεις της εργατικής τάξης δεν είναι άγνωστα στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Εκφράζουν, για να το θέσουμε με τους όρους του ιταλού θεωρητικού Α. Γκραμσι, μορφές αντι-ηγεμονικης συγκροτησης/οργανωσης απέναντι στην κυρίαρχη κουλτούρα και πολιτική. Και αυτή η θεσμική αυτονομία της αριστεράς της επέτρεπε να κινείται οργανωμένα τις επόμενες δεκαετίες για να διεκδικα τους στόχους της και τις στρατηγικές της συμμαχίες. Η απεργία των μεταλλωρύχων λ.χ. μπορεί να μην πέτυχε τους στόχους της αλλά η ένταση της ( και η ύπαρξη της αριστεράς σαν εν δυνάμει ελκυστικού πόλου για ευρύτερα λαϊκά στρώματα) οδήγησε σε λίγα χρόνια στην υιοθέτηση των αιτημάτων των αριστερών συντεχνιών όχι μόνο από τις δεξιές συντεχνίες αλλά και από την κυβερνητική πολιτική.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο η αριστερά ολοκλήρωσε και την διαδικασία οργανωτικής συγκρότησης με το ξεκαθάρισμα των ιδεολογικών-πολιτικών της συνόρων. Ο Φ. Ιωάννου αντικαταστάθηκε το 1949 από τον Εζεκία Παπαϊωαννου ο οποίος πλαισιωνόταν από δυο στελέχη που έβγαιναν από τις συντεχνίες, τον Α. Φάντη και τον Α. Ζιαρτιδη. Ταυτόχρονα η αριστερά έκλεινε και τα σύνορα της προς τον κεντρώο φιλελεύθερο χώρο υιοθετώντας μια πιο κομματική γραμμή στις υποψηφιότητες για τις δημοτικές εκλογές του 1949. Η πιο γνωστή αλλαγή αυτής της περιόδου ήταν η στροφή του ΑΚΕΛ σε ένα είδος αδιάλλακτου ενωτισμου ο οποίος έμοιαζε με ένα είδος ανταγωνισμού με την εκκλησία. Η στροφή από την «αυτοκυβέρνηση-ένωση»/ «πλήρης αυτοκυβέρνηση» (και την εγκατάλειψη των προσπαθειών για εκδημοκρατισμό μέσω ενός νέου συντάγματος) στο «ένωση και μόνο ένωση» έχει αποδοθεί από αρκετούς συγγραφείς στην συμβουλή του Ν. Ζαχαριάδη προς την αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ που επισκέφθηκε την «κυβέρνηση των βουνών» το 1948. Ο Α. Φαντης, όμως, έχει ορθώς υποδείξει ότι, θεσμικά, η εγκατάλειψη της αυτοκυβέρνησης είχε γίνει ντε φάκτο μήνες πριν την επίσκεψη στα βουνά. Ο ενωτισμος της νέα ηγεσίας του ΑΚΕΛ  είχε στρατηγικές διαστάσεις – ήταν μια κίνηση για την συγκρότηση ενός πλατιου αντιαποικιακου μετώπου ( οι θέσεις του ΑΚΕΛ λ.χ. για την ένωση συνοδεύονταν πάντα από μια σειρά άλλων αντί-ιμπεριαλιστικών  θέσεων - όπως για την αποστρατικοποίηση της Κύπρου).

 Σε αυτό το πλαίσιο η ηγεσία της αριστεράς έδωσε σαφή έμφαση στις προσπάθειες συνεργασίας με τα στρώματα που είχαν συσπειρωθεί γύρω από την εκκλησία. Η εκκλησία, βέβαια, παρέμεινε άντρο του αντί-κομμουνισμού και η εθναρχια αρνειτο οποιανδήποτε συνεργασία με το ΑΚΕΛ. Στις αποστολές αντιπροσωπειών στο εξωτερικό λ.χ. πήγαιναν 2 αποστολές – εκείνη της εθναρχιας και εκείνη της αριστεράς.  Ο νέος αρχιεπίσκοπος ωστόσο, ο Μακάριος ο ΙΙΙ, είχε δώσει σαφή δείγματα για την πρόθεση του να γίνει ένας αρχιεπίσκοπος στο στυλ του Λεοντιου – τόσο στην αποδοχή όσο και στην αντιαποικιακή έμφαση. Η πρώτη θεαματική κίνηση του Μακάριου, το 1950, πριν καν εκλέγει αρχιεπίσκοπος, ήταν να υιοθετήσει την εισήγηση της αριστεράς για συλλογή υπογράφων για την ένωση -  η συλλογή υπογραφών ήταν μια από τις συνηθισμένες πολιτικές πρακτικές της αριστεράς. Παρά τα ανοίγματα, ωστόσο, ο Μακάριος επέμενε να έχει απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και κρατούσε φυσικά την αριστερά εκτός εθναρχικου συμβουλίου. Χαρακτηριστικό, όμως, της σχετικής αποκλιμάκωσης της έντασης ήταν η ενοποίηση των 2 ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών (της αριστερής και της δεξιάς) το 1953 και η προσπάθεια του ΑΚΕΛ για δημιουργία ψηφοδελτίων ενότητας (με έμφαση τώρα πια στην ενότητα με άξονα τον αντιαποικιακο αγώνα) στις δημοτικές του 1953.

Αυτή η στροφή του ΑΚΕΛ σήμαινε ουσιαστικά ότι το κόμμα και το κίνημα που το περιέβαλε είχαν αρχίσει να υποστέλλουν την σημαία της εσωτερικής κοινωνικής σύγκρουσης για ένα πλαίσιο πολιτικής που αυξανόμενα εστίαζε στις διεθνείς συγκυρίες. Αυτή η μετατόπιση (που έκφραζε τις δυναμικές της εποχής της ευρύτερης ανόδου του αντιαποικιακου κινήματος) προκάλεσε την αντίδραση μερίδας της ιστορικής ηγεσίας και στελεχών που πίστευαν ότι εσωτερική (ταξική, πολιτική και πολιτιστική) εκμοντερνιστικη αντιπαραθεση με την δεξιά, έπρεπε να είναι το ίδιο σημαντική με τις εξωτερικές διαστάσεις. Η τροτσκιστικη άκρα αριστερά διαφώνησε ανοικτά από το 1948-49.  Το 1952 μια ομάδα ηγετικών στελεχών του ΑΚΕΛ αποβλήθηκαν και ολοκληρώθηκε έτσι η μετάβαση σε ένα συγκροτημένο, πιο γραφειοκρατικό, και συμπαγές κόμμα. Η επιστολή παραίτησης του Αδάμ Αδάμαντος, τότε, ήταν χαρακτηριστική των τάσεων που διαφωνούσαν με την νέα πορεία του κόμματος. Και αυτές οι τάσεις δεν εξαφανίστηκαν με την αποχώρηση της ιστορικής ηγεσίας –  ο Αδάμαντος κατέβηκε σαν ανεξάρτητος υποψήφιος στις δημοτικές του 1953, ενώ για ένα διάστημα η εφημερίδα «Φως» (στην οποία εργάζονταν ο Φ. Ιωάννου) λειτουργούσε και σαν «άλλη αριστερή φωνή». Αλλά η έκφραση τους ήταν πια δύσκολη σε ένα πλαίσιο όπου η αριστερά σαν κίνημα και «παράλληλη κουλτούρα», ήταν ήδη υπό επίθεση και η ηγεσία που έλεγχε πια τους εσωτερικούς μηχανισμούς τόνιζε την «ενότητα» (και την κομματική συνοχη/πειθαρχια). Έγραφε ο Αδάμαντος το 1952 για την γραμμή της ένωσης (σαν «στρατηγική ενότητας») που υιοθέτησε η νέα ηγεσία:
«Υποθεσωμεν-είπα- ότι κι εγώ αφήνω τις επιφυλάξεις μου και κατεβαίνω σ’ένα παραφρόνα αγώνα. Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Θα κάμει η μοναρχοφασιστικη κυβέρνηση της Ελλάδας το αιματοβαμμένο μας πουκάμισο σημαία και θα διεκδικήσει με σθένος το αίτημα του λαού μας; Ασφαλώς όχι…(..) Αλλά θα συγκινηθη μήπως η εδω εθναρχοκεκκοφροσυνη; Θα ήταν πολύ αφελές και να το πιστέψει κανείς. Θα περάσουν ίσια ίσια από τον τόπο που εμολυνεν έναν όργανο της Σοβιετιας και διεβαλεν τον αδιάβλητο τους –έστω και ανύπαρκτον- αγώνα…(..)
Κάτω από αυτές τες συνθήκες – επρόσθεσα- σήμερα δεν είμαι διατεθειμένος να πειθαρχήσω σε ανόητα και ανεδαφικά συνθήματα και να θυσιάσω ουδέ το μικρο μου δακτυλάκι.»

Υπήρχε όμως και μια άλλη διάσταση που άρχισε να εμφανίζεται σαν σημαντική – το ζήτημα της τ/κ κοινότητας. Η συμμετοχή χιλιάδων τ/κ στις συντεχνίες και ιδιαίτερα στις μεγάλες απεργίες της περιόδου 41-48 δημιούργησε σαφώς ένα δεσμό ιστορικής συνείδησης. Το 1947 άρχισαν προσπάθειες για έκδοση ειδικών συντεχνιακών εντύπων που να απευθύνονται στους τ/κ – και σε αυτό το πλαίσιο κυκλοφόρησε η εφημερίδα Emekci 1948. Όμως ταυτόχρονα η τ/κ κοινότητα είχε αρχίσει από την  δεκαετία του 1940 να συγκροτείται σε αντιδιαστολή με τον ε/κ ενωτικό εθνικισμό. Η προσπάθεια, κατά συνέπεια, της νέας ηγεσίας του ΑΚΕΛ να προσεγγίσει τις συντηρητικές μάζες της ε/κ δεξιάς στα πλαίσια της στρατηγικής της «ενότητας» προκαλούσε νέα ρήγματα τόσο στο εσωτερικό του κινήματος όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Αλλά όπως θα έλεγε και ο Μαρξ «οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους αλλά όχι κάτω από συνθήκες της δικής τους επιλογής.»

 Η αριστερά την δεκαετία του 50

Η νέα δυναμική που εμφανιζόταν τόσο παγκόσμια όσο και τοπικά εκραγηκε τον Δεκέμβρη του 1954 όταν ο ΟΗΕ απέρριψε και πάλιν αίτηση για συζήτηση του κυπριακού. Σε εκείνες τις εκδηλώσεις οι απεργίες και διαδηλώσεις της αριστεράς βρέθηκαν στον ίδιο δρόμο με τους εθνικόφρονες (κατά κύριο λόγο μαθητές) που κινητοποιούσε η εθναρχια. Για την αριστερά, ωστόσο, η εκδηλώσεις του Δεκέμβρη εκτός από τα θετικά της αντιαποκιακης ενότητας είχαν και μια προβληματική διάσταση: την εμφάνιση αντιτουρκικων συνθημάτων. Η αριστερά είχε ήδη προχωρήσει το 1952 στην σύσταση ειδικού γραφείου της ΠΕΟ για τους τ/κ (και υπήρχε μια σαφής άνοδος στην συμμετοχή τ/κ στα συντονιστικά όργανα των συντεχνιών) ενώ το1955 κυκλοφόρησε η εβδομαδιαία τ/κ αριστερή εφημερίδα, Inkilapci.

 Όταν εκδηλώθηκε η ΕΟΚΑ η αντίδραση της αριστεράς ήταν έντονη – χρησιμοποιώντας και εκφράσεις της τότε πολιτικής αντιπαράθεσης («βαρελοττα», «ψευτοδιγενηδες») που μετά αποσύρθηκαν. Οι ανησυχίες που υπήρχαν οξύνθηκαν όταν δημοσιοποιήθηκε το φυλλάδιο που βρέθηκε στο πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος» (και το οποίο ήταν ουσιαστικά το πρώτο φυλλάδιο της ΕΟΚΑ) το οποίο καλούσε «τους κομμουνιστές» να παραμείνουν αμέτοχοι και να αποδεκτουν την ηγεσία του αντί-αποικιακού αγώνα από την νέα ένοπλη οργάνωση της εθναρχιας. Το ΑΚΕΛ είχε ήδη τοποθετηθεί για την ανάγκη «ενιαίου μετώπου» (ενώ η εθναρχια επέμενε στο μονοπώλιο της ηγεσίας του «αγώνα» - κάτι που η ΕΟΚΑ διεκδικούσε και ένοπλα) και τακτικές αγώνα με άξονα την κινητοποίηση/«συμμετοχή του λαού». Στην ουσία διεξάγονταν τότε δυο αντιαποικιακοι αγώνες – της ΕΟΚΑ και της αριστεράς. Σύμφωνα μάλιστα με τα βρετανικά αρχεία οι κινητοποιήσεις της αριστεράς στις πόλεις ήταν σαφώς μαζικότερες από αυτές της εθναρχιας/ΕΟΚΑ την περίοδο 1955-59.

Ανκαι ήταν σαφές ότι το ΑΚΕΛ δεν εμπλεκόταν στην ένοπλη στροφή του αντιαποικιακου κινήματος, οι βρετανοί θεώρησαν ότι ήταν η ευκαιρία να το ξεφορτωθούν – ήδη μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια καταστολής του 1945 υπήρχαν σε αποικιακές αναφορές εκτιμήσεις ότι η επίθεση έπρεπε να εστιαστεί στο ΑΚΕΛ. Έτσι το Δεκέμβρη του 1955 η βρετανική αποικιακή διοίκηση συνέλαβε 135 ηγετικά στελέχη της αριστεράς και κήρυξε παράνομο το ΑΚΕΛ και συνδεόμενες οργανώσεις η έντυπα/εφημεριδες - συμπεριλαμβανομένης και της τ/κ  Inkilapci. Όμως αυτήν την φορά, μετά την εμπειρία του 1945, δεν κηρύχθηκαν παράνομες οι συντεχνίες και ούτε φυσικά το δίκτυο των τοπικών συλλόγων που συγκροτούσαν την αριστερά σαν μια «παράλληλη κοινωνία». Οι βρετανοί ήταν σαφείς στην ανακοίνωση της απαγόρευσης ότι θεωρούσαν το ΑΚΕΛ υπεύθυνο για το κλίμα της υπονόμευσης που είχε αγγίξει τώρα και νομιμόφρονα τμήματα του πληθυσμού.
«Είναι αυτοί (οι κομμουνιστές) οι οποίοι ανέπτυξαν ολοκληρον τον μηχανισμον «αγώνος» εναντίον της καθεστηκυίας τάξεως – τας μαζικας διαδηλώσεις, τας πολιτικας απεργίας, την αναγραφή συνθημάτων, την στασιαστικην προπαγάνδα και τα υπερμεγέθη υπομνήματα. Το γεγονός ότι μεγάλη μερις του πληθυσμού δέχεται τώρα την βία (..) οφείλεται κυρίως εις αυτούς.»
Όμως ενδεχομένως να υπήρχε και ένας πιο συγκεκριμένος άμεσος στόχος: λίγες βδομάδες μετά οι βρετανοί έκλεισαν και την ανεξάρτητη εφημερίδα «Εμπρός» του Σ. Αγγελίδη (η οποία έκφραζε  την αριστερά) λόγω της κριτικής που ασκούσε στον Μακάριο για την στάση τους στις συνομιλίες. Αλλά όπως έγινε και το 1949 όταν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του «Δημοκράτη», η αριστερά, απλά, προχώρησε στην έκδοση νέας εφημερίδας, την «Χαραυγή».

Η εξορία του Μακάριου και η αρχή των δικοινοτικών συγκρούσεων το 1956 φαινόταν να επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της αριστεράς. Όμως στα πλαίσια της στρατηγικής της ενότητας αλλά και της συγκίνησης που προκάλεσαν οι θάνατοι στελεχών της ΕΟΚΑ, το 1957 το ΑΚΕΛ έκαμε αυτοκριτική για τους χαρακτηρισμούς του Απρίλη του 1955 – διατηρώντας, ωστόσο, την βασική του θέση ότι η ένοπλη στροφή του αντιαποικιακού αγώνα ήταν λάθος και οδηγούσε σε αδιέξοδα όπως φαινόταν ήδη από την δικοινοτική σύγκρουση.

Το καλοκαίρι του 1957 η ΕΟΚΑ στράφηκε αποφασιστικά ενάντια στην αριστερά – τον Αύγουστο οι επιθέσεις ενάντια σε αριστερούς και χώρους των «λαϊκών οργανώσεων» εντάθηκαν εκφράζοντας ίσως και το γεγονός ότι είχε πια αρχίσει να διαφαίνεται ότι η Κύπρος όδευε σε λύση ανεξαρτησίας. Στις αρχές του 1958 οι επιθέσεις άρχισαν να παίρνουν την μορφή συντονισμένης εκστρατείας εκφοβισμού. Στις 21 Ιανουαρίου σε μια νύχτα δολοφονήθηκαν 2 αριστεροί σε δυο χωριά της ανατολικής Κύπρου. Ο Γρίβας  ήταν σαφής για τους στόχους της επίθεσης:
« Ενδείκνυται να τους (τους κομμουνιστές) εξωντωσωμεν ως πολιτικήν οντότητα, ώστε να μην είναι πλέον υπολογίσιμος δυνάμενη δια των αποφάσεων της να επηρεάζει το εθνικον ζήτημα, όπως συνέβαινε μέχρι τούδε.» (Επιστολή στον μητροπολίτη Άνθιμο, 25/1/1958)

Τον Μάιο οι αντικομμουνιστικές επιθέσεις κορυφώθηκαν και στις 2 κοινότητες καθώς οι τ/κ εθνικιστές εξαπέλυσαν το δικό τους πογκρόμ ενάντια στους τ/κ αριστερούς. Η πρωτομαγιά του 1958 ήταν ουσιαστικά τελευταία πρωτομαγιά της δικοινοτικής αριστεράς. Οι ε/κ αριστεροί αντέδρασαν έντονα και εμφανίστηκαν ρήγματα (ξανά – όπως και το  1948 με τις απεργίες) ανάμεσα στην κομματική ηγεσία και την ευρύτερη κουλτούρα της αριστεράς. Η ηγεσία και ο κομματικός μηχανισμός είχαν πάρει σαφή θέση ότι η στάση της αριστεράς έπρεπε να είναι η «ενότητα» και άρα η μη απάντηση στις «προκλήσεις». Στο λαϊκό επίπεδο, ωστόσο, ομάδες αριστερών αντέδρασαν όπως η «κόκκινη φρουρά» το 1930 και οι απεργοί του 1948 – διεκδικώντας με την βία τον σεβασμό στο «λαϊκό κινημα/αγωνιστες». Σε ένα φυλλάδιο της περιόδου που κυκλοφόρησε στο Βαρωσι αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«..σήμερα, ύστερα από τόσα γεγονότα, κτυπήματα, φοβέρες και δολοφονίες, μια νέα οργάνωση με τίμιους αγωνιστές είναι έτοιμη να πολεμήσει στήθος με στήθος δια να εξαναγκάσει την δεξιά να πάψει να στέλλει τους τραμπούκους της και να υβρίζουν, και να κτυπούν και να δολοφονούν τίμιους αγωνιστές…
(..) Για αυτό ας μελετήσουν σήμερα γιατί αλλιώς θα είναι αργά. Για κάθε δάκτυλο που θα χάνει ένας τίμιος λαϊκός αγωνιστής πρέπει και θα ξεκαθαρίζουμε δέκα και θα δίνουμε και φωτιές ακόμα στα καταστήματα τους, για να μάθουν να σέβονται τον λαό.»
Ο Παπαϊωαννου καταγράφει ότι δέχτηκε φοβερή πίεση λόγω της άρνησης της ηγεσίας να δεχτεί να εξοπλιστούν οι αριστεροί σε μερικά χωριά, ενώ η οργή στις πόλεις εκφράστηκε έντονα με απεργίες, διαδηλώσεις αλλά και συγκρούσεις.

Η επίθεση της δεξιάς όμως δεν ήταν καθολική (και αυτό ήταν το σημείο στο οποίο εστίαζε η ηγετική ομάδα και ο κομματικός μηχανισμός): μια μεγάλη μερίδα της δεξιάς δεν ακολούθησε την στρατηγική του Γρίβα - ιδιαίτερα όταν τα εγκλήματα έφτασαν στο επίπεδο βαρβαρότητας του πετροβολισμού μέχρι θανάτου του Σάββα Μενοικου στην αυλή της εκκλησίας του Λευκονοικου. Ακόμα και ο Μακάριος παρέμβηκε από την εξορία. Ήδη το μέλλον ήταν σαφές. Μετά και από το δικοινοτικό αιματοκύλισμα του καλοκαιριού (που ακολούθησε το ιδεολογικό αιματοκύλισμα της δικοινοτικής αριστεράς τον Μάιο), ο Μακάριος αποδέχτηκε τον Σεπτέμβρη του 1958 την ανεξαρτησία. Η ιστορική θέση της αριστεράς από το 1920 δικαιωνόταν την ίδια ακριβώς στιγμή που η αριστερά βίωνε την πιο αιματηρή προσπάθεια καταστολής της. Και αυτή η καταστολή για την τ/κ αριστερά ήταν σαφώς πιο έντονη και οδήγησε τους τ/κ αριστερούς στην εξορια, την ημιπαρανομία και την σιωπή/λογοκρισια.

Στις εκλογές του 1959-60 η αριστερά ακολούθησε την δυαδική γραμμή που είχε αναπτύξει μέσα από την ιστορική της εμπειρία: αυτονομία-ενότητα. Στις προεδρικές κατέβηκε με υποψήφιο τον Ιωάννη Κληριδη. Ανκαι η θέση της αριστεράς περιείχε και μια κριτική για την εγκατάλειψη της ένωσης, η ουσία της θέσης της ήταν η ημιτελής μορφή της από-αποικιοποιησης. Και η υποψηφιότητα του Κληριδη, του κεντρώου φιλελεύθερου πολιτικού που είχε ταυτιστεί με τους αγώνες για την αυτοκυβέρνηση το 1947, ήταν μια σαφής υπόμνηση. Σε εκείνες τις εκλογές η αριστερά κατέγραψε τα ιστορικά της κομματικά ποσοστά (γύρω στο ένα τρίτο των ε/κ ψηφοφόρων) τα οποία θα διατηρήσει με εκπληκτική συνέπεια τις επόμενες δεκαετίες. Στις βουλευτικές, αντίθετα, το ΑΚΕΛ ακολούθησε την γραμμή της «ενότητας» αποδεχόμενο να πάρει μόνο 5 έδρες στα πλαίσια μιας συμφωνίας με το Πατριωτικό Μέτωπο – το κόμμα - διάδοχο σχήμα της ΕΟΚΑ. Διότι πέρα από τα κομματικά του ποσοστά το ΑΚΕΛ και η αριστερά ( οι αριστερογενεις ψηφοφόροι) κάλυπταν και μια μερίδα του κέντρου – όπως έδειξαν και οι εκλογές του 1970 αλλά και οι προεδρικές εκλογές από το 1988 και μετά.
Αλλά αυτό είναι μέρος μιας άλλης ιστορικής περιόδου.

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

  • Ατταλιδης Μιχάλης, Τα Κόμματα στην Κύπρο [1878 – 1955], στο «Κυπριακά 1878-1955», Έκδοση Δήμου Λευκωσίας, 1986.
  • An Ahmet, Μια Επισκόπηση του Παρελθόντος και Παρόντος της Τουρκοκυπριακής Αριστεράς, στο Εξ Υπαρχης, τ. 47-51.
  • Βατυλιωτης Χαράλαμπος (Βατης), Μερικά Επίκαιρα Πολιτικά Ζητήματα, 1931 – αναδημοσίευση: Εντός τωνΤειχων, τ. 39 – 40, 1989 (Στο κείμενο σαν συγγραφέας αναφέρεται ο «Νίκος Κλεομένης», το οποίο θεωρείται ψευδώνυμο του Βατη)
  • Βαρνάβα Παντελής, Παλεύοντας για την Ζωή (αναμνήσεις βετεράνων], έκδοση ΠΕΟ, Λευκωσία, 1990.
  • Βαρνάβα Παντελής, Τα Μεταλλεία της Κύπρου, έκδοση ΠΕΟ, Λευκωσία, 1993.
  • Βαρνάβα Παντελής, Κοινοί Αγώνες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Λευκωσία, 1997.
  • Γραικός Κώστας, Τα Οκτωβριανά και το Κ.Κ.Κ., Λευκωσία , 1994.
  • Ιωάννου Γρηγόρης, Αγροτικές Κολλεκτιβες στην Κύπρο. Εστιάζοντας σε ένα Υβρίδιο της Ύστερης Αποικιακής Περιόδου, 2006, Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών.
  • Ιωάννου Φιφης, Έτσι Άρχισε το Κυπριακό, στα Αχνάρια μιας Δεκαετίας (1940 – 1950), Εφ. Απογευματινή,  Μάρτης-Αύγουστος 1976. Ολόκληρο το κείμενο εκδόθηκε σε βιβλίο σε δυο εκδόσεις: Από τις εκδόσεις ΙΜΜΕ Intercollege το 2004 έγινε η έκδοση με τίτλο «Ο Φιφης Ιωάννου, η Αριστερά και το Κυπριακό», επιμ. Νίκος Περιστιανης. Η έκδοση περιλαμβάνει και επιπρόσθετα στοιχεία, συνεντεύξεις και αναλύσεις για τον Φιφη και την αριστερά. Από τις εκδόσεις Φιλίστωρ εκδόθηκε το ίδιο κείμενο το 2005 (σε επιμέλεια Γαβριήλ Παπα) με στοιχεία από τα «Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας»  για τις σχέσεις ΑΚΕΛ-ΚΚΕ.
  • Κακουλλη Λουκά, Αδάμ Αδάμαντος: το Αηδόνι της Αμμοχώστου, Λευκωσία, 2002.
  • Λεφκη Γιάννης, Οι Ρίζες: Ιστορική Μελέτη, Λεμεσός, 1984.
  • Κατσιαουνης Ρολανδος, Η Διασκεπτική, 1946 – 1948, Έκδοση Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 2000.
  • Loizos Peter, Αλλαγές στην Δομή της Κοινωνίας, στο «Κυπριακά 1878-1955», Έκδοση Δήμου Λευκωσίας, 1986.
  • Μαχλουζαριδη Παναγιώτη, Κύπρος 1940 – 60, Ημερολόγιο των Εξελίξεων, Λευκωσία, 1985.
  • Παναγιώτου Αντρέας, Συνοριακές Εμπειρίες: Ερμηνεύοντας τον Πατριωτισμό της Κυπριακής Αριστεράς, στο Το Πορτοκαλί της Κύπρου (επιμ. Ν. Τριμικλινιοτης), εκδ. Νήσος, Αθήνα, 2005.
  • Παπαϊωαννου Εζεκίας, Ενθυμήσεις από την Ζωή μου, Πυρσός, Λευκωσία, 1988.
  • Παιονιδη Πανικου, Ανδρέας Ζιαρτιδης: Χωρίς Φόβο και Πάθος, Λευκωσία, 1995.
  • Πουμπουρη Μιχάλης, Μέρες Δοκιμασίας, Λευκωσία, 1993.
  • Σερβα Πλουτης, Ευθύνες, τόμος Α, εκδ. Γραμμή, Αθήνα, 1985.
  • Σερβα Πλουτης, Όταν Ήμασταν Παιδιά.., Λευκωσία, 1993.
  • Φάντη Ανδρέας, Η Διασκεπτική, Λευκωσία, 1993.
  • Φάντη Ανδρέας, Από τον Λαο..με τον Λαο..για τον Λαο, Λευκωσία 1997.
  • January 6th 2015 at 10:04

Ανίχνευση της κοινωνικής ιστορίας του ερωτισμού στην Κύπρο τον 20ο αιώνα

By Antreas Panayiotou


Δημοσιεύτηκε αρχικά στο «Χρονικό», Εφ. Πολίτης, 8/3/2009, τ. 55

Εισαγωγή.



Η κοινωνική διάσταση του ερωτισμού αναφέρεται στον τρόπο οργάνωσης της σεξουαλικότητας (σε νόμιμη και παράνομη λ.χ.) αλλά και στις κοινωνικές ρίζες και δημόσιες προεκτάσεις των ερωτικών πρακτικών και φαντασιώσεων. Η κυρίαρχη αφήγηση για την ιστορική διαμόρφωση του ερωτισμού στην Κύπρο κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα ακολουθεί την ευρύτερη Μεγάλη Αφήγηση του εκμοντερνισμου, ότι δηλαδή υπάρχει μια διαδικασία «απελευθέρωσης» (η «εκχυδαϊσμού των ηθών», κατά την συντηρητική αντίληψη) όσο «εκμοντερνιζόμαστε» και συχνά αυτός ο εκμοντερνισμος ταυτίζεται με την επίδραση της Δύσης / Ευρώπης.  Όπως θα δούμε, όμως, σε αυτήν την ανίχνευση του πεδίου, η πραγματικότητα υπήρξε πιο περίπλοκη – με ρήγματα στις παραδοσιακές πατριαρχικές δομές αλλά και με συντηρητικές στροφές.

Θα μπορούσαμε για λόγους ιστορικής οργάνωσης να χωρίσουμε τον 20ο αιώνα σε 3 περιόδους: την περίοδο μέχρι 1920-30 όπου συνεχίζει ακόμα να κυριαρχεί η παραδοσιακή κουλτούρα αλλά η παρακμή της είναι πλέον ορατή – και ιδιαίτερα η δεκαετία του 1920 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η δεκαετία των  ριζοσπαστικών πρωτοποριών. Η δεύτερη περίοδος μπορεί να οριοθετηθεί από το 1930 μέχρι το 1960 όπου δημιουργούνται οι πολιτικές αλλά και οι σεξουαλικές δομές της νεώτερης Κύπρου. Η τρίτη περίοδος καλύπτει την μετά-αποικιακή περίοδο – μια περίοδο  που θα μπορούσαμε να την υποδιαιρέσουμε σε 3 μέρη: 1960-70, 1970-90, 1990+.

Η κληρονομιά της παραδοσιακής κοινωνίας

Ένα γλωσσικό παράδοξο
Στην Κύπρο υπάρχει ένα ιστορικό παράδοξο σε σχέση με τον ερωτισμό – σήμερα η Αφροδίτη είναι ένα κυρίαρχο μυθολογικό τουριστικό σύμβολο για το νησί, όμως σαφώς η μνήμη της αρχαίας θεάς είχε εξαφανιστεί κατά την διάρκεια των αιώνων της παραδοσιακής κοινωνίας όπου κυριαρχούσαν ο χριστιανισμός και το Ισλάμ. Υπήρχαν βέβαια κατάλοιπα ιστορικής μνήμης ενταγμένα στο κυρίαρχο θρησκευτικό πλαίσιο – και έχουμε μάλιστα και μια ενδιαφέρουσα δικοινοτική αναφορά από τις αρχές του 20 αιώνα στο βιβλίο της Μ. O-Richter:
 «Για να ξέρεις. Για μας τους Ορθόδοξους, η εκκλησία τελειώνει σήμερα την Κυριακή της Πεντηκοστής και αύριο τη Δευτέρα θα γιορτάσουμε όλοι μαζί, με τους Τούρκους στην Άγιο Γιαλό, το Πανηγύρι, δηλαδή τη γιορτή της Παναγιάς Αφροδίτης».
Ήταν όμως πραγματικά αυστηρά πουριτανική η παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία; 

Παραδόξως η παραδοσιακή κοινωνία την οποία κληρονόμησε ο 20ος αιώνας φαίνεται να ήταν γλωσσικά πιο «άνετη», συγκριτικά με το τι ακολούθησε, όσον αφορά την σεξουαλικότητα. Τρία λεξικά της κυπριακής τα οποία εκδόθηκαν τέλη του 19ου και αρχές του 20ουαιώνα (και τα οποία έχει επανεκδώσει το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών) δίνουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα για την δημόσια χρήση λέξεων που αναφέρονται στα ερωτικά σημεία του σώματος. Το λεξικό του Γ. Λουκά φαίνεται να συμπληρώθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Η λέξη «βίλλος» αναφέρεται με 5 παράγωγα (βίλλα, βιλλαράς - βιλλάς, βιλλάρατσος, βίλλος – βήλλος - βύλλος, βιλλουριν). Αναφέρεται επίσης χωρίς προσδιορισμό χρήσης το «βιλλούδιν». Αντίθετα η λέξη «πούττος» λείπει. Το «γλωσσάριον» του Ξ. Φαρμακίδη φαίνεται να γράφτηκε την περίοδο 1912-25. Εδώ υπάρχουν δυο λέξεις παράγωγα του βίλλου («βιλλάριν», «βίλλος») με την σημείωση για το «βιλλούδιν»:
«Εκλαμβάνεται κατά συνεκδοχήν αντί του υιός. Ιδίως επί της νηπιακής ηλικίας, έλα το βιλλούιν μου, να δω είντα ν’ πόσει».
 Αναφέρεται επίσης η λέξη «πουττίν» με επεξήγηση ότι χρησιμοποιείται και η λέξη «σσίστος». Αντίθετα στο «γλωσσάριον» του Ι. Ερωτοκρίτου (ο οποίος ήταν ένας τοπικός προύχοντας από το Πισσούρι) το οποίο φαίνεται να συντάχθηκε την περίοδο 1920-1931 (ή ίσως και πιο μετά) διαφαίνεται μια νέα στάση: τόσο στη λέξη βίλλος, όσο και στη λέξη πουττίν σημειώνεται: «Η λέξη ουδέποτε ακούγεται δημοσίως». Την απαίτηση για λογοκρισία του δημόσιου λόγου την έθεσε επιτακτικά η ανερχόμενη αστική τάξη στα τέλη του 19ουαιώνα μπροστά στον κίνδυνο της απώλειας ελέγχου πάνω στις κατώτερες τάξεις. Όπως τεκμηριώνει ο Κατσιαούνης στην εξαιρετική του αναφορά στο θέμα, οι εφημερίδες των αστών έγραφαν οργισμένες αναφορές για «τους χειρώνακτας αχθοφόρους και εν ενί λόγω καθάρματα της αγοράς παντός είδους» όπως και για τους «αγυιόπαιδες» (χαμίνια του δρόμου) και απαιτούσαν από τις αρχές «νομοθετήματα» ενάντια στη «χυδαία έκφραση» τα «αστεία» και τις «βρώμικες λέξεις» των κατωτέρων τάξεων. Και προφανώς η απαίτηση των αστών πέρασε από τη νομοθεσία στην καταγραφή της στα λεξικά και στην γλώσσα ευρύτερα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της λογοκρισίας του δημόσιου λόγου από ερωτικές παραπομπές η ακόμα και ήχους που έμοιαζαν ύποπτοι, ήταν η αλλαγή ονομάτων σε χωριά τα οποία είχαν ηχητική παραπομπή στην λέξη βιλλος όπως λ.χ. Βιλλουρκα. Στο Καλό Χωριό της Λεμεσού σύμφωνα με τον Ν. Κληρίδη η αλλαγή έγινε «στις αρχές του αιώνα» γιατί το προηγούμενο όνομα ήταν «κακόηχο» - χωρίς να αναφέρεται αυτό το κακόηχο όνομα. Από παλαιότερους χάρτες στην περιοχή φαίνεται να υπάρχει ένα χωριό με τον προσδιορισμό (στα λατινικά) Ville.

Από ότι φαίνεται λοιπόν από τα λεξικά, αλλά και από την κοινωνική ιστορία, η δημόσια έκφραση του ερωτικού άρχισε να λογοκρίνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα και να υποχωρεί μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου. Σε αυτήν την εκστρατεία λογοκρισίας, οι ανώτερες τάξεις φαίνεται να ανέλαβαν ρόλο «διαπαιδαγωγού / φορέα πειθαρχίας» για τα λαϊκά στρώματα.

Κάτω από την επιφάνεια της «παραδοσιακής πατριαρχίας»
Η οργάνωση του ερωτισμού (με την έννοια των οικογενειακών ρόλων) στην παραδοσιακή κοινωνία ήταν πατριαρχική – αλλά το θέμα είναι ποια ακριβώς ήταν η συγκεκριμένη δομή, οι ρόλοι αλλά και οι δυναμικές της στην κυπριακή της εκδοχή. Στο ανθρωπολογική ανάλυση του Περιστιάνη για το σύνδρομο της «τιμής – ντροπής» (honourshame) στην Κύπρο, η γυναίκα παρουσιάζεται ουσιαστικά σαν ένα άτομο σε μια θέση – ρόλο που είναι de facto «αδύνατη / ανέφικτη»: «Αν ήταν δυνατό να συνδυαστούν η ιδέα της παρθενιάς και της μητρότητας, η ιδανική σύζυγος θα ήταν μια μητέρα, παρθένα σε αισθήσεις και σκέψεις». Έπρεπε δηλαδή η γυναίκα να είναι μια Παναγία – σύμφωνα με την ηγεμονική χριστιανική ιδεολογία. Αυτή όμως είναι μια στατική εικόνα. Κάτω από την επιφάνεια της κυρίαρχης ιδεολογίας υπήρχε μια πιο περίπλοκη πραγματικότητα: η γυναίκα δεν «έπαιζε» μόνο ένα παθητικό ρόλο - είχε τις δικές της σφαίρες δράσης και καθορισμού και η σεξουαλική ζωή είχε μια πιο περίπλοκη ιστορία και δυναμική. 

Σύμφωνα με την ανάλυση του Λ. Παπαλεοντίου για τους φυλετικούς ρόλους στην λαϊκή ποίηση ο ρόλος της γυναίκας φαίνεται να είναι παθητικός: το ενεργό υποκείμενο είναι ο άντρας ενώ η γυναίκα είναι μια παθητική «γοητεία», ένας στόχος που βασανίζει τον άντρα αλλά που δεν έχει δική της φωνή να εκφραστεί. Ο Παπαλεοντίου όμως τονίζει, επίσης, μια μικρή λεπτομέρεια: Αν και στα τραγούδια αυτά καθ’ αυτά η γυναίκα είναι «σιωπηλή» εντούτοις η μεγάλη πλειοψηφία των καταγραμμένων ποιημάτων / τραγουδιών προέρχονται από γυναίκες. Οι γυναίκες αποτελούσαν με αυτή την έννοια το βασικό ακροατήριο αυτών των τραγουδιών – αλλά όχι τον ομιλητή. Ποιος είναι ο ρόλος του ακροατηρίου; Το ακροατήριο σαφώς δεν έχει την εξουσία – αλλά δεν είναι και ανίσχυρο. Επιδοκιμάζει, επιλέγει με κάποιο τρόπο, και διαμορφώνει με τις επιλογές / επιλεκτικές του αναφορές το κυρίως θέμα. 

Η ύπαρξη μιας υπόγειας τάσης που απέδιδε και ενεργό ρόλο στην γυναίκα και στον ερωτισμό της, φαίνεται και στην συλλογή « Μιλλωμενων» κυπριακών παροιμιών του Κουρτελλαρη. Υπάρχει βέβαια έμφαση στους κυρίαρχους ρόλους (την «τίμια», μονογαμική σχέση για την γυναίκα και τον ενεργητικό ρόλο του άντρα), υπάρχουν όμως και αναφορές που αφήνουν να διαφανούν και άλλες εκδοχές: γυναικείας συμμετοχής (« Παρακαλητομ μουννιν, ξινογ γαμησιν») και αυτονομίας («Το πουττιμ εγιω το ριζω τζ’ οπκοιου θελω το χαρίζω») στην ερωτική πρακτική.        Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες αναφορές στην «πουτανα/πολιτιζιη» (σαν επάγγελμα αλλά και σαν σημείο που παραπέμπει σε θηλυκό ερωτικό ρόλο πέρα από την μονογαμία): λ.χ. «Η φουντανα εν πουτάνα» σαν αναφορά στην προσφορά χαρας/ηδονης.

Ο συγκριτικά αναβαθμισμένος ρόλος της γυναίκας φαίνεται επίσης στην συγκριτική μελέτη του Cassia για τη διαμόρφωση του χώρου (δημόσιου και ιδιωτικού) στην Κύπρο και την Β. Αφρική. Στην Β. Αφρική έχουμε ένα πατροκεντρικό σύστημα όπου η γυναίκα μετακομίζει στο σπίτι του άντρα της – και με αυτήν την έννοια κατοικεί υπό την εξουσία του πατριάρχη και των γιων του. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Cassia σε αυτό το σύστημα η γυναίκα είναι ουσιαστικά φιλοξενούμενη – και το σπίτι της αποκτά αυτονομία από τα άλλα μέλη της οικογένειας στο βαθμό που το επιθυμεί ο άντρας της. Αν και δεν έχουμε στοιχεία, είναι πιθανό ότι όταν το σπίτι το έδινε ο άντρας παρά η γυναίκα να υπήρχε και στην Κύπρο μια δομή τέτοιας μορφής. Αντίθετα στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην Κύπρο κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, ο άντρας μετακινείτο στο σπίτι της γυναίκας και ο διαχωρισμός των τελετουργιών αλλά και του χώρου δείχνει ότι η γυναίκα απόκτησε αυξανόμενη δύναμη. Σύμφωνα με τον Cassia το βασικό διαχωριστικό στοιχείο των διαφόρων οικογενειών που κατοικούσαν στον ίδιο χώρο ήταν η κουζίνα. Το νέο ζευγάρι αποκτούσε την αυτονομία του στο βαθμό που η γυναίκα μαγείρευε μόνη της. Με αυτό τον διαχωρισμό η αυτονομία του ζευγαριού καθοριζόταν από μια βασική θηλυκή λειτουργία. 

Επιπρόσθετα, όπως παρατηρεί ο Cassia, ο χρόνος ο ίδιος ήταν διαχωρισμένος σε δυο μέρη τα οποία αντιστοιχούσαν σε ένα γενικό πλαίσιο με τον αντρικό και τον θηλυκό κόσμο. Έτσι το εξάμηνο που ξεκινούσε από τον Νιόβρη (με την γιορτή του «Άη Γιώρκη του Σπόρου») και τελείωνε το Πάσχα ήταν «του σπιτιού» και σε αυτό το πλαίσιο η γυναίκα ρύθμιζε την λειτουργία της οικογένειας καθώς ο άντρας ήταν ουσιαστικά ο εκπρόσωπος της οικογένειας στη δημόσια ζωή (στην εργασία, τα καφενεία, τις δημόσιες συναλλαγές, την πολιτική). Ο αντρικός χρόνος άρχιζε ουσιαστικά μετά το Πάσχα – όταν άρχιζαν οι αγροτικές ασχολίες και η δημόσια ζωή του χωριού αποκτούσε ξανά την δυναμική της. 

Σε αυτό το πλαίσιο η παραδοσιακή πατριαρχία φαίνεται περισσότερο σαν μια δομή ανισομέρειας και ανισότητας μεν, αλλά ταυτόχρονα και σαν ένα σύστημα στο οποίο οι συμμετέχοντες ένοιωθαν ότι επιτελούσαν κάποιο σημαντικό  λειτουργικό ρόλο. Και συγκριτικά ο ρόλος της γυναίκας στην Κύπρο ήταν σαφώς πιο ενισχυμένος από τις γύρω περιοχές. Χρησιμοποιώντας την αναλογία του Cassia ο οποίος τονίζει ότι στο παραδοσιακό χωριό υπήρχε μια έντονη τάση «πολιτικής ανεξαρτησία» των νοικοκυριών / οικογενειών (η οποία εκφραζόταν και με την αντρική φράση «τζαι εσού μουστάτζι εγιώ μουστάτζι»), ο άντρας αντιπροσώπευε την ανώτερη εξουσία αλλά ο ρόλος του ήταν βασικά εξωστρεφής – αντίθετα η γυναίκα αν και «υποδεέστερη», είχε ένα σημαντικό ρόλο μέσα στο σπίτι σαν η τοπική εξουσία απέναντι στα παιδιά (αρσενικά και θηλυκά). Και ίσως σε αυτό το πλαίσιο να μπορεί να ερμηνευθεί και η χρήση της έκφρασης «βιλλουιν μου» από την μάνα για τους γιους της.

Ερωτικές πρακτικές
Η παραδοσιακή σεξουαλικότητα θεωρείται σήμερα «βάρβαρη» σε ένα μεγάλο βαθμό – ας προχωρήσουμε, λοιπόν στο συμβολικό κέντρο της «βαρβαρότητας», το οποίο ήταν η πρώτη νόμιμη ερωτική πράξη: το έθιμο της πρώτης νύχτας του γάμου με το κρέμασμα των σεντονιών με το αίμα της παρθενιάς είτε στο μπαλκόνι είτε στους τοίχους. Στην μοντέρνα της εκδοχή, η ερμηνεία του εθίμου είχε να κάνει με την επίδειξη των αιμάτων σαν δείγμα της αντρικής κατάκτησης. Δεν μπορεί κάποιος να αρνηθεί αυτή τη διάσταση σαν εκδοχή της αντρικής κουλτούρας. Όμως είναι αμφίβολο αν ήταν η μόνη ερμηνεία η αν έτσι βιωνόταν από την πλειοψηφία (συμπεριλαμβανόμενων των γυναικών και των νέων) στην παραδοσιακή κοινωνία. Κατ’ αρχήν αξίζει να σημειωθεί ότι οι άλλες γυναίκες (λ.χ. πεθερά, μάνα) έπαιζαν σημαντικό, εποπτικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Αλλά και ο «αρσενικός επιβήτορας» δεν αντιμετωπιζόταν ακριβώς σαν ένας κατακτητής – αντιμετωπιζόταν μάλλον σαν έφηβος ο οποίος έπρεπε να αποδείξει ότι είχε φτάσει η ώρα της ενηλικίωσης του για να γίνει (με την σεξουαλική πράξη) άντρας. 

Το κρέμασμα των σεντονιών ήταν μια διπλή συμβολική επιβεβαίωση: της μεν γυναίκας ότι ήταν πραγματικά παρθένα, του μεν άντρα γιατί τα κατάφερε. Το πως ένοιωθε η κοπέλα είναι δύσκολο να το κρίνει κανείς χωρίς στοιχεία. Αλλά σε μια παραδοσιακή κουλτούρα στην οποία η πρώτη νύχτα του γάμου ήταν και η επίσημη αρχή της σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού είναι λογικό και αναμενόμενο ότι τόσο η αντρική όσο και η γυναικεία κουλτούρα θα είχαν αναπτύξει μορφές προετοιμασίας – και σε αυτό το πλαίσιο (στο κοινό άγχος των δυο εφήβων που έπρεπε «να τα καταφέρουν») μπορεί να ήταν μια απαίσια σεξουαλική εμπειρία ή μια ηδονικά οργασμική αναλόγως της προετοιμασίας των δυο νεαρών. Αλλά υπάρχει μια άλλη διάσταση αυτής της ερωτικής πράξης την οποία τονίζει ο Αργυρού: Η δημόσια διάσταση της. Δηλαδή το ζευγάρι έκανε σεξ σε ένα κλειστό χώρο αλλά απ’ έξω περίμεναν να «ακούσουν τα νέα/δουν τα τεκμήρια». Και σε αυτό το πλαίσιο η επίδειξη του αίματος ήταν και μια επίδειξη της ίδιας της ερωτικής πράξης. Αυτή η δημόσια διάσταση συνάδει ουσιαστικά με την πιο άνετη δημόσια έκφραση για την σεξουαλικότητα που είδαμε πριν για τον προφορικό λόγο. Αξίζει επίσης να αναρωτηθεί κανείς και για το είδος της σεξουαλικότητας που υπήρχε στην παραδοσιακή οικογένεια όταν όλη η οικογένεια κοιμόταν ουσιαστικά στον ίδιο χώρο με ελάχιστα διαχωριστικά. Σαφώς οι ήχοι που συνοδεύουν την μεταμοντέρνα σεξουαλικότητα θα πρέπει να ήταν περιορισμένοι. Αλλά είναι κάπως απίθανο να ήταν πλήρως εξαφανισμένοι. Και προφανώς τα παιδιά μεγάλωναν με ένα έστω background ήχο ερωτικής ηδονής στα αυτιά τους. 

Γενικότερα αν πάρουμε τα τεκμήρια της προφορικής κουλτούρας (παροιμίες ερωτικά τραγούδια) φαίνεται ότι η παραδοσιακή κοινωνία είχε μια σημαντική παραγωγή αναφορών σε ερωτικές πρακτικές. Στην συλλογή των «Μυλλωμένων Τραουθκιων» του  «Λάμαχου», φαίνεται ότι η παραδοσιακή κοινωνία είχε γνώση (τουλάχιστον στην ερωτική της  ποίηση) και του πρωκτικού και του στοματικού έρωτα. Οι αναφορές στην ομοφυλοφιλία ήταν βέβαια αρνητικές και στην ανθολογία υπάρχει ένα ιδιαίτερα αποδοκιμαστικό ποίημα. Στην ίδια ανθολογία όμως υπάρχουν και αρκετές αναφορές σε πρωκτικό έρωτα μεταξύ αντρών με χιουμοριστική διάθεση – ή χωρίς ιδιαίτερη αποδοκιμαστική διάσταση.
«Θωρώ τον πούττον τζαι ξερνώ, με ππέφτω σ’ έτσι λούκκον, αφούτις σε γαμώ εσέν τζαι βάλεις την τζαι βούκκον» (από διάλογο με άντρα ποιητάρη).
 Πόσο δεδομένα ήταν, ωστόσο, μένει να διερευνηθεί πέρα από αυτήν την αρχική ανίχνευση. 

Οι πόλεις σαν σημεία μοντερνιστικης ρήξης
Στην κουλτούρα των πόλεων, ωστόσο, φαίνεται ότι άρχισαν ήδη να διαφαίνονται οι νέες τάσεις που θα χαρακτήριζαν τις επερχόμενες μεταμορφώσεις. Στο Ακταίον της Λεμεσού λ.χ. όπου σύχναζε η αριστοκρατία αλλά και διανόηση της πόλης, σύμφωνα με τον Πιλαβακη «καλλιτέχνιδες διαφόρων εθνοτήτων – Γαλλίδες, Ισπανίδες, Γερμανίδες, Βοημίδες και Ιταλίδες – ψυχαγωγούν και ξεψειρίζουν την νεολαία αλλά και μεγαλύτερες ηλικίες με τα τραγούδια και τους χορούς των (επίδειξη «Ιταλικών γαμπών» ονομάζει τους χώρους τους η «Αλήθεια» της 13η Οκτωβρίου 1910)».. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο δρόμος που εφάπτεται με την πλατεία Ηρώων (στην οποία υπήρχαν από παλιά καμπαρέ και «κέντρα διασκέδασης») εθεωρείτο το Καρτιέ Λατέν της Λεμεσού όπου ζούσαν οι διανοούμενοι της πόλης.  Είναι σε αυτό το πλαίσιο που δημοσίοποιησε το 1916 ο Β. Μιχαηλιδης το πιο γνωστό underground ερωτικό ποίημα της κυπριακής νεωτερικοτητας, «Το παλιωμαν του βιλλου με τον πουττον». Πέρα από τη συμβολική σημασία που έχει το γεγονός ότι το ποίημα γράφτηκε από τον «πατέρα» της κυπριακής γραπτής ποίησης η ίδια η θεματολογία του είναι εκφραστική: από το 1916 ο Βασίλης Μιχαηλίδης τοποθετεί τον Βίλλο και τον Πούττο επί ίσης βάσης στην παλιωμα/μονομαχία σαν δυο αντιμαχόμενους ποιηταρηες – και στο τέλος ο νικητής είναι ο πούττος. Αυτή η θεματολογία ίσως να εκφράζει και τα νέα ρεύματα που τόνιζαν την ισότητα της γυναίκας, αλλά ίσως να έκφραζε επίσης και μια βαθύτερη αναγνώριση της παραδοσιακής κυπριακής κληρονομιάς όπου η θηλυκότητα δεν ήταν (μόνο) παθητική.

Στο πολιτιστικό επίπεδο στις πόλεις (ιδιαίτερα στο Βαρώσι και την Λεμεσό) είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του 1910 και ένας φεμινιστικός λόγος ο οποίος εκφράστηκε και έντυπα στο περιοδικό «Εστιάδες» – ένας λόγος, ωστόσο, που τόνιζε την ισότητα αλλά δεν άγγιζε το ζήτημα της σεξουαλικότητας. Και το ζήτημα τηςγυναικείας απελευθέρωσης  τέθηκε άμεσα και σαν πολιτικό ζήτημα από το μοντερνιστικό κομμουνιστικό κίνημα την δεκαετία του 1920.
Όσον αφορά στην ευρύτερη κατάσταση των κατωτέρων τάξεων στις πόλεις η αναφορά του Surridge (στην ιστορική του έρευνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920) είναι ενδιαφέρουσα:
«Ανάμεσα στους Έλληνες Χριστιανούς η συμβίωση πριν τον γάμο αλλά και μετά την τελετή του αρραβώνα συμβαίνει κάποτε, αλλά υπάρχουν πολύ λίγες περιπτώσεις όπου δεν ακολουθεί ο γάμος όταν η γυναίκα μένει έγκυος. Αυτού του είδους ο «δοκιμαστικός» γάμος είναι πιο συνηθισμένος ανάμεσα στους φτωχότερους των πόλεων».

Αυτό το μοντέλο σχέσεων όπως θα δούμε θα διαχυθεί στην κοινωνία σαν η νέα μορφή «οργάνωσης του ερωτισμού» στα πλαίσια της οικογενειακής δομής. «Η συμβίωση πριν τον γάμο» ουσιαστικά καταργούσε ντε φάκτο, μέσα στα πλαίσια της αστικοποίησης και της διεκδίκησης από τα λαϊκά στρωματά λόγου και ρόλου, την γυναικεία παρθενιά σαν προϋπόθεση για την τελετή του γάμου.

Το σώμα στην σκιά της Ιστορίας

Η νεωτερικη επανάσταση της δεκαετίας του 1940
Πότε έγινε η μεγάλη αλλαγή από την «παραδοσιακή» οικογενειακή / σεξουαλική δομή στην πιο γνωστή μορφή που γνωρίσαμε στο δεύτερο μισό του αιώνα; To θέμα έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της ανθρωπολογικής έρευνας για την οικογένεια στην Κύπρο. Ο Αργυρού προσδιορίζει την αλλαγή κάπου μεταξύ 1930 και 1960 ενώ ο Loizos φαίνεται να επικεντρώνει την έμφαση του στην δεκαετία του 1940. Το 1945 (τέλος του πολέμου, επιστροφή στρατιωτών) φαίνεται να είναι σημείο καμπής τόσο στις αναφορές του Αργυρού όσο και του Cassia. Κατά τον Αργυρού η μεγάλη αλλαγή από την παραδοσιακή οικογενειακή δομή σε μια πιο νεωτερική μορφή ήταν αποτέλεσμα μιας έντονης διαμάχης στην οποία κεντρικό ρόλο έπαιξε η νεολαία. Η παρακμή λ.χ. του έθιμου της δημόσιας έκθεσης των αποτελεσμάτων της «πρώτης της νύκτας» αποδίδεται στην αυξανόμενη άρνηση των νέων (ανδρών και γυναικών) να υπόκεινται σε αυτή την τελετή ενηλικίωσης. Ο  Loizos αποδίδει τις αλλαγές στις θεσμικές, πληθυσμιακές και πολιτιστικές αλλαγές ενώ η εισαγωγή νέων τεχνολογιών και εμπειριών (όπως η εκπαίδευση, η αστικοποίηση και ευρύτερα η αναζήτηση εργασίας εκτός του χώρου του χωριού) έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία στις νεώτερες γενιές να αμφισβητήσουν την εξουσία των γονιών – και ιδιαίτερα του πατέρα-πατριάρχη. Και ο Loizos συνδέει την ηλικιακή διαμάχη με την άνοδο της αριστεράς και την εμφάνιση των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας.

Τα εμπειρικά στοιχεία (λ.χ. τα ηλικιακά ποσοστά των στελεχών της αριστεράς τότε) φαίνεται να στηρίζουν τη σύνδεση που εισηγήθηκε ο Loizos. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε και μια εντυπωσιακή οικογενειακή ρήξη σε αστικές οικογένειες – στο Βαρώσι λ.χ. όπως αναφέρει ο Κυρρης υπήρξαν και εκκλήσεις μέσω του τύπου προς τα «πλανεμένα παιδιά» οι οποίες είχαν σαν στόχο να επαναφέρουν « στην εθνική γραμμή τους αριστερούς νέους της Αμμοχώστου, τους νεωτερίζοντες ιδεολόγους, αρκετούς τέκνα της αστικής και των άλλων εύπορων τάξεων της πόλεως οι οποίοι είχαν συσπειρωθεί γύρω από τις οργανώσεις και τις εφημερίδες της αριστεράς». 

Όσον αφορά την παραγωγή του ερωτικού λόγου φαίνεται ότι η περίοδος 1930-50 ήταν δημιουργική αφού ο κύριος όγκος της συλλογής του Λάμαχου προέρχεται από εκείνη την περίοδο. Ταυτόχρονα, όμως, φαίνεται να εντάθηκαν και οι τάσεις λογοκρισίας και αποκλεισμού του  πληβειακου «παραβατικου» από τον δημόσιο λόγο. Αν η δεκαετία του 1920 ήταν η περίοδος των πρωτοποριών και των πολιτιστικών ρήξεων, η δεκαετία του 30 ήταν μεταβατική και χαρακτηριζόταν από μια «κρίση αξίων» και υστερίες «ηθικού πανικού» από την κατεστημένη εξουσία, καθώς φαίνεται να διαχεόταν στην κοινωνία (η να αναδύεται από τα λαϊκά στρώματα) μια ελευθεριαζουσα κουλτούρα που αναδείκνυε (η και εξιδανίκευε) παραβατικες μορφές. Υπήρξε, τότε, μια άνθιση της «ληστρικής λαϊκής λογοτεχνίας» - μέρος της οποίας ήταν και η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τα Χασανπουλιά. Κατά την διάρκεια αυτής της δεκαετίας εμφανίζεται και η ομοφυλοφιλία στον κατεστημένο δημόσιο λόγο - πέρα από την λαϊκή ερωτική ποίηση. Ξέσπασε τότε το σκάνδαλο που έμεινε γνωστό σαν «αλυσίδα» - μια ιστορία ερωτικών επαφών Άγγλων με νεαρούς και από τις δυο κοινότητες

Η δεκαετία του 40 είναι η περίοδος των μαζικών κινητοποιήσεων – και της συγκρότητησης του «λαού» σαν συλλογικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο όπου το Δημόσιο «εκρήγνυται» είναι ενδιαφέρον να δούμε πως αντιμετωπίζεται ο νευραλγικός χώρος της πορνείας – του ερωτικού περιθωρίου στον δημόσιο χώρο. Τα όρια του λαού όχι απλά φτάνουν μέχρι τις πορνες/πουτάνες αλλά οι πουτάνες γίνονται και ένα είδος συμβόλου του λαού που διεκδικά την αξιοπρέπεια του. Το κλίμα της περιόδου φαίνεται και στην επαναστατική ποίηση της εποχής, αλλά και στις αναμνήσεις δυο ηγετών του λαϊκού  κινήματος τότε: του Ζιαρτίδη και του Σέρβα. Ο Ζιαρτίδης στην ανάμνηση του για τους μεγάλους απεργιακούς αγώνες της δεκαετίας του 1940 και ιδιαίτερα για την απεργία του 1944 σημειώνει:
«Θα αναφέρω μερικά συγκινητικά παραδείγματα από τον αγώνα της 1ης του Μάρτη. Ήταν ένας πολύ δύσκολος, σκληρός αγώνας, που δίχως την αλληλεγγύη του λαού δεν θα επιτύγχανε. Πως εκδηλώθηκε αυτή η αλληλεγγύη; Πρώτα ανάμεσα στους μεσαίους της πόλης . . . (αλλά και) οι λεπροί λοιπόν έκαναν έρανο για να ενισχύσουν τον αγώνα της 1ης του Μάρτη. Οι ιερόδουλες της περιοχής έκαναν επίσης έρανο για να ενισχύσουν το απεργιακό ταμείο. Μια απ’ αυτές θυμούμαι είχε προσφερθεί να μας δώσει το δακτυλίδι της. Δεν το πήραμε βέβαια αλλά αυτό δείχνει πόσο είχε επεκταθεί η συμπάθεια και η αλληλεγγύη του λαού στον αγώνα εκείνο».

Η ταύτιση των πουτάνων με ένα συνδικαλιστικό αγώνα σε μια «ομαλή» ιστορική περίοδο μάλλον θα εθεωρείτο απίθανο φαινόμενο. Από ότι φαίνεται στην δεκαετία του 40 τα σύνορα του λαού δεν είχαν ακόμα χαραχτεί με διαχωριστικές γραμμές status. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο κυπριακό. Η πόρνη υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο αλλά σημαντικό σύμβολο των γαλλικών εξεγέρσεων του 19ου αιώνα αλλά και της ισπανικής επανάστασης του 1936. 

Με αυτή την έννοια ο Ζιαρτίδης θυμάται στο τέλος της ζωής του τις πόρνες σαν σύμβολα μιας αλληλεγγύης που αγκαλιάζει όλο τον λαό αλλά η μνήμη του τονίζει έστω και έμμεσα την κοινωνική αδικία που υφίσταται η πορνη/πουτάνα: το δακτυλίδι είναι μια έμμεση αναφορά στην πίστη / άποψη ότι οι πόρνες ηταν θύματα, που «έπεσαν» στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν είτε λόγω φτώχειας, είτε λόγω υποσχέσεων για γάμο (το δακτυλίδι του αρραβώνα) που δεν τηρήθηκαν.
Αυτή την τιμητική θέση για την πουτάνα στους κοινωνικούς αγώνες την συναντάμε και στα απομνημονεύματα του χαρισματικού ηγέτης της Αριστεράς την δεκαετία του 40, του Π. Σέρβα. Αναπολώντας την Λεμεσό που έζησε σαν δήμαρχος, ο Σέρβας αναφέρεται με ιδιαίτερη αγάπη στην Κεζιμπά, την τουρκοκύπρια πορνη/πουτάνα – και στην ροή του λόγου αποδίδει κάτι από την Κεζιμπά στην πόλη ολόκληρη, «άτακτη»:
«Η Κεζιμπά ήταν η πιο ξακουστή ιερόδουλη στην μικρή μας άτακτη πολιτεία. Όταν για πρώτη φορά την συνάντησα με εντυπωσίασε η σεμνότητα και η ευγένεια της καθώς και η προσπάθεια της στο πως θα παρουσίαζε την προσφορά της. Αμήχανα άνοιξε την τσάντα της. Πήρε ένα φάκελο και ψέλλισε: αυτά τα χρήματα είναι για τα ορφανά».

Εδώ η πουτάνα προβάλλει όχι μόνο το αίσθημα της προσφοράς, όπως στην απεργία του 1944, αλλά και με μια ευγένεια / ανωτερότητα την οποία ο Σέρβας αντιπαραβάλλει στην τσιγγουνιά των αστών της πόλης. Και κλείνει την αναφορά του με την εικόνα της Κεζιμπά να στέκεται στο δρόμο μαζί με χιλιάδες άλλους για να υποδεχτούν «το φτωχόπαιδο που έγινε δήμαρχος». 

Το άλλο πρόσωπο του εκμοντερνισμού: ο εξορισμός του ερωτικού από το δημόσιο
Η κρίση αξιών και θεσμών που παράγει αμφισβήτηση και κινητοποίηση του «λαού» είναι η μια όψη του εκμοντερνισμού. Υπάρχει όπως και η άλλη: ο λαός ζητά σεβασμό από τους άρχοντες. Και ο σεβασμός έρχεται με την μορφή της μικροαστικοποίησης. Ο λαός κερδά δικαιώματα αλλά όσο εντάσσεται (ή εκείνα τα στρώματα που εντάσσονται) πρέπει να εγκαταλείπει την πληβειακή κουλτούρα της αντιπαράθεσης – του πρακτικού και συμβολικού διαχωρισμού από την κουλτούρα της ελίτ. Τον ρόλο της κουλτούρας της ένταξης και μικροαστικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων τον έπαιξε σε ένα μεγάλο βαθμό ο εισαγόμενος εθνικισμός. Είδαμε προηγουμένως ότι οι αστοί (των οποίων η ιδεολογία ήταν ο ελληνικός εθνικισμός) από τα μέλη του 19ου αιώνα απαιτούσαν «νομοθετήματα» για να ελέγχουν την γλώσσα των κατωτέρων τάξεων. Το ρόλο του ελέγχου ήρθε τελικά να παίξει πιο επιτυχημένα και από τον νόμο, το σχολείο: η ιδεολογία της ανώτερης, εξευγενισμένης γλώσσας (ελληνικά ενάντια στα «χωρκάτικα» κυπριακά) αλλά και η υπόσχεση γνώσης και εκπολιτισμού / σεβασμού που έκφραζε η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο η πιθανότητα να μεταφερθεί η δημόσια κουλτούρα της σεξουαλικότητας της παραδοσιακής δομής σε ένα νεωτερικό πλαίσιο ήταν ουσιαστικά μια «χαμένη ιστορική πιθανότητα» . 

Αυτήν την πιθανότητα φαίνεται ότι την έκφρασαν, σαν πολιτιστική ηχώ, οι ποιητάρηδες. Όμως οι ποιητάρηδες που ακολουθούν αυτή την μούσα / ανεράδα επιβίωναν μέσα στον λαό όσο ο λαός διατηρούσε την πληβειακή του κουλτούρα. Τα «απομνημονεύματα» του Άζινου σε αυτά τα πλαίσια είναι χαρακτηριστικά αυτής της υποκουλτούρας – των «διωγμών» αλλά και του χιουμοριστικού / πειραχτικού δημόσιου λόγου της που εξαφανίστηκε μετά. 

Ο Άζινος σημειώνει ότι ήδη από την δεκαετία του 1920 η αστυνομία κυνηγούσε τους ποιητάρηδες για τις «αθυροστομίες» τους:
«....επήαμεν στο Δικαστήριο. Του λέει ο δικαστής: «Κύριε Παλαίσιη σέβομαι το παρελθόν σου. Ξέρω, εσείς οι ποιητές άμα φουσκώσετε, πίννετε τζαι λλίον τζαι λαλείτε κανέναν μυλλωμένον. Αυτά μου αρέσουν τζαι εμέναν. Αλλά αυτό μόνον εν στενώ κύκλω επιτρέπεται».
«Εν στενώ» κύκλο σήμαινε ουσιαστικά λογοκρισία. Το κράτος παρεμβαίνει με αυτή την έννοια δυναμικά για να ρυθμίσει τον δημόσιο λόγο. To πέπλο της λογοκρισίας που ήδη είχε αλλάξει «κακόφημα» ονόματα χωριών απλωνόταν καθώς η εξουσία προσπαθούσε να ελέγξει την διάχυση της αμφισβήτησης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 δημοσιεύονταν στον τύπο διοικητικές ανακοινώσεις που επέβαλλαν λογοκρισία στην «εκδοσιν ποιημάτων και φυλλαδίων τα οποία ασχολούνται με την διαπραξιν εγκλημάτων» (για να μην «επηρεαζεται..η φαντασία του απλοϊκού χωρικού η πολίτου»). Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950 δημοσιεύονται λαϊκά ερωτικά ποιήματα με την προσθήκη «ακατάλληλο για δεσποινίδες».
Η ροή της ιστορίας του ερωτισμού φαίνεται σε αυτό το πλαίσιο ασυνεχής – και δεν συμβαδίζει με την αντίληψη για μια ευθύγραμμη πρόοδο με βάση τον εκμοντερνισμό υπό την σκέπη της δυτικής επίδρασης. Από τις ενδείξεις που έχουμε φαίνεται ότι οι πόλεις (σαν κομβικό σημείο του εκμοντερνισμού) έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο σαν γεωγραφικά σημεία «απελευθέρωσης» από τις παραδοσιακές δομές. Όμως ταυτόχρονα ο εκμοντερνισμός (και η δυτική επίδραση – τόσο ο Αγγλικός όσο και ο εισαγόμενος ελληνικός πουριτανισμός) μάλλον προήγαγαν μια αναδόμηση της πατριαρχικής δομής και μια πιο αυστηρή σεξουαλική ηθική / γλώσσα. Ετσι ο εκμοντερνισμός προήγαγε από την μια την κρίση της παραδοσιακής πατριαρχίας ενώ από την άλλη οδήγησε σε μια εξορία της σεξουαλικότητα από τον δημόσιο λόγο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σεξουαλικότητα πέρασε από ένα σύστημα στο οποίο ήταν ενταγμένη σαν βασικός βιωματικός άξονας μέσα από μια σειρά τελετουργιών που επέτρεπαν την εκτόνωση αλλά και την βίωση της, σε ένα σύστημα στο οποίο η σεξουαλικότητα έγινε «πρόβλημα». Αυτήν η «προβληματικοποίηση» της σεξουαλικότητας σήμαινε ουσιαστικά ότι η κοινωνία έπρεπε να βρει ένα νέο τρόπο οργάνωσης της ερωτικής ενέργειας. 

Συντηρητική αντίδραση και «ομαλοποίηση»: 1950- 70
Η αντίδραση στις μεταμορφώσεις των δεκαετιών 1920-50 εμφανίστηκε την δεκαετία του 50. Η κορύφωση της νεολαιίστικης εξέγερσης την δεκαετία του 40, η οποία συμβάδισε με την ευρύτερη άνοδο του λαϊκού κινήματος, οδήγησε στην ανάδυση και διάχυση ενός ντόπιου εκμοντερνιστικού κινήματος το οποίο προκάλεσε την αντίδραση των παραδοσιακών. Ο Loizos γράφει περιληπτικά για  αυτές τις αντιθέσεις:
«Οι προκλήσεις που εμφανίζονται αυτή την εποχή είναι πολλές. Οι γιοι έρχονται σε αντίθεση με τους πατέρες τους, οι εργάτες με τους εργοδότες. Ο κομμουνισμός και σοσιαλισμός προκαλούν την εκκλησία και την παραδοσιακή ηγεσία της στην ηθική και πολιτική ζωή. Οι γυναίκες προκαλούν τους άντρες με τις επιτεύξεις τους στον τομέα της παιδείας και της εργασίας, αποφεύγοντας να έλθουν σε άμεση σύγκρουση τον πρώτο καιρό. Αργότερα όμως όταν οι Ελληνοκύπριοι αγωνιστές απέρριψαν τη νομιμότητα της αποικιοκρατικής εξουσίας, οι ίδιες οι μαθήτριες στο κάλεσμα της ΕΟΚΑ συγκρούσθηκαν με τους άνδρες των Βρετανικών δυνάμεων ασφαλείας».

Η δημόσια εμφάνιση των γυναικών σε πολιτικές συγκρούσεις είχε ήδη μια προϊστορία. Από την δεκαετία του 40 το αίτημα για ισότητα ανδρών και γυναικών εμφανίστηκε σε εφημερίδες της αριστεράς ενώ στις απεργίες του 1948 οι γυναίκες ανέλαβαν μερικές φορές πρωτοποριακό ρόλο στις συγκρούσεις – και μάλιστα οι Ε/Κ εφημερίδες σχολίασαν τον δυναμισμό των Τ/Κ γυναικών. Η παρουσία επίσης γυναικών ομιλητών (όπως η Φ. Βασιλείου) ήταν σίγουρα ένα σημείο καμπής για την είσοδο των γυναικών στην δημόσια ζωή σαν ομιλήτριες παρά σαν ακροάτριες. 

Ως ένα σημείο η ΕΟΚΑ υπήρξε συνέχεια της δεκαετίας του 40. Ήταν το σημείο διεύρυνσης του αντιαποικιακού κινήματος (με την προσχώρηση και της δεξιάς) αλλά και ένα κίνημα το οποίο επίσης βασίστηκε στην νεολαία. Σε αυτά τα πλαίσια η «ΕΟΚΑ» θα μπορούσε να ειδωθεί, κοινωνιολογικά, σαν «συνέχεια» του «ΑΚΕΛ». Όμως υπήρχαν και ουσιαστικά συντηρητικά στοιχεία στην ΕΟΚΑ  που την διαφοροποιούσαν από τα κινήματα της δεκαετίας του 40.

Κατ’ αρχήν η ΕΟΚΑ στηρίχθηκε στα πιο συντηρητικά στρώματα της κυπριακής κοινωνίας – τους εθνικόφρονες, ιδιαίτερα των αγροτικών περιοχών που είχαν άμεση σχέση με την εκκλησία. Τα μέλη της ΕΟΚΑ στρατολογούνταν από τα κατηχητικά και ορκίζονταν υποταγή σε ένα αρχηγό. Σε αυτό το πλαίσιο η λειτουργία της ΕΟΚΑ σε τοπικό επίπεδο έκφραζε την επαναδιεκδίκηση της ηγεμονίας από τις πιο συντηρητικές, πολιτιστικά, τάσεις της κοινωνίας οι οποίες στηρίζονταν περισσότερο στην παράδοση και στην ιεραρχία παρά στην νεωτερικοτητα και την ισότητα. Οι μασκοφόροι της ΕΟΚΑ διέταζαν το κλείσιμο των καφενέδων για να πηγαίνει ο κόσμος στην εκκλησία, απαιτούσαν την υπογραφή υπομνημάτων που να αναγνωρίζουν στον Μακάριο το αλάθητο κλπ. Το πιο άμεσο αποτέλεσμα αυτού του συντηρητικού κινήματος ήταν η επικράτηση ενός ηγεμονικού λόγου (τουλάχιστον μέχρι το 1974)  που έκφραζε μια πουριτανική αλλά και «μεταβατική» (παρά νεωτερικη) διάσταση. Η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνοχριστιανισμου την δεκαετία του 60 (και ιδιαιτερα μετά την άνοδο της Χούντας στην εξουσία) ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το διάχυτο πολιτικό αίσθημα υπέρ της ανεξαρτησίας αλλά και με τις μεταμορφώσεις των σχέσεων των 2 φύλων στην καθημερινότητα κάτω από την πουριτανική επιφάνεια του κυρίαρχου λόγου.

Διότι υπήρχε και μια άλλη παράλληλη διαδικασία. Παρά την αντίδραση του αγροτικού πληθυσμού μέσα από την ΕΟΚΑ, ο δομικός εκμοντερνισμός συνεχίστηκε και μεταμόρφωσε την κοινωνία. Τόσο με την μορφή της αστικοποίησης όσο και με την μορφή της αναδόμησης της  παραδοσιακής οικογένειας. Σύμφωνα με τον Αργυρού ένα νέο μοντέλο οικογενειακών σχέσεωνάρχισε να διαμορφώνεται. Τα παραδοσιακά έθιμα των γάμων  που διαρκούσαν μια εβδομάδα εξαφανίστηκαν και άρχισε να κυριαρχεί ο γάμος της μιας μέρας – ενώ έγιναν μέρος της πραγματικότητας «οι  προγαμιαίες σχέσεις»: Οι σεξουαλικές σχέσεις δηλαδή ανάμεσα στους αρραβωνιασμένους νέους πριν τον γάμο – το μοντέλο που είχε διαγνώσει ο Surridge ανάμεσα στην νεολαία των λαϊκών στρωμάτων των πόλεων την δεκαετία του 1920.

Και εδώ δεν ήταν μόνο οι αρσενικοί νεαροί που αναλάμβαναν την πρωτοβουλία – αλλά και οι κοπέλες είχαν τις δικές τους απαιτήσεις. Στο νέο πλαίσιο που διαμορφωνόταν υπήρχε μια ρευστότητα καθώς το σεξ αλλά και η προίκα γίνονται στρατηγικά όπλα στην προσπάθεια εξασφάλισης του γάμου. Και οι νέοι αποκτούσαν μια αυξανόμενη αυτονομία καθώς το παραδοσιακό συνοικέσιο δεχόταν μια ολομέτωπη επίθεση από τη νέα ρομαντική κουλτούρα που αναδυόταν. Ένας χώρος όπου εκφράστηκε αυτή η νέα ρομαντική κουλτούρα ήταν το ραδιοφωνικό κυπριώτικο σκετς της Κυριακής. Σε εκείνο το πλαίσιο ο ρομαντικός έρωτας των νέων νικούσε πάντα τα πείσματα των γονιών, τις ταξικές ανισότητες, και ιστορικά ήταν σαφώς μια επίθεση ενάντια στο συνοικέσιο. Παράλληλα το σκετς με την εστίαση του στον ιδιωτικό χώρο πρόβαλε έντονα όχι μόνο την θηλυκή κουλτούρα αλλά και τις μεταμορφώσεις της με την εμφάνιση μιας νεώτερης γενιάς γυναικών που ήταν πιο διεκδικητικές. Οι σεξουαλικές αναφορές στο σκετς ήταν βέβαια λογοκριμένες – καθώς η έμφαση ήταν στο αίσθημα. Ωστόσο το φιλί ήταν ένα κομμάτι του ερωτισμού το οποίο φαίνεται ότι περνούσε τα όρια της λογοκρισίας.

Είναι σημαντικό να ερμηνευτεί η ρομαντική στρατηγική των νεαρών γυναικών της τότε εποχής ευρύτερα. Αν οι γονιοί είχαν υποχρέωση να εξασφαλίσουν την προίκα, τότε η αυξανόμενη αυτονομία των νέων σήμαινε ότι η κοπέλα έπρεπε να χειριστεί με δεξιοτεχνία και στρατηγική δυο «όπλα» για να εξασφαλίσει τον γάμο: το σεξ (το οποίο ήταν απαγορευμένο στο δημόσιο λόγο) και τον ρομαντικό έρωτα (ο οποίος αντίθετα άνθιζε στον δημόσιο λόγο και εικόνα μέσα από την τηλεόραση αλλά και το σινεμά). Έπρεπε δηλαδή η κοπέλα να κάμει μεν σεξ με τον μέλλοντα σύζυγο αλλά αυτό  που θα τον έδενε κοντά της θα ήταν το συναίσθημα. Ο ρομαντικός έρωτας ήταν με αυτή την έννοια μια θηλυκή κουλτούρα για να εξασφαλίσει την αντρική δέσμευση σε μια μονογαμική οικογένεια. Η γυναίκα ήταν βεβαίως σε μια μειονεκτική θέση και έπρεπε να εξασφαλίσει ένα αρσενικό, αλλά σε αυτό το πλαίσιο η γυναίκα έγινε και φορέας μιας τάσης συντηρητισμού. Η γυναίκα έγινε η φωνή που ζητούσε από τους άντρες να «προσέχουν» από την εμπλοκή τους στη δημόσια ζωή – ιδιαίτερα στο κλίμα που διαμορφώθηκε με τη μόνιμη απειλή χρήσης βίας στην πολιτική, την περίοδο 1960-74.

Μεταμοντέρνα Μετάβαση

Η κρίση της δεκαετίας του 70 και η Αφροδίτη σαν βιασμένη Κύπρος
Η κυρίαρχη ιδεολογία πέρασε μια καθοριστική κρίση την δεκαετία του 70 ιδιαίτερα μετά το 74. Είχαν αρχίσει να τροχοδρομούνται μια σειρά από νέες τάσεις πριν το 74 – οι οποίες έκφραζαν και τον γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης αλλά και την αυξανόμενη επίδραση της δυτικής σεξουαλικής επανάστασης στην Κύπρο. Ήδη οι κυπριακές εφημερίδες άρχισαν από τις αρχές της δεκαετίας του 70 να δημοσιεύσουν γυμνές φωτογραφίες στις εσωτερικές σελίδες ενώ οι κινηματογράφοι άρχισαν να προβάλλουν ταινίες πορνό. Αυτή η επίδραση δεν ήταν εντελώς νέα – ήδη από την δεκαετία του 50 οι εφημερίδες άρχισαν να εντάσσουν σιγά σιγά «στήλες της γυναίκας» οι οποίες ασχολούνταν με την μόδα. Αλλά την δεκαετία του 70 αυτή η διστακτική έμφαση στην θηλυκή εικόνα, άρχισε να αποκτά μια έντονη ερωτική διάσταση καθώς απευθυνόταν τώρα σε ένα αντρικό ακροατήριο ερωτικών επιθεωρητών/surveyors.  Δεν ξέρουμε ακριβώς τι επίδραση θα είχαν η πως θα επηρέαζαν την τοπική κοινωνία αυτές οι εισαγωγές (και οι αντίστοιχες μορφές προσπολιτισμού / αφομοίωσης) αν δεν μεσολαβούσε το 1974. Μια ακόμη χαμένη ιστορική πιθανότητα. 

Το 74 ήρθε και ήταν καταλυτικό. 

Μετά το 74 ακολούθησε μια νέα μορφή κρίσης ηθων/αξιων μέσα στην ευρύτερη αναταραχή που έφερε η τραγωδία αλλά και η ανατροπή της κυρίαρχης ιδεολογίας του ελληνοχριστιανισμου. Σε εκείνο το πλαίσιο της αμφισβήτησης εμφανίστηκε τότε και η ιδέα της «σεξουαλικής απελευθέρωσης» ανάμεσα στους κύκλους της άκρας αριστεράς. Στην Λεμεσό μάλιστα κυκλοφόρησε το 1976 και φυλλάδιο του «Κινήματος για την απελευθέρωση του σεξ». Και στην ίδια πόλη είχαμε και την εμφάνιση μιας φεμινιστικής ομάδας. Στον δημόσιο χώρο το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο ήταν η κινηματογραφική επιστροφή των Χασαμπουλιών. Αυτήν την φορά η «επιστροφή» της πιο γνωστής ομάδας ληστών της νεώτερης κυπριακής ιστορίας πήρε την μορφή ερωτικού φιλμ με πορνογραφικά στοιχεία στο οποίο μάλιστα συμμετείχαν και κορυφαίοι Κύπριοι ηθοποιοί.

Αν όμως η πορνογραφία (είτε στον κινηματογράφο είτε στις εσωτερικές σελίδες των εφημερίδων) έκφραζε την αντρική αναζήτηση για σεξουαλική απελευθέρωση, οι γυναίκες βίωσαν τις αλλαγές της δεκαετίας του 70 διαφορετικά. Ως ένα σημείο οι γυναίκες χρησιμοποιήθηκαν φαντασιακα σαν σύμβολα της τραγωδίας – η Κύπρος σαν βιασμένη γυναίκα στην μεταφορική αφήγηση για το 74 παρέπεμπε σαφώς σε εικόνες και πρότυπα μιας παθητικής στάσης. Και πιο πρακτικά, όπως παρατήρησε η Μ. Ρούσου στην μελέτη της για τις γυναίκες των αγνοούμενο, η τραγωδία μεταφέρθηκε και στην ίδια την εμπειρία των γυναικών που καλούνταν να παίξουν μυθικούς ρόλους όπως της Πηνελόπης που περιμένει τον χαμενο/αγνοουμενο. 

Όμως πέρα από το φαντασιακο, το 74 επιτάχυνε την εμπλοκή των γυναικών στην εργασία έξω από το σπίτι και  η κρίση αξιων οδήγησε σε μεταμορφώσεις ρόλων. Όπως παρατήρησε η Ρούσου:
«Η πίστη τους (των γυναικών) στο παντοδύναμο προστάτη άντρα είχε ήδη κλονιστεί και άρχισαν να εκφράζουν απόψεις όσον αφορά τη θέση τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου».
Αυτές οι μετατοπίσεις στην γυναικεία κουλτούρα φάνηκαν και στην έρευνα της Μυλωνά στα τέλη της δεκαετίας του 70 όπου οι γυναίκες φαίνεται να τονίζουν περισσότερο την έννοια της αμοιβαιότητας, της ισότητας και της συνεργασίας στον γάμο. Ακόμα και ο ίδιος ο θεσμός του γάμου φάνηκε να μην θεωρείται πια σαν ένα είδος «μοίρας» για την γυναίκα, ανάμεσα σε σημαντικές μειοψηφίες των νεαρών και των πιο μορφωμένων γυναικών. Ανκαι υπήρχε ακόμα η έμφαση στην πίστη για περιορισμό της «σεξουαλικής ζωής πριν τον γάμο» εντούτοις άρχισε να διαφαίνεται επίσης η ανάδυση γυναικείων απαιτήσεων (για ικανοποίηση και ισότητα) στον ερωτικό τομέα σε επίσης ψηλά ποσοστά.

Το soft porn σαν καταναλωτικό σημείο και η διασταύρωση του ερωτικού με την πολιτική
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε να διαφαίνεται μια ευρύτερη μετατόπιση που εκφράστηκε και με την κυκλοφορία περιοδικών ποικίλης ύλης τα οποία αποτέλεσαν τον πρόδρομο της σημερινής έκρηξης των lifestyle έντυπων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε να κυκλοφορεί το πρώτο πετυχημένο εβδομαδιαίο περιοδικό («Το Περιοδικό») του οποίου το εξώφυλλο έγινε σύντομα ένας χώρος όπου εμφανίζονταν ημίγυμνα γυναικεία σώματα. Την δεκαετία του 90 η σεξουαλική αναπαράσταση στα έντυπα άρχισε να γίνεται κεντρικό σημείο αναφοράς και η αναπαράσταση της γυναίκας πέρασε από ένα είδος διαφήμισης με μαγιό σε ένα είδος εξωφύλλου και διαφήμισης που έπαιζε με φαντασιώσεις soft porn. Η ταυτόχρονη έκρηξη της πορνείας με εισαγόμενες εργαζόμενες αλλά και διαφήμιση της πορνείας μέσα από τις ροζ σελίδες (και η διάχυση πρακτικών όπως ο στοματικός έρωτας) άρχισε σαφώς να υπονομεύει την προηγούμενη οργάνωση της σεξουαλικότητας. Τα διαζύγια ήταν απλά ένα σύμπτωμα. Το ότι το θέμα του διαζυγίου ήταν και ένα σημαντικό σημείο σύγκρουσης της κοσμικής πολιτικής εξουσίας με την εκκλησιαστική στις αρχές της δεκαετίας είναι ενδεικτικό του πλαισίου το οποίο διαμορφωνόταν. Από τον χώρο της διαφημισης/καταναλωσης μέχρι τον χώρο των ερωτικών πρακτικών και της νομοθεσίας, το ηγεμονικό καθεστώς των προηγούμενων δεκαετιών έμπαινε σε κρίση.

Ενώ όμως μια μεριδα/ταση της κοινωνίας (που συμπεριλάμβανε και άνδρες και γυναίκες) φαινόταν να εμπλέκεται με την δημιουργία νέων ερωτικών ηθών και την ανάπτυξη νέων πρακτικών, υπήρχε και μια συντηρητική αντίδραση. Αυτή η αντίδραση είχε τα αναμενόμενο ύφος του ηθικού πανικού. Προς το τέλος της δεκαετίας του 80 μια μικρή ιδιωτική ιστορία αγάπης και έρωτα ήρθε να διασταυρώσει και πάλιν το ερωτικό με το πολιτικό (και να προκαλέσει ανάλογες υστερίες ηθικού πανικού): Η ερωτική ιστορία του Τζεγκις και της Αλεξιας. Εκείνη η υστερία εκφραζε από την μια έναν είδος εθνικιστικού πανικού (με στοιχεία κατασκευασμένης δημοσιότητας) αλλά και μια υποσυνείδητη ανησυχία για «τον αντρισμό» αφού οι «γυναίκες μας» πήγαν και βρήκαν αρσενικά από τους «εχθρούς». 

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 90 μια μερίδα του αντρικού πληθυσμού άρχισε να εκφράζει η να γίνεται επιρρεπής σε ένα λόγο που εκφραζε ένα είδος ανασφάλειας για την αντρική ταυτότητα – και αυτή η ανασφάλεια εκφράστηκε με την διαπλοκή με τον εθνικιστικό λογο/υστερια. Σε αυτό το είδος του  αντρικού λόγου, το αίσθημα της στρατιωτικής ήττας του 74 (η οποία υπερτονιζόταν για να υποτονιστει η ευθυνη/προδοσια της 15ηςΙουλίου) μεταφράστηκε σε «άγχος ευνουχισμού» αλλά και υστερία για ένα φαντασιακο κίνδυνο «πρωκτικού βιασμού». 

Το πρωκτικό άγχος της δεκαετίας του 90 θα μπορούσε να συνδεθεί με μια ευρύτερη πραγματικότητα αυτής της δεκαετίας – την δημόσια συζήτηση των ερωτικών επιλογων/πρακτικων. Στο πλαίσιο αυτών των συζητήσεων η ομοφυλοφιλία εμφανίστηκε σαν ένα κομβικό σημείο διασταύρωσης. Η προσφυγή του Μοδινού κατ’ αρχήν, μετά η συζήτηση για μια ολόκληρη σχεδόν δεκαετία για αλλαγή της νομοθεσίας, η επίκληση της Ευρώπης, η αντίδραση της εκκλησίας, αλλά και οι εσωτερικοί καυγάδες στην εκκλησία με αναφορές σε ομοφυλόφιλους ιερείς και μοναχούς, κράτησαν την ομοφυλοφιλία συνεχώς στο προσκήνιο. Η ομοφυλοφιλία έγινε έτσι ένα πεδίο αντιπαράθεσης για την σημειολογία των ερωτικών πρακτικών από την μια, και των δικαιωμάτων του ατόμου στο σώμα και στις ερωτικές πρακτικές της επιλογής του καθενος/καθεμιας. Στον πολιτικό λόγο των εθνικιστών ο φόβος του βιασμένου άντρα (από τους εθνικούς εχθρούς) φαινόταν να εκφράζει μια ευρύτερη κρίση ταυτότητας, ενώ η αλλαγή της νομοθεσίας στηρίχτηκε σε ένα επιχείρημα εκμοντερνισμού και ατομικής ελευθερίας. Ο πρωκτικός έρωτας έγινε με αυτή την έννοια σύμβολο δυο ακριβώς αντίθετων εννοιών.  Αυτή ακριβώς η πόλωση θυμίζει την κρίση αξιών της δεκαετίας του 1930. Διότι έχουμε εδώ την μετατροπή σε «πρόβλημα» μιας ερωτικής πρακτικής (πρωκτικού σεξ) η οποία γινόταν και πριν αλλά τώρα απόκτησε νέα μορφή και νόημα σαν δημόσιο σημείο. 

Οι μεταμορφώσεις την Αφροδίτης τον 20ο αιώνα
Την δεκαετία του 90 οι κύπριες γυναίκες άρχισαν να αλλάζουν στυλ, να υιοθετούν αργά αλλά σταθερά ένα ερωτικό ύφος και ντύσιμο που μόλις 20-30 χρόνια πριν ήταν καταδικαστέο. Την δεκαετία του 1960 λ.χ. το να βάφεται μια κοπέλα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις σαν «ηθικά ύποπτο». Την δεκαετία του 1980 και μαζικά πλέον τη δεκαετία του 90 η γυναίκα υιοθέτησε την κουλτούρα της σεξουαλικής ελευθεριότητας, έστω και σαν αντιγραφή ξένης μόδας. Αυτό το νέο look  όμως εκφράζει σαφώς και εσωτερικές δομές και δυναμικές. Η γυναίκα τη δεκαετία του 90 ήταν μια γυναίκα της οποίας ο ερωτισμός δεν περιοριζόταν πλέον στην διαπραγμάτευση πριν το γάμο αλλά ο οποίος ήθελε το γυναικείο σώμα να είναι ερωτικά επιθυμητό στην δημόσια του παρουσία . Η γυναίκα σαν «επιθεωρουμενη»/surveyed, η οποία όμως στο μεταμοντέρνο πλαίσιο άρχισε να αποκτά συνείδηση του εαυτού της και των χρήσεων του σώματος της. 

Η πορνεία λειτούργησε επίσης καταλυτικά τόσο για τις ερωτικές πρακτικές μερίδας του αντρικού πληθυσμού αλλά και σαν πρόκληση για μερίδα του γυναικείου. Καθώς και οι τελευταίες γνωστές Κύπριες πορνες/πουτάνες αφυπηρετούσαν την δεκαετία του 80 άρχισε μια μαζική εισαγωγή ξένων. Η πρώτη ξένη εισαγωγή ήρθε από την Άπω Ανατολή και μετά ακολούθησαν οι Ελληνίδες μασσατζούδες και Ανατολικοευρωπαίες  – που οδήγησαν και σε νέα διεύρυνση τις σεξουαλικές πρακτικές όσον αφορά τον αντρικό πληθυσμό. Σε αυτό το πλαίσιο η Κύπρια δεν είχε και πολλές επιλογές. Έπρεπε και πρέπει να ανταγωνιστεί αυτά τα απειλητικά σώματα. 

Η εξέλιξη της γυναίκας θα μπορούσε να παρομοιαστεί με αυτή του σπιτιού – του βασικού της κάστρου. Στην παραδοσιακή εκδοχή το σπίτι ήταν εσωστρεφές (με ψηλούς τοίχους / φράκτη) και αποκτούσε νόημα από τις τελετές και λειτουργίες οι οποίες γίνονταν σε αυτό – και η γυναίκα ήταν η αρχιέρεια αυτών των «τελετών». Είναι ενδεικτικό ότι όταν πέθαινε ο άντρας τον έντυναν με το γαμπρικό του κοστούμι (με το οποίο έμπαινε αρχικά στο σπίτι μετά τον γάμο) και με αυτό άφηνε το σπίτι – λες και μια ολόκληρη ζωή την πέρασε σαν «φιλοξενούμενος» εκεί. Αντίθετα μετά το 1940-50 η λειτουργία του σπιτιού άλλαξε καθώς άλλαξε και η πολεοδομία – εκτός από την επέκταση των πόλεων είχαμε την εμφάνιση ενός πολεοδομικού κέντρου στα χωριά παράλληλου με αυτού της εκκλησίας: του χώρου των καφενείων και των συλλόγων. Εδώ, δηλαδή, που διαμορφωνόταν ουσιαστικά η τοπική δημόσια σφαίρα. Η κεντρική πλατεία έγινε ο άξονας τη αντρικής κουλτούρας ενώ η εκκλησία, το παραδοσιακό κέντρο (το οποίο όμως ασκούσε έντονη ιδεολογική ηγεμονία έστω και αν έχανε την υλική του κεντρικότητα), «καταλήφθηκε» από τις γυναίκες. Η εκκλησία της Κυριακής θα γίνει ο «καφενές των γυναικών». Αυτή η πολεοδομική αλλαγή σήμαινε και μια αλλαγή στην αρχιτεκτονική των σπιτιών καθώς αυξανόμενα το σπίτι έχανε την τελετουργική του σημασία και άρχισε να αποκτά αξία σαν θέαμα. Αυξάνονται βέβαια τα δωμάτια αλλά η αποφασιστική στροφή φαίνεται να έγινε μετά τη δεκαετία του 70 – το σπίτι μετατράπηκε σε έκθεμα. Κτίζεται για να ειδωθεί και η εσωτερική του λειτουργικότητα περνά σε δευτερεύοντα ρόλο. Γίνεται φανταχτερό για τους περαστικούς – και εγκαταλείπει το κέντρο του χωριού ή της κοινότητας αναζητώντας τώρα πια «οικόπεδο με θέα».

Η γυναίκα είχε ανάλογη πορεία. Από αρχιέρεια του οίκου βρέθηκε να ανταγωνίζεται τον δημόσιο χώρο στα μέσα του αιώνα με μια ιδεολογία ιδιώτευσης: τον ρομαντικό έρωτα. Τώρα έχει μετατρέψει το σώμα της, όπως και το σπίτι, σε έκθεμα. Η πλήρης ιδιώτευση των μέσων του αιώνα έχει αντιστραφεί καθώς η γυναίκα διεκδικα την θέση της στον δημόσιο χώρο σαν ίση του άντρα αλλά και σαν ερωτικό ον. Σε μιαν εποχή, όμως, όπου η «κουλτούρα του στριπ τιζ» (όπως ονόμασε ο McNair την «σεξουαλικοποιηση» και την ευρύτερη «έκρηξη» του ιδιωτικού στην Δημόσια Σφαίρα) φαίνεται να διαχέεται στον δημόσιο χώρο.

Φαίνεται ότι ζούμε ένα είδος ριζικής μεταμόρφωσης όσον αφορά τόσο τις φαντασιώσεις (όπως απεικονίζονται δημόσια) όσο και τις πρακτικές του ερωτισμού στην καθημερινότητα. Ο κυρίαρχος λόγος για τον ερωτισμό, όμως, φαίνεται να εξακολουθεί να είναι κατά βάση λογοκριτικός και «χειραγωγικος/διδακτικος». Μια πρόσφατη συζήτηση για τα χάπια που προκαλούν έκτρωση έφτασε μόνο μέχρι το σημείο της συζήτησης για την ανάγκη σεξουαλικής αγωγής. Το ζήτημα του «δικαιώματος των γυναικών στο σώμα τους» παραμένει στα απαγορευμένα θέματα ακόμα.

Βιβλιογραφία

Argyrou Vassos. 1996. Tradition and Modernity in the Mediterranean. Cambridge University Press.

Cassia Sant Paul.  1985. Some Implications of the Changes to the House and Social Space in Rural Cyprus. Chypre: La vie quitidienne de l' antiquite a nos Jours. Leventis Fountation. Cyprus.

Karayanis Stavros. 2006. Moving Identity: dance in the negotiation of sexuality and ethnicity in Cyprus. Postcolonial Studies, vol. 9, no.3.

Katsiaounis Rolandos. 1996. Labour, Society and Politics in Cyprus during the Second Half of the Nineteenth Century. Cyprus Research Centre. Nicosia.

Κουρτελλαρη Κύπρου. Τα «Μιλλωμενα» στον Κυπριακό Παροιμιακό Λόγο. Λευκωσία.

Κύρρης Κώστας. 1985. Πνευματικές Αναζητήσεις της Εποχης. Στα «Κυπριακά 1878-1955». Έκδοση Δήμου Λευκωσίας.
Λάμαχος Κ.Γ. 1998. Τα Μυλλωμενα Τραουθκια των Κυπρίων. Χρ. Ανδρέου. Λευκωσία.

Λάμαχος Κ.Γ. 1985. Τα Μυλλωμενα Τραουθκια του Αζινου. Λευκωσία.

Loizos Peter. 1985. Αλλαγές στην Δομή της Κοινωνίας. Στο «Κυπριακά 1878-1955», έκδοση Δήμου Λευκωσίας.
Μαχλουζαρίδη Παναγιώτη. 1990 Νόμιμα Ανομήματα: «Η Αλυσίδα». Λευκωσία.
Μυλωνά  Λ. κ.α. 1982. Η Κυπρια Γυναίκα. Πρόοδος. Λευκωσία.
Πανίκου Παιονίδη. 1995. Ανδρέας Ζιαρτίδης: Χωρίς Φόβο και Πάθος. Λευκωσία.
Παπαπαλεοντιου Ελευθέριος. 1988. Οι Σχέσεις των δυο Φύλων στην Λαϊκή Ερωτική Ποίηση της Κύπρου. Εντός των Τειχών, τ. 37 – 38.

Peristiany J. G. 1965. Honour and Shame in a Cypriot Highland Village. In “Honour and Shame: The Values of Mediterranean Society. Weidenfeld and Nicolson. Great Britain.

Πιλαβακη Κώστας. 1977. Η Λεμεσός σε άλλους Καιρούς. Ονησιλος. Λεμεσός.
Πρωτοπαπά Καλλιόπη. 2005. Έθιμα του Παραδοσιακού Γάμου στην Κύπρο. Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών.
Ρούσου Μ. 1993. «Η Τραγωδία του να είσαι Πηνελόπη: Πατριαρχία- Πόλεμος-Πολιτική». Στο «Κυπριακή Ζωή και Κοινωνία». Έκδοση Δήμου Λευκωσίας.
Σέρβα Πλουτή .1999. Τα Προικιά της Πόλης. Πρόοδος, Λευκωσία.
Surridge B. J. 1930. A Survey of Rural Life in Cyprus. Printing Office of the Government of Cyprus. Nicosia.

Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας της Δημόσιας Σφαίρας

  • January 15th 2015 at 15:49

Η διαχείριση του πόνου της κυπριακής τραγωδίας

By Antreas Panayiotou



Αρχική Δημοσιευση: «Χρονικο», Εφ. Πολιτης, τ. 73, 19/7/2009


Η βία παράγει πόνο. Ο σωματικός πόνος είναι μια ατομική εμπειρία – ο ψυχολογικός πόνος όμως είναι και βαθύτερος και συχνά γίνεται αντικείμενο συλλογικής [πολιτιστικής και πολιτικής] επεξεργασίας. Αυτή η επεξεργασια/διαχειριση μπορεί να είναι συνειδητή [με στόχο, λ.χ. , κάποιο πολιτικό στόχο] αλλά μπορεί επίσης να είναι να είναι και μέρος μιας συλλογικής διαχείρισης ενός τραύματος. Η κυπριακή τραγωδία κωδικοποιήθηκε βέβαια διαφορετικά από την κάθε κοινότητα, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια ενιαία ιστορική εμπειρία. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να αποκωδικοποιηθεί αυτή η συλλογική εμπειρία μέσα από τα υπάρχοντα στοιχεία αλλά και μέσα από ακαδημαϊκές αναλύσεις  οι οποίες προσπάθησαν να ανιχνεύσουν τα αίτια της βίας αλλά και τις προσπάθειες διαχείρισης του πονου/τραυματος που προκάλεσε.

Η περίοδος της βίας [1956 – 1974]

Η αρχή της μαζικής δικοινοτικής βίας προσδιορίζεται συνήθως γύρω στο 1956 όταν μερίδα της τουρκοκυπριακής [τ/κ] κοινότητας άρχισε να αντιδρά έντονα και βίαια στην ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ. Τα πρώτα δικοινοτικά επεισόδια έντασης καταγράφηκαν τον Δεκέμβρη του 1954 κατά την διάρκεια των μαζικών ελληνοκυπριακων [ε/κ] εκδηλώσεων ενάντια στην απόρριψη της εξέτασης του ζητήματος της Κύπρου από τον ΟΗΕ. Το φθινόπωρο το 1955 η ένταση εκφράστηκε με τον διαχωρισμό των κυπρίων στη βάση της κοινοτικής καταγωγής σε μια σειρά από τομείς –  από το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου μέχρι τον δικηγορικό σύλλογο. Στις αρχές του 1956 με αφορμή τον θανατο/φονο τ/κ αστυνομικού στην Πάφο ξέσπασαν ταραχές στην Λευκωσία – αρχικά νεαροί τ/κ επιτέθηκαν σε ε/κ καταστήματα και ακολούθως έγιναν δικοινοτικές συγκρούσεις στην περιοχή του σωματείου «Ολυμπιακός». Στις 19/3/1956 έγιναν συγκρούσεις στο χωριό Βασίλεια της Κερύνειας με διάφορες [και αποκλίνουσες] αναφορές για τα αίτια και για τα θύματα. Το μοντέλο είχε πια καθιερωθεί – ένα επεισόδιο η ένας φόνος οδηγούσε σε μια συλλογική ταύτιση η οποία οδηγούσε σε έκρηξη βίας ανάμεσα σε άτομα άσχετα με το επεισόδιο. Το σκόπιμο και το τυχαίο σε έτσι περιπτώσεις μάλλον δεν είχε σημασία για το γενικότερο κλίμα αλλά και για τις στρατηγικές κινήσεις των διαφόρων οργανώσεων/ομαδων ενόπλων. Οι επιθέσεις των τ/κ εθνικιστών που εκφραζαν επί του εδάφους την προσπάθεια μέρους της τ/κ ηγεσίας για διαχωρισμό των 2 κοινοτήτων βρήκαν αντίσταση από τους «νουσιμους» τ/κ. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι από τότε υπήρξε αντίσταση στον διαχωρισμό, η οποία εκφραζε μια ιστορική παράδοση αιώνων συνύπαρξης. Σύμφωνα με τον Μαχλουζαριδη ο ιερέας της εκκλησίας του Αγίου Λουκά η οποία είχε δεχθεί επιθέσεις, επισκέφθηκε την αρχιεπισκοπή στις 26/4 και..
«..έκαμε εύφημη αναφορά στην προστατευτική επέμβαση φιλήσυχων τούρκων υπέρ ελληνικών οικογενειών κατά την διάρκεια των οχλοκρατικών τούρκικων εκδηλώσεων της Τρίτης 24/4/56».

Προς το τέλος του Μάη τα επεισόδια επαναλήφθηκαν με αφορμή πάλι τον θάνατο ενός τ/κ αστυνομικού στην Πάφο και επεκτάθηκαν στην Λάρνακα και στην ύπαιθρο. Στις 30/5/1956, όπως παρατηρεί ο Μαχλουζαριδης «τραβήχτηκε η διαχωριστική γραμμή στη Λευκωσία». Ακολούθησε μια περίοδος ανήσυχης ηρεμίας με περιοδικές εκρήξεις έντασης.  Επεισόδια έγιναν τον Γενάρη [19-20] και στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1957. Στα μέσα του 1957 [2/6] οι τ/κ  δημοτικοί σύμβουλοι παραιτήθηκαν κατηγορώντας τις ε/κ δημοτικές αρχές για παραμέληση των κοινοτήτων τους. Οι ε/κ δήμαρχοι το διέψευσαν αλλά το που βρισκόταν το δίκαιο ήταν πια σχετικό. Κάθε κίνηση [ η ακόμα και προβοκάτσια] πυροδοτούσε απλά περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ακόμα και ο θανατος/δολοφονια από άγνωστους ενός τ/κ ο οποίος συζούσε με μια ε/κ αλλά παντρεύτηκε και μια τ/κ έγινε αιτία έντασης – ανκαι θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι τα αίτια της δολοφονίας του θα μπορούσαν να ήταν προσωπικά παρά κοινοτικά.

Η ένταση κορυφώθηκε στα τέλη του Μάη του 1958. Στις 30/5 έγιναν εκρήξεις βομβών στην τ/κ συνοικία της Λάρνακας  -  με ασαφή υπευθυνο/ους. Η ρίψη βόμβας στο κτίριο όπου στεγαζόταν το τούρκικο γραφείο πληροφοριών στις 7/6 αποτέλεσε το έναυσμα για μια νέα σειρά βιαιοπραγιών – με την εκδίωξη πλέον των ε/κ από τις τ/κ συνοικίες της Λευκωσίας. Η ένταση απλώθηκε και στην Πάφο, Αμμόχωστο, Λεμεσό και την περιοχή Λουρουτζινας –Πυροϊου. Η Κύπρος είχε κηρυχθεί ουσιαστικά σε κατάσταση έκτατης ανάγκης με 10.000 αποικιακούς στρατιώτες να επιβάλλουν την «τάξη». Είναι σε αυτό το κλίμα που διαπράχθηκε το πιο αιματηρό έγκλημα της περιόδου και σε αριθμούς αλλά και σε αιματηρή απεικόνιση – η σφαγή των κοντεμενιωτων στο Κιονελι.  Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπηρχαν/κυκλοφορουσαν τότε, φαίνεται ότι μια ομάδα κατοίκων του Κοντεμενου η οποία επέστρεφε από την Λευκωσία είχε ανακοπεί στο χωριό Σκυλλουρα από τ/κ. Όταν έφτασαν στον Κοντεμενο και πληροφόρησαν την κοινότητα για το ιδεότυπο road blockμια ομάδα 20 με 35 [ποικίλουν οι αναφορές αλλά στην δικαστική αναφορά υπάρχει ο αριθμός 35] επέστρεψαν πίσω για να διασφαλίσουν ότι άλλοι συγχωριανοί τους θα περνούσαν χωρίς κίνδυνο. Συνελήφθησαν από βρετανούς οι οποίοι φαίνεται να θεώρησαν ότι ήταν ύποπτοι για ενδεχόμενη σύγκρουση με τ/κ και τους πήραν για ανάκριση. Αντί όμως να τους πάρουν Λευκωσία τους πήγαν στον Κιονελι και τους άφησαν να επιστρέψουν στο χωριό τους πεζοί. Αυτή η απόφαση των βρετανών έγινε αντικείμενο υποψίας και ερμηνειών ότι σκόπιμα [στα πλαίσια της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε»] αφέθηκαν εκεί οι ε/κ για να βρεθούν μόνοι σε περιοχή τ/κ και να προκληθεί σύγκρουση και σφαγή – με δεδομένη την υπάρχουσα ένταση. Η ύπαρξη μιας πυρκαγιάς στην περιοχή θεωρήθηκε ύποπτη ενώ κυκλοφορούσαν ανυπόστατες φήμες ότι 300 ε/κ βάδιζαν από την Σκυλλουρα στο Κιονελι. Όποια και αν ήταν τα αίτια της αντίδρασης των τ/κ αυτό που έγινε ήταν μια αιμοβόρα σφαγή 8 ατόμων με τσεκούρια, μαχαίρια κλπ. Τα επεισόδια συνεχίστηκαν μέχρι τις 4/8 όταν η ΕΟΚΑ αρχικά και μετά η ΤΜΤ κήρυξαν ανακωχή.

Ο απολογισμός σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο καταγράφεται ενδεικτικά από τον Μαχλουζαριδη:
«..στις 31/7/1958 βρέθηκαν στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πάφου τα πτώματα 3 τούρκων, από τους οποίους 2 γυναίκες, που δάρθηκαν μέχρι θανάτου. Την ίδια μέρα ελληνίδα, που διέμενε στην τούρκικη συνοικία Λάρνακας πληγηκε 19 φορές με μαχαίρι και σκοτώθηκε. Στις 2/8/1958 καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά το καπνεργοστάσιο Τάκη Πατικη στην τούρκικη συνοικία της Λευκωσίας..
[…]
Σύμφωνα με του ξένους ανταποκριτές στην Κύπρο από τις 7/6/1958  που άρχισαν οι επιθέσεις των τούρκων ενάντια στους έλληνες μέχρι τα 4/8/1958 φονεύτηκαν 148 πρόσωπα. Από αυτά 61 ήταν έλληνες και 59 τούρκοι. Οι αντεπιθέσεις των ελλήνων άρχισαν γύρω στις 12/7..»

 Πρέπει να σημειώσουμε ότι εκτός από την δικοινοτική βία υπήρχε και ενδοκοινοτική βία με έντονα ιδεολογικά χρώματα και αυτή η μορφή βίας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της τον Μάιο του 1958 – η αριστερά και στις δυο κοινότητες βρέθηκε υπό ένοπλη επίθεση και μερικές από τις δολοφονίες αριστερών ήταν ιδιαίτερα φριχτές στοχεύοντας στον συλλογικό εκφοβισμό. Εκείνη η περίοδος όπως σωστά παρατήρησε ο P. Loizos, άφησε μια κληρονομιά – το αίσθημα του φόβου το οποίο θα εμπόδιζε στις μετέπειτα συγκυρίες πολλούς ανθρώπους να επέμβουν ενεργά εναντίον των βιαιοτήτων που γίνονταν δίπλα τους η ενάντια σε γείτονες. Και αυτό το καθεστώς έμμεσης λογοκρισίας στον δημόσιο λόγο έπαιξε σημαντικό ρόλο επίσης στην επιλεκτική ειδησεογραφία των ΜΜΕ κατά την περίοδο των συγκρούσεων που θα ακολουθούσαν.

Η ανήσυχη ηρεμία των 3 πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας τελείωσε στις 21 Δεκεμβρίου του 1963 μετά από ένα επεισόδιο ανάμεσα σε ε/κ αστυνομικούς και τους τ/κ επιβάτες ενός αυτοκίνητου. Οι πραγματικές μάχες, ωστόσο, ξεκίνησαν στις 23/12 και η έκρηξη της βίας απλώθηκε τους επόμενους μήνες σε ολόκληρη την Κύπρο. Σε εκείνες τις συνθήκες σκοτώθηκαν και εξαφανίστηκαν άτομα και από τις 2 κοινότητες και άρχισε να χρησιμοποιείται ο πόνος για πολιτικές σκοπιμότητες – σαν είδος εσωτερικής κοινοτικής συσπείρωσης και σαν επιχείρημα προς τα έξω με στόχο την διεκδίκηση του ρόλου του θύματος από κάθε κοινότητα. Η επίθεση των ομάδων του Ν. Σαμψών στην Ομορφιτα, λ.χ. κωδικοποιήθηκε έντονα στην τ/κ κοινή γνώμη σαν μια σφαγή – και αυτή η εικόνα θα συνόδευε τον Σαμψών για την υπόλοιπη του καριέρα. Και σαφώς ήταν ένας εύκολος στόχος για την τούρκικη προπαγάνδα όταν επιλέγηκε για πρόεδρος της πραξικοπηματικής κυβέρνησης το 74.

Η πρώτη εκεχειρία συμφωνήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου και άρχισε η ανταλλαγή αιχμαλώτων. Απελευθερώθηκαν 545 τ/κ και 26 ε/κ ενώ ο απολογισμός της πρώτης εβδομάδας μαχών είχε ανάλογα ποσοστά σύμφωνα με την καταγραφή του Patrick: σκοτώθηκαν 49 τ/κ και 20 ε/κ ενώ υπήρχαν 30 τ/κ αγνοούμενοι και 4 ε/κ. Τον Γενάρη του 1964 οι τ/κ ζήτησαν από τα βρετανικά στρατεύματα τα οποία λειτουργούσαν σαν προσωρινοί ειρηνευτές, να ανοίξουν έναν ομαδικό τάφο στον Άγιο Βασίλειο. Ήταν ο πρώτος ομαδικός τάφος και από ότι φαίνεται από τον κατάλογο των τ/κ αγνοούμενων η μαζική σφαγή στον Άγιο Βασίλειο ήταν η πρώτη που έγινε εκείνη την περίοδο. Οι ε/κ εφημερίδες προσπάθησαν βέβαια να αποφύγουν την ουσία του θέματος – την μαζική σφαγή και εστίασαν στο ότι ήταν προπαγάνδα προβάλλοντας την τότε επίσημη θέση ότι οι νεκροί ήταν αζήτητα πτώματα από το νοσοκομείο Λευκωσίας. Με βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα σήμερα φαίνεται ότι όχι μόνο έγινε ομαδικό έγκλημα αλλά είχαν γίνει και επιπρόσθετες ταφές και εκταφές πτωμάτων στον ομαδικό τάφο.

Το κέντρο της βίας στα αρχικά στάδια της αντιπαράθεσης ήταν η Λευκωσία και η Λάρνακα αλλά σταδιακά η αντιπαραθεση άρχισε να απλώνεται και στην υπόλοιπη Κύπρο.  Τον Φεβρουάριο απλώθηκε στην Πάφο και την Λεμεσό και μετά την έγκριση της αποστολής της δύναμης του ΟΗΕ στις 4 Μαρτίου υπήρξε μια αύξηση της βίας καθώς, όπως παρατηρεί ο Patrick, και οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να κερδίσουν πλεονεκτικές θέσεις πριν την ανάπτυξη των δυνάμεων του ΟΗΕ. Στις 7 Μαρτίου οι ηγέτες και των 2 κοινοτήτων ανακοίνωσαν ανταλλαγή αιχμαλώτων – η τακτική της απαγωγής είχε γίνει πια ένα είδος στρατηγικού όπλου για τους ένοπλους και των 2 κοινοτήτων. Απελευθερώθηκαν 49 τ/κ και 4 ε/κ. Οι τ/κ, ωστόσο, διεκδικούσαν ότι οι αιχμαλωτοι/εξαφανισθεντες από την κοινότητα τους ήταν 225 και άρα περισσότεροι από 170 τ/κ είτε ήταν ακόμα αιχμάλωτοι είτε είχαν εκτελεσθεί από τους ε/κ.

Η δύναμη του ΟΗΕ η οποία άρχισε να λειτουργεί από τα τέλη Μαρτίου αντιμετώπισε μια σειρά κρίσεων – αρχικά στην Τυλληρια και μετά στην περιοχή ανάμεσα στην Λευκωσία και την Κερύνεια. Ένα από τα βασικά προβλήματα της περιόδου ήταν ότι η κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελέγξει τους ένοπλους παρά την προσπάθεια να συγκροτηθεί η εθνική φρουρά. Η κρίση με τους ένοπλους έφτασε στο αποκορύφωμα της με τις μαζικές απαγωγές και εκτελέσεις περισσότερων από 30 τ/κ στις αρχές Μαΐου στο Βαρωσι και στις γύρω περιοχές. Το γεγονός άρχισε όπως πολλά άλλα σαν θέμα αντεκδίκησης αλλά γρήγορα φάνηκε ότι υπήρχαν οργανωμένες ένοπλες ομάδες οι οποίες κινούνταν συντονισμένα.  Στις 11 Μάιου ένα αυτοκίνητο με 3 έλληνες αξιωματικούς και ένα ε/κ αστυνομικό μπήκε στην τ/κ περιοχή της Αμμοχώστου και στην ανταλλαγή πυρών σκοτώθηκαν 3 από το αυτοκίνητο. Τις επόμενες μέρες [11-13 Μαΐου] «32 με 35» τ/κ απήχθηκαν και εκτελέστηκαν σαν αντίποινα. Ο αξιωματικός της Ουνφικυπ που ανέλαβε την διερεύνηση του επεισοδίου δολοφονήθηκε επίσης στις 7 Ιουνίου. Τα γεγονότα της Αμμοχώστου επιτάχυναν τις διαδικασίες γύρω από το κυπριακό καθώς η Τουρκία άρχισε να προετοιμάζεται για εισβολή ενώ η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στρατό στην Κύπρο και τον Γρίβα για να αναλάβει την ηγεσία του. Το εντυπωσιακό με το επεισόδιο στο Βαρωσι είναι ότι ακόμα και πρόσφατα [όταν προέκυψε θέμα στον δημόσιο διάλογο] και ενώ είναι πια καταγραμμένο και αναγνωρισμένο [από το 2003 όταν η Κυπριακή Δημοκρατία δημοσιοποίησε επίσημα τον κατάλογο 500 τ/κ αγνοουμένων] ότι «εξαφανίστηκαν» πέρα από 30 τ/κ εκείνες στις ημέρες στην περιοχή Αμμοχώστου [30] και Λάρνακας [3] , εντούτοις υπάρχουν ε/κ δημοσιογράφοι που ισχυρίζονται ότι όλα αυτά είναι «φήμες» και η αναφορά σε εκείνα τα γεγονότα είναι «εθνικά ύποπτη». Φαίνεται ότι το δίκτυ της λογοκρισίας για την εμπειρία της άλλης κοινότητας που εγκαθιδρύθηκε τότε απλώνεται μέχρι σήμερα.

Το καλοκαίρι η ένταση υποχώρησε κάπως για να κορυφωθεί απότομα ανάμεσα στις 6 και 10 Αυγούστου με τις μάχες στην περιοχή Τυλληριας και την πρώτη τουρκική παρέμβαση στην Κύπρο – με τον βομβαρδισμό της περιοχής.

Οι τ/κ σαν η μικρότερη κοινότητα  βρέθηκαν υπό πολιορκία σε αρκετές περιπτώσεις και είχαν πολύ περισσότερα θύματα από ότι οι ελληνοκύπριοι: σύμφωνα με τα στοιχεία στα οποία παραπέμπει ο Patrick τα θύματα των τ/κ συμπεριλάμβαναν 191 νεκρούς και 173 αγνοούμενους/ «χασιμιους» [kayipler όπως κωδικοποιήθηκαν στην τ/κ κοινότητα], ενώ των ε/κ συμπεριλάμβαναν 133 νεκρούς και 41 αγνοούμενους. Και αν λάβει κανείς υπό όψιν τις πληθυσμιακές αναλογίες [όπου αντιστοιχούσαν περίπου 4 ε/κ για 1 τ/κ] τότε σαφώς η αναλογία των τ/κ θυμάτων ήταν ακόμα πιο αρνητική [και τραυματική] συγκριτικά.

Την περίοδο 1964 – 67 υπήρχαν επεισόδια και θύματα δικοινοτικής βίας αλλά σε μικρότερο βαθμό.  Ένα από τα αμφιλεγόμενα σημεία αυτής της περιόδου ήταν οι περιοχές τις οποίες έλεγχε η κυβέρνηση και οι περιοχές τις οποίες έλεγχε [η ισχυριζόταν ότι έλεγχε] η τ/κ ηγεσία η οποία προσπαθούσε να οικοδομήσει ένα είδος αυτόνομης διοικητικής οντότητας. Εκτός από τις περιοχές των τ/κ θυλάκων οι οποίοι ήταν αποκλεισμένοι [και οι κυβερνητικες-ε/κ αρχές χρησιμοποιούσαν τον εμπάργκο σαν μοχλό πίεσης] υπήρχαν τ/κ συνοικίες σε διάφορες περιοχές οι οποίες τελούσαν σε ένα είδος διπλού καθεστώτος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πολλές φορές πρυτάνευε η «τοπική αλληλεγγύη» και οι κάτοικοι έβρισκαν μορφές συνύπαρξης και αποφυγής της έντασης. Μερικές φόρες, όμως, όπως στην περιοχή Κοφίνου-Άγιου Θεόδωρου η ένταση [και με την συμβολή εξωγενών παραγόντων] οδηγούσε σε τριβές. Η έκρηξη βίας το 1967 στην Κοφίνου ήταν καταλυτική για ευρύτερες εξελίξεις στο κυπριακό. Απειλήθηκε και πάλιν τούρκικη εισβολή αλλά σε αυτήν την περίπτωση η ελληνική και η ε/κ πλευρά βρέθηκαν κατηγορούμενες για μαζική σφαγή – κάτι που τις υποχρέωσε σε αναδίπλωση. Το 1967 αποσύρθηκε η ελληνική μεραρχία και ένα χρόνο μετά άρχισαν οι συνομιλίες που με διάφορες μορφές και περιεχόμενο συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Η νέα περίοδος βίας ήρθε το 1974 και ως ένα σημείο αποτέλεσε μια κορύφωση της και ανακύκλωση της βίας. Μετά το 1967 η βία είχε μετατοπιστεί σε ενδοκοινοτική  για την ε/κ κοινότητα. Η τ/κ κοινότητα είχε ήδη περάσει μια περίοδο ενδοκοινοτικής βίας την περίοδο 1962-65 [το αποκορύφωμα της ήταν η δολοφονία του Καβαζογλου] η οποία οδήγησε στην λογοκρισία του αριστερού και φιλελευθέρου λόγου στο εσωτερικό της κοινότητας. Στην ε/κ κοινότητα η ενδοκοινοτική βία  μετά την έναρξη της δράσης της ΕΟΚΑ β πήρε την μορφή μιας σαφώς οργανωμένης αντιπαράθεσης με στόχο την ανατροπή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το πραξικόπημα αποτέλεσε το αποκορύφωμα αυτής της ενδοκοινοτικής βίας και η εισβολή ανακύκλωσε την δικοινοτική βία σε ένα αποτρόπαιο αποκορύφωμα. Η ε/κ κοινότητα βίωσε ένα πρωτοφανές σοκ: με 150 – 200, 000 πρόσφυγες και περίπου 5000 νεκρούς [η αγνοούμενους].

Υπήρξαν και πάλι μαζικά εγκλήματα – και παρά το γεγονός ότι οι ε/κ ήταν σαφώς τα θύματα σε μια συγκριτική αναφορά, οι τ/κ σε ορισμένες περιοχές έπεσαν θύματα μαζικών σφαγών – όπως στην Τοχνη,  και στην περιοχή των χωριών Μάραθα, Αλοα, Σανταλαρης. Οι μαζικές εκτελέσεις πέραν των 80 ατόμων [αιχμαλώτων ανδρών η γυναικόπαιδων] υπήρξαν σαφώς μια καινοτομία στην μακάβρια διαδικασία των ομαδικών τάφων. Αντίστοιχα υπήρξαν βιαία επεισόδια σε μαζικό επίπεδο ενάντια σε αμάχους ελληνοκύπριους σε χωριά όπως η Ασσια, το Παλαικυθρο, την Κυθρεα κ.α.

Μετά το τέλος της πολεμικής περιόδου η έμφαση στα θύματα ήταν έντονη και στις δυο πλευρές – η έμφαση όμως απόκλινε στην διαχείριση του πόνου.  Στην ε/κ κοινότητα ο πόνος μετατράπηκε, από τον ηγεμονικό πολιτικό λόγο, σε σύμβολο της τραγωδίας που κωδικοποιήθηκε σαν «δεν ξεχνώ». Εξωτερικά αυτός ο πόνος χρησιμοποιήθηκε για να υποδείξει την βαρβαρότητα της εισβολής. Αντίθετα στην τ/κ κοινότητα ο πόνος και το «δεν ξεχνώ» έγιναν σημεία επιβεβαίωσης της κατάστασης η οποία προέκυψε από το 74. Οι τ/κ πρόσφυγες μεταφέρθηκαν σε ε/κ σπίτια και περιουσίες και η έμφαση ήταν ότι αυτή [η βόρεια Κύπρος] ήταν ο νέος [και οριστικός] τους τόπος.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση όπου συμπυκνώθηκαν οι δυο διαφορετικές αφηγήσεις για το τι έγινε το 74 ήταν το ζήτημα το αγνοουμένων. Για τους ε/κ οι αγνοούμενοι ήταν αιχμάλωτοι οι οποίοι ήταν ζωντανοί μέχρι αποδείξεως του αντίθετου, ενώ αντίθετα για τους τ/κ ο κυρίαρχος λόγος τόνιζε ότι οι τ/κ αγνοούμενοι ήταν νεκροί και ότι οι οικογένειες τους έπρεπε να κοιτάξουν πια στο μέλλον. Για τους ε/κ συγγενείς των αγνοουμένων αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να επωμιστούν το φορτίο του να είναι ένα σύμβολο της συλλογικής μνήμης, ενώ για τους τ/κ συγγενείς το φορτίο ήταν ανάποδο – έπρεπε να ξεχάσουν. Αν οι μεν δεν μπορούσαν να ξεχάσουν, οι δε δεν επιτρεπόταν θυμούνται.

Αιτίες των σφαγών

Η κυπριακή κοινωνία δεν είχε βιώσει κατά την διάρκεια των τελευταίων αιώνων μορφές μαζικής πολεμικής βίας έτσι η έκρηξη της περιόδου 1956 -74 έχει και τις ιστορικές της ιδιομορφίες. Η κυπριακή κοινωνία δεν είχε βιώσει μέχρι την περίοδο 1956 - 74 μορφές μαζικής πολεμικής βίας κατά την διάρκεια των τελευταίων αιώνων. Ένα κλίμα έντασης ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες οδήγησε σε κάποια επεισόδια το 1912, αλλά η βία ήταν περιορισμένη. Και δεν επανεμφανίστηκε μέχρι το 56, παρά το ότι στο ενδιάμεσο διάστημα υπήρξαν έντονες αντι-αποικιακές, κοινωνικές, ταξικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Υπήρχαν, βέβαια, μορφές βίας που ταυτίζουμε με την παραβατικοτητα – οι τελευταίοι φυγόδικοι λ.χ. που ζούσαν επικηρυγμένοι στα βουνά του Τρόοδου έζησαν την δεκαετία του 40. Και στην κυπριακή κοινωνία πριν το 1950 υπήρχαν μορφές βίας για τοπικούς, οικογενειακούς, η οικονομικούς λόγους. Αλλά οι μορφές βίας που υπήρχαν μέχρι τότε ήταν μορφές ελεγχόμενης βίας η οποία λειτουργούσε σε ατομικό παρά συλλογικό επίπεδο. Η έκρηξη της μαζικής βίας που ουσιαστικά δεν διαχώριζε τα άτομα σε υπεύθυνους η όχι [έστω λόγω συγγένειας η φιλίας] και θεωρούσε όλα τα μέλη μιας θρησκευτικής κοινότητας υπεύθυνα για κάποιας μορφής έγκλημα η κίνδυνο ήταν αποτέλεσμα της περιόδου 1956 – 74.

Υπάρχουν 2 ερμηνείες για αυτήν την έκρηξη βίας: η «στρατηγική» και η θεωρια/υποθεση της «απώλειας ελέγχου».

Η «στρατηγική» ερμηνεία δεν θεωρεί ότι η έκρηξη της βίας  οδήγησε απλά σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις – θεωρεί ότι υπήρχε σκόπιμη προσπάθεια από κάποιους που καθοδηγούσαν τους ένοπλους. Για τους τ/κ αυτό που κωδικοποιήθηκε σαν προσπάθεια εξόντωσης τους το 1963-64  παρέπεμπε στο «Σχέδιο Ακρίτας». Για τους ε/κ η τραγωδία του 74 κωδικοποιήθηκε σαν μέρος ενός σχεδίου του τουρκικού κράτους. Αυτές οι απόψεις κωδικοποιήθηκαν σαν «επίσημες» αλήθειες του ηγεμονικού λόγου. Όπως, όμως, τεκμηρίωσε ο Παπαδακης, στο καθημερινό επίπεδο [ιδιαίτερα στην υποκουλτούρα/subcultureτης αριστεράς] υπήρχαν και άλλες ερμηνείες οι οποίες απέδιδαν ευθύνες στους «εθνικιστές» και των δυο πλευρών. Οι επίσημες ερμηνείες όμως ήταν ο χώρος όπου οικοδομήθηκε το «καθεστώς του πονεμένου θύματος» με στόχο την νομική διεκδίκηση κατά την διάρκεια των συνομιλιών για λύση. Σε αυτό το πλαίσιο το ζήτημα των αγνοουμένων έγινε ένα πιόνι στην πολιτική στρατηγική κάθε κοινότητας.

 Όσον αφορά την τεκμηρίωση της «στρατηγικής» ερμηνείας, με βάση τους συγκριτικούς πίνακες επεισοδίων αναλόγως του μήνα και της συγκυρίας που παραθέτει ο Patrick, φαίνεται ότι παρά τα τοπικά κίνητρα πολλών επεισοδίων το γενικό πλάνο συμβάδιζε με την ευρύτερη πολιτική επικαιρότητα –σαν ένα είδος συστήματος. Υπήρχε επίσης και μια άλλη «στρατηγική» στην βία – αυτή του προσωπικού κέρδους: ο Patrick σημειώνει ότι έγιναν και αρκετά εγκλήματα για οικονομικούς λόγους – όπως παρατηρεί πολλά από τα θύματα ανάμεσα στους τ/κ ήταν άτομα που κουβαλούσαν χρήματα. Η δολοφονία βοσκών αποδίδεται επίσης σε ανάλογα κίνητρα. Σε ένα άλλο πλαίσιο αξίζει να αναφέρουμε εδώ την μαρτυρία του Σουπουρη ότι η μεγάλη σφαγή των συγγενών του το 1974 ξεκίνησε από νεαρούς οι οποίοι ήρθαν για να κλέψουν τα ζώα της οικογένειας..

Η ερμηνεία «της απώλειας ελέγχου» αποτελεί συνήθως της δικαιολογία κάθε κοινότητας για τα εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν από μέλη της – οι αρχές και ο επίσημος λόγος αποδίδουν τέτοια εγκλήματα [όταν είναι αναγκασμένοι να μιλήσουν για αυτά] σε «ακραίους», «ανεξέλεγκτους», «φανατικούς». Ο Loizos προσπάθησε να ερμηνεύσει τα πολιτιστικά αίτια αυτών των μορφών βίας στο κείμενο του «Intercommunal Killing in Cyprus”. Η μαρτυρία την οποία αναλύει ανήκει σε κάποιον ε/κ ο οποίος σκότωσε 7 αμάχους τ/κ σε ένα σπίτι ύστερα από τον θάνατο 2 ε/κ σε μάχη [ενός χωριανού του και ενός ανώτερου του στην ιεραρχία της ΕΟΚΑ Β] σαν είδος εκδίκησης. Ακολούθως όταν ο «Κατζής» [το ψευδώνυμο του ατόμου] βρέθηκε στην Λεμεσό και έμαθε ότι το χωριό του είχε καταληφθεί από τους «Τούρκους» πήγε και βρήκε μια γρια τουρκοκύπρια και την σκότωσε,  και όπως είπε στον Loizo θα σκότωνε και ένα Χότζα αλλά τον εμπόδισαν οι άντρες του ΟΗΕ.

Το ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν εξοικειωμένο με την βία – την πολιτική αλλά και την ποινική -  δείχνει μεν ότι για το συγκεκριμένο άτομο η βία ήταν ένας είδος πρακτικής την οποία θεωρούσε «νομιμη/λογικη» αλλά δεν εξηγεί γιατί διέπραξε ένα έγκλημα ενάντια σε άτομα [στα οποία συμπεριλαμβανόταν και ένα μωρό] για τα οποία ήταν σίγουρος  ότι δεν είχαν καμιά ευθύνη για ότι έγινε. Ο λόγος του δολοφόνου εκφράζει σύμφωνα με τον Loizo έναν ιδιόμορφο είδος «αντίληψης» το οποίο αναδύεται με την διάχυση του εθνικισμού στην κοινωνία κατά την διάρκεια του εκμοντερνισμου. Η βία βέβαια υπήρχε στις παραδοσιακές κοινωνίες και ήταν ζήτημα τιμής η «απαντηση/εκδικηση» για μια προσβολή. Όμως η εθνικιστική βία ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο – στο οποίο η βία είναι απλά μια ακόμα πιθανότητα διεκδίκησης των στόχων κάποιου. Για να το διευκρινίσει αυτό κάνει μια συγκριτική αναφορά με την εμπειρία των αντεκδικήσεων στα πλαίσια της «βεντέτας»/feud που έχει στοιχεία αντεκδίκησης στα πλαίσια της αγροτικής κοινωνίας. Εδώ υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά:
«..οι γυναίκες και τα παιδιά δεν είναι επιτρεπτοι/νομιμοι στόχοι: η βεντέτα/feud έχει περισσότερους κανόνες από τις διακοινοτικές συγκρούσεις..»
Αντίθετα με τον εθνικισμό κατασκευάστηκε ένα πλαίσιο «αντιληψης-του-κοσμου» μέσα από την οποία το άτομο βλέπει συλλογικοτητες χωρίς να διαχωρίζει άτομα/προσωπα:
«Εάν αναλύσουμε την σκέψη του Κατζη βρίσκουμε ένα ολοκληρωτικό δόγμα ευθύνης, ένα πρόχειρο, ανοργάνωτο αγροτικό-νομικό δόγμα, το οποίο στηρίζεται σε βιβλικές αναφορές για οφθαλμό αντί οφθαλμού. Γενικεύει και είναι συλλογικό, και εχθρικό στην ιδέα της ατομικής ευθύνης και στην λογική των αιτιών και της συγκεκριμένης αναφοράς..»
Η γενίκευση αυτών των ιδεων/πρακτικων δεν ήταν απλά προεκτάσεις της βίας της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας αλλά της νέας αντίληψης που εισήγαγε ο εθνικισμός ο οποίος κατασκεύαζε την εικόνα του άλλου, της άλλης κοινότητας, σαν του «αιώνιου εχθρού» ο οποίος μπορεί να εξαφανιστεί αφού με κάποιο τρόπο βρισκόταν «παράνομα» εκεί.

Ας πάρουμε λ.χ. την σφαγή και τον ομαδικό τάφο στον άγιο Βασίλειο. Από μια άποψη υπήρχε η «στρατηγική» διάσταση στην οποία παραπέμπει ο Patrick. Όπως αναφέρει και ο ίδιος αλλά και ο Κληριδης στην "Κατάθεση" του οι επιθέσεις των ε/κ στα βόρεια προάστια της Λευκωσίας αλλά και στα τ/κ χωριά ανάμεσα στην Λευκωσία και στην βόρεια θάλασσα είχε σαν στόχο να εμποδιστεί η δημιουργία προγεφυρώματος. Όμως ταυτόχρονα υπήρχε, όπως αναφέρει και ο Κληριδης ένα είδος βίας το οποίο ξέφευγε από τα όρια της κατανόησης – ένα είδος «απώλειας ελέγχου».
« Είναι αλήθεια ότι οι ελληνοκύπριοι προσπάθησαν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τα βόρεια προάστια της Λευκωσίας που κατοικούνταν κυρίως από τούρκους. Τούτο ήταν αναγκαίο για να μείνει ανοικτός ο δρόμος που συνέδεε την Λευκωσία με την Κερύνεια και ήταν ο πιο σύντομος δρόμος προς τις βόρειες ακτές, όπου κατά πάσα πιθανότητα θα λάβαιναν χώρα οι τούρκικες αποβάσεις. Πράγματι εκεί ακριβώς αποβιβάσθηκαν το 74 οι τούρκοι. Είναι επίσης αλήθεια ότι από μερικούς ελληνοκύπριους έγιναν πράξεις κτηνωδίας και αδιαφορίας για την ανθρώπινη ζωή.»

Αυτή η κτηνωδία που άγγιζε τα όρια του ανεξήγητου είχε να κάμει και με ένα είδος «εκδίκησης» για επεισόδια που είχαν γίνει την περίοδο 1956 - 58 – όπως παρατηρεί ο Patrick. Το ότι η 50χρονη γυναίκα και το 12χρονο κορίτσι δεν είχαν καμία σχέση με οποιοδήποτε επεισόδιο 5 χρόνια πριν, ήταν αδιάφορο για την κoσμοεικόνα/αντιληψη που είχε κατασκευάσει η εθνικιστική φαντασίωση στο μυαλό κάποιων.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση στο ζήτημα του ομαδικού τάφου στον Άγιο Βασίλειο η οποία είναι ενδεικτική των επίσημων στρατηγικών αλλά και του ευρύτερου πολιτιστικού πλαισίου της περιόδου σε σχέση με την διαχειριση/ταφή των νεκρών της πολεμικής σύγκρουσης. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες φαίνεται ότι οι μερικοί από τους 13 τ/κ νεκρους/αγνουμενους του Άγιου Βασίλειου ταφηκαν όντως σε ένα ομαδικό τάφο. Στον ίδιο τάφο μεταφέρθηκαν και πτώματα από το νοσοκομείο Λευκωσίας όπως δήλωσε η κυβέρνηση. Όταν όμως οι τ/κ ζήτησαν να ανοίξει ο ομαδικός τάφος, ο τότε υπουργός εσωτερικών διέταξε να ανοίξει ο τάφος [πριν την επίσημη εκταφή] και να μεταφερθούν τα πτώματα από τον Άγιο Βασίλειο για να επιβεβαιωθεί η κυβερνητική δήλωση. Όμως φαίνεται ότι έγινε λάθος και μεταφέρθηκαν λάθος πτώματα, έτσι ώστε όταν άνοιξε ο τάφος μπροστά σε διεθνείς παρατηρητές και δημοσιογράφους βρέθηκαν και τα ανεπιθύμητα πτώματα από το χωριό που λειτούργησαν σαν κατηγορία ενάντια στην ε/κ κοινότητα. Αξίζει να σημειωθούν 2 πράγματα για αυτήν την διαδικασία.
  1. Η ιερότητα της ατομικής ταφής ήταν κάτι σχετικό. Όπως φαίνεται από τότε αλλά και όπως φάνηκε και το 74 σε συνθήκες πολέμου και μαζικών σκοτωμών η λύση του να τοποθετούνται πτώματα σε ομαδικό τάφο δεν φαίνεται να ήταν κάτι το παράξενο για τους συμμετέχοντες. Όταν λ.χ. ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον ομαδικό τάφο, δεν φαινόταν να διανοείται ότι το ότι βρέθηκαν 21 πτώματα μαζί ήταν ανήθικο, ότι κάθε άνθρωπος αξίζει ένα ατομικό τάφο κλπ. Χωρίς ίχνος απολογίας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι η ομαδική ταφή έγινε για ανθρωπιστικούς λόγους. Όταν το 74 οι ε/κ βρέθηκαν με πτώματα τα οποία βρίσκονταν σε αποσύνθεση τα έθαψαν σε ομαδικό τάφο. Και αυτό υπήρξε ένα από τα σκάνδαλα που οδήγησαν τελικά στην πτώση του καθεστώτος διαχείρισης του πόνου μερικές δεκαετίες αργότερα. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η ιερότητα του ατόμου ανκαι αντλεί από την παράδοση [θρησκευτική η άλλη] την αξιοπρέπεια της ταφής, εντούτοις η έμφαση στον ατομικό τάφο ακόμα και στα θύματα μιας βιαιας έκρηξης, είναι πιο πρόσφατο φαινόμενο.
  2. Το νοσοκομείο Λευκωσίας υπήρξε ένα κομβικό σημειολογικό σημείο σε αυτές τις δεκάχρονες αντιπαραθέσεις. Κατά τις πρώτες μέρες των συγκρούσεων υπήρχαν φήμες για δολοφονίες τ/κ ασθενών. Ένα από τους τ/κ που εξαφανίστηκαν από το νοσοκομείο τότε ήταν ο πατέρας του Κουτλαϊ Ερκ, ο οποίος διετέλεσε «δήμαρχος στο βόρειο τμήμα της μοιρασμένης Λευκωσίας» και του οποίου η οδυνηρή εμπειρία σαν δεκάχρονου παιδιού που περίμενε για μέρες τον αγνοούμενο πατέρα του να εμφανιστει/απελευθερωθει είναι καταγραμμένη από την Sevgul Uludag στο βιβλίο της «Τα στρείδια που έχασαν το μαργαριτάρι τους».  Ο Μακάριος μάλιστα αναγκάστηκε να παρέμβει για να σώσει τις τ/κ νοσοκόμες οι οποίες εργάζονταν εκεί. Το 74 το νοσοκομείο έγινε πάλι ένα κομβικό σημείο με αναφορές για εκτελέσεις από τους χουντικούς στο πραξικόπημα και χαμένους αρρώστους κατά την εισβολή. Αυτές οι αναφορές που είχαν βέβαια και την υλική τους πραγματικότητα λειτούργησαν σημειολογικά επίσης – το κυρίως σύμβολο της νεωτερικης επιστήμης/ γνώσης το οποίο θα θεράπευε τους ανθρώπους γινόταν το ίδιο χώρος θανάτου, βίας παραβιάζοντας την υπόσχεση της επιστημονικής ουδετερότητας.

Οι αγνοούμενοι σαν η αδυναμία  πένθους γύρω από  το άταφο πτώμα

Οι ε/κ αγνοούμενοι μεταμορφώθηκαν σε ένα σύμβολο της ευρύτερης εμπειρίας του 74. Τι σήμαινε όμως αυτό το βάρος για τους συγγενείς. Η πρώτη γνωστή μελέτη για τις γυναίκες των αγνοουμένων αλλά και για τον ευρύτερο συμβολισμό της όλης τραγωδίας ήταν η έρευνα της Μ. Ρούσου η οποία κατέγραψε την δυσφορία πίσω από την βιτρίνα της θυσίας. Εντάσσοντας την έρευνα της στα πλαίσια της ανάλυσης των πατριαρχικών δομών, η Ρούσου προσδιόρισε τον ρόλο της γυναίκας του αγνοούμενου σαν αυτό της «Πηνελόπης».
«Μια 25χρονη κοπέλα, γυναίκα αγνοούμενου, αναφέρεται σε συζήτηση που είχε με την γιαγιά του αντρος της.
Είπε η γιαγιά:
«Μα κόρη μου, η Πηνελόπη εκαρτεραν τον Οδυσσεαν 20 ολόκληρα χρόνια. Εσου έχασες την υπομονή σου σε 5 χρόνια;
Και η κοπέλα συνεχίζει
«..Επαγωσα..Επρεπεν εγιω, 25χρονων κοπέλα, να γίνω Πηνελοπη..Πηνελοπη που τα τωρα; Ακόμα εν εγεννησα..
[…]
 Ποιος θα ωφεληθεί από την δική μου μοναξιά; Ποιον θα σώσω με το να μην ζω εγώ;»

Και παρατηρεί η συγγραφέας για την λειτουργία του μύθου του αγνοούμενου:
« Σε εποχές κρίσης, όταν διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη της πολιτείας, παρατηρείται μια ιδιαίτερη ένταση στις κοινωνικές σχέσεις: σε μερικές περιπτώσεις σύσφιξη δεσμών σε άλλες χαλάρωσης τους [..]
Στην περίπτωση της ελληνοκυπριακης κοινωνίας κατά την περίοδο μετά την εισβολή [..] .άγχος, αναμονή, ελπίδα, μοναξιά, απελπισία των γυναικών των αγνοουμένων έχει από μόνο του και σε συνδυασμό με άλλα κοινωνικά προβλήματα χρησιμοποιηθεί κατά αξιοπρόσεκτο τρόπο από την ιθύνουσα τάξη για να ενισχύσει την πατριαρχική ιδεολογία. Αυτές οι γυναίκα στερούμενες από την παρουσία του άντρα-προστάτη τους, συνειδητά η ασυνείδητα, χρησιμοποιήθηκαν από την κυπριακή κοινωνία σαν «παράδειγμα προς αποφυγή».

Η αναφορά της Ρούσου μπορεί να φαίνεται από την οπτική γωνία του σήμερα σαν κάπως απαισιόδοξη για τις αλλαγές οι οποίες συνέβαιναν σε σχέση με την κοινωνική θέση των γυναικών αλλά η καταγραφή της εμπειρίας των νεαρών γυναικών οι οποίες δεν μπορούσαν ούτε διαζύγιο να πάρουν ούτε να διαχειριστούν την περιουσία του άντρα τους ήταν χαρακτηριστική της εποχής – όπως και το συγκριτικό της παράδειγμα ότι μερικοί άντρες είχαν χωρίσει τις γυναίκες τους οι οποίες ήταν θύματα βιασμού. Καταγράφει επίσης αρκετά καλά την σταδιακή μετατροπή του ζητήματος των αγνοουμένων από ρεαλιστικό ζήτημα αναμονής για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, σε ένα είδος συλλογικού φαντασιακου για την τραγωδία του 74 – με κύριο πρωταγωνιστή το τραυμα/δραμα των συγγενών.

Αυτό το τραυμα/δράμα της καθημερινότητας των συγγενών εξέτασε μια πιο ψυχολογική έρευνα η οποία διενεργήθηκε σχεδόν μια δεκαετία μετά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι Μ. Πέτρου και η Ει. Γεωργιαδη, διενέργησαν μια έρευνα ανάμεσα σε συγγενείς αγνοουμένων και ερμήνευσαν τα τεκμήρια τους σε ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο.  Τα λόγια των συγγενών μοιάζουν με συνέχεια των λόγων που κατέγραψε η Ρούσου:
«Είναι χειρότερο και από το θάνατο. Είχαμε πολλούς θανάτους στην οικογένεια και πριν και μετά τον πόλεμο. Ο θάνατος ξεπερνιέται, αυτό όμως είναι μαρτύριο.»
«Αν πέθανε φυσιολογικά, αν αρρώστησε, αν το κτύπησε το αυτοκίνητο, θα πάω στον τάφο του να ανάψω καντήλι. Θα πω στα παιδιά μου ότι πέθανε. Τώρα θα πω, ότι πέθανε; Βάζει κανείς το χέρι του στην φωτιά για να μου πει ότι πέθανε; Είναι επίγειος κόλαση. Ούτε κερί να ανάψουμε μπορούμε, ούτε μνημόσυνο να κάνουμε. Ούτε χήρα, ούτε χωρισμένη είμαι. Είναι ένας ωκεανός. Ζητώ να μάθω τι έγινε. Αν είναι πεθαμένος που είναι θαμμένος. Ζητούμε πιστοποίηση θανάτου όχι απλώς ότι πέθανε.»
 Οι αναλυτές ξεκινούν την ερμηνεία τους από την θέση ότι ο θάνατος γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μέσα από το πένθος το οποίο καταλήγει στην αποδοχή της απώλειας – τόσο του πόνου για τον αποχωρισμό όσο και των μορφών θυμου/ενοχης που παράγονται «κάθε φορά που το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την σκληρή δοκιμασία του θανάτου η του χωρισμού».

Στην περίπτωση των αγνοουμένων όμως οι αναλυτές βρίσκουν ότι υπήρχε ένα ανολοκλήρωτο και παθολογικό πένθος. Σύμφωνα με τον Φρόιντ υπάρχει μια αμφιθυμία απέναντι στην απώλεια και στο άτομο που πέθανε/ «χαθηκε/εφυγε». Στην περίπτωση του «παθολογικού πένθους» τα αρνητικά αισθήματα δεν εκτονώνονται: «Αντίθετα με μια προβλητική κίνηση τα συναισθήματα αυτά αποδίδονται σε εκείνο με αποτέλεσμα την εμφάνιση διωκτικού άγχους: «ο αγνοούμενος έρχεται στον ύπνο μας, η σκέψη του δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε».

Το ανοκληρωτο πένθος και τα ψυχικά προβλήματα τα οποία παράγει ανάγονται σύμφωνα με τους αναλυτές όχι μόνο στην απουσία του σώματος-πτώματος αλλά και στο πολιτιστικό-πολιτικό πλαίσιο: στην απουσία κοινωνικών λόγων η πράξεων που να στηρίζουν την διαδικασία του πένθους και, αντίθετα στην σιωπηρή ενίσχυση από διάφορους φορείς της πίστης στην «επιστροφή του αγνοούμενου». Οι συγγενείς των αγνοούμενων μετατρέπονται έτσι σε μια ομάδα καταδικασμένη να ζει μόνιμα την τραγωδία του 74 σαν συμβολική αναπαράσταση του «δεν ξεχνώ» της υπόλοιπης κοινωνίας. Έτσι η κατάρρευση των κοινωνικών και συμβολικών πλαισίων το 74, και η συνακόλουθη αβεβαιότητα, διατηρείται σε μια μόνιμη κατάσταση:
«…για αυτό το λόγο η κατάλυση της συμβολικής τάξης δίνει στον αγνοούμενο το ψυχικό καθεστώς όχι της φαντασίωσης αλλά του φαντάσματος που καταδιώκει: «θα τρελαθώ» φωνάζει στην απελπισία του ο συγγενής του αγνοούμενου στον οποίο δεν μπορεί να κλείσει επιτέλους τις εσωτερικές πόρτες του μυαλού: «δεν θα μας γιαννει ποτέ εμάς ο χρόνος;»

Αυτή η αδυναμία πένθους το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα είδος αποφόρτισης δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο της ε/κ κοινότητας. Ήταν μέρος και της τ/κ εμπειρίας, έστω και με διαφορετική έμφαση, όπως διαπίστωσε η Yael Navaro-Yashin στην έρευνα της για τον τρόπο που οι τ/κ [ιδιαίτερα οι πρόσφυγες από την νότια Κύπρο] βίωσαν την χρήση των αντικειμένων και της περιουσίας των ε/κ - το «Ρουμ μάλι». Η ανθρωπολόγος ονομάζει το αίσθημα που ανίχνευσε σαν «Μαραζ» συνδέοντας το με την ανάλυση του Φρόιντ για την  μελαγχολία σαν «μια εσωτερική κατάσταση του προσωπικού αισθήματος που δημιουργείται από μια απώλεια σε μια διαπροσωπική σχέση»:
«..το «χαμένο αντικείμενο» δεν είναι μόνο ένα άτομο [ένας ε/κ]. Σε αυτήν την περίπτωση το χαμένο αντικείμενο [το άτομο] είναι παρών στην ζωή του μελαγχολικού με την μορφή ενός πραγματικού υλικού [μη ανθρώπινου] αντικειμένου [όπως ένα αντικείμενο χρήσης στο σπίτι, ένα χωράφι με ελιές, ζώα]. Αυτό το αντικείμενο [είτε είναι ένα κομμάτι επίπλωσης, το σπίτι, η η γη πάνω στην οποία είναι κτισμένο] θυμίζει στους ανθρώπους που το κατοικούν ότι αυτό είναι μια απώλεια για τους αρχικούς ιδιοκτήτες. Το αίσθημα της απώλειας που βιώνουν τα μέλη της άλλης κοινότητας [σε αυτή την περίπτωση των ε/κ] αιωρείται […]  στους χώρους και τα αντικείμενα τα οποία άφησαν πίσω. Και οι τουρκοκύπριοι κατοικούν πολλούς από αυτούς τους χώρους και χρησιμοποιούν, ακόμα, πολλά από αυτά τα αντικείμενα. Εδώ η μελαγχολία, το μαραζ, διαμεσολαβείται μέσα από αντικείμενα και μη ανθρώπινα περιβάλλοντα. Κατά συνέπεια μπορούμε να μιλούμε σε τέτοιες περιπτώσεις και ιστορικές συγκυρίες για μελαγχολικά αντικείμενα, πράγματα που αναδίδουν ένα αίσθημα μελαγχολίας, και μελαγχολία του χώρου, ένα περιβάλλον η μια ατμόσφαιρα που αναδίδει τέτοιο αίσθημα.»
Αξίζει να παρατηρήσει κάποιος ότι ήδη από την δεκαετία του 80 μια μερίδα της τ/κ διανόησης είχε αντιδράσει έντονα στην στρατηγική της τ/κ εξουσίας για λήθη του παρελθόντος και τόνιζε στοιχεία αυτού του «μαραζιού» του διαχωρισμού.  Ίσως αυτό το μαράζι το οποίο ανίχνευσε η ανθρωπολόγος να εξηγά εν μέρει και την ανακούφιση των τ/κ το 2003 όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και συναντήθηκαν με τους ιδιοκτήτες της περιουσιας/μαλι, και τις συγκινητικές στιγμές επιστροφής συναισθηματικά σημαντικών αντικειμένων.

Η πιο πρόσφατη και  ολοκληρωμένη εργασία για τους αγνοούμενους είναι αυτή του S.P. Cassia, “Bodies of Evidence”. Η ανάλυση κινείται από το συγκεκριμένο στο γενικό – προχωρά μέσα από την «ανάκριση» διάφορων μορφών αναπαράστασης σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί η σημειολογική αλλά και δομική θέση του ζητήματος στην κυπριακή νεωτερικη [και μεταμοντέρνα θα μπορούσε να πει κάποιος] κουλτούρα.

Αν στην ανάλυση της Ρούσου το κυρίαρχο σύμβολο ήταν η Πηνελόπη, εδώ είναι η Αντιγόνη. Η αφετηρία του Cassiaεστιάζει στην προσπάθεια συγγενών – γυναικών αγνοουμένων, οι οποίες σαν "απόγονες της Αντιγόνης" επιμένουν να θέλουν να βρουν κάτι από το σώμα του χαμένου αγαπημενου-συζυγου-συντροφου για να το θάψουν,  ενάντια στην προσπάθεια της εξουσίας, του Κρέοντα, να αποσιωπήσει τα άβολα σημεία της ιστορικής τραγωδίας. Σε αυτήν την αντιπαραθεση ο παραλογισμός πολλών θέσεων και πιστεύω των συγγενών ερμηνεύονται σαν ένα είδος άλλης σχέσης με τον αποντα/αγνοουμενο – σαν ένα είδος συναισθηματικής [διαισθητικής;] σχέσης [η οποία αποδίδεται συνήθως στις γυναίκες] με τον νεκρό σε αντίθεση με την ορθολογική-νομική σχέση του κράτους.

Η ανάλυση του Cassia για την διαδικασία εκταφής των λείψανων του Χ. Παλμα το 1999 είναι συγκλονιστική. Το πτώμα του είχε ταφει σε ομαδικό τάφο στην Λακαταμια και το κράτος μέχρι τότε προσπαθούσε να αποφύγει αυτήν την διασταση/ζητήμα για να μην αποκαλυφθεί η προχειρότητα του χειρισμού της όλης υπόθεσης αλλά και για να συνεχίσει να ασκείται πολιτική πίεση στην άλλη πλευρά. Η γυναίκα του, η Αντρουλα Παλμα, είχε προσπαθήσει να κάνει η ίδια εκταφή των λειψάνων του άντρα της το 1998. Την συνόδευε η επίσης γυναίκα αγνοούμενου, η κ. Μαρουλα Σιαμισιη η οποία είχε προσπαθήσει να ανοίξει ομαδικό τάφο και το 1974. Η προσπάθεια των 2 γυναικών για εκταφή απέκτησε δημοσιότητα και λειτούργησε σαν ένα είδος εξέγερσης της πραγματικότητας ενάντια στην προπαγανδιστική εικονα/θεαμα στο τότε πλαίσιο.  Και όταν τελικά έγινε η επίσημη εκταφή το 1999 η ίδια βρισκόταν εκεί και παρακολουθούσε. Ακόμα και η περιγραφή της κ. Παλμα για την ανάγκη ταφής εκφραζε την διαφορετική βιωμένη εμπειρία της – έτσι ενώ η γυναίκα η οποία κατοικούσε δίπλα από το νεκροταφείο εξήγησε ότι η μαζική ταφή έγινε διότι τα πτώματα βρωμούσαν, στην περιγραφή της κ. Αντρουλλας η λέξη «βρωμούσαν» μετατράπηκε σε «μύριζαν». Όταν τελικά δόθηκαν μερικά μέρη του σκελετού τα οποία είχαν αναγνωριστεί με την μέθοδο του DNA η γυναίκα έκανε μια κανονική διαδικασία θρήνου και ταφής επιτέλους. Ο Cassia κατέγραψε τις αποσπασματικές της φράσεις καθώς έκλεινε το κεφάλαιο του αταφου/χαμενου πτώματος.
«Δεν σε κατάλαβα Χαμπη..Τι έκαμες Χαμπη;..Χαμπη ηρτα να σε εβρω…Έπιασα τον κουσπο..Ετσι μου είπαν Χαμπη..Ειπα σου εν να ανακαλύψω τον τόπον που ετάφης, τον τόπον που σε έβαλαν μάνα μου..Χρυσε μου νομίζεις εν να πολεμήσεις
Και σε μια στιγμή που η κόρη της έδειχνε τα αντικείμενα που έμειναν από τον νεκρό η γυναίκα φώναξε: «Αφήστε τους να δουν..για να καταλάβει ο λαός τα ψέματα των κυβερνήσεων τζάι των εμπόρων των εθνών».

Αναλύοντας τον λόγο της ο Cassia παρατήρησε ότι μερικές φορές αποκαλούσε τον άντρα της, «πατέρα μας», επικεντρωνόταν συνεχώς στις τελευταίες του μέρες και ο λόγος της έμοιαζε με τον λόγο της υποχρέωσης απέναντι στον φίλο – περισσότερο παρά στον σύζυγο σαν Πηνελόπη. Αυτό το οποίο φαίνεται να διακυβευόταν στην επιμονή της συζύγου να ξεφύγει από τα επίσημα πλαίσια [«..περιπαίζουν μας..»] ήταν ακριβώς το βαθύ αίσθημα της ότι όφειλε η ίδια, όχι να περιμένει σαν μια παθητική καρτερική Πηνελόπη, αλλά να διεκδικήσει σαν μια δυναμική φιλη/φιλεναδα να αποκαταστήσει τον αγαπημένο της, τον άνθρωπο της. Η χρήση της λέξης «φίλος» από τον αναλυτή παραπέμπει στην αρχαία χρήση του όρου, αλλά σαν ανθρωπολόγος τονίζει και την ιδιόμορφη χρήση της λέξης στην κυπριακή καθομιλούμενη – η σχέση που φαίνεται να είχε αναπτύξει η κ. Αντρουλλα με τον χαμένο άντρα της έμοιαζε με μια φαντασιακη σχέση που οι άλλοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν, σαν ένα μυστικό δεσμό ανάμεσα τους. Για αυτό για το ευρύτερο κοινό ο Χαμπης θα μπορούσε να ήταν πατέρας, μορφή εξουσίας αλλά και σύμβολο μιας εποχής – για την ίδια ωστόσο παρέμεινε ο Χαμπης που ερχόταν στα όνειρα της ζητώντας δικαίωση και ανάπαυση, ο «χρυσός της» που νόμιζε ότι πήγαινε να πολεμήσει και δεν ήξερε.

Αν όμως για τους συγγενείς ήταν ένας αγώνας διαχείρισης του πένθους, για την κοινωνία το ζήτημα των αγνοουμένων έγινε ένα είδος συμβόλου – και εδώ  η ανάλυση του Cassia εστιάζει στο είδος της συμβολικής αναπαράστασης. Η ταύτιση λ.χ. της μεταφοράς του αγνοούμενου με το χαμένο παράδεισο η την «θυσία του 74», αναλύεται σαν ένα είδος μεταμοντέρνου simulacrum όπου τα σημεία στην επικοινωνία αποκτούν μια αυτονομία από την πραγματικότητα και αναφέρονται στον εαυτό τους σαν μορφή επιβεβαίωσης. Οι αγνοούμενοι σε αυτήν την ανάλυση αποτελούν μαζί με τους εγκλωβισμένους και τους πρόσφυγες ένα ρητορικό πεδίο [«οι θυσίες του 74»] όπου ο κυρίαρχος ε/κ λόγος άρθρωνε  ένα πλαίσιο το οποίο σηματοδοτούσε αναφορά στην «καταπίεση», στην πίστη για «επιστροφή» και στον «πόνο» ο οποίος «δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σαν πένθος» με την έννοια ότι δεν μπορούμε να «θρηνήσουμε ένα παρελθόν που είναι απαράδεκτο..». Υπήρχε σε αυτό το κυρίαρχο φαντασιακο πλαίσιο ένα μείγμα μεταλλαγμένης θρησκευτικής παραπομπής σε Γολγοθά και Ανάσταση.

Για του τ/κ αντίθετα η εμπειρία των συγγενών των αγνοούμενων ήταν σιωπηλή. Από το 1968 τ/κ ηγεσία φάνηκε να θεωρεί τους αγνοούμενους της κοινότητας νεκρούς. Και μετά το 74 οι εξαφανισμενοι/χασιμιοι τ/κ κωδικοποιήθηκαν σαν θύματα της βαρβαρότητας των ε/κ. Οπότε σε αυτήν την αφήγηση η πιθανότητα «επιστροφής» η μιας ημιτελούς αναφοράς για το 74 ήταν απαγορευμένο σημείο. Η εμπειρία της Σεβιλαϊ Μπερκ την οποία καταγράφει η Uludagείναι χαρακτηριστική:
« Ζούσε στο Μπαχτσιελερ [Περβολια] μαζί με τέσσερα αδέλφια όταν χάθηκαν η μητέρα και ο πατέρας της το Μάιο του 1964. Μετά από 39 χρόνια που έψαχνε χωρίς ελπίδα, έμαθε από την ε/κ επιτροπή αγνοουμένων που είχαν ταφει οι γονιοί της. Είχαν ταφει  σ’ ένα πηγάδι κοντά στο Μπουγάζι Αμμοχώστου. Η τ/κ επιτροπή Αγνοουμένων δεν της αποκάλυπτε για έξι χρόνια αυτή τη πληροφορία, και όταν τελικά τους προκάλεσε, στην αρχή είπαν ότι ήταν ψέματα των ελληνοκυπρίων, και αργότερα, όταν αυτή έμενε, παραδέχτηκαν ότι ήταν αλήθεια, απειλώντας την όμως για να μην κάνει τίποτα…»

Τελικά η τ/κ «Αντιγόνη» κατάφερε να πάρει μερικά κομματια/κοκαλα από τον σκελετό των γονιών της όταν ένας εργολάβος έκανε εκταφή των κοκάλων από τον ομαδικό τάφο για να πάρει άδεια οικοδομής. Ακόμα λοιπόν και ένας ομαδικός τάφος ο οποίος θα λειτουργούσε υπέρ της ρητορικής για τη βαρβαρότητα των ε/κ δεν άνοιγε, ακριβώς γιατί το παρελθόν έπρεπε να ξεχαστεί. Όπως παρατηρεί ο Cassia υπήρχε και μια υπόγεια δυσφορία ανάμεσα στους συγγενείς των τ/κ χασιμιων/αγνοουμενων για την διαφορά στην αντιμετώπιση των δικών τους σε σύγκριση με τους νεκρούς της ΤΜΤ, τους «αγωνιστές» - και προφανώς αυτή η διάφορα είχε και ιδεολογικές διαστάσεις αφού οι «αγωνιστές» ήταν η νομιμοποίηση της δεξιάς διαχείρισης της εξουσίας ενώ οι νεκροι/αγνουμενοι/θυματα ήταν απλά η επιβεβαίωση του κίνδυνου τον οποίον συνιστούσαν οι ε/κ.

Η κρίση του καθεστώτος διαχείρισης του πόνου

Αν το βίωμα των απλών συγγενών ήταν από τραυματικό μέχρι πεισματικά ανθρώπινο, από την εμπειρία της Πηνελόπης μέχρι την εμπειρία της Αντιγόνης, ήταν κοινό και στις 2 κοινότητες, η οργάνωση της διαχείρισης αυτού του τραύματος για πολιτικούς λόγους υπήρξε διαφορετική. Όπως παρατηρεί ο Cassia οι αναπαραστάσεις [στην τέχνη αλλά και στην πολιτική προπαγάνδα] των 2 κοινοτήτων έχουν και αυτές την αισθητή διαφορά που παραπέμπει πίσω στον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο οργάνωσαν οι αρχές της κάθε κοινότητας το ζήτημα: για τους μεν ε/κ οι εικόνες που προβάλλονταν τόνιζαν την έννοια της θυσίας μέσα από την απουσία του σώματος [φαίνεται η στιγμή σύλληψης και μένει ανοικτό το ερώτημα του τι ακολούθησε] ενώ οι εικόνες που πρόβαλε η τ/κ πλευρά τόνιζαν μέσα από την έντονη παρουσία του νεκρού σώματος – αιματωμενου, καμένου, παραμορφωμένου – την ολοκλήρωση ενός δράματος .

Όμως αυτές οι αναπαραστάσεις γίνονται από ένα σημείο και μετά για τους έξω – σαν είδος διεκδίκησης του ποιος είναι το πραγματικό θύμα της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον Μ. Δρουσιωτη, στο βιβλίο του «1619 Ενοχές» στο εσωτερικό της ε/κ κοινότητας δημιουργήθηκε από τις δεκαετίες του 1970-80 ένα μπλοκ συμφερόντων το οποίο έκφραζε η επιτροπή συγγενών αγνοουμένων με ηγέτη τον οικονόμο Χριστόφορο. Η επιτροπή είχε δημιουργηθεί αρχικά μέσα στο κλίμα της κρίσης του 74 αλλά εξελίχθηκε σε ένα αυτόνομο οργανισμό ο οποίος είχε σαφή κρατική κάλυψη και λειτουργούσε σαν ένα είδος ομάδας πίεσης – ο οποίος μάλιστα ερχόταν και σε αντιπαραθεση με την πολιτική εξουσία.

Ένα από τα πρώτα παράδοξα εκείνης της επιτροπής ήταν ο τρόπος με τον οποίο εξαφανίστηκαν οι αναφορές στα πτώματα που ταφηκαν ομαδικά και ιδιαίτερα στο πραξικόπημα. Σύμφωνα με μαρτυρίες που είχαν δημοσιευτεί και μετά την εισβολή και που αναδημοσιεύονται στο βιβλίο του Μ. Δρουσιωτη ένας από τα ισχυρά άτομα της επιτροπής, ο Ν. Σεργιδης φερόταν  να ήταν παρών, σαν ένοπλος, στο νοσοκομείο Λευκωσίας κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος – όταν έγιναν, σύμφωνα με μαρτυρίες είτε εκτελέσεις είτε συνοπτικές μαζικές ταφές. Όπως παρατηρεί ο Cassia ακόμα και η αριστερά που τόνιζε πιο έντονα το γεγονός ότι υπήρχαν νεκροί από το πραξικόπημα που δεν είχαν καταχωρηθεί, υποτονισε αυτήν την έμφαση στα πλαίσια της «εθνικής ενότητας». Αντίθετα η τ/κ πλευρά χρησιμοποιούσε ακριβώς την μη- αναφορά στους νεκρούς του πραξικοπήματος σαν την πρώτη γραμμή άμυνας.

Το ζήτημα των αγνοουμένων πέρασε αρχικά από τις διεθνείς εκκλήσεις για την λύση του ανθρωπιστικού ζητήματος στην συμφωνία του 1981 [ανάμεσα στον οικονόμο Χριστόφορο και τον Ρ. Ντενκτας] όπου αποφασίστηκε ότι θα συμπεριλαμβάνονταν και οι τ/κ αγνοούμενοι του 1963 -64 στην συζήτηση του θέματος. Εκείνη την περίοδο οριστικοποιήθηκε και ο αριθμός των αγνοούμενων σε 1619 - οι προηγούμενοι αριθμοί κυμαίνονταν από 2324 μέχρι 1510. Όπως  φάνηκε όμως αργότερα αυτός ο αριθμός απλά κάλυπτε το γεγονός ότι η επιτροπή και οι αρμόδιες υπηρεσίες ποτέ δεν είχαν κάνει πραγματική έρευνα. Ουσιαστικά και οι δυο πλευρές για δικούς τους λόγους κωλυσιεργούσαν. Το αδιέξοδο ήταν φανερό πια στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και το 1992 ο αντιπρόσωπος του ΟΗΕ εισηγήθηκε μια νέα μέθοδο διερεύνησης με την κατάθεση όλων των φακέλων. Αυτή η κίνηση είχε να κάμει βέβαια με το αδιέξοδο των προηγούμενων χρόνων αλλά ήταν επίσης και μια περίοδος ευρύτερης κινητικότητας στο κυπριακό. Και σαφώς το ζήτημα των αγνοουμένων ήταν πια θέμα εκκρεμότητας παρά ουσίας για την διαδικασία των συνομιλιών. Αλλά στο εσωτερικό της ε/κ κοινότητας η επιτροπή συγγενών αγνοούμενων είχε αναπτύξει ένα δίκτυο διαρροών και χειραγώγησης της πληροφορίας μέσω των ΜΜΕ για να διατηρεί την δύναμη/επιρροη της – και μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν και η άρνηση να κατατεθούν όλα τα τεκμήρια στην Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους [ΔΕΑ]. Στα πλαίσια μιας τέτοιας προσπάθειας οι κύκλοι της επιτροπής φαίνεται ότι προσπάθησαν να προκαλέσουν ρήξη ανάμεσα στον Κληριδη και τον αντιπρόσωπο του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 1993 – κάτι που οδήγησε στην όξυνση των σχέσεων επιτροπής-κυβέρνησης. Από εκεί και πέρα ακολούθησε μια έντονη σύγκρουση που κωδικοποιήθηκε σαν μια δημόσια αντιπαραθεση ανάμεσα στον επίτροπο για ανθρωπιστικά θέματα Λέανδρο Ζαχαριάδη και τον οικονόμο Χριστόφορο.

Σε εκείνο το κλίμα φαίνεται να άρχισε να αναδύεται η δυσφορία των συγγενών στον δημόσιο λόγο. Σε μια επιστολή στην «Σημερινή» ο πατέρας του Ζήνωνα Μαστραππα κατάγγειλε  ότι ο 12χρονος γιος του είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο νοσοκομείο το 1974 από όπου «εξαφανίστηκε» - και το όνομα του βρισκόταν στον κατάλογο που παραδόθηκε στον ΟΗΕ το 1980 «με την πληροφορία ότι συνελήφθη από τους Τούρκους».
«Πως τολμούμε να απαιτούμε από τους Τούρκους να μας δώσουν στοιχεία για τους 1618 αγνουμενους [..] όταν για ένα παιδί 12 χρόνων που χάσανε στο νοσοκομείο Λευκωσίας δεν ενδιαφέρεται κανένας να μάθει τι έγινε;»

Μέσα στα πλαίσια αυτού του κλίματος αναδυόμενης αμφισβήτησης, τον Νοέμβρη του 1995 ο δημοσιογράφος Ανδρέας Παράσχος δημοσιοποίησε μια από τις πιο καταλυτικές έρευνες στα πλαίσια της κυπριακής διερευνητικής δημοσιογραφίας: μετά από έρευνα στο κοιμητήριο Λακαταμιας αποκάλυψε ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, 27 άτομα θαμμένα εκεί τα οποία βρίσκονταν επίσης στον κατάλογο των αγνοουμένων. Την περίοδο 1995 - 96 κατατέθηκαν στην ΔΕΑ οι φάκελοι 1493 αγνοούμενων ε/κ [ενώ για 126 αποφασίστηκε να ειδοποιηθούν οι οικογένειες τους ότι δεν θα υποβάλλονταν οι φάκελοι τους] και 500 τ/κ αγνοουμένων [ο προηγούμενος αριθμός ήταν 803]. Ακόμα και τότε όμως ακολούθησε ένα νέος γύρος αντιπαραθέσεων στην ε/κ κοινότητα για το κατά πόσο θα έπρεπε να ειδοποιηθούν οι συγγενείς των 126.

Το 1997 έγινε συμφωνία ανάμεσα στον Κληριδη και τον Ντενκτας για ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης του θέματος των αγνοουμένων το οποίο θα συμπεριλάμβανε και εκταφές. Η τ/κ πλευρά υπαναχώρησε τον επόμενο χρόνο, αλλά η ε/κ πλευρά [και μπροστά στην αναδυόμενη κρίση του υπάρχοντος καθεστώτος διαχείρισης του ζητήματος] πήρε απόφαση για μονομερείς εκταφές –  είχαν ήδη μαζευτεί δείγματα DNA από 2000 συγγενείς αγνοουμένων. Και άρχισε από τότε η αργή αλλά πρακτική πια διαδικασία αναζήτησης των νεκρών για ολοκλήρωση του πένθους.

Την ίδια περίοδο υπήρξε και μια μετατόπιση στην στάση των τ/κ καθώς υπήρξαν σημαντικές πολιτικές μετατοπίσεις στο εσωτερικό της κοινότητας. Εδώ τα εύσημα για την διερευνητική δημοσιογραφία ανήκουν στην Sevgul Uludag. Η Uludag μέσα σε ένα κλίμα άρνησης του θέματος ξεκίνησε να αναζητά στοιχεία για τους αγνοούμενους και των 2 πλευρών και να καταγράφει με ένα  είδος γυναικείας γραφής τον ανθρώπινο πόνο. Η προσπάθεια της στη αρχή ήταν σαφώς πιο δύσκολη από τους ε/κ συνάδελφους της αλλά μετά την εξέγερση των τ/κ το 2002-04 η δουλειά της έγινε ένα μέσο για να βρεθούν συγγενείς αγνοούμενων και από τις δυο κοινότητες, να διευκρινιστούν οι τόποι ταφής, και να μιλήσουν για τον κοινό πόνο.

Επίλογος: Μορφές αποκάλυψης «δημόσιων μυστικών»

 Όταν η κ. Παλμα και η κ. Σιαμιση το 1998 δοκίμασαν να ανοίξουν τους ομαδικούς τάφους αποκάλυψαν, λέει ο Cassia, ένα «δημόσιο μυστικό που πολλοί ήξεραν αλλά φοβόντουσαν να αρθρώσουν: ότι το κράτος είχε κατασκευάσει ένα simulacrum γνώσης». Και ώθησαν στην κατάρρευση του καθεστώτος διαχείρισης του πόνου. Αντίθετα όταν ο οικονόμος Χριστόφορος προσπάθησε εκείνη την περίοδο να χρησιμοποιήσει για ακόμα μια φορά τις ελπίδες [με το να ισχυριστεί ότι υπήρχαν αγνοούμενοι οι οποίοι ζούσαν σε τρίτες χώρες] που κατασκεύαζε το δημόσιο ψέμα για να κάνει πολιτική ρητορική, προκάλεσε ένα σοκ απομυθοποίησης το οποίο τον ανάγκασε να παραιτηθεί : «το σοκ της δήλωσης δεν βρισκόταν στο τι είπε αλλά στο ότι το απίθανο των ισχυρισμών του έφερε την κοινωνία πολύ κοντά στο δημόσιο μυστικό: ότι οι αγνοούμενοι είναι νεκροί [..] και ότι ξέραμε ότι οι αρχές ήξεραν ότι εμείς, το κοινό, το ήξερε καθ’ όλη της διάρκεια όλων αυτών των χρόνων
Ίσως αυτή η μορφή ρήξης με τις εικονικές πραγματικότητες στον δημόσιο λόγο να είναι και μια μορφή προσγείωσης στην πραγματικότητα που επιτρέπει το ιστορικό πέρασμα.  


Βιβλιογραφια

Cassia Sant Paul. 2005. Bodies of Evidence. New York: Berghahn.

Δρουσιωτης Μακάριος. 2000. 1619 Ενοχές. Λευκωσία: Αρχείο.

Κληριδης Γλαύκος. 1988. Η Κατάθεση μου [τόμος Α]. Λευκωσία: «Αλήθεια».

Loizos Peter. Intercommunal Killing in Cyprus.

Μαχλουζαριδη Σ. Παναγιώτη.  1985. Κύπρος 1940 – 60: ημερολόγιο των εξελίξεων. Λευκωσία.

Navaro-Yashin Yael. 2007. Affective spaces, melancholic objects: ruination and the production of anthropological knowledge. In Journal of the Royal Anthropological Institute (N. S) 15, 1 -18.

Papadakis Yiannis. 2005. Echoes from the Dead Zone. London: I.B. Tauris.

Patrick A. Richard. 1976. Political Geography and the Cyprus Conflict. University of Waterloo: Department of Geography.

Πέτρου Μιχάλης, Γεωργιαδη Ειρήνη. 1991. Το αδύνατο πένθος των συγγενών των κυπρίων αγνοουμένων: ψυχικές και κοινωνικές διαστάσεις. Ανακοίνωση στο 3ο Πανελληνιο Συνέδριο Ψυχολογικής Έρευνας, Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύτηκε ανεπτυγμένη στο Ψυχολογικά Θέματα, Απρίλιος 1996, τόμος 7, τεύχος 1, Αθήνα.

Ρούσου Μαρία. 1993. Η τραγωδία του να είσαι Πηνελόπη: πατριαρχια-πολεμος-πολιτικη. Στο Κοινωνία και Ζωή: λίγο πριν την ανεξαρτησία και μέχρι το 1984. Λευκωσία: Εκδ. Δήμου Λευκωσίας.

Uludag Sevgul. 2005. Τα Στρείδια που έχασαν το Μαργαριτάρι τους. Λευκωσία.

 



  • January 19th 2015 at 21:24

Κυπριακή συνείδηση και Κυπριακή Δημοκρατία

By Antreas Panayiotou
Εισαγωγή
Η έννοια της κυπριακής συνείδησης εμφανίστηκε την δεκαετία του 1960 και συνόδευσε την Κυπριακή Δημοκρατία στα πρώτα της βήματα σαν ένας όρος ο οποίος αναφερόταν στην ανάπτυξη λαϊκής ταύτισης με την ανεξαρτησία. Μετά το 1974 μια σειρά από άλλοι όροι (κυπριωτισμος, κυπροκεντρισμος) χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν ανάλογα φαινόμενα.  Στο κείμενο που ακολουθεί θα γίνει αρχικά μια διερεύνηση της περιόδου εμφάνισης της έννοιας και ακολούθως θα γίνει μια ανάλυση των ιστορικών καταβολών (πριν το 1960) και των ιστορικών προεκτάσεων (μετά το 1974) τόσο της έννοιας όσο και των αντιπαραθέσεων που προκάλεσε. Η ανάλυση θα βασιστεί στην βιβλιογραφία των κοινωνικών επιστημών και οι βασικές «περιοχές» διερεύνησης θα είναι οι εξωτερικές δυναμικές της γεωπολιτικής και οι μορφές του εσωτερικού δημόσιου λόγου.

Η γενεαλογία της έννοιας
Η έννοια της κυπριακής συνείδησης εμφανίστηκε με 2 διαφορετικούς τρόπους: σαν όρος δαιμονοποιησης και σαν αναλυτική εννοια/πλαισιο. Για την άκρα δεξιά υπήρξε ένας αρνητικός όρος ο οποίος έκφραζε την απομυθοποίηση της ιδεολογίας της ένωσης. Σαν τέτοιος ο όρος εμφανίστηκε και το 1972 στην αντιπαραθεση των 3 μητροπολιτών με τον Μακάριο. Σύμφωνα με τον Ν. Περιστιανη ένας από τους λόγους που πρόβαλαν οι μητροπολίτες εναντίον του Μακαρίου εστιαζόταν στο ότι:
«Η πολιτική της κυβέρνησης του παρεξεκλινε της ευθείας εθνικής οδού αποβλέπουσα εν τη πραγματικοτητι εις την δημιουργιαν Κυπριακής συνειδήσεως.»[1]
Σε αυτό το πλαίσιο η κυπριακή συνείδηση εμφανιζόταν σαν το προϊόν είτε μιας συνομωσίας (του Μακάριου, «των συνεργατών του» και των «κομμουνιστών») είτε σαν ένα είδος ηθικής διαφθορας/παρακμης. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο Περιστιανης αυτή η αντίδραση ήταν βέβαια «κοντόφθαλμη» αλλά έκφραζε μια πραγματικότητα – τη συνειδητοποίηση της ευρύτερης κρίσης των παραδοσιακών (και θεολογικών) αξιών σαν αποτέλεσμα της διαδικασίας του «εκμοντερνισμου και της εκκοσμικευσης».
Την αναλυτική οπτική την έκφρασε ένας από τους πιο σημαντικούς διανοούμενους εκείνης της περιόδου, ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στο κείμενο του «Η κρίσις της κυπριακής συνειδήσεως» του 1964. Ο Παπαδόπουλος αναγνώρισε την μετατόπιση του πληθυσμού υπέρ της ανεξαρτησίας και προσπάθησε να την ερμηνεύσει με ιστορικούς όρους. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση η αντίφαση ανάμεσα στην θεωρία της ένωσης και την πρακτική μεταστροφή υπέρ της ανεξαρτησίας δεν ήταν προϊόν των 3 χρόνων της ανεξαρτησίας αλλά βαθύτερη: η τάση προς την ανεξαρτησία έκφραζε το γεγονός ότι η Κύπρος είχε διαφορετική εμπειρία, και ιδιαίτερα διαφορετικούς «κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς», από την Ελλάδα τουλάχιστον από το 1191 όταν «η Κύπρος απεσπασθη από του βυζαντινού ελληνισμού».  Σε αυτήν την ανάλυση η κυπριακή συνείδηση εμφανίζεται όχι σαν είδος προβλήματος αλλά σαν είδος συλλογικής ιστορικής συνείδησης των κατοίκων της Κύπρου.
Οικοδομώντας πάνω σε αυτήν την ανάλυση ο Μ. Ατταλιδης το 1979 ανέπτυξε ένα κοινωνιολογικό πλαίσιο για το φαινόμενο τονίζοντας πιο έντονα την οικονομική πραγματικότητα (και τα οικονομικά συμφέροντα διαφόρων ομάδων του πληθυσμού) αλλά και τις αντιφάσεις που προέρχονταν από την διαφορετική «θέση» που είχαν Κύπρος και Ελλάδα στο παγκόσμιο σύστημα – η μεν πρώτη ήταν αποικία η οποία εντασσόταν στον τότε αναδυόμενο μετααποικιακό κόσμο ενώ η Ελλάδα ανήκε στην δυτική συμμαχία και είχε τα δικά της συμφέροντα και προβληματα/εξαρτηση.  Επιπρόσθετα όμως ο Ατταλιδης τόνισε και την ιστορική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων (ε/κ) και τουρκοκυπρίων (τ/κ) σαν μια τοπική-κυπριακή διάσταση που ερχόταν σε αντίθεση με τις κυρίαρχες εθνικές ιδεολογίες στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ο Θ. Παπαδόπουλος είχε αναφερθεί επίσης έμμεσα στην ύπαρξη «της τούρκικης μειονότητας» σαν βασικής παραμέτρου της κυπριακής εμπειρίας η οποία απέκλειε την επιλογή της ένωσης. Σε αυτήν την περίπτωση όμως οι τ/κ ήταν ημιαορατοι σαν ένα είδος ιστορικού «υπόλοιπου» – ήταν μέρος της κυπριακής εμπειρίας αλλά όχι ενεργό υποκείμενο της κυπριακής συνείδησης. Υπήρξαν βέβαια και άλλες αναλύσεις τότε (λ.χ. του Λανιτη,[2]του Κυρρη[3] και της αριστεράς σαν πολιτικού-κοινωνικού χώρου) οι οποίες τόνιζαν ότι χωρίς την συνεργασία ελληνοκυπρίων-τουρκοκυπρίων οι επιλογές των πρώτων θα υπονομεύονταν από εξωτερικές επεμβάσεις οι οποίες θα χρησιμοποιούσαν την τουρκοκυπριακή κοινότητα σαν δικαιολογία. Η εστίαση του Ατταλιδη στην δικοινοτική διάσταση μετά το 1974 δεν ήταν τυχαία – εκφραζε και την οδυνηρή ιστορική εμπειρία του 1974 η οποία επανέφερε επιτακτικά στο προσκήνιο την εσωτερική πλουραλιστική διάσταση και την ανάγκη επαναπροσέγγισης, όπως παρατήρησε ο Παπαδακης στην ανάλυση του για τις μεταμορφώσεις των ε/κ ιστορικών αφηγήσεων. [4]
Η γενεαλογία της έννοιας, κατά συνέπεια, παραπέμπει σε 3 βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής συνείδησης:
  • Υπήρξε ένα νεωτερικο πολιτικό-πολιτιστικό φαινόμενο το οποίο έκφρασε την τοπική δυναμική του εκμοντερνισμου και σαν τέτοιο αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τους συντηρητικούς και ασκήθηκαν πιέσεις για λογοκρισία της δημόσιας έκφρασης του.
  • Έκφρασε μια έμφαση σε ένα είδος κυπριακής αυτονομίας η οποία ταυτιζόταν με την ανεξαρτησία πολιτικά, αλλά η οποία είχε και κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές και «ψυχολογικές»  διαστάσεις και αίτια.
  • Κωδικοποίησε την αναγνώριση ότι ένα βασικό στοιχείο της κυπριακής ιστορικής εμπειρίας ήταν η συνύπαρξη διαφορετικών κοινοτητων/θρησκειων/κουλτουρων.  Αυτή η αναγνώριση, ωστόσο, εγκλωβίστηκε την δεκαετία του 60 στα περιθώρια που καθόρισε το ελληνοκυπριακο «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» το οποίο προέκυψε από την κρίση του 1963-64 και το οποίο μονοπωλούσε την συνταγματικά δικοινοτική πολιτεία.

Η ενωτική κριτική: η «συνομωσία» των ψιθύρων και οι ανυπότακτοι κύπριοι
Ολοκληρώνοντας την αναφορά του στο φαινόμενο της κυπριακής συνείδησης, ο Ατταλιδης εστίασε σε ένα ερώτημα το οποίο έχει ευρύτερες προεκτάσεις για την λειτουργία των κυπριακών πολιτικών και πολιτιστικών δομών:
«..το ερώτημα είναι γιατί, με δεδομένη την διάχυτη ύπαρξη αυτών των απόψεων.. δεν αρθρώνονταν ιδεολογικά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο;»[5]
Ιδιαίτερα την περίοδο 1964-67 ο δημόσιος λόγος συχνά φαινόταν να υπερθεματίζει στην ενωτική ρητορική. Αυτή η αντίφαση είναι έκδηλη και στις ερμηνείες για την περίοδο: από την μια υπάρχει η ερμηνεια/θεωρία ότι τότε υπονομεύτηκε η ένωση ενώ από την άλλη ότι ο συναισθηματικός ενωτισμος ευκόλυνε τις τούρκικες παρεμβάσεις.
Η κυπριακή ενωτική ακροδεξιά και οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου φαίνεται να θεωρούσαν ότι στην Κύπρο άνθιζε ένα είδος «ανθελληνισμου» με στόχο την υπονόμευση της ένωσης. Ο Σ. Παπαγεωργιου (ιστορικός και συνεργάτης του Γρίβα) παραθέτει το ακόλουθο απόσπασμα από άρθρο εφημερίδας «αντιπολιτευόμενης την Κυπριακή Κυβερνησιν»:
«Ο Θεός της Ελλάδας επεφυλασσεν επί των ημερών μας την μεγάλην του ευνοιαν, να φερη εις Κυπρον τον Στρατον του Έθνους. Όνειρα και πόθοι αιώνων ελάμβαναν σάρκα και οστά. Και όμως εντεύθεν δεν εξεπηγασε, δεν εξεδηλωθη εθνική ευφρόσυνη. Εωσφορικαι δυνάμεις εμιανον την μεγάλη στιγμήν. Παρέσυραν τον λαον. Του παρέστησαν ως τέρας τον Ελληνικον Στρατον. Του συνεσκοτισαν την ελπιδοφορον πραγματικότητα και του ειπον ότι κατακτηται και όχι ελευθερωται είναι οι Έλληνες φαντάροι. Και τι άλλο χωρίς ίχνος εντροπής δεν διέδωσαν.»[6]
Ανάλογες απόψεις εκφρασε και ο έλληνας υπουργός άμυνας Π. Γαρουφαλιας αλλά και ελληνικές εφημερίδες. Τέτοιου είδους κείμενα, όμως, δεν φαίνεται να είχαν δημοσιευθεί στον ελληνοκυπριακο τύπο ο οποίος μάλλον κυριαρχειτο από ένα ρητορικό ενωτισμο – οπότε η κατηγορία ήταν ότι γινόταν εκστρατεία «ψιθύρου».Ο «ψίθυρος», όμως, είναι και ένα είδος έκφρασης που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα λογοκρισίας η φόβου. Η περίπτωση της έκφρασης «Η Κύπρος για τους Κύπριους» είναι εκφραστική. Η πρώτη φορά που διατυπώθηκε ήταν το 1898 από τον παραδοσιακό πολιτικό Α. Λιασιδη σε μια αναφορά του στο ότι έπρεπε να αντικατασταθούν οι βρετανοί υπαλληλοι/αξιωματουχοι με κύπριους.[7] Την ίδια έκφραση επανέλαβε και ο ηγέτης των εθνικιστών στις αρχές του 20ουαιώνα, ο μητροπολίτης Κιτίου, σε μια έκκληση του προς τους τ/κ για κοινή ψηφοφορία.[8] Όταν όμως η ίδια διατύπωση εκφράστηκε προφορικά από τον βουλευτή Λ. Δημητριάδη το 1968, ένα μήνα μετά την επανεκλογή του Μακάριου με σύνθημα το εφικτό, η ακροδεξιά εφημερίδα «Πατρίς» το έκανε πρωτοσέλιδο θέμα με τίτλο «Η υποκρισία των ανθελλήνων».[9]
 Είναι σαφές ότι είχε αναπτυχθεί μια αντιπαραθεση ανάμεσα στην ελληνική και την κυπριακή κυβέρνηση και ότι η αντιπαραθεση της εμπειρίας της ανεξαρτησίας με την προοπτική μετατροπής της Κύπρου σε διχοτομημένη (η τριχοτομημένη) περιοχή προκαλούσε λαϊκή δυσφορία και απομυθοποίηση της φαντασιακης «μητέρας-πατρίδας» και των ελληνικών στρατευμάτων. Όταν ο τόνος της πολιτικής ρητορικής από την Αθήνα έπαιρνε την μορφή διαταγών η τοπική αντίδραση ήταν αυτονόητα έντονη. Έγραφε λ.χ. η αθηναϊκή εφημερίδα «Ελευθερία» για το θέμα του «εθνικού κέντρου» και το ποιος πρέπει να αποφασίζει για το κυπριακό:
«Την χαραξιν της γραμμης και την εκτελεσιν της θα εχη εις το ακεραιον η ελληνική κυβερνησις. Δεν χωρεί πλέον ούτε πολυαρχία, ούτε ανευθυνον παρασκηνιον. Ο κ. Μακάριος θα εκτελη εντολας. Και εις τας Αθηνας υπαρχει Υπουργικον Συμβουλιον δια να αποφασιζη.»[10]
Η ελληνική αριστερά και η αριστερίζουσα πτέρυγα της «Ένωσης Κέντρου» υποστήριζε τον Μακάριο – αλλά οι σχέσεις των 2 χωρών συνέχισαν να οξύνονται μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου το 1965 και ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα του 1967 όταν η χούντα απαιτούσε επιτακτικά να αποφασίζει σαν «εθνικό κέντρο». Το ότι ο Μακάριος σε περιόδους κρίσης, (όπως το 1972 αλλά και στην επιστολή του προς την χούντα πριν το πραξικόπημα) τόνιζε εμφαντικά ότι δεν ήταν «διωρισμενος νομάρχης η τοποτηρητής» δεν ήταν τυχαίο – έκφραζε το ευρύτερο κλίμα τοπικής δυσφορίας.

Εκτροπή νοήματος: μιλώντας για την ανεξαρτησία μέσα από τους κώδικες της ένωσης
 Μια άλλη σχολή ερμηνείας εκείνης της περιόδου τονίζει τον εκτός τόπου και χρόνου ενωτισμο σαν αιτία των μετέπειτα προβλημάτων. Το ιστορικό πλαίσιο των 2 ψηφισμάτων τα κυπριακής βουλής υπέρ της ένωσης, το 1964 και το 1967, ίσως να βοηθήσουν στην κατανόηση των ρητορικών του δημόσιου λόγου.
  • Τον Ιούλιο του 1964 άρχισαν στην Γενεύη συζητήσεις για το μέλλον της Κύπρου οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Ατσεσον. Ο Μακάριος ανησυχώντας για τις εξελίξεις πήγε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου. Στις 30, φεύγοντας, έδωσε δημοσιογραφική διάσκεψη όπου απέρριπτε το σχέδιο το οποίο διαμορφωνόταν – προκαλώντας την δυσφορία της ελληνικής κυβέρνησης για τον τρόπο της παρέμβασης του.[11] Την ίδια ακριβώς ημέρα η κυπριακή βουλή έγκρινε ομόφωνα ψήφισμα στο οποίο γινόταν μεν αναφορά στο «δικαίωμα αυτοδιαθέσεως» (το οποίο παρέπεμπε στην ένωση) αλλά η βασική του έμφαση ήταν ότι «ο κυπριακός λαός δέον να αποφασιση ελευθέρως και αδεσμευτως δια το μέλλον ολόκληρης της Νήσου». Οι κωδικές λέξεις εδώ ήταν το «ελευθέρως και αδεσμευτως» (το οποίο παρέπεμπε σε αντίθεση στην επιβολή «νατοϊκής λύσης») και το «ολόκληρης» - το οποίο έκφραζε αντίθεση στο σχέδιο Ατσεσον και στις φήμες για διπλή ένωση. Από τότε η έκφραση «ατόφια» η «γνήσια ένωση» η οποία υιοθετήθηκε στον κυπριακό δημόσιο λόγο έκφραζε μια έμμεση αλλά σαφή αντίθεση-αντίσταση στα «δυτικά σχέδια» για διπλή ένωση. Έτσι η στήριξη της ανεξαρτησίας γινόταν μέσα από την χρήση της ενωτικής ρητορικής.
  •  Το 1967 η κυπριακή βουλή έγκρινε ένα ακόμα ψήφισμα στο οποίο μάλιστα γινόταν πιο σαφής αναφορά στην ένωση. Η ιστορία της συγκεκριμένης συνεδρίας είναι εκφραστική για τον κωδικοποιημένο τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε τότε ο δημόσιος λόγος. Μετά την άνοδο της χούντας στην εξουσία στην Ελλάδα υπήρξε ένα κριτικό κλίμα στην Κύπρο – και όχι μόνο ανάμεσα στην αριστερά. Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική πρεσβεία αλλά και οι εφημερίδες της ενωτικής ακροδεξιάς άρχισαν μια εκστρατεία ενάντια σε κύπριους πολιτικούς. Η βουλή κλήθηκε τότε να πάρει θέση. Το θέμα όπως το είχε εγγράψει ο Λ. Δημητριάδης ήταν: «Αι εκφραζομεναι απειλαι ωρισμενων προσωπων η οργανισμων εν Κυπρω η και εν Ελλαδι, και η ληψις των ενδεικνυομενων νομικων η πολιτικων μέτρων.» Ο Μακάριος είχε τοποθετηθεί στο θέμα (και τις απειλές της χούντας) τηρώντας μια στάση ισορροπημένης ουδετερότητας η οποία όπως παρατήρησε ο Κρανιδιώτης συγκάλυπτε το θέμα για χάριν της «εθνικής ενότητας». Ανάλογα έπραξε και η βουλή. Ο Γ. Κληριδης (σαν πρόεδρος της βουλής και εκπρόσωπος της φιλελεύθερης δεξιάς) και ο γ.γ. του ΑΚΕΛ έκαναν παραπλήσιες τοποθετήσεις οι οποίες παρέπεμπαν στο ψήφισμα του 1964 για «γνήσια ένωση» «χωρίς ανταλλάγματα» εκφράζοντας έτσι την κριτική τους για τις πιέσεις των Αθηνών. Στο τελικό ψήφισμα η κωδικη διατύπωση ήταν για  ένωση «ενιαίας και ολόκληρης της Κύπρου».[12] Έτσι η κριτική προς την χούντα διατυπώθηκε και πάλιν κωδικοποιημένα χρησιμοποιώντας την ηγεμονικη ρητορική της ένωσης. Μερικούς μήνες μετά ο Μακάριος κήρυξε ανοικτά την πολιτική του «Εφικτού» και την νομιμοποίησε με τις προεδρικές εκλογές του 1968. Το ποσοστό των ψήφων που έγκρινε την στροφή του Μακάριου ήταν ειρωνικά σχεδόν το ίδιο με το ποσοστό των ε/κ που είχαν υπογράψει υπέρ της ένωσης το 1950 – η μεταλλαγή του 96%[13] σε 18 χρόνια είναι εκφραστική της ρευστότητας των επιλογών της εποχής.

Οι δυναμικές του ηγεμονικού λόγου: το απαγορευμένο, το εθνικό υπερεγώ και το status των συμβόλων
Για να κατανοηθούν τόσο η συγκεκριμένη περίοδος (1964-68) που σηματοδότησε την εγκατάλειψη της ιδεολογίας της ένωσης, αλλά και ο κωδικοποιημένος τρόπος με τον οποίο εκφραζόταν ο δημόσιος λόγος πρέπει να δούμε την διαπλοκή του λόγου και της εξουσίας σαν discourse το οποίο διαμορφώνει ηγεμονικά «καθεστώτα αλήθειας». Οι πρόσφατες εξελίξεις στον χώρο των κυπριακών κοινωνικών επιστημών έχουν αρχίσει να απομυθοποιούν τον ηγεμονικό λόγο  και σε αυτό το πλαίσιο η ένωση δεν εμφανίζεται πια σαν το «ιερό, προαιώνιο» αίτημα αλλά σαν μια συγκεκριμένη μορφή της ηγεμονικής ιδεολογίας-πλαισίου το οποίο καθιερώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και οδηγήθηκε στην κρίση μετά το 1960. Είναι πια σαφές επίσης ότι ποτέ δεν υπήρξε ιστορικά ομοιομορφία απόψεων στην κυπριακή κοινωνία – σαν σύνολο η στο εσωτερικό των κοινοτήτων.  Το ηγεμονικό «καθεστώς αλήθειας» λειτουργεί με την λογοκρισία των εσωτερικών ιστορικών διαφοροποιήσεων, συμφερόντων και συγκρούσεων και την κατασκευή της μυθολογίας  για μια μοναδική «φυσική» αλήθεια. Και φυσικά οι διαχειριστές αυτού του μυθολογικά «εθνικά ορθού» διεκδικούσαν και ανάλογη εξουσία και status.
Στην ανάλυση του 1964 ο Θ. Παπαδόπουλος είχε προκρίνει 3 πιθανές λύσεις της αντίφασης που ανέλυσε: την ανάπτυξη κυπριακής εθνικής συνείδησης, την ένωση, η την συνύπαρξη της ελληνικής εθνικής ταυτότητας με την πολιτική ταυτότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το τελευταίο μοντέλο ήταν αυτό το οποίο επικράτησε τότε σαν ένα είδος συμβιβασμού ανάμεσα στο προηγούμενο καθεστώς αλήθειας (της ένωσης) και της νέας πραγματικότητας η οποία διαμορφώθηκε από την ανεξαρτησία. Αυτή η μεταβατική μορφή δυαδικής ταυτότητας ωστόσο ήταν σαφώς ευάλωτη καθώς το μετααποικιακό καθεστώς της δεξιάς (και των 2 κοινοτήτων) είχε νομιμοποιηθεί με βάση τον εθνικισμό. Υπήρχε με αυτήν την έννοια κρίση νομιμοποίησης των διαχειριστών της πολιτείας και σε αυτό το πλαίσιο οι κωδικοποιημένες διατυπώσεις εκφραζαν ένα είδος μεταλλαγής εννοιών στο κυρίαρχο πλαίσιο.
Ο τρόπος με τον οποίο η ηγεμονική ιδεολογία διαχεόταν και μιλούσε μέσα από τα άτομα αναλόγως των συγκυριών και των δεδομένων φαίνεται από τις ενδιαφέρουσες αναφορές του Π. Περσιανη στον Φ. Πετριδη γυμνασιάρχη και διανοούμενο της δεξιάς. Το 1959 όταν κυκλοφόρησε η είδηση για τις συμφωνίες της Ζυρίχης ήταν αρνητικός. Ακολούθως ταυτίστηκε με το όραμα του Μακάριου για μια νέα πολιτεία που θα έκφραζε νέες προοπτικές και όπου θα συνυπάρχον η ανεξάρτητη πολιτεία με την ελληνική εθνική ταυτότητα. Στην φορτισμένη συγκυρία του 1963-4 έβγαζε πύρινους λόγους στους μαθητές για «την γαλανόλευκη», ενώ το 1965 επανήλθε στην θέση του για ένα «εσωτερικώς ισχυρών κράτος»  υποστηρίζοντας μάλιστα, σύμφωνα με τον Περσιανη, ότι η ελληνοκυπριακη εκπαίδευση «έπρεπε να παύσει να εφαρμόζει δουλικά την οργάνωση και τα προγράμματα της ελληνικής εκπαίδευσης τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες, και να προχωρήσει στην υιοθέτηση νέων, διαφορετικών από εκείνα της Ελλάδας». [14] Ήταν η εποχή που η Αθήνα απαιτούσε την απόλυτη ευθυγράμμιση της κυπριακής εκπαίδευσης με την ελληνική. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα και οι συγκυρίες επέτρεπαν μια ρευστότητα και μια ελαστικότητα που ευνοούσε την ανάδυση πολλαπλών ερμηνειών της ελληνικότητα ακόμα και στον χώρο της κεντροδεξιάς.
Για να κατανοηθεί το πλαίσιο αυτών των κωδικοποιημένων εκφράσεων των μεταλλαγών ταυτότητας πρέπει να δούμε ότι η δημόσια έκφραση τότε δεν ήταν ελεύθερη. Υπήρχε βέβαια μια προϊστορία λογοκρισίας από την εποχή της αποικιοκρατίας. Αλλά η είσοδος στην ανεξαρτησία δεν έγινε με διεύρυνση των περιθωρίων δημόσιας έκφρασης. Μάλλον το αντίθετο. Το 1958 είχε εξαπολυθεί ένα πογκρόμ εναντίον της αριστεράς (με δικαιολογίες συχνά ότι οι αριστεροί είχαν εκφραστεί κριτικά είτε για την ΕΟΚΑ είτε για άλλα θέματα τα οποία οι ένοπλοι θεωρούσαν «ιερά» και απαγορευμένα) και στις 2 κοινότητες. Αυτές οι επιθέσεις, όπως παρατήρησε ο P. Loizos,[15]λειτούργησαν σαν ένα είδος προειδοποίησης για όσους ενδεχομένως θα ήθελαν να εκφραστούν κριτικά για την νέα εξουσία. Η απαγωγή του δεξιού δημοσιογράφου Φαρμακίδη (ο οποίος εκφραζόταν κριτικά για το νέο καθεστώς) από στελέχη της ΕΟΚΑ το 1960 λειτούργησε για να εμπεδώσει την ευρύτερη εικόνα για τα επιτρεπτά όρια του δημόσιου λόγου. Η συμβολική μορφή του Π. Γιωρκατζη αξίζει να αναλυθεί στο πλαίσιο αυτών των αντιφατικών δυναμικών (νομιμοποίησης και λογοκρισίας) της νέας πολιτείας  και των διαχειριστών της – ιδιαίτερα στο «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» όπως ορθά αποκάλεσε ο Ν. Τριμικλινιωτης την εσωτερική νομικό-πολιτική δομή της κρατικής εξουσίας. Στην τ/κ κοινότητα η δολοφονία των δημοσιογράφων    Γκιουρκαν-Χικμετ το 1962 λειτούργησε επίσης προς την ίδια κατεύθυνση. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε ντε φάκτο ένα χάσμα ανάμεσα στον καθημερινό λόγο και στον επιτρεπτό δημόσιο λόγο – και η λογοκρισία του δημόσιου λόγου έγινε σαφής κατά την διάρκεια των δικοινοτικών ταραχών και της διάχυσης της βίας, όταν οι εφημερίδες (και των 2 κοινοτήτων) αναπαρήγαν τις επίσημες θέσεις παραβλέποντας τα εξόφθαλμα στοιχεία για τα εγκλήματα σε βάρος της άλλης κοινότητας. Σε αυτό το πλαίσιο για να μιλήσεις δημόσια έπρεπε να εκφραστείς μέσα από τον κυριαρχο/ηγεμονικο λόγο. Στον καθημερινό λόγο υπήρχαν όμως και διαφορετικές αφηγήσεις όπως τεκμηρίωσε η ανθρωπολογική έρευνα τόσο του Loizou όσο και του Παπαδακη.
Η περίοδος 1968-74 έκφρασε την ολοκλήρωση της αντιπαράθεσης της ακροδεξιάς και την χούντας με το πλειοψηφικό πια ρεύμα υπέρ της ανεξαρτησίας. Σε αυτό το πλαίσιο η κυπριακή συνείδηση έκφρασε την εμπειρία της καθημερινότητας όπως αυτή μεταλλασσόταν ιστορικά. Η ένωση σε εκείνο το πλαίσιο έκφρασε όχι απλά τους συναισθηματικούς συνειρμούς του προηγούμενου «καθεστώτος αλήθειας», αλλά και ένα είδος διεκδίκησης status. Όπως παρατήρησε ο Loizos η έντονη υποστήριξη της ακροδεξιάς από ορισμένα στρώματα (όπως οι εκπαιδευτικοί) αλλά και η ρητορική που αρθρωνόταν, εκφραζε ένα κλίμα κρίσης για την πιθανή υποβάθμιση του status όσων χρησιμοποιούσαν σαν είδος πολιτιστικού κεφαλαίου τον ακραίο ελληνοχριστιανισμο σαν μορφή ελληνικότητας. Ήταν μια σύγκρουση που συνεχιζόταν από την δεκαετία του 1940.
Η θέση της ακροδεξιάς ήταν χαρακτηριστική σαν σύμπτωμα αυτής της κρίσης του αυταρχισμού. Ενώ εκπροσωπούσε μια μικρή μειοψηφία (4 -10% σύμφωνα με τα εκλογικά αποτελέσματα της περιόδου 1968-70) και θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεχόταν πιέσεις από την πλειοψηφία αλλά και τον κρατικό μηχανισμό από το 1960, ταυτόχρονα εμφανιζόταν σαν φορέας της ηγεμονικής ιδεολογίας, σαν ένα είδος «εθνικού υπερεγώ»/λογοκριτή και απαιτούσε συμμόρφωση με τις απόψεις της ανεξαρτήτως του μεγέθους της. Η αιτία αυτής της παραδοξότητας πήγαζε εν μέρει από την στήριξη που είχε από το ελληνικό κράτος (αλλά και από την Δύση ευρύτερα) το οποίο έλεγχε άμεσα η έμμεσα 2 βασικούς τοπικούς κρατικούς μηχανισμούς – τον στρατό και την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα όμως η  ακροδεξιά έκφραζε και ένα τοπικό αυταρχισμό σύμφωνα με τον οποίο η δική της ιδεολογία ήταν «εθνικά ορθή» διότι ήταν νομιμοποιημένη στο «καθεστώς αλήθειας» του ελληνοχριστιανισμου. Όταν λ.χ. παραπονιόταν η ακροδεξιά για την μη δημοκρατική προεκλογική εκστρατεία του 1968, η για τις πιέσεις εναντίον  υποστηρικτών της δεν μιλούσε εκ μέρους του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα κατηγορούσε τον Μακάριο γιατί «ανεχόταν» τους κομμουνιστές και φυσικά δεν θεωρούσε προβληματική την άσκηση βίας εναντίον τους η άλλων.

Οι καταβολές της αντιπαράθεσης: από το θρησκευτικό στο εθνικό καθεστώς αληθειας/ταυτοτητας
Σήμερα είναι κατανοητό ότι η μετάβαση από την παραδοσιακή στην μοντέρνα κοινωνία συμπεριλάμβανε και την δημιουργια/κατασκευη νέων μορφών ταυτότητας – το έθνος σε αυτό το πλαίσιο ήταν η πολιτικό-πολιτιστική ταυτότητα η οποία αντιστοιχούσε στο νεωτερικο πλαίσιο. Η ανάλογη αντιπαραθεση στην Ελλάδα εκφράστηκε μέσα από την σύγκρουση γύρω από την ταυτότητα του Ρωμιού και του Έλληνα όπως υπέδειξε ο Π. Κιτρομηλιδης.[16] Αυτή η αντιπαραθεση μεταφέρθηκε στην Κύπρο στα τέλη του 19ου αιώνα και κορυφώθηκε στην εκκλησιαστική κρίση της περιόδου 1900-10. Σε εκείνη την σύγκρουση συμπυκνώθηκαν 3 αντιπαραθεσεις: η πολιτική αντιπαραθεση διαλλακτικών – αδιάλλακτων σε σχέση με την στάση των χριστιανων-ε/κ απέναντι στην αποικιακή διοίκηση, μια αντιπαραθεση με στοιχεία ταξικής σύγκρουσης όπως τεκμηρίωσε ο Ρ. Κατσιαουνης,[17]και η πολιτιστική αντιπαραθεση της παραδοσιακής Ρωμιοσύνης και του ελληνικού εθνικισμού η οποία έκφραζε μια αντιπαραθεση γύρω από την ταυτότητα των κυπρίων ιθαγενών. Η ρωμιοσύνη δεν εστίαζε την ταυτότητα ούτε στην γλωσσική συγγένεια ούτε στην σύνδεση με την αρχαιότητα ενώ η φαντασιακη της γεωγραφία εστιαζόταν στην Ιερουσαλήμ και την Κωνσταντινούπολη παρά την Αθήνα. Και με βάση την κυπριακή ιστορική-κοινωνιολογική εμπειρία ήταν λογικό ότι οι παραδοσιακοί έδειχναν σαφώς περισσότερη κατανόηση για την πολιτιστική συνύπαρξη χριστιανισμού- Ισλάμ. Φαινομενικά στο τέλος της δεκαετίας κέρδισαν οι νεωτερικοι εθνικιστές και η ελληνική ταυτότητα υποσκέλισε την παραδοσιακή ταυτότητα του ρωμιού. Μια πιο προσεκτική, ωστόσο, ανάγνωση των δεδομένων δείχνει ότι το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα είδος συμβιβασμού μέσα από τον οποίο η τοπική εκκλησία εκμοντερνιστηκε και μετατράπηκε σε ένα παράλληλο θεσμό πολιτικής έκφρασης για την ε/κ κοινότητα.
Η τ/κ κοινότητα βίωσε μια ανάλογη μεταμόρφωση μετά το 1920. Αυτή η μεταμόρφωση, ωστόσο, ήταν σαφώς πιο ριζοσπαστική καθώς ο κεμαλισμος (ο αντίστοιχος εισαγόμενος εθνικισμός) ήταν ριζικά αντί-θρησκευτικός. Σε ένα κείμενο της δεκαετίας του 1930 ένας τ/κ διανοούμενος έγραφε:
«Το κτίσιμο ιεροδιδασκαλείων είναι συνώνυμο με την δολοφονία της κοινότητας. Ενώ αλλα έθνη έβαζαν ένα τέλος στην επιχείρηση του παράδεισου αυτές οι αλεπούδες και οι λύκοι προσπαθούν να αδειάσουν τις τελευταίες σφαίρες τους πάνω μας.»[18]
Αυτή η μεταλλαγή από την παραδοσιακή θρησκευτική ταυτότητα στην νεωτερικη εθνική είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί μέχρι την δεκαετία του 1930. Τα σχολεία και ο έντυπος λόγος έγιναν οι βασικοί μηχανισμοί κατασκευής των νέων ταυτοτήτων και διάχυσης τους στην κοινωνία. Η ιδιομορφία στην περίπτωση της Κύπρου ήταν ότι αυτές οι ιδεολογίες εισήχθηκαν ουσιαστικά από τις γειτονικές χώρες – την Ελλάδα και την Τουρκία – αντί να αναπτυχθουν/κατασκευαστουν τοπικά.

Το πλαίσιο: η εποχή των αυτοκρατοριών και το έθνος σαν φαντασίωση εκμοντερνισμου
Το βασικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκαν αυτές οι ιδεολογίες ήταν το βρετανικό αποικιακό πλαίσιο στην ευρύτερη εποχή της δυτικής αποικιοκρατίας. Η κάθοδος των βρετανών επιτάχυνε τις διαδικασίες εκμοντερνισμου και ένταξε την Κύπρο στο αποικιακό πλαίσιο της τότε παγκόσμιας ηγεμονικής δύναμης. Η ελληνική εθνική ιδεολογία η οποία είχε αποκτήσει την μορφή της Μεγάλης Ιδέας έκφρασε εκείνη την περίοδο το «όραμα» της αναβίωσης μιας μικρής βυζαντινής αυτοκρατορίας με άξονα τον ελληνικό εθνικισμό – και αυτό το όραμα «περιφερειακής δύναμης» εντασσόταν συνήθως στα πλαίσια της βρετανικής ηγεμονίας στο παγκόσμιο σύστημα. Στην αντίπερα όχθη η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή και η δική της προσπάθεια εξισορρόπησης αντιφάσεων και πιέσεων οδηγούσε επίσης στην προσπάθεια προσεταιρισμού της Βρετανίας απέναντι στον κίνδυνο ρωσικής επέκτασης – αλλά και της Γερμανίας απέναντι στην Μ. Βρετανία. Σε αυτό το πλαίσιο η Βρετανία ενθάρρυνε μεν το εκμοντερνισμο των τοπικών θεσμών αλλά η σχέση της με τους δυο εθνικισμούς ήταν επιλεκτική. Μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο διάφοροι βρετανοί αξιωματούχοι (με πιο γνωστή την περίπτωση του Τσωρτσιλ το 1907) ενθάρρυναν η έδειχναν κατανόηση για το ζήτημα της ένωσης αλλά και για την πολιτιστική μετατόπιση προς την ελληνική εθνική ταυτότητα. Είναι αυτό το πλαίσιο (του μύθου της «αγγλοελληνικής φιλίας») που δημιούργησε και το εντυπωσιακά φιλοβρετανικο κλίμα ανάμεσα στην ε/κ ελίτ όπως παρατήρησε ο Γιωργαλλιδης στην ανάλυση του για την πρώτη περίοδο της αποικιοκρατίας.[19] Το αποκορύφωμα αυτής της λογικής ήταν η προσφορά της Κύπρου στην Ελλάδα κατά την δεκαετία του 1910. Η ένωση και ο ελληνικός εθνικισμός ανκαι ελαφρώς πιο αντιπολιτευτικός από ότι οι παραδοσιακοί διαλλακτικοί πολιτικοί, ήταν ένα βοηθητικό πλαίσιο για τους βρετανούς στον βαθμό που νομικά η Κύπρος άνηκε ακόμα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Αντίθετα οι βρετανοί ήταν πιο καχύποπτοι απέναντι στην εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού και μέχρι την δεκαετία του 1930 στηρίχθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στους παραδοσιακούς τ/κ πολιτικούς που δεν φαίνονταν να αμφισβητούν την βρετανική κυριαρχία.
Αυτό το πλαίσιο της εποχής των αυτοκρατοριών ενθάρρυνε την λογική της προσάρτησης της Κύπρου στα γειτονικά κράτη και οι εισαγόμενοι εθνικισμοί μεταφράζονταν εσωτερικά, όπως το απέδωσε η R. Bryant, σαν ένα είδος «φαντασίωσης εκμοντερνισμου». Αυτή η εποχή άρχισε να μπαίνει σε κρίση μετά τον πρώτο παγκόσμιο και κατέρρευσε μετά τον δεύτερο καθώς στα πλαίσια του παγκόσμιου συστήματος περάσαμε από την εποχή των αυτοκρατοριών στην εποχή της αποαποικιοποιησης.

Η μεταβατική περίοδος και οι αμφιταλαντεύσεις του αποικιακού λόγου
Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η ένωση έπαψε να είναι μια από τις επιλογές της Βρετανίας καθώς αυξήθηκε δραματικά η γεωπολιτική σημασια/αξια της Κύπρου. Εκείνη την περίοδο η αποικιοκρατία βρέθηκε μπροστά σε 2 εσωτερικές μορφές πίεσης: τον αυξανόμενη πίεση από μερίδα των ενωτικών και από την ανάδυση μιας ριζοσπαστικής αριστεράς η οποία αμφισβητούσε το αποικιακό σύστημα συνολικά. Σε αυτό το πλαίσιο οι βρετανοί προσπάθησαν να προσεταιριστούν παραδοσιακές τοπικές δυνάμεις (όπως οι «επταδικοι» της δεκαετίας του 1920) με τον ίδιο τρόπο που προσπάθησαν να διατηρήσουν την συμμαχία με τον ελληνικό εθνικισμό και τους ενωτικούς.
Ο ελληνικός εθνικισμός στις δεκαετίες που ακολούθησαν προσπαθησε/προσπαθει να λογοκρίνει την συμβιωτική του σχέση με την βρετανική αποικιοκρατία αλλά και την συγκριτικά προνομιούχα του θέση στο γεωπολιτικό-γεωπολιτιστικο αποικιακό «βλέμμα». Αν συγκρίνει κανείς λ.χ. την στάση των βρετανών απέναντι στους άραβες (της Αιγύπτου η της ευρύτερης Μέσης Ανατολής) όπως την ανέλυσε ο E. Said στην μνημειώδη εργασία του, «Orientalism», με την στάση τους απέναντι στους ε/κ, υπάρχει σαφής διαφορά. Η εικόνα των αράβων κωδικοποιήθηκε σαν μια πολιτιστική-κοινωνική έκφραση της υποτιθέμενης «παθητικότητας» της ανατολής, ενώ αντίθετα η εικόνα των ε/κ οικοδομήθηκε σαν ενδεχόμενων συμμάχων. Η χριστιανικη-ε/κ κοινότητα για το αποικιακό βλέμμα ήταν συνοριακή – ήταν μεν ανατολική (γεωγραφικά αλλά και με βάση την παραδοσιακή ρωμέϊκη κουλτούρα) αλλά η μεταλλαγή της σε ελληνική (με παραπομπές στην αρχαιότητα) την καθιστούσε εν δυνάμει «δυτική». Αυτή ήταν η γεωπολιτική διάσταση της «φαντασίωσης του εκμοντερνισμου» μέσα από τον εισαγόμενο εθνικισμό. Και για αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο μέρος της ρητορικής του ελληνικού εθνικισμού μετά το 1940 εστιάστηκε στην «απογοήτευση» από τις βρετανικές υποσχέσεις.
Η περίπτωση του Υπουργού αποικιών Amery είναι χαρακτηριστική της αμφιταλάντευσης των βρετανών μετά το 1920 ανάμεσα στην επιδιωκόμενη συντήρηση της συμμαχίας με τον ελληνικό εθνικισμό και την προσπάθεια έλεγχου της αμφισβήτησης της αποικιοκρατίας. Ο Amery είχε εισηγηθεί προς το τέλος της δεκαετίας του 1920 να γίνουν σκέψεις για την πιθανότητα ανάπτυξης «κυπριακού πατριωτισμού» (ενός όρου ο οποίος προϋπήρξε και σαφώς χρησιμοποιήθηκε και μετά σε ποικίλα πλαίσια) σαν αντίβαρου στις πιέσεις για ένωση. Ταυτόχρονα όμως ήταν και ένας συγκριτικά «φιλέλληνας» αποικιακός αξιωματούχος, ο οποίος είχε εισηγηθεί την πιθανότητα οι ελληνοκύπριοι να έχουν διπλή υπηκοότητα (ελληνική και αποικιακή) στα πλαίσια μιας ελληνοβρετανικής «συμπολιτείας», ενώ η εισήγηση του για πιθανή τοπική αποικιακή σημαία ήταν ένας συνδυασμός της ελληνικής και της βρετανικής. Η σύγκριση με την Μέση Ανατολή είναι εκφραστική - ενώ υπήρχε αποικιακή οδηγία από το 1926 που απαγόρευε την χρήση «εξωτερικών σημαιών» στην Παλαιστίνη, ο Amery διαμήνυσε στον κυβερνήτη Στορς, το 1928, ότι είχε αμφιβολίες για την εφαρμογή του μέτρου και στην Κύπρο. [20]
Μετά την εξέγερση του 1931 οι βρετανοί πήραν κατασταλτικά μέτρα ενάντια στις τοπικές πολιτικές δυνάμεις – τους εθνικιστές και των 2 κοινοτήτων αλλά και τους κομμουνιστές (που αντιμετώπιζαν καταστολή και προηγουμένως) οι οποίοι είχαν αρχίσει να αναδύονται σαν η τρίτη πολιτική δύναμη η οποία θα μπορούσε να ενθαρρύνει ένα τοπικό δικοινοτικό πατριωτισμό. Αυτή η προοπτική ήταν σαφώς η χειρότερη πιθανότητα για τους αποικιοκράτες όπως  φαίνεται και από την ανάλυση του κυβερνήτη Πάλμερ το 1936 όταν εξέφραζε την προφητική (με βάση ότι ακολούθησε μετά το 1960) διάγνωση ότι ο «κυπριακός πατριωτισμός» («εθνικισμός») θα διαδεχόταν τον ελληνικό και σαν πιο επικίνδυνος, για τα αποικιακά συμφέροντα, έπρεπε να καταπολεμηθεί η πιθανότητα σύντομης εμφάνισης του:
«Η συγκρότηση ενός κυπριακού εθνικισμού ο οποίος σίγουρα θα επικρατήσει όταν Ένωση μετατραπεί σε ξεπερασμένο πιστεύω, πρέπει να μετατοπιστεί όσον πιο πολύ γίνεται στο μέλλον. Προς το παρόν ελάχιστα έχει αναπτυχθεί. Οι Κύπριοι είναι είτε «εθνικοί» των περιφερειών τους, είτε έλληνες είτε τούρκοι.»[21]
Αυτές οι επιλεκτικές συμμαχίες των αποικιοκρατών είτε με τις ηγεμονικές εθνικές ιδεολογίες είτε με παραδοσιακές μορφές τοπικής ταυτότητας ήταν εμφανείς και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αρχικά οι βρετανοί αντιμετώπισαν εχθρικά τον κεμαλισμο. Αργότερα μετά την δεκαετία του 1940, συμμάχησαν μαζί του είτε σαν αντίβαρο στον ενωτισμό είτε στον κομμουνισμό. Την δεκαετία του 1930, όμως, όπως τεκμηρίωσε ο Ahmet An, άρχισε να διαμορφώνεται ανάμεσα στους τ/κ μια τάση υπέρ της δικοινοτικής συνεργασίας - ιδιαίτερα σε σχέση με τις φιλελεύθερες διεκδικήσεις για αυτονομία. Αυτή η τάση του κεμαλισμου ευνοήθηκε σαφώς από τις επιπτώσεις του κλίματος της «ελληνοτουρκικής φιλίας» των Βενιζέλου - Ατατουρκ. Και όπως παρατήρησε ο Αριφ Ταχσιν (μια νευραλγική μορφή στην διαμόρφωση του αυτόνομου συνδικαλισμού των τ/κ δασκάλων)  την περίοδο 1930-50 η νέα γενιά των τ/κ «…ήταν φιλικά προσκείμενοι προς την ανεξαρτησία. Έτσι μας είχαν εκπαιδεύσει στα σχολεία. Στην εποχή την δική μου, τους μαθητές τους είχαν προκαταλάβει ενάντια στους άγγλους και όχι ενάντια στους Ελληνοκύπριους.»[22]

Ο εκμοντερνισμος των ιθαγενών και η μεταμόρφωση της ένωσης σε στρατηγική
Η θέση για υποστήριξη της ανεξαρτησίας σαν επιλογής εμφανίστηκε την δεκαετία του 1920 από τους κομμουνιστές. Την ίδια περίοδο η ιδεολογία της ένωσης γινόταν αυξανόμενα ένα ρητορικό πλαίσιο μέσα και γύρω από το οποίο συγκροτούνταν συγκυριακές στρατηγικές. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 εμφανίστηκε για πρώτη φορά ένα είδος τοπικής νεωτερικης πολιτικής (με επιρροές από τον βενιζελισμο) η οποία τόνιζε την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, όπως οι διαλλακτικοί πολιτικοί της προηγούμενης περιόδου, αλλά η έμφαση ήταν σε ένα είδος αυτονομίας σε ένα μοντέρνο πλαίσιο δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης – σαν σταδίου προς την ένωση μεν, η οποία, όμως, μετατοπιζόταν στον απώτερο μέλλον. Ο Νικόδημος Μυλωνάς, ο οποίος εμφανίστηκε και σαν ηγέτης της εξέγερσης του 1931, ήταν υποστηρικτής αυτής της πολιτικής.
Την δεκαετία του 1930 (μετά την καταστολή των οκτωβριανών) είχε αναπτυχθεί ένας τοπικός λόγος ο οποίος  έδινε έμφαση στην αποκατάσταση του συντάγματος και την παραχώρηση κάποιας μορφής αυτονομίας στην Κύπρο. Αυτός ο πολιτικός λόγος ήταν ένα σημείο σύγκλισης των φιλελευθέρων, οι οποίοι εκφράζαν μερίδα των νέων μεσαίων στρωμάτων, με την λαϊκή-κομμουνιστική αριστερά. Η ένωση παρέμεινε το ηγεμονικό ιδεολογικό πλαίσιο και μάλιστα απλωνόταν στο σύνολο του πληθυσμού καθώς η εκπαίδευση καθόριζε πια τα πλαίσια ταύτισης των νεώτερων γενεών. Αλλά καθώς οι ιθαγενείς βίωναν πια τον εκμοντερνισμο που υποσχόταν προηγουμένως ο εθνικισμός, γινόταν και πιο απαιτητικοί. Η απροθυμία λ.χ. των φιλελευθέρων να υποστηρίξουν την ένωση την δεκαετία του 30 είχε να κάμει και με την δικτατορία του Μεταξά.[23]
Αυτή η στρατηγική διάσταση έγινε πιο έντονη την δεκαετία του 40. Όταν ήρθε στην Κύπρο τον Αύγουστο 1944 ο αντιπρόσωπος του αποικιακού γραμματέα, η κυπριακή αριστερά, η οποία στον ιδεολογικό της πυρήνα ήταν ανεξαρτησιακη μέχρι το 1940, οργάνωσε μαζικές διαδηλώσεις με αίτημα την άμεση ένωση – αντίθετα η δεξιά απείχε. Η συγκυρία ήταν επεξηγηματική για τις αποκλίνουσες στρατηγικές: η κυρίαρχη δύναμη στην ελληνική αντίσταση ήταν το ΕΑΜ. Όταν οι βρετανοί οδήγησαν την ελληνική αριστερά στον εμφύλιο και την στρατιωτική ήττα, η δεξιά ξανάγινε ρητορικά ενωτική απέναντι στην αριστερά που βρέθηκε να υποστηρίζει μεν την ένωση στο τότε κυρίαρχο πολιτιστικό πλαίσιο, αλλά με μια Ελλάδα στην οποία η αριστερά βρισκόταν υπό διωγμό.
Η πιο νευραλγική ιστορική στιγμή ήταν το 1947-48.  Εκείνη την περίοδο οι βρετανοί σαν απάντηση στις λαϊκές κινητοποιήσεις πρότειναν σύνταγμα αυτοκυβέρνησης. Η Διασκεπτική που ακολούθησε, η πρώτη ουσιαστικά συζήτηση για ένα μετααποικιακό καθεστώς, διασταυρώθηκε μαζί με ένα έντονο κλίμα ταξικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι βρετανοί συζητούσαν μεν με την αριστερά στην Διασκεπτική ενώ ταυτόχρονα ήταν ντε φάκτο σύμμαχοι με την ενωτική δεξιά και ακροδεξιά τόσο στα πλαίσια του υπό διαμόρφωση τότε ψυχρού πόλεμου όσο και των τοπικών αντιπαραθέσεων. Η δεξιά ενώ επάνδρωνε τον αποικιακό μηχανισμό επέμενε ότι οι αποκλεισμένοι (η αριστερά και τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούσε) ήταν προδότες (άρα έπρεπε να παραμείνουν αποκλεισμένοι) και παρέπεμπε ρητορικά, σαν «τεκμήριο», στο ότι δεν υιοθετούσαν την πολιτική της ρητορικής διεκδίκησης της άμεσης ένωσης. Η «άμεση ένωση», όμως, ήταν εκτός συζήτησης και η δεξιά δεν έκανε τίποτε για να πιέσει τους βρετανούς. Αντίθετα η ακροδεξιά εθναρχια, μετά τον θάνατο του Λεοντιου το 1947, επανέφερε την ρητορική της «αγγλοελληνικής φιλίας» ενάντια στις απεργίες και τις συγκρούσεις των εργατών με τις αποικιακές δυνάμεις το 1948. Σε εκείνο το κλίμα η ρητορική της ένωσης ήταν ένα ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο εχρησιμοποιείτο στρατηγικά από την δεξιά ενάντια στην αριστερά. Υπήρχε ένα είδος αξιολόγησης «ελληνικότητας» στις τελετές αποκλεισμών των αριστερών. Η διαδικασία δαιμονοποιησης της συμμετοχής στην πολιτική με αιτήματα της υλικής πραγματικότητας (οικονομικά-ταξικά, ανάγκη εκδημοκρατικοποιησης-εκλογων-συνταγματικων δικαιωμάτων) ήταν μέρος του συντηρητικού λόγου τον οποίο υιοθέτησε η δεξιά τότε – και ο οποίος πήγαζε από την ακροδεξιά. Υπήρχαν βέβαια και άλλες τάσεις στην ε/κ δεξιά – αλλά η στροφή στην ακραία συντηρητική ρητορική έκφρασε και μια σημαντική ιστορική μετατόπιση: ο ελληνικός εθνικισμός ο οποίος είχε εισαχθεί σαν εκμοντερνιστικη ιδεολογία στα τέλη του 19ου αιώνα, μετατρεπόταν πια σε αντί-μοντέρνα ρητορικη/ιδεολογια μπροστά στις κοινωνικές και πολιτιστικές μεταμορφώσεις του εκμοντερνισμου.
Ταυτόχρονα οι συζητήσεις για την αυτοκυβέρνηση που ώθησαν την αριστερά στην θέση για «πλήρη αυτοκυβέρνηση» το καλοκαίρι του 1948 έδειχναν ότι είχε αρχίσει πια να διαμορφώνεται μια νέα μορφή νεωτερικης κυπριακής κουλτούρας. Η αριστερά ήταν ο ιδεολογικό-πολιτικός χώρος που έκφραζε εν μέρει μαζικά αυτήν την νέα κουλτούρα αλλά οι διαστάσεις της απλώνονταν σίγουρα στο κεντρώο φιλελεύθερο χώρο τον οποίο έκφρασε πολιτικά ο Ι. Κληριδης και δημοσιογραφικά ο Θαλής Παπαδόπουλος.

Η διάχυση του κυπριακού μοντερνισμού και η εποχή της αποαποικιοποιησης
Αυτή η νεωτερικη τοπικη/ιθαγενης κουλτούρα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από την δεκαετία του 1930 και εκφράστηκε με την προσπάθεια άρθρωσης ενός νεωτερικου λόγου ο οποίος αντιμετώπιζε την κυπριακή ιστορική και νεωτερικη εμπειρία σαν άξια αυτόνομης ανάλυσης – αντί μόνο στην ρητορική σκιά της εθνικής «επιβεβαίωσης» των «ελληνικών καταβολών» με την οποία ερμηνευόταν η κυπριακή εμπειρία στην πρώτη αποικιακή περίοδο.[24] Τα περιοδικά «Κυπριακά Γράμματα» και «Πάφος» εκφρασαν αυτήν την στροφή προς την «εντοπιοτητα» στους χώρους της ε/κ διανόησης.
Η έκρηξη των κοινωνικών κινημάτων την δεκαετία του 1940 διεύρυνε τα πεδία της έκφρασης αυτού του είδους του κυπριακού νεωτερικου λόγου. Είναι σε αυτήν την περίοδο που εμφανίζεται η «κυπριακή επιθεώρηση» λ.χ. σαν ένα είδος μαζικής έκφρασης η οποία συνδύαζε την λαϊκή απήχηση με την εμπλοκή «έντεχνων» δημιουργών. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το «κυπριακό νεωτερικο υπόστρωμα» το οποίο διασταυρώθηκε τις επόμενες δεκαετίες με την νέα τεχνολογία (ιδιαίτερα του ραδιόφωνου) και έδωσε νέες μορφές έκφρασης στην κυπριακή δημιουργία και την κυπριακή μαζική κουλτούρα – όπως ήταν το σκετς, η νεώτερη κυπριακή μουσική κ.ο.κ.
Υπήρχε όμως και μια άλλη διάσταση της δεκαετία του 40 που ήταν νευραλγική: η διαμόρφωση κοινής διακοινοτικής πολιτικής. Εκείνη την δεκαετία η ταξική διάσταση φαίνεται να ήταν κυρίαρχη σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού δημιουργώντας μια καταλυτική νεωτερικη στιγμή. Η συμμετοχή ε/κ και τ/κ σε κοινούς αγώνες σφράγισε ουσιαστικά μια εναλλακτική (σε σχέση με την ηγεμονική) ιστορική αφήγηση η οποία επιβίωσε παρά τον αποκλεισμό της από την εξουσία και την κατά περιόδους καταστολή της.
Σε αυτό το  πλαίσιο η δεκαετία του 50 όπως το έθεσε ο Loizos αποτέλεσε την αντεπίθεση των συντηρητικών μπροστά στην νεωτερικη εξέγερση:
«Το γεγονός ότι η εκκλησία  αισθανόταν συνεχώς να πιέζεται και από τις δυο αυτές κατευθύνσεις, από τον μοντερνισμό των απόφοιτων των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και από τον υλισμό της αριστεράς, ίσως εξηγεί εν μέρει το σθένος και το χρόνο που διάλεξε η Εκκλησία να δεσμευτεί με την ΕΟΚΑ.»[25]
Η στροφή της εθναρχιας προς ένα δυναμικό αντιαποικιακο αγώνα μετέβαλε, όμως, τον συντηρητικό λόγο της δεξιάς – και άρχισε να εμφανίζεται ένα είδος «μεταβατικά μοντέρνου» το οποίο έκφρασε σαν μορφή ο Μακάριος. Η συντηρητική στροφή, για την αριστερά, είχε αρχίσει από το 1949 όταν επέστρεψε στον ενωτισμο σαν στρατηγική εθνικής ενότητας. Η ΕΟΚΑ ήταν μια αντίδραση όσο και μια συνέχεια του κλίματος της δεκαετίας του 40. Σαν αντίδραση χρησιμοποιούσε την ένωση και την Ελλάδα σαν ιδεολογία νομιμοποίησης της εξουσίας της και αποκλεισμού της αριστεράς. Η μορφή του Γρίβα εκφράζει αυτήν την διάσταση. Σαν συνέχεια ολοκλήρωσε τον αντιαποικιακο αγώνα και κατέληξε, παρά την ιδεολογία της, σε ένα πλαίσιο το οποίο παρέπεμπε στις συζητήσεις του 1947-48 για την αυτοκυβέρνηση. Την θυσία για την «ελευθερία» (όπως κωδικοποιήθηκε αρχικά η ανεξαρτησία) την εκφράζουν μορφές όπως ο Αυξεντίου και ο Ματσης.
Η ανεξαρτησία ήταν ουσιαστικά η αναπόφευκτη δομική λύση του κυπριακού αντιαποικιακου ζητήματος με δεδομένη την  γεωπολιτική θέση της Κύπρου και τον συνακόλουθο εσωτερικό πλουραλισμό της.

Το ιστορικά αναπόφευκτο: η εκπαίδευση σαν χώρος μυθολογίας και εξουσίας
Η εκπαίδευση απέκτησε από την αρχή του 20ου αιώνα νευραλγική σημασία και μετατράπηκε στον χώρο όπου κατασκευάστηκαν οι μυθολογίες της εξουσίας. Ανκαι η εθνική μυθολογία εστιάζει στην αντιπαραθεση Βρετανών και εκκλησίας, ουσιαστικά η πρώτη μεγάλη ρήξη έγινε ανάμεσα στους χριστιανους-ε/κ κατά το αρχιεπισκοπικό του 1900-10 όταν δημιουργήθηκαν διαφορετικά σχολεία για κάθε παράταξη – και όπως τεκμηρίωσε ο Κατσιαουνης υπήρχε σαφής διαφορά στην εκπαιδευτική έμφαση των 2 παρατάξεων από πριν.[26]Αντιπαραθέσεις στον χώρο των σχολείων υπήρξαν και την δεκαετία του 1920 και του 1940 – και στις 2 περιπτώσεις μάλιστα αποβλήθηκαν από τα σχολεία αριστεροί δασκαλοι/καθηγητες η μαθητές σαν μέρος της εκστρατείας πειθαρχίας της εθναρχιας και της αποικιοκρατίας.
Σε ένα γενικότερο πλαίσιο η εκκλησία και οι πολιτικοί που την εκφραζαν αγωνίζονταν ενάντια στις προσπάθειες των βρετανών να συγκεντροποιησουν το σύστημα, να το εγκοσμικευσουν και να το ελέγξουν. Η προσπάθεια των βρετανών, όμως, παρουσιάζεται με σαφή στοιχεία υπερβολής και λογοκρισίας των άλλων παραμέτρων αντιπαράθεσης. Διότι η εκκλησία (και γενικά οι προύχοντες διαχειριστές των εκπαιδευτικών θεσμών) είχαν να αντιμετωπίσουν και την εσωτερική-κυπριακή κριτική: από τους δασκάλους (σαν εργαζόμενους) και από τους διαφωνούντες (αριστερούς και φιλελευθέρους) για την εκπαιδευτική (η και ιδεολογική) έμφαση των σχολείων. Όπως παραδέχεται λ.χ. ο Περσιανης, στην ανασκόπηση του για τις σχέσεις εκκλησίας-αποικιοκρατίας, ένας βασικός παράγοντας για την διαμόρφωση και έγκριση της επίμαχης νομοθεσίας του 1929 ήταν οι διαμαρτυρίες και η δυσφορία των δασκάλων για την ανάγκη εξορθολογισμου του συστήματος.[27]
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της περιορισμένης αποικιακής παρέμβασης ήταν το ζήτημα των βιβλίων – και κατά συνέπεια της διδακτέας ύλης. Παρά την Παλμεροκρατια οι βρετανοί συνέχιζαν να επιτρέπουν την εισαγωγή (η την ανατύπωση) των βιβλίων από την Ελλάδα « ακόμα και κατά την περίοδο του Β Παγκόσμιου πολέμου όταν εμφανίστηκε η ευκαιρία λόγω της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας».
Η εκκλησία καλλιέργησε τον μύθο ότι «οι αγώνες της» είχαν να κάμουν με μια υποτιθέμενη συνομωσία αμφισβήτησης της «ελληνικότητας» της Κύπρου. Όπως φαίνεται, όμως, και από το ρητορικό πλαίσιο των αναφορών του Αιμιλιανιδη (ενός από τους ιδεολόγους του ελληνικού εθνικισμού) σε ένα κείμενο του 1944, η αντιπαραθεση για το ζήτημα της καταγωγής των κύπριων ήταν μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αντιπαράθεσης (η οποία διασταυρωνόταν και με την εσωτερική νομιμοποίηση της δυτικής αποικιοκρατίας) για την συγκριτική σημασία της «σημιτικής» και της «άριας» επίδρασης στην περιοχή.[28] Οι βρετανοί, σαν δυτικοί αποικιοκράτες, αυτονόητα βοήθησαν την στροφή του εθνικισμού προς την Άρια εκδοχή. Και παρά τις ανησυχίες για πιέσεις από τους ενωτικούς, προτιμούσαν σαφώς τον ελληνικό εθνικισμό από τον τότε εσωτερικό του αντίπαλο – τον κομμουνισμό. Το 1949 λ.χ. αποφάσισαν να ξαναεπιτρέψουν την διδασκαλία της ιστορίας της Ελλάδας στα δημοτικά. Τα βιβλία όμως που έρχονταν από την μεταμφυλιακη Ελλάδα ουσιαστικά έκαναν προπαγάνδα υπέρ της δεξιάς και του ελληνικού εθνικισμού. Οι άγγλοι δεν είχαν πρόβλημα να επεκτείνουν την διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας αν αυτή η εκδοχή τους ευνοούσε στην γεωπολιτική του ψυχρού πολέμου – διότι εκείνη η διάσταση μετρούσε για τους αποικιοκράτες ενώ η μυθολογία της εκκλησίας πολεμούσε ακόμα με τους «φοίνικες» της ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα. Και σαν συμπλήρωμα της εκστρατείας της δεξιάς για «εκδίωξη των αριστερών», οι βρετανοί απέλυσαν το 1952 τον ηγέτη της συντεχνίας δασκάλων, Σ. Αγγελίδη, για ένα άρθρο του για την κυπριακή εκπαίδευση.[29]
Μια συγκριτική αναφορά ίσως να είναι διαφωτιστική – η τ/κ παιδεία σε αντίθεση με την ε/κ είναι ριζοσπαστικά κοσμική. Σήμερα λ.χ. η τ/κ συντεχνία των δασκάλων χαρακτηρίζεται από έντονο αντί-ιμπεριαλισμό και μάλιστα αριστερό. Η πιθανότητα λοιπόν να ξεφύγει η παιδεία από την εκκλησία (την παραδοσιακή θεσμική οργάνωση) δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι θα υπαγόταν στην αποικιοκρατία όπως δείχνει η τ/κ εμπειρία – θα ξέφευγε όμως ένα μηχανισμός εξουσίας από τα χέρια των διαχειριστών του. Και σε μεγάλο βαθμό αυτό ήταν το ζήτημα και όχι η σχέση με  την αποικιοκρατία.
Πέρα από την μυθολογία η μαζική κρατική παιδεία ακολούθησε, συνήθως καθυστερημένα, την κοινωνική εξέλιξη του εκμοντερνισμου – η αντιπαραθεση για το πανεπιστήμιο ήταν εκφραστική. Όταν τελικά ιδρύθηκε κρατικό πανεπιστήμιο την δεκαετία του 90 είχε ήδη διαμορφωθεί ένα τοπικό πλαίσιο αγγλόφωνης μη-κρατικής πανεπιστημιακής παιδείας. Διότι οι αντιδράσεις των συντηρητικών δεν καθυστερούσαν απλά – πολλές φορές προκαλούσαν απρόσμενες συνέπειες που δημιουργούσαν σαν υλική πραγματικότητα τους κίνδυνους στους οποίους αναφέρονταν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 λ.χ. όταν οι βρετανοί εισηγήθηκαν να γράφονται μερικά βιβλία από κύπριους συγγραφείς η εκκλησία εξαπέλυσε εκστρατεία ενάντια στην εισήγηση με το επιχείρημα ότι τα βιβλία από την Αθήνα θα ήταν καλύτερα από οτιδήποτε έγραφε κάποιος Κύπριος![30] Την δεκαετία του 1960, στάλθηκε τριμελής ελληνική επιτροπή στην Κύπρο για να διερευνήσει «χωριστικές τάσεις στην εκπαίδευση» σύμφωνα με τον Περσιανη. Η επιτροπή διαπίστωσε «χωριστικές τάσεις» – όπως τους όρους «κυπριακή ιστορία», «κυπριακή γεωγραφία» κ.ο.κ. και εισηγήθηκε την λήψη «μέτρων» για την «πλήρη ταύτιση».[31]  Και ο Μακάριος (όπως και Φ. Πετριδης) αναγκάστηκε τότε να αγωνιστεί ενάντια σε όσα είχε χρησιμοποιήσει σαν ρητορική λίγα χρόνια πριν.

Η δημόσια έκφραση του κυπριωτισμου μετά το 1974
Η τραγωδία του 1974 οδήγησε σε σημαντικές μεταμορφώσεις τον ηγεμονικό λόγο της ε/κ κοινότητας και έθεσε το κυπριακό ζήτημα σε νέα βάση. Όπως παρατήρησε ο Κ. Μαυρατσας στην διεξοδική του μελέτη για τις ιστορικές μεταμορφώσεις της ταυτότητας στην Κύπρο, η περίοδος μετά το 1974  χαρακτηρίστηκε από τον κυπροκεντρισμο. Η χρήση της κυπριακής σημαίας από τον Νεοκυπριακο σύνδεσμο στις μαζικές εκδηλώσεις της περιόδου ήταν ένα σύμπτωμα του κλίματος. Αυτός ο κυπροκεντρισμος ήταν εν μέρει η νομιμοποίηση της λαϊκής πλειοψηφίας η οποία στήριζε τον Μακάριο σαν σύμβολο της ανεξαρτησίας.
 Η κατάσταση όπως διαμορφώθηκε μετά το 74 έκανε τόσο την ανεξαρτησία όσο και τον ρόλο της τ/κ κοινότητας πιο σημαντικούς. Σε μια συμβολική ρητορική κίνηση η φιλολογία για το εθνικό κέντρο αντικαταστάθηκε από την θέση «Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Η ιστορική εμπειρία έτυχε επίσης επαναξιολόγησης με σαφή έμφαση πια στην κοινή ιστορία ε/κ-τ/κ. Ακόμα και ο Τ. Ευδοκας, ο οποίος ήταν κριτικός απέναντι στην έννοια της κυπριακής συνείδησης, σε μια έκδοση του το 1978 ανέφερε, μιλώντας για τις κοινές εξεγέρσεις χριστιανών-μουσουλμάνων  κατά την οθωμανική περίοδο:
«Αυτοί οι παράγοντες δημιούργησαν ένα είδος «κοινής συνείδησης» η «κυπριωτισμου», μια κοινή αγάπη για την Κύπρο από τους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου….(….) Οι Τούρκοι της Κύπρου, παρά το ότι ήταν επηρεασμένοι από την Τουρκία, ήταν διαφορετικοί από τους Τούρκους της Τουρκίας. Είχαν αναπτύξει ένα είδος «Κυπριακής Συνείδησης» το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα.»[32]
Αυτή η αγγλόφωνη έκδοση βέβαια απευθυνόταν προς το εξωτερικό αλλά έκφραζε το γενικότερο κλίμα της περιόδου. Η προσπάθεια νομιμοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας εντάθηκε την δεκαετία του 80 (όταν άρχισε να γιορτάζεται και η επέτειος της ανεξαρτησίας) και απέκτησε νέα δυναμική σαν αντίδραση στην προσπάθεια της τουρκοκυπριακής ηγεσίας να αποσχιστεί από την Δημοκρατία το 1983.
Υπήρξαν βέβαια αντιδράσεις – οι επιθέσεις ενάντια στην εκπαιδευτική πολιτική του Χ. Σοφιανού την δεκαετία του 1970 ήταν χαρακτηριστικές της συντηρητικής ρητορικής και μυθολογίας. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία στην Ελλάδα οδήγησε σε νέες παρεμβάσεις των Αθηνών. Η ομολογία του Α. Χριστοφιδη (υπουργού Παιδείας τότε) για τον ρόλο των Αθηνών στην καθυστέρηση δημιουργίας του Πανεπιστήμιου Κύπρου είναι εκφραστική της υπόγειας ιστορίας των παρεμβάσεων:
«Όπως είναι γνωστό, την ίδρυση του Πανεπιστήμιου ανήγγειλε ο Μακάριος το 1976, έτος παιδείας της Unesco. Αλλά διέρρεαν τα έτη και τίποτε δεν εγινετο, διότι υπήρχαν σφοδρότατες και ισχυρότατες επιφυλάξεις από ελλαδικής πλευράς, από διαδοχικούς προέδρους της Δημοκρατίας, και πρωθυπουργούς, όχι μόνο της Νέας Δημοκρατίας αλλά και του ΠΑΣΟΚ[33]
Στην τ/κ κοινότητα οι πρώτες αντιδράσεις στο νέο καθεστώς οδήγησαν στην απώλεια της πλειοψηφίας από την δεξιά στις εκλογές του 1981 και χρειάστηκε η παρέμβαση της Άγκυρας για να παραμείνει στην εξουσία. Ακόμα και η προσπάθειας απόσχισης του 1983, σημαδεύτηκε από έντονες και συναισθηματικές αντιδράσεις από την τ/κ αριστερά η οποία ανασυντάχτηκε μετά την περίοδο των «θυλάκων» του 1963-74.

Η νέα εθνικιστική αντίδραση την δεκαετία του 1990 και το νέο ιστορικό πλαίσιο
Την δεκαετία του 1990 η σύγκλιση μιας σειράς εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων οδήγησε σε ένα είδος αναβίωσης του εθνικισμού στην ε/κ κοινότητα. Ο Μαυρατσας και ο Περιστιανης[34]είδαν αυτήν την αλλαγή σαν ένα είδος εκκρεμούς ανάμεσα στον ελληνοκεντρισμό και του κυπροκεντρισμο. Αν δούμε όμως το πλαίσιο της αναβίωσης του εθνικισμού υπήρχε και μια σαφής διαφορά από την δεκαετία του 1960: ο νέος ε/κ εθνικισμός αποδεχόταν την Κυπριακή Δημοκρατία και η έμφαση του ήταν η συντήρηση της ελληνοκεντρικής ηγεμονίας στην πολιτιστική σφαίρα - δηλαδή το πλαίσιο των κυπροκεντρικων του 1960. Με ένα ειρωνικό τρόπο η εθνικιστική ρητορική, η οποία σε προηγούμενες δεκαετίες απεβαλε/απεκλειε τους διαφωνούντες από την «ελληνική ταυτότητα» αποκαλώντας τους «ανθέλληνες» η  «προδότες» τώρα αγωνιζόταν να λογοκρίνει την οικειοθελή αποστασιοποίηση - την διατύπωση «είμαι κύπριος όχι έλληνας».
Το γλωσσικό ζήτημα είναι ίσως εκφραστικό των μεταλλαγών στο βίωμα της ταυτότητας στην καθημερινότητα. Στα τέλη του 19ουαιώνα η κυπριακή γλωσσική εκδοχή χρησιμοποιείτο επιλεκτικά, στα πλαίσια του αναδυόμενου εθνικιστικού λόγου, για να «αποδείξει», σαν πρωτογενές υλικο/τεκμηριο,  την «ελληνική καταγωγή» των κυπρίων ιθαγενών. Αναμενόταν ότι θα εξαφανιζόταν «στο μέλλον» σαν βαρβαρο/χωρκατικο υπόλοιπο – για αυτό άλλωστε και αποκλείστηκε από τα σχολεία. Η μετάλλαξη και επιβίωση της, ωστόσο, οδήγησε στα μέσα του 20ου αιώνα σε μια επίθεση εναντίον της από μερίδα του ελληνικού εθνικισμού που την κωδικοποίησε σαν ένα είδος άμυνας των ιθαγενών απέναντι στον «ελληνικό εκπολιτισμό». Ο Μ. Χριστοδουλου τελείωσε μια ομιλία του στο Λαϊκό πανεπιστήμιο την δεκαετία του 1980 απηχώντας αυτό το κλίμα: «Η κυπριακή διάλεκτος ματαίωσε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα». Η προσπάθεια ολοκληρωτικής ελληνοποιησης των τοπωνυμιών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 προκάλεσε μια από τις πρώτες αυθόρμητες αντιδράσεις στην τότε έξαρση του ελληνοκεντρικού εθνικισμού. Σήμερα η συζήτηση για την γλωσσική κατάσταση έχει σαφώς μεταμορφωθεί: πέρα από την διάχυση της χρήσης της κυπριακής στον δημόσιο λόγο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, η ακαδημαϊκή ανάλυση της γλωσσικής κατάστασης οδηγεί πια σε αντιλήψεις που κατανοούν την κυπριακή περίπτωση σαν καθεστώς «διγλωσσίας» ενώ τίθεται πια και το ζήτημα της σχετικότητας των όρων γλώσσα-διάλεκτος. [35] Η μαζική πλέον χρήση της αγγλικής και η αναλυτική εστίαση στις ιδιαιτερότητες της τ/κ γλωσσικής εκδοχής δημιουργούν έναν νέο πλαίσιο συζήτησης για την ευρύτερη μορφή του πολυπολιτισμου στην κυπριακή καθημερινότητα.
 Παρά την έμφαση στον αναβίωση του εθνικισμού η δεκαετία του 90, και η προεδρία Κληριδη, συνέχισαν τις διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτείας. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε την περίοδο προεδρίας του Τ. Παπαδόπουλου όπως παρατήρησε ο Περσιανης.[36]Η ένταξη στην Ε.Ε. σηματοδότησε ένα είδος ολοκλήρωσης της πορείας των ιθαγενών προς το ιδεατό πρότυπο του δυτικού εκμοντερνισμου. Και αυτή η ολοκλήρωση συνοδεύτηκε από την ανάδυση μιας τοπικής σημειολογίας «ωρίμανσης». Το διάγγελμα του Παπαδόπουλου για το δημοψήφισμα μπορεί να είχε στόχο την αποτροπή μια συμφωνίας λύσης, αλλά οι κώδικες του ήταν σαφώς κυπροκεντρικοι – με έμφαση στην ε/κ κοινότητα. Ο Παπαδόπουλος μιλούσε μπροστά από ένα παράθυρο του προεδρικού που θύμιζε το πραξικόπημα (την επέμβαση των «ξένων»), κράτησε σαφείς αποστάσεις από την Ελλάδα και η επίκληση της κυπριακής δημοκρατίας σαν την άμυνα των ελληνοκύπριων η οποία κινδύνευε έμοιαζε με αναπαραγωγή της ρητορικής του Μακάριου άλλων εποχών.
Όμως αυτή η ολοκλήρωση της πορείας ανάδειξε και την ύπαρξη πολλαπλών μορφών κυπριακοτητας – αν ο Παπαδόπουλος οικοδόμησε μια εντυπωσιακή θεαματική στιγμή εκείνη την Μεγάλη Τετάρτη, οι αντίπαλοι του επικαλούνταν επίσης μια κυπριακοτητα που είχε να κάμει με την ενότητα του χώρου και τον εσωτερικό πλουραλισμό. Αλλά και πέρα από αυτό το σημείο πόλωσης η κυπριακοτητα έγινε πια διάχυτη.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο άρχισαν να τίθενται και ζητήματα εσωτερικής δημοκρατίας. Ιδιαίτερα μετά την συγκρότηση μιας άτυπης συμμαχίας μερίδας της αριστεράς και φιλελευθέρων ενάντια στον αυταρχισμό που έκφρασε η έννοια της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας».

Η τ/κ εξέγερση και η άνοδος πολλαπλών μορφών κυπριακοτητας
Σε αυτό το πλαίσιο οι τ/κ άρχισαν να αποκτούν ένα νευραλγικό ρόλο. Η «αναγνώριση του Άλλου» αποτελεί από την δεκαετία του 1990 μια διαδικασία (τόσο στον ακαδημαϊκό και δημόσιο λόγο όσο και στην πρακτική της επαναπροσέγγισης) που διευρύνει τόσο την δημοκρατία όσο και την έννοια της πολιτικής κυπριακοτητας που αντλεί τις ρίζες της από την κυπριακή συνείδηση της δεκαετίας του 1960.
Την περίοδο 2000-04 η κυπριακή συνείδηση εμφανίστηκε δυναμικά στους δρόμους όταν η  τ/κ κοινότητα βίωσε ένα είδος μη-βιαίας εξέγερσης με στόχο την επανένωση και την ένταξη της Κύπρου σαν σύνολο στην Ευρώπη. Η πίεση των κινητοποιήσεων οδήγησε στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 και ακολούθως η τ/κ αριστερά ανέλαβε την εξουσία. Αυτές οι αλλαγές δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα: για πρώτη φορά από το 1974 επέτρεψαν ξανά τις επαφές ανάμεσα στις 2 κοινότητες και κατέδειξαν την διαφοροποίηση στο εσωτερικό τους.
Οι ταυτότητες δεν ήταν και δεν είναι κάτι το στατικό. Υπάρχει μια σαφής ιστορική ρευστότητα και οι νομικοι-θρησκευτικοι-γλωσσικοι διαχωρισμοί αποτελούν μόνο διαστάσεις ενός πολυσύνθετου πλαισίου. Ουσιαστικά από τα μέσα του 20ου αιώνα φαίνεται να έχουν διαμορφωθεί 3 πόλοι (ελληνικος-κυπριακος-τουρκικος) ταυτότητας οι οποίοι φαίνεται να έχουν ένα συμπαγή πυρήνα ενώ μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού κινείται στους ενδιάμεσους χώρους αυτών των πόλων αναλόγως συγκυρίας. Οι βασικές αιτίες για αυτήν την τριπλή μορφή ρευστών ταυτοτήτων μπορεί να είναι το συνοριακό καθεστώς του νησιού. Και το ότι γίνονται πλέον πιο κατανοητοί αυτοί οι πόλοι ίσως να μην είναι άσχετο με την μεταμόρφωση του συνόρου – τόσο με την ένταξη στην Ε.Ε. όσο και σε σχέση με τις δυναμικές της μεταμοντέρνας εποχής. Τα κύματα της μετανάστευσης θυμίζουν στους κύπριους ιθαγενείς  ότι δεν είναι μόνοι τους πια, ότι το ζήτημα της ταυτότητας είναι πιο περίπλοκο, και ότι η θέση τους στην γεωπολιτική συγκυρία έχει αλλάξει δραματικά. Αν στο παρελθόν η κυπριακή συνείδηση έκφρασε ένα αίσθημα αξιοπρέπειας των ιθαγενών, σήμερα το ζητούμενο φαίνεται να είναι ο προσδιορισμός της αυτόνομης κυπριακής ολότητας μέσα από την αναγνώριση της εσωτερικής πολλαπλότητας.


Αρχική Δημοσίευση: «Χρονικό» (εφ. Πολίτης) 17/4/2011, τ. 160
 



Παραπομπές


[1] Περιστιανης (1993), σ. 254.
[2] Lanitis (1963).
[3] Κυρρης (1964)
[4] Παπαδακης (1995)
[5] Ατταλιδης  (1979), σ. 79
[6] Παπαγεωργιου (τόμος Β), σ. 239.
[7] Katsiaounis (1995), σ. 236.
[8] Georgallides (1979), σ. 73, υπ. 3.
[9] Περσιανης (2004), σ. 97, υπ. 42
[10] Παπαγεωργιου  (τόμος Β), σ.274.
[11] Κρανιδιώτης (1985, τόμος Α), σ. 220.
[12] Κρανιδιώτης (1985), Κατσης (1976).
[13] Το 1950 υπέγραψε το 95.73% ενώ το 1968 ψήφισε υπέρ του Μακαρίου και του «εφικτού» της ανεξαρτησίας, το 95.45%. Αριθμητικά υπέγραψαν 215, 108 το 1950 και τον Μακάριο τον ψήφισαν 220, 211 το 1968.
[14] Περσιανης 2004), σ. 52.
[15] Loizos (1974), σ.  121
[16] Kitromilides (1989).
[17] Katsiaounis (1996).
[18] Mavis (2010), σ. 14.
[19] Georgallides (1979), σ. 422
[20] Georgallides (1985), σ. 5, 74.
[21] Yasin (1990), σ. 41.
[22] Ταχσιν (2001), σ. 42.
[23] Κατσιαουνης (1990), σ. 223, Σοφοκλέους (2008), σ. 74-76, 79-81.
[24]  Προυσης (1990), Παπαλεοντιου (2001)
[25] Loizos (1986), σ. 105.
[26] Katsiaounis (1996).
[27] Persianis (1978), σ. 96
[28] Αιμιλιανιδης (1944), βλ λ.χ. το κεφάλαιο: « Η ιστορική εξελιξις του επιστημονικού αγώνος προς διαπιστωσιν της ελληνικότητας της Κύπρου».
[29] Πολυδώρου(1995), σ. 101.
[30] Persianis (1978), σ. 171.
[31] Περσιανης (2004), σ. 65-66.
[32] Evdokas (1978), σ. 11
[33] Χριστοφιδης (1993),  σ. 16.
[34] Μαυρατσας (1998), Περιστιανης (1995)
[35] Ο Μοσχονας (2002), λ.χ., κατέθεσε μια θέση για καθεστώς «διμορφίας»/diglossia στην Κυπριακή περίπτωση την οποία μελέτησε την δεκαετία του 1990 – λίγο μετά την περίοδο της έντονης γλωσσικής διαμάχης γύρω από τα τοπωνύμια.
[36] Περσιανης (2004)




Βιβλιογραφία


Αναγνωστόπουλου Σία. 1998-99. Η Εκκλησία της Κύπρου και ο εθναρχικος της ρόλος: 1878 – 1960. Στο Σύγχρονα Θέματα, τευχ. 68-69-70, σελ. 198-227.
An Ahmet. 2002. The perspectives of a common Cypriot Awareness during the British Colonial period. In "Kıbrıs Nereye Gidiyor?" (Quo Vadis Cyprus)”. Istanbul: Everest Publishing House.
Αιμιλιανιδη Αχιλλέα. 1944. Η ελληνικότητα της Κύπρου. Λευκωσία.
Attalides Michael. 1979. Cyprus, Nationalism and International Politics. New York: St. Martin’s Press.
Bryant Rebecca. 2004. Imagining the Modern. The cultures of Nationalism in Cyprus. London: I. B. Tauris.
Georgallides Giorgos. 1979. A Political and Administrative History of Cyrus 1918 -1926. Nicosia: Cyprus Research Centre
Georgallides Giorgos. 1985. Cyprus and the Governorship of Sir Roland Storrs. Nicosia: Cyprus Research Centre.
Evdokas Takis. 1978. The Symbiosis of the two Communities. Nicosia: Socio-Psycological Research Group.
Κατσης Αριστος. 1976. Από την ανεξαρτησία στην εισβολή. Αθήνα: Παπαζηση.
Κατσιαουνης Ρολανδος.1990. Οι καταβολές της Επιτροπής Κυπριακής Αυτονομίας. Στο Πρακτικά του Πρώτου Διεθνούς Συμποσίου Κυπριακής Μετανάστευσης (1986). Λευκωσία
Katsiaounis Rolandos.1995. Social and Political Change in Cyprus: 1878 – 1924. In Επετηρις XXI, 1995. Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών.
Katsiaounis Rolandos. 1996.  Labour, Society and Politics in Cyprus During the Second Half of the Nineteenth Century. Nicosia: Cyprus Research Centre.
Κατσιαουνης Ρολανδος. 2000. Η Διασκεπτική, 1946-1948. Λευκωσία: Κέντρο επιστημονικών ερευνών.
Kitromilides Paschalis.1989. “Imagined Communities” and the Origins of the “National Question” in the Balkans. In European History Quarterly, vol. 19, no. 2.
Κρανιδιώτης Νίκος. 1985. Ανοχύρωτη Πολιτεία, Κύπρος 1960 – 1974. [τόμος Α, Β]. Αθήνα: Εστία.
Κυρρης Κώστας. 1964. Η Κύπρος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως σήμερον. Λευκωσία.
Lanitis N.C. 1963. Our Destiny. Nicosia: Proodos
Loizos Peter. 1974. The progress of Greek nationalism in Cyprus: 1878 – 1955. In Choice and change: Essays in Honour of Lucy Mair. London: Athlone.
Loizos Peter. 1975. The Greek Gift: Politics in a Cypriot Village. Oxford: Basil Blackwell.
Loizos Peter. 1986. Αλλαγές στηδομή της Κοινωνίας. Στο Κυπριακά 1878 -1955. Λευκωσία: Εκδ. Δήμου Λευκωσίας.
Μαυρατσας Καίσαρ. 1998. Όψεις του ελληνικού εθνικισμού στην  Κύπρο. Αθήνα: Κατάρτι.
Mavis Burak. 2010. Υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση και μαθήματα Κορανίου. Το Καλέμι, έκτακτο τεύχος.
Μοσχονας Σπύρος. 2002. Κοινή γλώσσα και διάλεκτος. Το ζήτημα της «γλωσσικής διμορφίας» στην Κύπρο. Νέα Εστία, τόμος 151, τεύχος 1745, σ. 898 – 928.
Παπαδακης.1995. 20 Χρόνια μετά από τι; Η πολλαπλή νοηματοδοτηση του 1974. Στο Ανατομία μιας Μεταμόρφωσης. Λευκωσία: Intercollege Press.
Παπαγεωργιου Σπύρος. Από την Ζυρίχην  εις τον Αττιλαν [τόμοι Α, Β, Γ]. Αθήνα: Εκδόσεις Λαδιά.
Παπαδόπουλος Θεόδωρος. 1964. Η κρισις της κυπριακής συνειδήσεως. Φιλολογική Κύπρος.
Παπαλεοντιου Λευτέρης. 2001. Κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά στα χρόνια της αγγλοκρατιας. Λευκωσία: Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών.
Περιστιανη Νίκου. 1993. Θρησκεία και Εκκλησία στην Κύπρο. Στο Κυπριακή Ζωή και Κοινωνία. Λευκωσία: εκδ. Δήμου Λευκωσίας.
Περιστιανη Νίκου. 1995. Δεξιά – αριστερά, ελληνοκεντρισμός – κυπροκεντρισμος: Το εκκρεμές των συλλογικών ταυτίσεων μετά το 1974. Στο Ανατομία μιας Μεταμόρφωσης. Λευκωσία: Intercollege Press.
Persianis Panayiotis. 1978. Church and State in Cyprus Education. Nicosia.
Περσιανη Παναγιώτη. 2004. Η νομιμοποίηση του κυπριακού κράτους. Λευκωσία: Κυπροεπεια.
Πολυδώρου Ανδρέας. 1995. Η ανάπτυξη της δημοτικής εκπαίδευσης στην Κύπρο. Λευκωσία.
Προυσης Μ. Κώστας. 1990. Θέματα και Πρόσωπα της Κυπριακής Λογοτεχνίας. Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου.
Said W. Edward. 1978. Orientalism. London: Penguin Books.
Σοφοκλέους Ανδρέας. 2008. Θαλής Χ. Παπαδόπουλος. Λευκωσία: ΙΜΜΕ.
Ταχσιν Αριφ. 2001. Η άνοδος του Ντενκτας στην κορυφή. Λευκωσία: Αρχείο.
Τριμικλινιωτης Νικος.2010. Η Διαλεκτική του Έθνους-Κράτους και το Καθεστώς Εξαίρεσης. Αθήνα: Σαβαλλας.
Χριστοδουλου Μενέλαος. 1997. Κοινή γλώσσα και διάλεκτος. Στο Η διχόνοια, η ελληνική γλώσσα και η κυπριακή διάλεκτος. Λευκωσία; Εκδ. Δήμου Λευκωσίας.
Χριστοφιδης Ανδρέας. 1993. Η γλώσσα στα μέσα μαζικής ενημερώσεως. Στο Ελλάδα Φθογγον Χεουσα. Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κυκκου.
Yasin Mehmet. 1990. The question of identity and its socio-historical basis in Turkish-Cypriot Literature. In Turkish Cypriot Identity in Literature. London: Fatal Publications.



  • January 26th 2015 at 21:36
❌