One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayστάσις

Alain Badiou: Κύριος και δούλος στον Χέγκελ – Δεύτερο Μέρος

By stasis1

Alain Badiou

Κύριος και δούλος στον Χέγκελ

Crisis and Critique 41 (2017)

Αυτό σημαίνει ότι είναι αλήθεια πως η θανατηφόρα πάλη για αναγνώριση μας αναγκάζει, με τις συνέπειές της, να περάσουμε από μια διαδικασία σε μια άλλη. Στην πρώτη διαδικασία, ο Κύριος κυριαρχεί πάνω στο δούλο. Αλλά ποιο θα είναι το περιεχόμενο, η άσκηση αυτής της κυριαρχίας; Εδώ βρίσκουμε πάλι το βασικό ρόλο του τρίτου όρου, του πράγματος. Όντας αυτός που καταφάσκει στην καθαρή αυτοσυνείδηση, ο Κύριος πρέπει να ζήσει ανεξάρτητα από το πράγμα. Αφού αυτός ανέλαβε τον κίνδυνο του θανάτου και άρα επιβεβαίωσε την καθαρότητα της αυτοσυνείδησης, αποσπασμένης από τις ανάγκες της ζωής, δεν μπορεί πια να εξαρτάται από το πράγμα. Ο Κύριος λοιπόν είναι αυτός που πρέπει να μπορεί να απολαύσει το πράγμα χωρίς να απορροφάται από αυτό. Αυτή είναι η δική του θέση. Συνεπώς, θα διατάζει τον δούλο, διότι αυτός έχει επιλέξει την πλευρά της υλικής ζωής, της απορρόφησης από την υλική ζωή, προς όφελος του Κυρίου. Θα του ζητήσει λοιπόν να παράγει τα πράγματα που αυτός θέλει, χωρίς ο ίδιος να βυθίζεται στο βάλτο της ζωής, αν μπορεί να το θέσει κανείς έτσι. Το καθήκον της ενασχόλησης με τον βάλτο της ζωής επιστρέφεται στο δούλο, ώστε αυτός να παρέχει στον Κύριο τα πράγματα που αυτός χρειάζεται. Με την έννοια αυτή, ο Κύριος είναι άμεση απόλαυση, ενώ ο δούλος δεν μπορεί να απολαύσει το πράγμα, διότι αυτό προορίζεται για τον Κύριο. Ο δούλος πρέπει να εργάζεται και να διαμορφώνει το πράγμα για την απόλαυση του Κυρίου. Ενώ στην πάλη για αναγνώριση πήρε το μέρος της ζωής, ο δούλος είναι λοιπόν αυτός που παραδόξως βρίσκει τον εαυτό του στη θέση της αδυναμίας να ικανοποιήσει τις άμεσες ζωτικές του ανάγκες, και έτσι εξαναγκάζεται να αναβάλλει την απόλαυσή του, εφόσον εργάζεται για τον Κύριο.

Έχουμε εδώ ένα εντελώς εξαιρετικό σχήμα, στο βαθμό που το σχήμα αυτό εκκινεί μια αντιστροφή. Αναγκασμένος να αναβάλει την άμεση ικανοποίησή του, να εργάζεται, να διαμορφώνει και να καλλιεργεί το πράγμα ανεξάρτητα από τις δικές του επιθυμίες, για την επιθυμία του άλλου, ο δούλος στο τέλος γίνεται ο επινοητής του πολιτισμού, διότι είναι ο επινοητής μιας επιθυμίας που απορρέει από τη διαμόρφωση του πράγματος, τη διακόσμηση του πράγματος, την αισθητική του πράγματος. Εδώ πρέπει να ενθυμηθούμε τη γλώσσα του Φρόιντ, που βρίσκεται τόσο κοντά σε όλα αυτά, και να πούμε ότι ο δούλος είναι ο άνθρωπος της μετουσίωσης, ο άνθρωπος της κατεσταλμένης απόλαυσης, για χάρη της εργασίας πάνω στο πράγμα. Συνεπώς, είναι αυτός που δημιουργεί τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Βλέπουμε εδώ, όπως θα μας πει και ο Χέγκελ, μια πλήρη αντιστροφή. Ο Κύριος, ο οποίος είχε δώσει κατάφαση στην αυτοσυνείδηση σε βάρος της ζωής έχει καταστεί αυτός που ικανοποιείται με την άμεση απόλαυση, ενώ ο δούλος αναγκάζεται να αναβάλλει την ικανοποίηση της άμεσης επιθυμίας του για χάρη του πολιτισμού, της επινόησης περισσότερων και περισσότερο όμορφων, θαυμαστών και δημιουργικών αντικειμένων. Είναι λοιπόν ο δούλος που γίνεται ο δημιουργός ενός μετουσιωμένου πολιτισμού, ενώ ο Κύριος τελικά παραμένει κάποιος που απολαμβάνει χωρίς καμία δημιουργικότητα.

Στο δεύτερο λοιπόν τμήμα έχουμε μια εντυπωσιακή αντιστροφή που στο τέλος διασαφηνίζει ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία των δούλων και όχι των Κυρίων, οι οποίοι δεν εκπροσωπούν τίποτε άλλο από την ιστορία της διαδοχικής απόλαυσης, ποτέ την ιστορία του δημιουργικού και παραγωγικού πολιτισμού. Αυτή η διαλεκτική αντιστροφή μας επιτρέπει να καταλάβουμε με ποια έννοια κάποια βάθη στον Χέγκελ έχουν παίξει το ρόλο πυξίδας προσανατολισμού για το Μαρξισμό: στην καρδιά της Ιστορίας, η βασική δημιουργικότητα είναι στο πλευρό των καταπιεσμένων και όχι σ’ αυτό των καταπιεστών. Ο Χέγκελ προσπαθεί να παρουσίασει μια ρητή ανάλυση αυτού του γεγονότος σε ένα απόσπασμα που παραθέτω πριν το σχολιάσω:

Όπως όμως η Κυριότητα έδειξε ότι η βασική της φύση είναι το αντίστροφο από αυτό που επιζητά να είναι, έτσι και η δουλικότητα, στην εκπλήρωσή της, θα μετατραπεί στο αντίθετο από αυτό που είναι άμεσα· ως συνείδηση που εξαναγκάζεται να επιστρέψει στον εαυτό της, θα αποσυρθεί στον εαυτό της και θα μετασχηματιστεί σε πραγματικά ανεξάρτητη συνείδηση.

Ας συνοψίσουμε. Αντιμέτωπος με τον κίνδυνο του θανάτου, ο Κύριος αποκηρύττει την αμεσότητα της ζωής, μόνο και μόνο για να καταλήξει τελικά στην αμεσότητα της απόλαυσης που συνδέεται με ένα πράγμα, του οποίου ο πραγματικός Κύριος είναι ο δούλος. Με την έννοια αυτή, ο Κύριος γίνεται δούλος του δούλου. Απ’ τη δική του πλευρά, ο δούλος έχει αντίθετα αποδεχτεί, εξαιτίας του φόβου του θανάτου, την πρωταρχικότητα της άμεσης επιβίωσης. Αλλά, αναγκασμένος να εργαστεί και να αποδεχτεί τη διαμεσολάβηση της εργασίας, δημιούργησε τον πολιτισμό, κι έτσι έγινε μελλοντικός Κύριος του Κυρίου. Εξαιτίας της αδυναμίας του να ζήσει παρά μόνο στο παρόν, ο Κύριος έγινε δούλος του δούλου· με τη σειρά του, ο δούλος, που αφοσιώνεται στο μέλλον, γίνεται ο Κύριος του Κυρίου.

Τώρα, μπορούμε να αντλήσουμε κάποια αποσαφήνιση από όλα αυτά σχετικά με την ιστορική δουλεία; Σε ένα βαθμό, ναι. Από την οπτική της τελικής θέσης, η πιο σημαντική ιστορική εργασία έχει τη μορφή της παραγωγής, της δημιουργίας εκ μέρους αυτών που βρίσκονται σε υπόδουλη κατάσταση και όχι εκ μέρους αυτών που βρίσκονται στη θέση του Κυρίου. Ωστόσο θεωρώ ότι παραμένουν τρεις αντιρρήσεις. Κι αυτό συμβαίνει μάλιστα ξέχωρα από την πιο τυπική και πιο αδιαπραγμάτευτη αντίρρηση ότι η γερμανική λέξη “Knecht”—που στα γαλλικά μεταφράζεται ως σκλάβος/δούλος—στα γερμανικά σημαίνει “υπηρέτης” ή “παγαπόντης”, και ότι έχει κανείς έτσι να κάνει με μια πιο οικουμενικού χαρακτήρα διαλεκτική από αυτή την οποία αφορά το ανθρωπολογικό φαινόμενο της δουλείας.

Η πρώτη αντίρρηση: Η ασυμμετρία παραμένει ανεξήγητη, δεν εξάγεται λογικά και κατά συνέπεια, το ιστορικό φαινόμενο της δουλείας δεν συλλαμβάνεται, ακριβώς επειδή προϋποθέτει μια ενδεχομενική ασυμμετρία, την ασυμμετρία ανάμεσα σε ανθρώπινες ομάδες που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα τεχνικής, επιστημονικής και στρατιωτικής ανάπτυξης, και η οποία γίνεται αντικειμενική, ιστορική ασυμμετρία. Η υλική δυνατότητα να οργανώσει κανείς κάτι τόσο τεράστιο και τρομακτικό όπως το δουλεμπόριο σε όλο τον Ατλαντικό δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς να αναφερθούν τα υλικά μέσα και η βούληση για κυριαρχία τα οποία διέθετε το ένα στρατόπεδο, αυτό των ισχυρών ιμπεριαλιστών. Υπάρχει μια ανωτερότητα που κατακτιέται και η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί ως συνέπεια της καθαρής συνάντησης: κατά τη στιγμή αυτής της συνάντησης έχει ήδη συγκροτηθεί μια μείζων ασυμμετρία. Αυτό είναι ένα σημείο που ο Χέγκελ δεν συνυπολογίζει στη διαλεκτική συγκρότηση Κυρίου και δούλου, απλώς και μόνο επειδή ο ίδιος παραμένει αφοσιωμένος στο δικό του πρόγραμμα, που είναι η εξαγωγή της διαλεκτικής από τη συνάντηση.

Από εδώ ξεκινά μια δεύτερη αντίρρηση. Μπορεί να πει κανείς ότι η πραγματική, η ιστορική δουλεία μπορεί μάλλον να περιγραφεί ως ένα σημείο αδιεξόδου στην εγελιανή διαλεκτική. Ενός αδιεξόδου το οποίο μπορούμε πολύ ξεκάθαρα να εντοπίσουμε στη δεύτερη στιγμή: το πράγμα διαμεσολαβεί τη σχέση ανάμεσα στην απόλαυση και την εργασία. Η αρχή εδώ είναι πολύ απλή: μέσω της εργασίας του, ο δούλος προσφέρει στον Κύριο ό,τι αποκτά η απόλαυσή του. Όμως η ιστορική δουλεία δεν περιορίζεται σε αυτή τη διαμεσολαβητική θέση του δούλου ανάμεσα στο πράγμα και τον Κύριο. Ο ιστορικός δούλος είναι εν μέρει η απόπειρα να ταυτιστεί ο δούλος με το πράγμα. Ο πραγματικός δούλος δεν είναι απλά αυτός που μπορεί να εργαστεί πάνω στο πράγμα ώστε να το προσφέρει στον Κύριο. Πραγμοποιείται ο ίδιος· αντιμετωπίζεται, πουλιέται και αγοράζεται σαν πράγμα. Ακόμα κι αν γνωρίζει κάποιος πολύ καλά ότι παραμένει πάντοτε μια ζώνη του αδύνατου σε αυτή την ακραία στάση, είναι ωστόσο αλήθεια ότι με την αυστηρή έννοια, η δουλεία είναι διαφορετικό πράγμα από τη δουλικότητα που περιγράφει ο Χέγκελ. Από αυτή την οπτική μπορούμε να πούμε πως η πραγματική δουλεία είναι η στιγμή όπου η δεύτερη στιγμή της εγελιανής διαλεκτικής βρίσκεται σε ένα είδος αδιεξόδου, καθώς έχει παραλύσει εξαιτίας του γεγονότος ότι σε αυτή τη μορφή δουλείας δεν αναγνωρίζουμε πραγματικά τη διάκριση ανάμεσα στο πράγμα και την εργασία. Βεβαίως, αυτό που αναμένει κάποιος από το δούλο είναι εργασία, αλλά αυτή η εργασία μοιάζει να αναδύεται από το πράγμα, αφού ο ίδιος ο δούλος είναι πράγμα. Κι έτσι, το τρίπτυχο απόλαυση, πράγμα και εργασία, το οποίο βεβαίως και υπάρχει στο πραγματικό—αφού για παράδειγμα ο δούλος παράγει τη ζάχαρη για τις αγορές των Κυρίων του—αυτή λοιπόν η διαλεκτική δεν είναι η υποκειμενική διαλεκτική της πραγματικής δουλείας. Στην πραγματική δουλεία, ο δούλος καταβαραθρώνεται στο πράγμα το οποίο χειρίζεται, είναι ένα πράγμα ανάμεσα σε πράγματα. Θα πρέπει λοιπόν να αναγνωρίσουμε ότι σε αυτό ακριβώς σημείο, η ιστορική δουλεία δεν είναι κάτι που εισέρχεται στο εγελιανό σχήμα.

Τέλος, η τρίτη αντίρρηση: στο εγελιανό πλαίσιο, καθίσταται αδύνατο να αποκτήσουμε πρόσβαση στην πραγματική πολιτική υποκειμενικότητα του δούλου σε συνάρτηση με τη δουλεία. Εννοώ ότι ταυτόχρονα με τις προσπάθειες χειραφέτησης που εμπερικλείονται στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν επίσης οι εξεγέρσεις κάτω απ’ την ηγεσία του Σπάρτακου στη ρωμαϊκή αυττοκρατορία ή της εξέγερσης των δούλων της Αϊτής υπό την ηγεσία του Τουσαίν Λ’Ουβερτούρ. Αυτές οι εξεγέρσεις δεν εισέρχονται στο σχήμα διότι στον Χέγκελ, ο δούλος περιορίζεται στο επίπεδο της πολιτισμικής παραγωγής του πράγματος, κι έτσι τίποτε δεν του επιτρέπει να μπορεί να επινοήσει μια ιδιαίτερη πολιτική υποκειμενικότητα. Απουσιάζει η μορφή της πολιτικής εξέγερσης με καταγωγή τη δουλεία, κι όχι απλά λόγω περιφρόνησης ή άγνοιας, αλλά εξαιτίας της ίδιας της δομής της εγελιανής συλλογιστικής ανάπτυξης.

Σε ό,τι με αφορά θεωρώ—και εδώ ολοκληρώνω—πως η αναφορά του διαλεκτικού αναπτύγματος του Χέγκελ είναι στον κόσμο της αριστοκρατίας. Ο κόσμος της απόλαυσης του Κυρίου παραμένει ο κόσμος του αριστοκράτη και ο κόσμος του δούλου, των κατώτερων τάξεων, περιλαμβάνει τελικά την αστική τάξη. Οι κατώτερες τάξεις περιλαμβάνουν ακόμα το κοινωνικό στρώμα των διανοουμένων, δηλαδή το στρώμα που έχει θεμελιακό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτισμού—οπωσδήποτε στην κατάσταση δουλικότητας ως προς την μοναρχική αριστοκρατία, στην κατάσταση υποτέλειας και δουλοπρέπειας—αλλά αυτό το στρώμα είναι σε τελική ανάλυση ο πραγματικός μηχανισμός της Ιστορίας. Υπερβάλλοντας κάπως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο δούλος είναι ο ίδιος ο Χέγκελ, αν τον εννοήσουμε στην τελική ανάλυση σαν έναν μικροκαθηγητή, ασήμαντο σε σχέση με το πολιτικο-μοναρχικό καθεστώς της Πρωσσίας της εποχής του. Ο Χέγκελ αποδίδει στον εαυτό του ή προσφέρει στον εαυτό του, στην καρδιά της συνείδησης της σχετικής δουλικότητας του μικρο-δημόσιου υπάλληλου στα τέλη του 18ου αιώνα, το πραγματικό ιστορικό μεγαλείο. Μπορούμε να το ανακατασκευάσουμε κάπως έτσι: “Ωραία όλα αυτά, αλλά εμένα, τον Χέγκελ, θα θυμάστε· θα υπάρχω για πάντα, ενώ κανείς δε θα θυμάται τον Κόμη τάδε, ο οποίος ασφαλώς και απόλαυσε τη ζωή του περισσότερο από μένα, αλλά ο οποίος, από τη σκοπιά της οικουμενικής ιστορίας, δεν είναι τίποτα.” Για μένα, ο Χέγκελ βρίσκεται πολύ κοντύτερα σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο από ό,τι στους ζαχαροπαραγωγούς της Καραϊβικής.

Θα έλεγα λοιπόν ότι η διαλεκτική Κυρίου και δούλου στο Χέγκελ αποτελεί μιαν ενδιαφέρουσα, παθιασμένη μορφή, ακόμα κι απ’ την οπτική της θεωρίας του άλλου και της εισαγωγής της στη φιλοσοφία. Είναι ενδιαφέρουσα στο βαθμό που φέρνει μαζί της τη θεωρία της απόλαυσης και της εργασίας, καθώς επίσης και τη λειτουργία της μετουσίωσης και της κατεσταλμένης επιθυμίας στο ζήτημα αυτό. Είναι επίσης ενδιαφέρουσα απ’ τη σκοπιά του τρόπου με τον οποίο καταφέρνουν να αυτο-αναπαρασταθούν οι υποτελείς τάξεις κατά την περίοδο του τέλους του Αριστοκρατισμού, στο πέρασμα από το 18ο στον 19ο αιώνα. Αλλά είναι βέβαιο πως δεν αγγίζει το πραγματικό της δουλείας. Για να γίνει τούτο, θα χρειαζόταν αναμφίβολα ένα διαφορετικό σημείο εισόδου, διότι, και πάλι, η θεωρία αυτή προϋποθέτει την οιονεί γεγονική δεδομενικότητα μιας πρώτης ασυμμετρίας, ενός παράγοντα που ο Χέγκελ δεν ενσωματώνει στο ανάπτυγμά του γιατί το ανάπτυγμά του πρέπει να υπακούσει στους νόμους της διαλεκτικής γέννεσης. Συνεπώς, κι αυτές είναι οι τελευταίες μου κουβέντες, θα έλεγα πως η διαλεκτική Κυρίου και δούλου—την οποία ελπίζω κάπως να διαλεύκανα—είναι μια θεσπέσια φιλοσοφική προεικόνιση, της οποίας όμως η σχέση με την πραγματική Ιστορία παραμένει έμμεση και μεταφορική.

Alain Badiou: Κύριος και δούλος στον Χέγκελ – Πρώτο Μέρος

By stasis1

Alain Badiou

Κύριος και δούλος στον Χέγκελ

Crisis and Critique 41 (2017)

Σπάνια είναι τα σημαντικά κείμενα που αφορούν τη δουλεία. Αυτό συμβαίνει επειδή εξ αρχής τα πάντα είναι τρόπον τινά διαιρεμένα. Δε βρίσκουμε απλές, ρωμαλέες, αποφασιστικές, κρίσεις, πράγμα αναμενόμενο. Αν επιστρέψουμε στις ελληνικές πηγές του ζητήματος, βρίσκουμε σπουδαίες κοινωνίες σύγχρονες της δουλείας, ακόμα και υπεύθυνες για την ανάπτυξή της, κι εδώ μπορούμε να κάνουμε δυο βασικές παρατηρήσεις. Ας αρχίσουμε με τον Αριστοτέλη, που τελικά νομιμοποιεί τη δουλεία. Ο Αριστοτέλης ορίζει τον δούλο ως “έμβιο εργαλείο”: ο δούλος είναι ύλη της οποίας η μορφή είναι μονάχα ο Κύριος· υπάρχει μόνο δυνητικά, καθώς η δράση του έγκειται στον Κύριο. Έτσι αναδύεται η θέση σύμφωνα με την οποία ο δούλος είναι μονάχα εικονικά και όχι πραγματικά, αληθινά ανθρώπινος. Αυτή η ιδέα θα αποκτήσει μια μακρά ιστορία με διαφορετικές μορφές. Η περίπτωση του Πλάτωνα είναι πιο σύνθετη, διότι ο Πλάτωνας ορίζει την ανθρωπότητα στη βάση της σκέψης και με κάποιο τρόπο αποδίδει την ανθρώπινη φύση στο δούλο, καθώς δείχνει στην γνωστή σκηνή του Μένονα ότι ο δούλος μπορεί να ξεκινήσει να κατανοεί ένα σύνθετο μαθηματικό πρόβλημα και ότι κατά συνέπεια, η σκέψη του, όπως και αυτή του μεγάλου φιλοσόφου, έγκειται στην ανάμνηση των Ιδεών. Σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη, ο Πλάτωνας αναγνωρίζει την πλήρως ανθρώπινη φύση του δούλου. Όπως όμως και ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας δεν αμφισβητεί ποτέ τη δουλεία ως κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Στο σύγχρονο κόσμο, είναι βέβαιο ότι το πιο διάσημο κείμενο στο οποίο εμφανίζεται η λέξη “δούλος” βρίσκεται στο έργο του Χέγκελ, και συγκεκρμένα στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, βιβλίο για το οποίο θα σας θυμήσω ότι είχε τεράστια σημασία για ολόκληρη τη γαλλική φιλοσοφία, κυρίως ανάμεσα στο 1930 και το 1970. Μπορεί λοιπόν κάποιος να πει ότι έχουμε εδώ, στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, ένα θεμελιώδες κείμενο για την αντικειμενική και υποκειμενική μορφή του δούλου.

Το τμήμα για τη δουλεία βρίσκεται σ’ ένα στρατηγικό σημείο του βιβλίου του Χέγκελ. Το πρώτο μισό του βιβλίου αφορά ένα είδος ιστορίας της συνείδησης, την οποία ο Χέγκελ ερμηνεύει, περνώντας μέσα από τις συγκροτητικές μορφές αυτής της ιστορίας, και η οποία οργανώνεται στο βιβλίο γύρω από τρία στάδια: πρώτα της συνείδησης, μετά της αυτοσυνείδησης και τέλος του Λόγου. Γινόμαστε μάρτυρες της ανόδου από την ζωώδη κατάσταση, δηλαδή από την αδιαμεσολάβητη ύπαρξη, την ύπαρξη στο επίπεδο των αναγκών, την οποία ο Χέγκελ αποκαλεί κόσμο της αισθητηριακής βεβαιότητας, στις κορυφές του Λόγου, δηλαδή, στην πράξη, στην ηθική συνείδηση, τη συνείδηση του νόμου.

Στην αρχή, ο Χέγκελ μας λέει ότι η “συνείδηση είναι το ‘Εγώ’”, τίποτε παραπάνω, ένα καθαρό “Αυτό.” Ξεκινούμε λοιπόν από ένα απολύτως στοιχειώδες δεδομένο. Ένα “Εγώ” που επίσης γνωρίζει ένα “Αυτό.” Ένα “Εγώ” που “Αυτό” το γνωρίζει αδιαμεσολάβητα, μέσα από τα αισθητήριά του όργανα ως αδιαφοροποίητο πράγμα εντός του κόσμου. Κι έπειτα, ξεκινώντας από αυτή την απόλυτα θεμελιώδη σχέση, ο Χέγκελ οικοδομεί μια γενική εικόνα όλου του πολιτισμού. Και στο τέλος, μετά από τετρακόσιες σελίδες τεράστιας δυσκολίας, βρίσκουμε αυτού του είδους την τυπική πρόταση: “H ηθική ουσία έχει αναπτυχθεί … σε πραγματική αυτοσυνείδηση.”

Μια έξοχη πορεία, που ξεκινά από την ταπεινή σύνδεση ανάμεσα σε ένα “Εγώ” και ένα “Αυτό“ και καταλήγει στην ηθική ουσία, η οποία εσωτερικεύεται πραγματικά από την αυτοσυνείδηση ως βούληση και ως καθήκον.

Πρόκεται για μια αχανή πορεία, που περιλαμβάνει διάφορα στάδια τα οποία καλούνται παραδοσιακά “συνειδησιακά σχήματα”, στάδια τα οποία ιχνηλατούν αυτή την προοδευτική ανάβαση. Και στη μέση αυτής της αχανούς πορείας, πραγματικά στη μέση της, βρίσκουμε ένα τμήμα δέκα σελίδων με τίτλο “Η κυριαρχία και η δουλεία”. Σε αυτό το τμήμα συναντούμε το σχήμα της σχέσης του “Κυρίου και του δούλου” το οποίο, τρόπον τινά, μετακινεί το σύμπαν της συνείδησης από τη μια περιοχή στην άλλη. Για αυτό και πρόκειται για απόλυτα θεμελιώδες κείμενο.

Γιατί; Επειδή αφορά την εμφάνιση της μορφής του Άλλου. Αυτή είναι η στιγμή στην οποία η συνείδηση αποσπάται από την καθαρή σχέση με τον εαυτό της, με την μοναξιά και τον σολιψισμό της, και συνειδητοποιεί ότι εν μέρει κυριαρχείται από την ύπαρξη άλλων συνειδήσεων.

Το σημείο αυτό φαίνεται πολύ τετριμμένο αλλά δεν είναι. Μπορεί κανείς να πει ότι χρωστάμε στον Χέγκελ την ρητή εισαγωγή του Άλλου στο οικοδόμημα της υποκειμενικότητας. Η συνείδηση δεν αναγάγεται στο Cogito του Descartes, δεν είναι ταυτόσημη με την αυτο-συνείδηση. Θα πρέπει να διασχίσει την αναγνώριση του άλλου, και στα πλαίσια αυτής της αναγνώρισης συναντά κανείς τη μορφή της κυριαρχίας και της δουλείας.

Έχει ένα ενδιαφέρον να εντοπίσουμε ακριβώς το σημείο όπου αναδύονται οι μορφές του Κυρίου και του δούλου. Το τμήμα το οποίο αφορά την εμφάνιση του ΄Αλλου περιλαμβάνει τρεις κινήσεις, των οποίων οι τίτλοι είναι: “Η αναδιπλούμενη αυτοσυνείδηση”, “Η πάλη της αντίπαλης αυτοσυνείδησης” και “Κύριος και δούλος”—η τρίτη στιγμή.

Το κείμενο του Χέγκελ είναι ιδιαίτερα δυσνόητο και ακόμα πιο δύσκολο είναι να εξηγηθεί· όμως η κύρια δυσκολία είναι ότι δεν πείθομαι ότι αφορά πραγματικά τη δουλεία, παρά τους τίτλους και τους υπότιτλους του Χέγκελ.

Ας ξεκινήσουμε με κάτι πολύ απλό: ας σκεφτούμε τι είναι το άτομο. Μπορούμε να το αναλογιστούμε πολύ απλά με τρεις τρόπους. Πρώτον, ως ένα απλό αντικείμενο στον κόσμο, ένα πράγμα εντός του κόσμου το οποίο πρέπει να αναλυθεί πλήρως, όπως οτιδήποτε άλλο. Είναι ένα σώμα, ένα σύστημα οργάνων, ένας κυτταρικός ιστός, τέλος, ένα σύστημα ατόμων, και απώτατα, μια χαοτική κίνηση δισεκατομμυρίων σωματιδίων. Αυτό είναι που ονομάζει ο Χέγκελ το καθεαυτό. Δεύτερο, μπορεί κανείς να δει το άτομο ως κάτι που γνωρίζει τον εαυτό του και όχι μόνο κάτι που γνωρίζεται, ως κάτι που έχει την ανακλαστική δυνατότητα να γνωρίζει τον εαυτό του και να είναι κατά συνέπεια αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει “αυτοσυνείδηση.” Το άτομο υπάρχει καθεαυτό αλλά επίσης για τον εαυτό του, δηλαδή με μια καθοριστική σχέση με τον εαυτό του. Και κατόπιν, τρίτο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτό το άτομο υπάρχει ως άτομο που μπορεί να αναγνωριστεί ως τέτοιο από έναν άλλο, και συγκεκριμένα από ένα άλλο άτομο. Αυτή είναι η μορφή του Άλλου, που ο Σαρτρ τη λέει το για τον άλλο. Σε ένα στοιχειώδες περιγραφικό επίπεδο βρίσκουμε πολύ όμορφα το εγελιανό τρίπτυχο καθεαυτόν, για τον εαυτό του, για τον άλλο. Αυτό μας δίνει το κλειδί για την διαλεκτική ανάπτυξη στον Χέγκελ.

Ξεκινώντας από δω, η πρώτη πρόταση του τμήματος για το οποίο μιλάμε διασαφηνίζει μια διάσημη πρόταση στην οποία ακούμε, αν μπορώ να το πω έτσι, τον εγελιανό θόρυβο, την αντήχηση των εννοιών: “Η αυτοσυνείδηση υπάρχει καθεαυτή και για τον εαυτό της όταν, και εξαιτίας του γεγονότος ότι, υπάρχει για έναν άλλο.” Τούτη η πρόταση σημαίνει ότι η συνείδηση κρέμεται, στην ίδια της την ύπαρξη, από την αναγνώριση απ’τον άλλο.

Είναι μια πολύ δυνατή θέση. Δεν υπάρχει ένα άτομο και μετά ένα άλλο άτομο. Μάλλον, υπάρχει ένα άτομο το οποίο στην ίδια του την ατομικότητα, ενσωματώνει την κρίση του άλλου. Έτσι, όλο το πρόβλημα είναι πως η συνείδηση ως αυτοσυνείδηση υπάρχει μονάχα στο βαθμό που αναγνωρίζεται ως τέτοια από μια άλλη αυτοσυνείδηση. Η αναγνώριση αυτή είναι απόλυτη ανάγκη να συγκροτηθεί σε ένα κόσμο που είναι τόσο ατομικά δικός της όσο και συλλογικός και πολιτισμικός. Η αυτοσυνείδηση είναι τέτοια μόνο στο βαθμό που αναγνωρίζεται. Πρόκειται για μια ιδέα που είναι τόσο θεμελιακή όσο είναι επίσης καινοτόμος και βαθυστόχαστη: δεν υφίσταται αυτό που τώρα υπάρχει και κατόπιν ο άλλος· όχι, ο άλλος παρίσταται στην ίδια τη συγκρότηση της αυτοσυνείδησης.

Μπορούμε έτσι να προεικονίσουμε το πρόβλημα Κυρίου και δούλου ξεκινώντας από το γεγονός ότι υπάρχουν τρεις όροι: μια αυτοσυνείδηση, μια άλλη αυτοσυνείδηση η οποία αναγνωρίζει την πρώτη, και ανάμεσα στις δύο κάτι που δεν είναι συνείδηση, κάτι που απλά είναι: το πράγμα καθεαυτόν. Ανάμεσα στον Κύριο και στο δούλο θα υπάρχει πάντα αυτός ο τρίτος όρος, το πράγμα. Και αυτό το οποίο θα προσπαθήσει να εξαγάγει ως συμπέρασμα ο Χέγκελ είναι ότι ο Κύριος και ο δούλος διαφέρουν σε σχέση με το πράγμα. Γιατί; Επειδή ο Κύριος θέλει να απολαύσει το πράγμα ενώ ο δούλος πρέπει να εργαστεί πάνω στο πράγμα ώστε να το απολαύσει ο Κύριος. Αυτή η θεμελιακή ασυμμετρία, η οποία είναι συγκροτητική της σχέσης, αναδεικνύει λοιπόν ότι ο Κύριος ρέπει στην πλευρά της απόλαυσης ενώ ο δούλος στην πλευρά της εργασίας. Ωστόσο, τόσο η απόλαυση όσο και η εργασία προϋποθέτουν το πράγμα ανάμεσά τους, αυτό στο οποίο εργάζεται ο δούλος για να το απολαύσει ο Κύριος.

Αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει ο Χέγκελ, το πιο θεμελιακό του εγχείρημα, είναι να φτάσει με μέσα φιλοσοφικά και εννοιακά από την απλή ύπαρξη του άλλου—από το γεγονός ότι κάθε αυτοσυνείδηση αποδεικνύει ότι υπάρχει μια άλλη συνείδηση και τελικά και μια άλλη αυτοσυνείδηση—σε μια διαλεκτική, τη διαλεκτική της απόλαυσης και της εργασίας. Το στοίχημα του Χέγκελ είναι ότι εκκινώντας από αυτή τη βασική συνάντηση—μια αυτοσυνείδηση και μια άλλη αυτοσυνείδηση—μπορεί κάποιος να επιτύχει τη λογική εξαγωγή του πολιτισμού ως της συγκολλητικής ουσίας της συλλογικότητας.

Ας προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε με τον Χέγκελ. Το απλό συμβεβηκώς της άλλης αυτοσυνείδησης παρουσιάζεται στην αρχή ως κάτι που επισυμβαίνει από έξω: Είμαι μια αυτοσυνείδηση και βλέπω μια άλλη αυτοσυνείδηση — βρίσκεται έξω από μένα. Με αυτή την έννοια, είναι ένας άλλος με την απόλυτη σημασία, διότι βρίσκεται εκτός μου. Το παράδοξο είναι ότι την ίδια τη στιγμή που βλέπω ότι είναι απόλυτα άλλος από μένα, βλέπω και ότι είναι εντελώς ίδιος με μένα, αφού είναι και αυτός αυτοσυνείδηση.

Έχουμε εδώ μια εξαιρετικά σφιχτοδεμένη διαλεκτική του άλλου και του ίδιου, η οποία οργανώνει και την όλη διαδικασία. Εφόσον ο άλλος είναι επίσης αυτοσυνείδηση είναι με μια ορισμένη έννοια ίδιος με μένα. Επιπρόσθετα, αυτή η σχέση είναι σχέση καθαρής αμοιβαιότητας. Στην πραγματικότητα, έχουμε μια δομή που κάνει κάθε συνείδηση να αποκτήσει συνείδηση του γεγονότος ότι ο άλλος είναι επίσης συνείδηση, μια συνείδηση που συνειδητοποιεί ότι ο άλλος είναι συνείδηση. Όλα αυτά δημουργούν ένα είδος εντελώς πρωταρχικής αμοιβαιότητας η οποία είναι η καθαρή συνάντηση δύο αυτοσυνειδήσεων τέτοιων ώστε να συναντώνται άμεσα η μία με την άλλη.

Ας το θέσουμε με μια πιο ανθρωπολογική γλώσσα: Συναντάς κάποιον και πριν να ξέρεις οτιδήποτε για αυτόν, ξέρεις ήδη ένα πράγμα· ότι όπως κι εσύ, ανήκει στο ανθρώπινο γένος. Έτσι, είναι ένας άλλος, ένας άλλος άνθρωπος, αλλά την ίδια στιγμή είναι απλά άνθρωπος. Και η σχέση με τον άλλο εκπροσωπεί μια παράδοξη σύνθεση ανάμεσα στην απόλυτη διαφορά και την απόλυτη ταυτότητα.

Εδώ περιέργως βρίσκεται το σημείο το οποίο μας φέρνει στην ιστορική και ανθρωπολογική εξέταση της δουλείας. Στην πραγματικότητα, το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή συμμετρία: σ’ αυτή την ανάλυση, οι δυο όροι είναι αδύνατο να διαχωριστούν· κάθε όρος αναφέρεται στην αυτοσυνείδηση ως συνάντηση με μια άλλη αυτοσυνείδηση, ως άλλη και ίδια. Αυτό ο Χέγκελ το ονομάζει αναδιπλούμενη αυτοσυνείδηση. Βρισκόμαστε λοιπόν εντός της λογικής του διπλού, μια λογική που είχε πολλές συνέπειες, και συγκεκριμένα αισθητικές (τη χρήση του δίδυμου, τη συναρπαστική θεματική της διαδικασίας διαίρεσης, του alter ego). Όμως το alter ego είναι μια συμμετρική ταυτότητα. Αν μείνω με το alter ego, δεν παράγεται τίποτε· πρόκειται για μια κλειστή και στατική δομή, εφόσον έχουμε μια πρωτόγονη αμοιβαιότητα όπου όλοι αναγνωρίζουν τον άλλο και αναγνωρίζονται από τον άλλο. Βρισκόμαστε προφανώς σε αδιέξοδο στη διαλεκτική διαδικασία, η οποία μοιάζει να έχει κολλήσει σε αυτή την πρωτόγονη αμοιβαιότητα.

Το όλο ζήτημα είναι ότι όπως ξέρουμε, η ανθρωπότητα μπορεί να συγκροτηθεί πέρα από αυτή την πρωτόγονη αναγνώριση μόνο αν προκύψει ασυμμετρία. Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο, και όπως θα δούμε, ο Χέγκελ δεν το λαμβάνει πλήρως υπόψη. Φυσικά γνωρίζει πολύ καλά ότι αν θέλουμε να περάσουμε πέρα από τα κατοπτρικά εφέ της αμοιβαιότητας και της στασιμότητας που αυτή προκαλεί θα πρέπει να εισάγουμε την ασυμμετρία. Ο ίδιος λέει ότι η διαδικασία “στην αρχή…θα αναδείξει την πλευρά της ανισότητας των δύο [αυτοσυνειδήσεων] ή τη διαίρεση…”. Τη στιγμή που έχουμε την απόλυτη συμμετρία, η διαδικασία πρέπει να μας παρουσιάσει την ανισότητα των δύο συνειδήσεων, η οποία κατόπιν θα μας φέρει τη ρήξη αυτή. Αλλά από πού έρχεται αυτή η ρήξη, αυτή η ασυμμετρία; Στο σημείο που βρισκόμαστε, ο άλλος είναι την ίδια στιγμή ο ίδιος.

Νομίζω πως ο Χέγκελ παράγει αυτό που θα ονόμαζα εκ-βιασμό: περιγράφει την ασυμμετρία αλλά δεν έχει τα μέσα να τη νομιμοποιήσει. Προϋποθέτει και αποφασίζει ότι υπάρχει ασυμμετρία· μας λέει σε τι συνίσταται, αλλά δεν μπορεί να την εξάγει λογικά, να την οικοδομήσει από αυτό που βρίσκεται πριν από αυτή.

Αυτός ο εκ-βιασμός, όπως συμβαίνει πάντα με τον Χέγκελ, είναι πραγματικά έξοχος και πρέπει να καταλάβουμε τη φύση του καλά. Αυτό το οποίο μας λέει ο Χέγκελ είναι ότι όλοι θα εμπλακούν με τον άλλο, που είναι επίσης ο ίδιος, σε μια πάλη στην οποία το διακύβευμα είναι ο καθένας να αναγνωριστεί από τον άλλο χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει τον άλλο. “Εγώ” θα εμπλέξω τον άλλο σε μια πάλη, σε μια ζωή και σε μια σύγκρουση μέχρι θανάτου τέτοια ώστε ο άλλος να εξαναγκαστεί να αναγνωρίσει την ανθρώπινή μου υπόσταση με τη μορφή μιας ταυτότητας που δεν είναι απλά διαφορετική από τη δική του αλλά και ανώτερη από τη δική του. Με άλλα λόγια, ο άλλος θα αναγκαστεί να με αναγνωρίσει ως περισσότερο άλλο από ό,τι είναι ο ίδιος· να με αναγνωρίσει ως ένα άλλο που η φύση του είναι άλλη από αυτήν της αρχικά δοσμένης συμμετρικής ετερότητας.

Όμως δε βλέπουμε πώς αυτό το αποτέλεσμα εξάγεται από την ίδια τη διαδικασία. Η πάλη για αναγνώριση εισάγει από την αρχή μια ασυμμετρία στη σχέση ανάμεσα στο άλλο και το ίδιο. Στην πραγματικότητα, η πάλη ξεδιπλώνεται έτσι ώστε ο άλλος να αναγνωρίσει ότι δεν είναι πραγματικά ίδιος με εμένα, δηλαδή ότι είμαι ανώτερός του. Βλέπουμε εδώ απ’ τη μια πλευρά πώς προσανατολιζόμαστε προς τη δουλεία, και απ’ την άλλη, ότι έχουμε να κάνουμε με μια αρχή ρήξης η οποία δεν αντλεί κατά πάσα πιθανότητα τη νομιμότητά της από τη διαλεκτική που προηγείται αυτής, τη διαλεκτική δηλαδή της συμμετρικής συνάντησης δύο αυτοσυνειδήσεων.

Η εισαγωγή της ασυμμετρίας σημαίνει ότι εντός αυτής υπάρχει κάποιος που είναι πιο άνθρωπος από τον άλλο. Δεν υπάρχει εναλλακτική σε αυτό. Και αυτό ακριβώς εκφράζει ο Χέγκελ με μια διαφορετική γλώσσα. Έχουμε εδώ την απαραίτητη αφηρημένη γέννεση του ρατσισμού με την πιο γενική του σημασία, ενός ρατσισμού του οποίου η θέση είναι ότι υπάρχουν άτομα τα οποία φυσικά είναι ανθρώπινα, αλλά σε λιγότερο βαθμό από ό,τι άλλα. Οι όροι Κύριος και δούλος προέρχονται από αυτή την προ-υπόθεση της κατωτερότητας.

Πώς εξελίσσεται η πάλη για αναγνώριση αν αποδεχτεί κάποιος το βίαιο χτύπημα με το οποίο εγκαθιδρύεται; Για να το κατανοήσουμε αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε ότι πίσω από την αυτοσυνείδηση του ατόμου υπάρχει η ζωώδης, οργανική ζωή. Πριν γίνει αυτοσυνείδηση, η συνείδηση πρέπει να υπάρξει, να ζήσει, ως φυσικό σώμα, εντός της αισθαντικής αμεσότητας. Συνεπώς, η ασυμμετρία θα οικοδομηθεί ως εξής: στην πάλη για αναγνώριση, μία από τις αυτοσυνειδήσεις θα αποδεχτεί τον κίνδυνο του θανάτου και η άλλη θα υποχωρήσει μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου. Στην πραγματικότητα, μέσα από την πάλη μέχρι θανάτου για αναγνώριση, η αυτοσυνείδηση αποδέχεται πως ο κίνδυνος του θανάτου θα τοποθετήσει ουσιαστικά την αναγνώριση της αυτοσυνείδησης ως κάτι πάνω από τη ζωώδη και την οργανική ζωή. Θα ανακηρύξει, στο όνομα της καθαρής αναγνώρισης του γεγονότος ότι ως αυτοσυνείδηση είναι ανθρώπινη, ότι είναι έτοιμη να διακινδυνεύσει τη ζωή της, τη ζωώδη ζωή της, αφού αυτό το οποίο υπερασπίζεται είναι η καθαρή αυτοσυνείδηση. Με τη σειρά του, ο άλλος θα υποχωρήσει κατά τη διάρκεια της μάχης μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου κι έτσι δεν θα δώσει κατάφαση στην αυτοσυνείδηση αλλά στη δύναμη της ζωής. Ένας από τους εμπλεκόμενους στη μάχη θα αποδεχτεί ότι με την αυτοσυνείδηση παλεύει κανείς ως το τέλος, αποδεχόμενος να εκθέσει σε κίνδυνο την οργανική του ύπαρξη στην πάλη για αναγνώριση, ενώ ο άλλος θα ενθυμηθεί πως η οργανική ζωή είναι προϋπόθεση της συνείδησης κι έτσι θα την προστατέψει από τον κίνδυνο του θανάτου, ο οποίος ανακύπτει στην πάλη των συνειδήσεων.

Αυτό ο Χέγκελ το θέτει ως εξής: “Ο ένας είναι η ανεξάρτητη συνείδηση της οποίας η ουσιώδης φύση είναι να είναι για τον εαυτό της, ο άλλος η εξαρτημένη συνείδηση της οποίας η ουσιώδης φυση είναι απλώς να ζει ή να είναι για τον άλλο. Ο πρώτος είναι ο Κύριος, ο άλλος ο δούλος.” Μια απ’ τις συνειδήσεις βεβαιώνει πως η συνείδηση είναι τελικά ανεξάρτητη από τη ζωή και πρέπει να αναγνωριστεί ακριβώς σε αυτή της την ανεξαρτησία. Για να αναγνωριστεί πλήρως η ανωτερότητα της συνείδησης απέναντι στη ζωή, η συνείδηση πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο του θανάτου. Και αυτό θα είναι η ανεξαρτησία της αυτοσυνείδησης, η αυτοσυνείδηση ως ουσία. Η άλλη αυτοσυνείδηση θα υποθέσει ότι τελικά το πραγματικό της αυτοσυνείδησης είναι η ίδια η ζωή, εφόσον χωρίς ζωή δεν υπάρχει συνείδηση· κι έτσι θα προστατέψει τη ζωή, αλλά την ίδια στιγμή θα αποδεχτεί την κατωτερότητά της σε σχέση με την αυτοσυνείδηση.

Εδώ θέλω να υπογραμμίσω ένα σημείο το οποίο συχνά λησμονούμε. Πρέπει να καταλάβουμε ότι για τον Χέγκελ υπάρχουν δύο λογικές. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση όπου να μπορούμε να πούμε ότι ο Κύριος έχει δίκαιο και ο δούλος άδικο. Διότι είναι αλήθεια πως η αυτοσυνείδηση είναι ανώτερη σε σχέση με τη ζωή κι εξίσου σωστό ότι η ζωή είναι η προϋπόθεση της αυτοσυνείδησης. Ο Κύριος αναγνωρίζει την αυτοσυνείδηση σε βάρος της ζωής, αποδεχόμενος τον κίνδυνο του θανάτου, αλλά αυτό είναι μια αφαίρεση, διότι αποσπά την αυτοσυνείδηση από την ίδια τη ζωή. Κι ο δούλος εγκαταλείπει την αρχή της αυτοαναγνώρισης στο όνομα της ζωής και υποπίπτει και αυτός σε αφαίρεση, διότι αποκηρύττει την ενική διαδικασία που εκπροσωπεί η αυτοσυνείδηση σε σχέση με την απλή οργανική ζωή.

Όπως βλέπουμε, η γέννεση των κατηγοριών του Κυρίου και του δούλου στον Χέγκελ αποτελεί μια παθιασμένη απόπειρα να εξαχθεί το γεγονός της κυριαρχίας από την απλή συνάντηση με τον άλλο. Για να είμαι ειλικρινής, δεν το βρίσκω πειστικό για τον ακόλουθο λόγο: Από την καθαρή συνάντηση θα πρέπει κάποιος να εξάγει τελικά μια συμμετρική δομή. Η ασυμμετρία θα πρέπει να εισαχθεί εξωγενώς, διότι ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε γιατί υπάρχει κάποιος που υποχωρεί μπροστά στο θάνατο ενώ ο άλλος τον αποδέχεται. Υπάρχει μια σκοτεινή ενδεχομενικότητα. Μπορούμε πολύ εύκολα να φανταστούμε ότι στο όνομα του καθαρού για τον εαυτό του όλοι αποδέχονται τον κίνδυνο του θανάτου με τρόπο γενικό. Ή, αντίστροφα, ότι όλοι τον απορρίπτουν. Η ασυμμετρία είναι απλώς ασυμμετρία ανάμεσα σε δύο δυνατότητες. Αλλά η λογική εξαγωγή του γεγονότος ότι αυτές οι δύο δυνατότητες όντως συνιστούν τη βασική σχέση του πολιτισμού από την αρχή του, τη σχέση Κύριου και δούλου, αυτή στην πραγματικότητα δε θεμελιώνεται.

Για την ιμπεριαλιστική σήψη και παρασιτεία και τη σημασία τους σήμερα

By stasis1

 

Για την ιμπεριαλιστική σήψη και παρασιτεία και τη σημασία τους σήμερα

Συχνές αναφορές γίνονται, στους κόλπους των μαρξιστών-λενινιστών, στην ιδέα ότι ο σημερινός καπιταλισμός, ως μονοπωλιακός καπιταλισμός, “έχει σαπίσει”, “βρίσκεται σε σήψη” και τα παρόμοια. Προσπερνάμε εδώ εντελώς το ερώτημα αν αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αν αφορά με τον ίδιο τρόπο κάθε καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομία (την τεράστια πλειοψηφία, δηλαδή, αν όχι και το σύνολο, σύμφωνα με κάποιους, των οικονομιών του πλανήτη). Είναι ένα ερώτημα που χρήζει αναλυτικότερης επεξεργασίας στο μέλλον. Ό,τι μας απασχολεί εδώ είναι απλώς: τι σημαίνει αυτή η συχνά χρησιμοποιούμενη φράση; Γιατί το τι σημαίνει είτε δεν επεξηγείται σχεδόν ποτέ, είτε επεξηγείται αποπροσανατολιστικά, έτσι ώστε να έχει καταλήξει μια ηθικολογικού χαρακτήρα καταδίκη του σημερινού καπιταλισμού, μάλλον, παρά ένα αναλυτικό και θεωρητικό εργαλείο.

Η παρούσα ανάλυση θα εστιάσει, πρώτον, στις βασικές διαστάσεις που προσδίδει στη σήψη και στην συναρτώμενη έννοια του παρασιτισμού ο Λένιν· δεύτερον, θα επεξηγήσουμε τη σημασία που έχει για την ανάλυσή του το πέρασμα από την έννοια του “γενικού ποσοστού κέρδους” στον Μαρξ στην αντίληψη των μονοπωλιακών υπερκερδών, και άρα και τη σημασία, σε ό,τι αφορά το ζήτημά μας εδώ, του περάσματος από τον φιλελεύθερο στον μονοπωλιακό χαρακτήρα του καπιταλισμού· τρίτον, θα εξετάσουμε απτά παραδείγματα της σήψης και του παρασιτισμού που προσιδιάζουν στον τρόπο ανάπτυξης του μονοπωλιακού κεφαλαίου· τέταρτον, θα αναδείξουμε τις μεθόδους με τις οποίες το μονοπωλιακό κεφάλαιο παράγει παρασιτικό υπερκέρδος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο σε βάρος του ελεύθερου ανταγωνισμού και των οικονομικών νομοτελειών που απορρέουν απ’ αυτόν· και τέλος, θα αναλογιστούμε τη σημασία των ευρημάτων μας για την ανάγνωση του χαρακτήρα της εποχής μας, μιας εποχής που αφενός βρίσκεται εντός του ιμπεριαλιστικού σταδίου, αφετέρου όμως μας εισαγάγει στη διάσταση της “υπερωριμότητας” αυτού του σταδίου και των συνεπειών της.

Ο Β.Ι. Λένιν εισαγάγει την έννοια του “παρασιτισμού και του σαπίσματος του (μονοπωλιακού) καπιταλισμού” στο όγδοο κεφάλαιο του Ιμπεριαλισμού του 1916. Ευθύς αμέσως, και απ’ τον ίδιο τον τίτλο, γίνεται φανερό ότι η “σήψη” του μονοπωλιακού καπιταλισμού συνυφαίνεται με τον “παρασιτισμό” του. Ακριβέστερα, “σήψη” και “παρασιτισμός” αποτελούν επιπτώσεις, συνέπειες, του μονοπωλιακού χαρακτήρα του καπιταλισμού, και μάλιστα συνέπειες που, όπως παρατηρεί ο Λένιν εισαγωγικά, “αποτελούν μια πολύ σπουδαία πλευρά του ιμπεριαλισμού” που “δεν προσέχεται όσο χρειάζεται”.[1]

Ποια είναι λοιπόν η ιδιομορφία που κάνει το Λένιν να αποδίδει σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί “νεότατο καπιταλισμό” την φαινομενικά παράδοξη ιδιότητα της “σήψης”; Ή, με άλλα λόγια, τι είναι αυτό το οποίο καθιστά την σε ανώτερη βαθμίδα εξέλιξη ταυτόσημη με την παρακμή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής; Πού ακριβώς συνίσταται αυτή η παρακμή με δεδομένο ότι η συσσώρευση κεφαλαίου, το κέρδος, η ένταση εκμετάλλευσης της εργασίας είναι σαφέστατο ότι όχι απλά δεν παρεμποδίζονται απ’ αυτή τη “σήψη” αλλά αντίθετα αυξάνονται;

Η βασική απάντηση δίνεται από τις πρώτες κιόλας γραμμές του όγδοου κεφαλαίου. Αν και τα μονοπώλια, λέει ο Λένιν, είναι καπιταλιστικά, και συνεπώς αναπτύσσονται εντός των γενικών συνθηκών του καπιταλισμού, βρίσκονται ωστόσο σε “μόνιμη και αδιέξοδη αντίθεση μ’ αυτές τις γενικές συνθήκες.”[2]Και αυτό γιατί, αν και ο γενικευμένος συναγωνισμός αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό αυτών των συνθηκών, τα μονοπώλια τείνουν να τον περιορίσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενισχύσουν “αναπόφευκτα”, σύμφωνα με τον Λένιν, “την τάση προς τη στασιμότητα”. Τη στασιμότητα σε τι πράγμα; Τη στασιμότητα στην εξέλιξη της τεχνικής προόδου και κάθε άλλης προόδου και κίνησης προς τα μπρος, είναι η απάντηση του Λένιν, ο οποίος δίνει ως πρώτο παράδειγμα του τι εννοεί με τον όρο “σήψη” την εξαγορά πατέντας από μονοπωλιακή εταιρία με σκοπό όχι τη χρησιμοποίησή της για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, αλλά την καταστροφή της.[3]

Για να κατανοήσει όμως κάποιος γιατί η στασιμότητα μετατρέπεται σε κάτι που εξυπηρετεί την κερδοφορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου θα πρέπει πρώτα να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στους νόμους που διέπουν την κερδοφορία ανάμεσα στα στάδια του φιλελεύθερου και του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπως αυτοί διερευνώνται αντίστοιχα από τους Μαρξ και Λένιν. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (κεφ. 9), ο Μαρξ αναλύει “το σχηματισμό ενός γενικού ποσοστού κέρδους”, το οποίο διαμορφώνεται παρά τις μεγάλες διαφορές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου που επενδύεται στις διαφορετικές σφαίρες παραγωγής και παρατηρεί:

(…) παρ’ όλο που οι κεφαλαιοκράτες των διαφόρων σφαιρών παραγωγής, όταν πουλούν τα εμπορεύματά τους, αποσύρουν τις κεφαλαιακές αξίες, που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εμπορευμάτων αυτών, ωστόσο, δεν εισπράτουν την υπεραξία, άρα και το κέρδος, που έχει παραχθεί στη δική τους σφαίρα κατά την παραγωγή αυτών των εμπορευμάτων, αλλά μόνον τόση υπεραξία, άρα και κέρδος, που αναλογεί σε κάθε αντίστοιχο υποπολλαπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου κατά την εξίσου κατανομή της συνολικής υπεραξίας ή του συνολικού κέρδους που παράγεται σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα από το συνολικό κεφάλαιο της κοινωνίας σε όλες τις σφαίρες παραγωγής, μαζί παρμένες. (…) Οι διάφοροι κεφαλαιοκράτες φέρονται εδώ, όσον αφορά το κέρδος, σαν απλοί μέτοχοι μιας μετοχικής εταιρίας, στην οποία τα μερίδια του κέρδους μοιράζονται ισόμετρα ανά 100 και, γι’ αυτό, για τους διάφορους κεφαλαιοκράτες τα μερίδια αυτά διαφέρουν μεταξύ τους, σύμφωνα με το μέγεθος του κεφαλαίου που έβαλε ο καθένας στη συνολική επιχείρηση, δηλαδή σύμφωνα με τη συμμετοχή του στη συνολική επιχείρηση, σύμφωνα με τον αριθμό των μετοχών που έχει. Ενώ, λοιπόν, το μέρος αυτής της τιμής των εμπορευμάτων που αναπληρώνει τα μέρη εκείνα της αξίας του κεφαλαίου, που καταναλώθηκαν κατά την παραγωγή των εμπορευμάτων, και με το οποίο, επομένως, πρέπει να ξαναγοραστούν αυτές οι καταναλωμένες κεφαλαιακές αξίες, ενώ αυτό το μέρος, που δεν είναι άλλο από την τιμή κόστους, καθορίζεται πέρα για πέρα από τη δαπάνη που έγινε μέσα στις αντίστοιχες σφαίρες παραγωγής, το άλλο συστατικό της τιμής του εμπορεύματος, που δεν είναι άλλο από το κέρδος που προστίθεται σ’ αυτή την τιμή κόστους, δεν καθορίζεται από τη μάζα του κέρδους, που παράγεται απ’ αυτό το καθορισμένο κεφάλαιο σ’ αυτή την καθορισμένη σφαίρα παραγωγής στη διάρκεια ενός δοσμένου χρονικού διαστήματος, αλλά από τη μάζα του κέρδους που αναλογεί κατά μέσο όρο σε κάθε επενδυμένο κεφάλαιο, σαν υποπολλαπάσιο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, που είναι επενδυμένο στη συνολική παραγωγή, κατά τη διάρκεια ενός δοσμένου χρονικού διαστήματος.[4]

Η τιμή λοιπόν κάθε εμπορεύματος διαμορφώνεται βάσει δύο συστατικών ή μερών: ενός που αφορά την αναπλήρωση της αξίας του δαπανημένου κατά την παραγωγή του εμπορεύματος κεφαλαίου, το οποίο καθορίζεται πλήρως από τις δαπάνες εντός της αντίστοιχης σφαίρας παραγωγής (π.χ, τις δαπάνες στη σφαίρα της παραγωγής χάλυβα ή βάμβακος)· και ενός δεύτερου, που είναι το κέρδος πάνω από την τιμή κόστους, και το οποίο δεν καθορίζεται από το κέρδος εντός της σφαίρας παραγωγής, αλλά από το αναλογικό μέρισμα του κεφαλαιοκράτη επί του μέσου όρου κέρδους εντός της συνολικής παραγωγής. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός παράγει ως πρωταρχικό αποτέλεσμα μια τάση εξίσωσης μεταξύ άνισων κεφαλαίων, της οποίας η μορφή είναι ακριβώς “το γενικό ποσοστό κέρδους” ως μάζα κέρδους που μοιράζεται σε κάθε κεφαλαιοκράτη ανάλογα με το μέγεθος της συμμετοχής του στη συνολική παραγωγή κεφαλαιακών αξιών.

Σε ένα δεύτερο όμως στάδιο, η μερικά εξισωτική αυτή τάση αποτελεί, αναπόφευκτα, τροχοπέδη στη διαρκή αναζήτηση πλεονεκτήματος κερδοφορίας του κάθε ατομικού κεφαλαιοκράτη που συναγωνίζεται με άλλους στην ελεύθερη αγορά. Ο σχηματισμός του μονοπωλίου αποτελεί διάρρηξη του φράγματος που δημιουργείται από τη διαμόρφωση του γενικού ποσοστού κέδρους· με άλλα λόγια, το μονοπώλιο ορίζεται επί της ουσίας όχι ως αποκλειστικό δικαίωμα στην παραγωγή ενός εμπορεύματος αλλά ως παραγωγή που εξασφαλίζει, με μια σειρά μεθόδων παρεμπόδισης του ελεύθερου συναγωνισμού, ποσοστά κέρδους πάνω από το μέσο όρο, πέρα από το “γενικό ποσοστό κέρδους”. Αναφερόμενος στη μελέτη των Baran και Sweezyο John Bellamy Foster παρατηρεί λοιπόν σχετικά: 

Κεντρικής σημασίας στη θέση του Μονοπωλιακού κεφαλαίου ήταν η έννοια ότι η τάση για διαμόρφωση μέσου ποσοστού κέρδους σε όλο το εύρος του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, όπως αυτή περιγράφηκε στα κλασικά και νεοκλασικά οικονομικά, είχε χάσει την πρότερη σημασία της. Η πραγματικότητα ήταν πλέον η “ιεραρχία ποσοστών κέρδους”, που ήταν ψηλότερα σε αυτές τις βιομηχανίες όπου οι εταιρίες ήταν μεγάλες και συγκεντρωμένες, κα χαμηλότερα στις βιομηχανίες αυτές όπου υπήρχε μεγαλύτερος ατομικός συναγωνισμός. (…) η αύξηση του μεγέθους των εταιριών και της μονοπωλιακής ισχύος πήγαινε χέρι-χέρι με την ορμή για μεγαλύτερη συσσώρευση.[5] 

Η δυνατότητα όμως εξασφάλισης κέρδους πάνω από τον γενικό μέσο όρο ανεξάρτητα από τη βελτίωση των υλικοτεχνικών μέσων παραγωγής, ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα της εργασίας, ανεξάρτητα από την εισαγωγή καινοτομιών, σημαίνει ότι στο μονοπωλιακό στάδιο δημιουργείται τάση αποσύνδεσης της κερδοφορίας από τις επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, αποσύνδεσης από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της παραγωγής. Αυτό είναι το περιεχόμενο της έννοιας της “σήψης” ως στασιμότητας, επιβράδυνσης μάλλον παρά επιτάχυνσης της περαιτέρω τεχνικής και διανοητικής εξέλιξης του τρόπου παραγωγής, παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου επιταχύνονται.

Γνωρίζουμε το πώς επιτυγχάνεται, εντός μιας οικονομίας, η εκμετάλλευση της μονοπωλιακής θέσης στην παραγωγή για την εξασφάλιση κέρδους πάνω από το μέσο όρο. Επιτυγχάνεται με μια σειρά μέσα που πρώτον δεν είναι αμιγώς οικονομικά και δεύτερον δεν αφορούν την ίδια την παραγωγική διαδικασία, αλλά την κατανομή θέσεων ισχύος εντός αυτής. Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν: α) την κατοχύρωση αποκλειστικών πνευματικών και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων σε μια επινόηση (“πατέντα”) και την απαγόρευση χρησιμοποίησής της από ανταγωνιστές (μια νομικο-οικονομικού χαρακτήρα ρύθμιση προς όφελος συγκεκριμένων μονοπωλίων)· β) τη μονοπώληση μιας σφαίρας παραγωγής μέσω της αύξησης του κεφαλαιακού κόστους εισόδου στην αγορά (για παράδειγμα, το αρχικό κεφαλαιακό κόστος που συνεπάγεται η έρευνα, τεχνική ανάπτυξη και κατασκευή αεροσκαφών)· γ) την εξαγορά και αχρήστευση καινοτομιών στην παραγωγή που προέρχεται από μικρότερες εταιρίες ή ιδιώτες (αυτό είναι το παράδειγμα που δίνει ο ίδιος ο Λένιν)· δ) την εξαγορά και συγχώνευση [buyout, acquisition, merger] ολόκληρων μικρότερων εταιριών, των οποίων οι καινοτομίες απειλούν με διόγκωση του ανταγωνισμού και συρρίκνωση του περιθωρίου μονοπωλιακού κέρδους· ε) την ίδια την εδραίωση τέτοιας μονοπωλιακής ισχύος σε μια σφαίρα παραγωγής ώστε να είναι αποτρεπτικό για κάποιον να επενδύσει κεφάλαια ώστε να εισέλθει σε αυτή, με δεδομένο τις στατιστικά πολύ μικρές πιθανότητες να αποσπάσει από τα υφιστάμενα μονοπώλια επαρκές κομμάτι της αγοράς.

Ας δούμε εν συντομία κάποια ενδεικτικά παραδείγματα των επιπτώσεων των παραπάνω, αφενός στην υψηλή κερδοφορία και αφετέρου στη στασιμότητα της εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο ιμπεριαλιστικό στάδιο.

Η μήνυση που υπέβαλλε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά του γερμανικού μονοπωλίου Volkswagen για την παραποίηση του πραγματικού ύψους εκπομπών ρύπων του ντιζελοκινητήρα τύπου TDI έφερε στην επιφάνεια όχι μονάχα τον προφανή ενδο-μονοπωλιακό ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο χώρες αλλά αλληλένδετα και εξίσου σημαντικά, το ζήτημα της λεγόμενης “τεχνολογικής στασιμότητας” ως συνέπειας της κυριαρχίας μονοπωλιακών πρακτικών.[6]Στην πραγματικότητα, η μήνυση της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς και προηγούμενες που έγιναν κατά της Toyota[7], είχαν ως στόχο να προστατευτεί η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία από την απώλεια ανταγωνιστικότητας που είχε επιφέρει η ίδια στον εαυτό της, μέσω των δικών της μονοπωλιακών πρακτικών. Το 2006, ο Ralph Nader, υποψήφιος για την αμερικανική προεδρία το 2000 (και αρκετές φορές νωρίτερα) και υπέρμαχος ενός αντικειμενικά ξεπερασμένου φιλελεύθερου καπιταλιστικού πνεύματος, σημείωνε οργισμένα:

Είναι καιρός ο αμερικανικός λαός να ξυπνήσει την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία (General Motors, Ford Motor Company και DaimlerChrysler). Οι εξελίξεις στην μηχανική που είναι κατάλληλες για εμπορική εφαρμογή και ευρεία εξάπλωση, εξελίξεις έτοιμες για χρήση, χρονίζουν περιμένοντας στην ουρά.  […] Αυτός ο “μεσαίωνας” της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας δεν είναι αποτέλεσμα σειράς παραλήψεων. Είναι παράγωγο ενσυνείδητης επέκτασης της δύναμης που έχουν οι γίγαντες της αυτοκινητοβιομηχανίας να παρεμποδίζουν την καινοτομία. Σ’ αυτήν περίοδο, οι τρεις μεγάλες μας αυτοκινητοβιομηχανίες, με τις αυταρχικές και ιεραρχικές γραφειοκρατίες τους, κατάφεραν να συνεχίσουν να χάνουν μερίδιο της αγοράς από τους ξένους βιομηχάνους. […] οι αυτοκινητοβιομήχανοι, μαζί με τους πωλητές αυτοκινήτων και ορισμένες φορές και το συνδικάτο των United Auto Workers, χρησιμοποίησαν την πολιτική τους ισχύ για να παγώσουν την δραστηριότητα του NHTSA και του EPA [κρατικών οντοτήτων για την ασφάλεια οδήγησης και τον έλεγχο της εκπομπής ρύπων] μέχρι να τα καταστήσουν απαρχαιωμένα· σε ορισμένες περιπτώσεις, έφεραν οπισθοδρόμηση ακόμα και σε απλές προδιαγραφές (όπως είναι τα προαπαιτούμενα για την προφύλαξη του αμαξώματος από τον προφυλακτήρα). […] Έχοντας εξαλείψει τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές πιέσεις για αριστεία στη μηχανική, οι εγχώριοι τρεις μεγάλοι επέστρεψαν στη φόρμουλα κέρδους που διατηρούν εδώ και χρόνια. Έφτιαξαν σκουπίδια, επικερδή σκουπίδια, που ονομάζονται SUV [Sports Utility Vehicles]. Πούλησαν την αυταπάτη της ασφάλειας, το στάτους του μεγέθους του αμαξώματος και της τεράστιας ιπποδύναμης, και τους πιο άνετους εσωτερικούς χώρους. […] Εξισορρόπησαν τη μείωση στο μερίδιο της αγοράς με το ψηλότερο περιθώριο κέρδους για τα αυτοκίνητα που πούλησαν. […] Είναι αρκετά πάνω από τριάντα χρόνια στασιμότητας!

Δέκα χρόνια μετά την οργισμένη Ιερεμιάδα του Nader, το οικονομικό site Bloomberg αναρωτιόταν αν “η τεχνολογική στασιμότητα παρεμποδίζει την παραγωγικότητα”. Αναφερόμενο στην έρευνα του οικονομολόγου Robert Gordon[8] καθώς και στο βιβλίο Η μεγάλη στασιμότητα (2011) του επίσης ειδικού στα οικονομικά Tyler Cowen, σημείωνε:

Σύμφωνα με τον Gordon και άλλους, η ανθρωπότητα έχει απλά ήδη συλλέξει τους περισσότερους καρπούς επιστήμης και τεχνολογίας που βρίσκονταν στα χαμηλότερα κλαδιά. Ούτε τα αεροπλάνα ούτε τα αυτοκίνητα είναι πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι ήταν 50 χρόνια πριν. Ο ηλεκτρισμός, ο κλιματισμός και οι οικιακές συσκευές έχουν ήδη κάνει τις κατοικίες μας όσο ευχάριστες μπορούν να γίνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι σταματούν οι νέες εξελίξεις, σημαίνει όμως ότι κάθε μία είναι λιγότερο ικανή να αλλάξει τους κανόνες του [βιομηχανικού/παραγωγικού] παιχνιδιού λιγότερο από την προηγούμενη.[9]

Ούτε, τέλος, διαφαίνεται κάποιο φως στο τούνελ της εξέλιξης του συγκεκριμένου—και ακραία μονοπωλιακά συγκεντρωμένου—κλάδου από τις ως τώρα ευρέως δοκιμασμένες εναλλακτικές λύσεις απέναντι στους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Στην πραγματικότητα, αν και τα πρώτα μοντέλα αυτοκίνησης που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρισμό εμφανίστηκαν ήδη από το 1828, αν και το πρώτο ηλεκτρικό αυτοκίνητο κατασκευάστηκε το 1837[10] και το πρώτο υβριδικό μοντέλο το 1911[11], τα στοιχεία για την απόπειρα δημιουργίας μιας νέας αγοράς στη βάση εναλλακτικής τεχνολογίας κίνησης είναι πλήρως αποθαρρυντικά: Το 2013 πωλήθηκαν στις ΗΠΑ 97.507 ηλεκτρικά αυτοκίνητα έναντι 7.780.710 συμβατικών, το 2014 123.049 έναντι 7.918.601, και το 2015 113.588 (απόλυτη πτώση!) έναντι 7.740.912.[12]

Δεύτερο παράδειγμα, η πληροφορική και η τεχνολογία της πληροφορικής. Το 1998, η αμερικανική δικαιοσύνη αναγκάστηκε να ασκήσει δίωξη κατά της μεγαλύτερης τότε εταιρίας πληροφορικής παγκόσμια, της Microsoft, για μονοπωλιακές πρακτικές.[13] Όπως είναι αναμενόμενο, η δίωξη δεν είχε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα και η Microsoft συνέχισε να αντλεί τεράστια κέρδη από την μονοπώληση της αγοράς λογισμικού παγκόσμια. Αυτό όμως δεν αναιρεί πως τα “γεγονοτικά ευρήματα” (Findings of fact) του δικαστή της υπόθεσης, Thomas Penfield Jackson, ήταν τα εξής:

Πρώτον, η Microsoft κατέχει μονοπωλιακή ισχύ στην αγορά λειτουργικών συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών

Δεύτερον, η Microsoft κατέβαλε μεγάλου εύρους προσπάθεια για να προστατεύσει το μονοπώλιό της σε λειτουργικά συστήματα, χρησιμοποιώντας μεγάλο φάσμα πρακτικών αποκλεισμού [ενν. των εν δυνάμει ανταγωνιστών]

Τρίτον, οι πράξεις της Microsoft ήταν επιζήμιες για την καινοτομία και τους καταναλωτές.[14]

Όπως και στην αυτοκινητοβιομηχανία, λοιπόν, η αρχική καινοτομία σε μια σφαίρα παραγωγής οδήγησε πολύ γρήγορα στην μονοπώληση και αυτή με τη σειρά της στη στασιμότητα και την ενεργό παρεμπόδιση περαιτέρω εξέλιξης. Όπως και στην αυτοκινητοβιομηχανία, αυτή η στασιμότητα, η μία όψη της “σήψης” την οποία διαπίστωνε ο Λένιν ήδη από το 1916, δεν παρεμπόδισε την κερδοφορία. Είναι γνωστό ότι η Microsoft, της οποίας η κεφαλαιακή αξία το 2013 ήταν 290 δισεκατομμύρια δολάρια[15], επένδυσε τα ελάχιστα δυνατά στην ουσιαστική βελτίωση των λειτουργικών της συστημάτων. Τα παράπονα των χρηστών τους εδώ και δεκαετίες είναι παροιμιώδη, αλλά έχουν το ίδιο ασήμαντο αντίκτυπο στην πράξη που είχε και η δικαστική υπόθεση του 1998.

Είδαμε ήδη κάποια δείγματα του συσχετσμού της μονοπωλιακής ανάπτυξης με την επιβράδυνση ή και στασιμότητα της εξέλιξης της παραγωγικής τεχνολογίας. Αλλά τι συμβαίνει με τα κέρδη, που όπως είπαμε εκτοξεύονται πολύ πάνω από τον “μέσο όρο” εξαιτίας της συρρίκνωσης του συναγωνισμού; Ας δούμε εν συντομία το παράδειγμα του άλλου αμερικανικού κολοσσού της πληροφορικής, της Apple. Και εκεί, όπως και στην Microsoft, μια αρχική καινοτομία στο σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική λειτουργικού συστήματος πατεντάρεται και έτσι μεταμορφώνεται σε αποκλειστικό προνόμιο του επινοητή της σε βάρος δυνητικών ανταγωνιστών. Όπως είναι γνωστό, η Apple δεν παράγει πλέον κανένα προϊόν· τα προϊόντα της είναι παράγωγα συναρμολόγησης προϊόντων άλλων εταιριών και η συναρμολόγηση υπενοικιάζεται πάλι σε άλλες εταιρίες. Η Apple εισπράτει απλώς τη μερίδα του λέοντος του κέρδους που πηγάζει από τις προσόδους της “πνευματικής ιδιοκτησίας” στο λειτουργικό σύστημα. Πόσο μεγάλη μερίδα; Σύμφωνα με την μελέτη που έγινε στη βάση του κόστους παραγωγής και της τιμής πώλησης του iphone 6, για παράδειγμα, τουλάχιστο 69%—εξωφρενικά μεγάλου, σε σχέση με τον “μέσο όρο” εντός της σφαίρας παραγωγής, περιθωρίου κέρδους. Πιο συγκεκριμένα, η τιμή πώλησης δύο εκδοχών ενός τέτοιου τηλεφώνου στις ΗΠΑ ήταν 749 και 949 δολάρια· το κόστος κατασκευής τους ανερχόταν σε 216 και 263 δολάρια αντίστοιχα. Από αυτό το κόστος, το κόστος της εργασίας στα κινεζικά εργοστάσια συναρμολόγησης κυμαινόταν από 4 ως 4.50 δολάρια ανά συσκευή. Το κόστος αποζημίωσης της εργασίας συναρμολόγησης, με άλλα λόγια, αντιστοιχούσε σε 0.47% έως 0.53% της τελικής τιμής. Η ίδια εταιρία, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους παραγωγής, δαπανούσε μεταξύ 14 και 40 δολαρίων για την κατασκευή ακουστικών, των οποίων το κόστος πώλησης ήταν 300 δολάρια, εξασφαλίζοντας από 87% ως 95% περιθώριο κέρδους.[16] Πόσο ήταν το μέσο περιθώριο κέρδους για τις εταιρίες παραγωγής ηλεκτρονικών εμπορευμάτων; Μόλις 9% σύμφωνα με στοιχεία του 2015.[17]

Το παράδειγμα της Apple μας φέρνει όμως δραματικά και στη δεύτερη κεντρική διάσταση που δίνει στην έννοια της ιμπεριαλιστικής σήψης ο Λένιν, αυτήν του “παρασιτισμού.” Είδαμε ότι στον κλάδο της ίδιας της παραγωγής, ο ιμπεριαλισμός δημιούργησε φαινόμενα ουσιαστικής παρασιτείας· με απλά λόγια, μονοπώλια που ζουν, ουσιαστικά, και μάλιστα εξαιρετικά πλουσιοπάροχα, από “ενοίκια”, χωρίς να παράγουν τίποτε σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς να προωθούν την παραγωγική καινοτομία αλλά αντίθετα παρεμποδίζοντάς την ενεργά σε πολλές άλλες. Αλλά αυτό είναι μονάχα η αρχή. Μεγάλο τμήμα του κεφαλαίου που συσσωρεύεται με τέτοιες μεθόδους μετατρέπεται άμεσα σε χρηματιστικό, και έτσι διογκώνει ακόμα περισσότερο την παρασιτεία του πάνω στη ζωντανή εργασία και στις βασικές ζωτικές ανάγκες αυτών που διογκώνουν τη συσσώρευση με αίμα και δάκρυ, δηλαδή των εργατών. Έτσι, ο Λένιν διαπιστώνει ήδη βάσει των στοιχείων που παρέθεσε στη δική του μελέτη του Χόμπσον, ότι το εισόδημα του βρετανικού κεφαλαίου από τις λεγόμενες άμεσες ξένες επενδύσεις ήταν μεταξύ 90-100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, τη στιγμή που το συνολικό εξωτερικό εμπόριο της χώρας έφτανε μόλις στα 18 εκατομμύρια λίρες. Ο Λένιν παρατηρεί εμφαντικά: “Το εισόδημα των εισοδηματιών ξεπερνά πέντε φορές το εισόδημα από το εξωτερικό εμπόριο στην πιο ‘εμπορική’ χώρα του κόσμου! Να η ουσία του ιμπεριαλισμού και του ιμπεριαλιστικού παρασιτισμού.”[18] Μετατρεπόμενο σε χρηματιστικό κεφάλαιο, το συσσωρευμένο κεφάλαιο αυγατίζει πλέον τοκογλυφικά, μετατρέποντας χώρες με μεγάλη και παγκόσμιας εμβέλειας μονοπωλιακή συγκέντρωση σε “κράτη–τοκογλύφους” ή “κράτη-εισοδηματίες”: “Το κράτος-εισοδηματίας είναι το κράτος του παρασιτικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού που σαπίζει”,[19] παρατηρεί συμπερασματικά ο Λένιν. 

Από τη στιγμή όμως που το ίδιο το κράτος γίνεται όχημα, διαμεσολαβητής και εργαλείο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι προφανές ότι στα μέσα με τα οποία τα μονοπώλια εξασφαλίζουν μεγαλύτερα του μέσου όρου κέρδη για τον εαυτό τους θα πρέπει να προστεθούν αυτά που ανήκουν στο κράτος και εκφράζουν την κατασταλτική δράση του κράτους, δηλαδή τα μέσα της στρατιωτικής βίας, της διπλωματικής πίεσης και της πολιτικής δράσης σε βάρος άλλων κρατών. Αν, εντός μιας εθνικής οικονομίας, η κατοχύρωση αποκλειστικών πνευματικών δικαιωμάτων σε μια τεχνολογία, καινοτομία ή ανακάλυψη, η αχρήστευση δυνητικά ανταγωνιστικών καινοτομιών, η εξαγορά και συγχώνευση δυνητικών αναγωνιστών, η διόγκωση των αναγκών σε αρχικό κεφάλαιο για να μπει κάποιος σε μια μονοπωλιακή αγορά, η χρήση του πλεονεκτήματος της εδραίωσης για να αποθαρρυνθούν ανταγωνιστές λόγω μικρών πιθανοτήτων επιτυχίας και υπερβολικά μεγάλου επενδυτικού ρίσκου—αν αυτά τα μέσα είναι μέσα διόγκωσης του περιθωρίου κέρδους πολύ πάνω από τον μέσο όρο, στο διακρατικό επίπεδο εμφανίζονται μια σειρά από διαφορετικού, αν και πάλι μη ενδογενώς οικονομικού χαρακτήρα μέσα: α) η στρατιωτική επέμβαση και η καταστροφή των παραγωγικών δυνατότητων του αντιπάλου· β) η πολιτική αποσταθεροποίησή του· γ) οι κυρώσεις σε βάρος του· δ) η πολιτικο-διπλωματική του απομόνωση και οι συνεπαγωγές της για το εμπόριο, την εξαγωγή κεφαλαίων, κλπ.

Ας δούμε ένα εντελώς σύγχρονο παράδειγμα αυτής της όψης της σήψης και της παρασιτείας που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού: στις 18 Ιούνη του τρέχοντος έτους, η επιθεώρηση Sarajevo ενέσκυπτε στις απειλές κυρώσεων από τις ΗΠΑ σε βάρος τυπικά συμμάχων τους ευρωπαϊκών κρατών σε περίπτωση που αυτά συμμετείχαν σε εγχειρήματα μεταφοράς φυσικού αερίου στα οποία εμπλέκεται η Ρωσία, όπως αυτό του Nordstream 2.[20] Η εναλλακτική, αν τα ευρωπαϊκά κράτη ενδώσουν στην αμερικανική πίεση, είναι σαφώς ακριβότερη—υγροποιημένο αμερικανικό αέριο. Στις 26 του Ιούλη, η διακομματική επιτροπή της αμερικανικής βουλής των αντιπροσώπων ψήφισε νόμο που επιβάλλει κυρώσεις σε όσους, εντός ΕΕ, συνεργάζονται με ρωσικές ενεργειακές εταιρίες. Οι συντάκτες του Sarajevo παρατηρούν σχετικά:

Με το αμερικανικό μυαλό τους οι πολιτικές βιτρίνες στην Ουάσιγκτον ελπίζουν ότι η ε.ε. (και οπωσδήποτε η γερμανία, η αυστρία, κι όλη η κεντρική ευρώπη) θα παραιτηθεί απ’ τον αγωγό nord stream 2 (ρωσικό φυσικό αέριο κατευθείαν στην καρδιά της ευρώπης) και θα αγοράζει αμερικανικό υγροποιημένο αέριο· και μάλιστα σε πολλαπλάσια τιμή… Ή, ίσως, ελπίζουν ότι η πολωνία και η ουγγαρία θα προτιμήσουν το αμερικανικό φυσικό αέριο, απ’ την άλλη άκρη του κόσμου, απ’ το ρωσικό που είναι δίπλα τους. (Ποιος είπε ότι η ιδεολογία δεν κρατάει ψηλά τις τιμές;)[21]

Δεν πρόκειται βέβαια για ζήτημα ιδεολογίας, αν και θα μπορούσαν οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις να το παρουσιάσουν νομιμοποιητικά ως τέτοιο. Πρόκειται για χρήση της δυνατότητας πρόσβασης, σε τελική ανάλυση, στην ένοπλη και στρατιωτική βία (αυτή είναι η δομική προϋπόθεση της λεγόμενης “διπλωματικής πίεσης”) ώστε να υπερνικηθεί ο δυνητικός συναγωνισμός που θα μείωνε τα υπέρογκα, πάνω από το μέσο όρο, μονοπωλιακά κέρδη. Πρόκειται για ανοιχτή και πλήρη παραβίαση των περιώνυμων “νόμων της ελεύθερης αγοράς” που προσιδιάζει όχι γενικά και αφηρημένα στον μονοπωλιακό, ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, αλλά στην εξάρτησή του από την παρασιτεία, από την άντληση κέρδους με μέσα που δεν αφορούν ούτε στη βελτίωση της παραγωγικότητας, ούτε στην τεχνολογική εξέλιξη, ούτε στην “ανακάλυψη νέων αγορών”, παρά μόνο στη χρήση της συσσωρευμένης πολιτικο-στρατιωτικής ισχύος του μονοπωλιακού κεφαλαίου του παγκόσμιου ηγεμόνα.

Αυτό όμως σημαίνει ότι η σύνδεση της ιμπεριαλιστικής κερδοφορίας με την “ανάπτυξη”, τις “επενδύσεις” και τα κάθε είδους προμηθεϊκά εγχειρήματα αποτελεί σοβαρή στρέβλωση του πραγματικού χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων—στρέβλωση σε βάρος της πραγματικής λενινιστικής θεώρησης της ιμπεριαλιστικής σήψης και παρασιτείας. Στην ουσία, εισαγάγονται από “την πίσω πόρτα” ιδεολογήματα του σταδίου του φιλελεύθερου καπιταλισμού ως δήθεν γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου, με στόχο, πολύ φοβόμαστε, την έμμεση αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των μαζών σε κράτη του δυτικού κόσμου ότι “θα έρθει ανάπτυξη”, θα “υπάρξουν επενδύσεις”, έστω και αν αυτές θα ωφελήσουν κυρίως την άρχουσα τάξη. Ανασκευάζεται έτσι φαντασιακά ένας κόσμος που έχει προ πολλού παρέλθει, ένας κόσμος όπου ο καπιταλισμός έχει ακόμα “επενδυτικό” και “αναπτυξιακό” μέλλον, όσο κοινωνικά άνισο κι αν είναι αυτό. Οι μάζες διαπαιδαγωγούνται συστηματικά στην αυταπάτη ότι η “συσσώρευση” πλούτου και η “ανάπτυξη” (με την τελευταία να νοείται με προ πολλού ξεπερασμένους κεϊνσιανούς όρους μεγάλων επενδύσεων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα αποκαταστήσουν το καταναλωτικό εισόδημα των εργαζομένων και τους πραγματικούς τους μισθούς) είναι συνώνυμες. Προσπαθήσαμε να αναδείξουμε ότι, αντιθέτως, η κατανόηση της ιμπεριαλιστικής σήψης και παρασιτείας αποκαλύπτει ότι δεν είναι καθόλου τέτοιες. Θεωρούμε ότι η απλή πραγματικότητα των τελευταίων εννιά περίπου ετών, μια πραγματικότητα που, εντός αναπτυγμένων δυτικών ιμπεριαλιστικών κρατών, συγκροτείται αφενός από τους καλπάζοντες ρυθμούς συσσώρευσης και τη χωρίς ορατό φραγμό περαιτέρω συγκέντρωση του κεφαλαίου, και αφετέρου από την κραυγαλέα στασιμότητα σε ό,τι αφορά οποιαδήποτε επένδυση στην παραγωγική ανάπτυξη, την τεχνολογική καινοτομία, τις μακροχρόνιου χαρακτήρα υποδομές κλπ, τεκμηριώνει την εμπειρική διάσταση αυτής της θεωρητικής διαπίστωσης.

Αν για τον Λένιν ο ιμπεριαλισμός είναι το “ανώτατο”—με την έννοια του τελευταίου, του απώτατου—στάδιο του καπιταλισμού, αυτό δεν οφείλεται ούτε στο ότι αδυνατεί πέραν ενός σημείου να παράξει κέρδη και να εντείνει τη συσσώρευση κεφαλαίου (αφενός δεν υπάρχει η δυνατότητα για καπιταλιστική παραγωγή χωρίς κερδοφορία, και αφετέρου η κερδοφορία αυξάνεται με τη συγκέντρωση, δηλαδή την καταστροφή ανταγωνιστών και τη μείωση του συναγωνισμού)· ούτε όμως επειδή ο υποτιθέμενα ανεξέλεγκτος διεθνής ανταγωνισμός οδηγεί νομοτελειακά σε μεγάλης κλίμακας πολεμικές συγκρούσεις (η δυνατότητα των τελευταίων καθορίζεται τόσο από την έκταση της καταστροφικότητας της πολεμικής τεχνολογίας όσο και από το γεγονός ότι ανήκει στη φύση της μονοπωλιακής οργάνωσης να μην “πολλαπλασιάζει” διεκδικητές ηγεμονίας, όπως δείχνουν άλλωστε και οι συντριπτικές ανισομέρειες ισχύος στη φάση που εγκαινιάζεται μετά τον Β παγκόσμιο). Αυτού του είδους οι τελεολογικές και μηχανιστικές προσδοκίες περιέχουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σπέρματα χιλιαστικού και ουτοπικού χαρακτήρα. Ο ιμπεριαλισμός, αντίθετα, είναι το ανώτατο ή απώτατο στάδιο του καπιταλισμού επειδή σ’ αυτόν η εξασφάλιση υπερκερδών σταματά να αποτελεί μηχανισμό ενδογενούς πίεσης “προς τα μπροστά”, παράγοντα εξέλιξης του τρόπου παραγωγής, κίνητρο για τη συνολική πρόοδο, έστω και με κόστος το αίμα και το δάκρυ· το έπος καταστροφής και δημιουργίας που κατέγραψε ο Μαρξ για τη δική του εποχή δίνει τη θέση του στην πεζή συντήρηση των προϋποθέσεων ισχύος ως μέσων για την εξασφάλιση παρασιτικών κερδών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινωνίες στα αναπτυγμένα ιμπεριαλιστικά χάνουν σταδιακά κάθε αίσθηση οράματος για το μέλλον, ότι το πολιτιστικό και ιδεολογικό τους “επίπεδο” κατρακυλά ασυγκράτητα, ότι αυτή τη στιγμή ο παγκόσμιος ηγεμόνας γελοιοποιείται καθημερινά και σε παγκόσμια κλίμακα δια του θεάματος ενός Λευκού Οίκου-τσίρκου ή θιάσου κομπάρσων με προσδόκιμο ζωής στην εξουσία λίγες ημέρες. Αργά ή γρήγορα, το πολιτιστικό-ιδεολογικό εποικοδόμημα αποτυπώνει καθαρά τις συνέπειες της ιμπεριαλιστικής σήψης ως οικονομικού φαινομένου.

Αλλά το δοκίμιο αυτό θα έχει αποτύχει στους στόχους του αν τέτοια φαινόμενα ερμηνευτούν ηθικολογικά, με αφηρημένους και μονοδιάστατους όρους “παρακμής.” Διότι ούτε “παρακμάζει” η κερδοφορία των αμερικανικών μονοπωλιακών γιγάντων, ούτε επιβραδύνονται οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαιακής ισχύος στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας. Και φυσικά δεν πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη για το ότι ο σήποντας καπιταλισμός του οποίου υπέρτατη έκφραση είναι οι ΗΠΑ και οι άμεσοι δορυφόροι τους είναι πλέον δήθεν ακίνδυνος για την ανθρωπότητα· τουναντίον, παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνος, ιδιαίτερα με δεδομένα τα τρομακτικά στρατιωτικά μέσα που διαθέτει. Όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι παντού, σε όλο τον πλανήτη, στη Συρία, τη Βενεζουέλα, τη ΛΔΒΚ, το Ιράκ, το μονομερές δικαίωμά του στο παρασιτικό κέρδος τίθεται έμπρακτα σε αμφισβήτηση από τα θύματά του. Ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να κινείται πέρα από τα όρια της αέναης επανάληψης παρά τη βούληση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού να συντηρήσει τον συσχετισμό ισχύος που τού είναι απαραίτητος, αλλά συνάμα εξαιτίας της διαρκούς επιθετικότητας που του υπαγορεύει αυτή η βούληση, μέσα από την αντίθεση που γεννά αυτή η βούληση. Η σήψη για την οποία κάναμε λόγο εδώ δεν έχει κανένα άλλο εσωτερικό νόμο απ’ την αναπαραγωγή στο διηνεκές, με όλο και πιο οξυμένους, πολωτικούς όρους· αλλά ανάμεσα σε ό,τι είναι αναγκασμένη να εξοβελίζει ως “περίττωμα” είναι μια διογκούμενη σφαίρα μαζών των οποίων η ίδια η βιολογική επιβίωση απειλείται από τις όλο και πιο αδηφάγες ορέξεις της ιμπεριαλιστικής παρασιτείας. Η δημιουργία μιας εξαγορασμένης από τα κέρδη αυτής της παρασιτείας “εργατικής αριστοκρατίας” που θα κάλυπτε όλον τον πλανήτη είναι το ίδιο αδύνατη με την ένωση των ιμπεριαλιστών σε μια “υπεριμπεριαλιστική” παγκόσμια διακυβέρνηση. Και η διαλεκτική της ιστορίας δεν έχει ακόμα πει την τελευταία της λέξη.


[1]Β.Ι. Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 2009, σελ. 115.

[2]Ό.π.

[3]Ό.π,, σελ 115-6.

[4]Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο: Κριτική της πολιτικής οικονομίας, τομ. 3, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 199-200.

[5]John Bellamy Foster κ.α, “Monopoly and Concentration in Twenty-First Century Capitalism”, Monthly Review 62:11 (2011), https://monthlyreview.org/2011/04/01/monopoly-and-competition-in-twenty-first-century-capitalism/

[6]Για την υπόθεση βλ., κατά χρονική σειρά: www.roadandtrack.com/car-culture/news/a27809/volkswagen-diesel-scandal-could-lead-to-48-billion-in-fines/, http://www.roadandtrack.com/new-cars/car-technology/news/a26774/volkswagen-ceo-we-screwed-up/, https://www.wired.com/2016/06/vws-gonna-drop-15b-clean-diesel-mess-us/

[8]https://www.brookings.edu/wp-content/uploads/2016/07/tt20-united-states-economic-growth-gordon.pdf

[9]http://www.newequipment.com/industry-trends/technological-stagnation-impeding-productivity

[10]https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_electric_vehicle#Electric_model_cars

[11]https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_electric_vehicle#Golden_age

[12]http://www.businessinsider.com/electric-cars-market-share-is-tiny-2016-1

[13]https://en.wikipedia.org/wiki/United_States_v._Microsoft_Corp.

[14]www.pff.org/issues-pubs/pops/pop7.4microsoftmonopolyfacts.html

[15]http://money.cnn.com/2013/10/18/investing/microsoft-apple/index.html

[16]http://www.smh.com.au/digital-life/mobiles/apples-iphone-6-profit-margin-at-least-69-per-cent-report-20140924-10ld37.html

[17]http://www.investopedia.com/ask/answers/051215/what-profit-margin-average-company-electronics-sector.asp

[18]Λένιν, ό.π., σ 117.

[19]Λένιν, ό.π, σ. 118.

[20]http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/o-kapitalismos-ine-omos/

[21]http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/07/ki-o-allos-echthros/

Το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ και η εξίσωση κομμουνισμού – φασισμού

By Stasis 2

Της Ελένης Νικολαΐδου

Πηγή: www.alfavita.gr

Πολύ φασαρία γίνεται τις τελευταίες ημέρες σχετικά με την “ημέρα μνήμης για τα θύματα του κομμουνισμού και του ναζισμού”. Για το σχετικό συνέδριο που θα γίνει στην Εσθονία και στο οποίο πρέπει να πεισθεί ο κόσμος ότι ο φασισμός είναι ταυτόσημη έννοια με τον κομμουνισμό.

Γραπτά που αναλύουν τη σχετική θεωρία, εξυπνακισμοί σε facebook και twitter από ανιστόρητους πολιτικούς και επικίνδυνους λαϊκιστές, φωτογραφίες που παραπέμπουν και σε οδηγούν στην αυτονόητη ταύτιση μας έχουν κατακλύσει και θέλοντας και μη ασχολούμαστε.

Στις 23 Αυγούστου 1942 η ιστορία κατέγραψε την επίθεση των Γερμανών στο Στάλινγκραντ και στην ουσία την αρχή της ήττας τους. Με μία εμμονή όμως προσπαθούν να μας αφήσουν στη μνήμη ότι στις 23 Αυγούστου γιορτάζουμε την “ημέρα της μαύρης κορδέλας”.

Αυτή η ταύτιση κρατάει την εμφάνισή της μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου.To 1948 το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Nazi – Soviet relations 1939 – 1941» το οποίο επιμελήθηκαν οι Raymond James και James Stuart Beddie[1]. Από το πλήθος των αρχείων που περιέπεσαν στα χέρια των Αμερικανών, των Άγγλων και των Γάλλων όταν μπήκαν στη Γερμανία αυτοί επέλεξαν, μονομερώς, τη συγκεκριμένη έκδοση, με τα συγκεκριμένα έγγραφα. Σε τι στόχευαν; Μα φυσικά στην εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού. Η έκδοση παραθέτει έγγραφα από το Σύμφωνο Μη Επίθεσης[2] μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας το 1939 με στόχο τη συκοφαντία της Σοβιετικής Ένωσης και την υποβάθμισή της ως μίας χώρας αληθινά δημοκρατικής η οποία ήταν ενάντια σε κάθε επιθετική και αντιδημοκρατική δύναμη. Και αυτό επιβεβαιώνεται διότι τα έγγραφα που δημοσίευσαν προέρχονταν από τα γερμανικά αρχεία, από τη χιτλερική διπλωματία. Και δεν ήρθαν σε καμία συνεννόηση με τη Σοβιετική Ένωση (Σ.Ε.) ως όφειλαν.

Ας δούμε όμως ποιοι προετοίμασαν τη χιτλερική Γερμανία, για τι την προετοίμασαν και ποιος ήταν ο στόχος τους.

Σίγουρα η επιθετικότητα της Γερμανίας δεν οφείλεται στο Σύμφωνο Μολότοφ Ρίμπεντροπ του 1939. Ξεκίνησε χρόνια πριν. Να πιάσουμε λοιπόν το νήμα από το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου που βρίσκει τη Γερμανία ερείπια, ηττημένη, ταπεινωμένη και υποταγμένη στη Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919) η οποία επέβαλλε βαριές κυρώσεις και οδήγησε το γερμανικό λαό στην αγκαλιά του Χίτλερ που υποσχόταν απαλλαγή από τον «δυσχερή συμβιβασμό». Από μόνη της, λοιπόν, η Γερμανία, δηλαδή από το 1919 μέχρι το 1939, σε διάστημα 20 ετών και δεμένη χειροπόδαρα από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών δεν θα μπορούσε να αποκτήσει σε τέτοια έκταση πρώτες ύλες και βιομηχανία ώστε να είναι πανέτοιμη για την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

Δεν είναι κρυφό ότι οι αμερικανικές τράπεζες εισέβαλαν στην ηττημένη Γερμανία σε πλήρη συνεργασία με την κυβέρνησή τους και έκαναν επενδύσεις στη γερμανική οικονομία επενδύοντας χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια. Στη Γερμανία από το Σεπτέμβριο του 1924 εφαρμόστηκε το επονομαζόμενο “Dawes Plan” σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ και η Βρετανία σχεδίαζαν η γερμανική βιομηχανία να περάσει στα αμερικανικά και αγγλικά μονοπώλια. To “Dawes plan” φρόντισε την βαριά εισροή και διείσδυση κυρίως των Αμερικάνων στην γερμανική οικονομία. Αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων ήταν η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής από το 1925 ενώ οι εξαγωγές εκτινάχθηκαν στα ύψη και το 1927 έφτασαν τα επίπεδα του 1913. Μέσα σε έξι χρόνια, από το 1924 έως και το 1929 το ξένο κεφάλαιο που διείσδυσε στη Γερμανία κυμαίνονταν από 10.000 έως 15.000 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για μακροπρόθεσμες επενδύσεις και 6.000 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για βραχυπρόθεσμες[3].

Αμνησία έχει πάθει η Ευρώπη όσον αφορά τα όσα έγιναν πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Βολική μνήμη η θύμηση μόνο της Συμφωνίας Μολότοφ Ριμπεντροπ.

Ας θυμηθούμε λοιπόν κάποια πράγματα.

Στις 15 Ιουλίου 1933 υπογράφηκε στη Ρώμη η «Συμφωνία των τεσσάρων δυνάμεων» μεταξύ Μ. Βρετανίας, Γερμανίας Γαλλίας και Ιταλίας, μία συμφωνία η οποία αποκήρυττε το δυνάμωμα των ειρηνικών δυνάμεων κατά των επιθετικών κρατών.

Το 1934 ο Χίτλερ συνάπτει σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία και με αυτές τις κινήσεις του προωθεί την ιδέα των «κατ΄ ιδίαν» συμφωνιών γιατί θα του ανατρέπονταν τα σχέδια κοινής συμφωνίας με όλα τα κράτη μαζί.

Στην ανεκτικότητα και γιατί όχι στην ενθάρρυνση από Άγγλους και Γάλλους ο Χίτλερ προχωρά σε διαδοχικές κινήσεις κατάργησης των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Για παράδειγμα το 1935 ο Ρίμπεντροπ φτάνει στο Λονδίνο και υπογράφει ναυτική συμφωνία των δύο κρατών επαναδημιουργίας των ναυτικών γερμανικών δυνάμεων. Επιπλέον ο Χίτλερ κατάφερε να αποσπάσει τη συναίνεση κατασκευής υποβρυχίων.

Και όλα αυτά σε μία Ευρώπη όπου οι Ιταλοί φασίστες εμπλέκονται στον αποικιοκρατικό πόλεμο στην Αιθιοπία (10/1935-5/1936) και ο δικτάτορας Φράνκο επικρατεί στην Ισπανία με την πολύτιμη βοήθεια της ναζιστικής Γερμανίας (18 Ιουλίου 1936 ο Φράνκο κήρυξε την έναρξη της «εξέγερσης»)

Και τι έκαναν οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία μπροστά σε αυτή την επιθετικότητα; Κήρυτταν τον «κατευνασμό»! Δηλαδή τίποτα! Υπερασπίστηκαν μήπως τα δικαιώματα των λαών ή τους άφησαν στο έλεος των φασιστικών καθεστώτων; Και δεν ντράπηκαν για τη στάση τους!

Ήδη από το 1933, στις 6 Φεβρουαρίου ο τότε υπουργός εξωτερικών της ΕΣΣΔ Μ. Λιτβίνοβ (τον Μάιο του 1939 τον διαδέχθηκε ο Β.Μολότοφ) κατέθεσε πρόταση της Σ.Ε. στην Γενική Επιτροπή Αφοπλισμού να οριστεί ο όρος «επιθετικότητα». Η πρόταση φυσικά απορρίφθηκε. Η Αγγλία και η Γαλλία που τότε είχαν τον έλεγχο της Κοινωνίας των Εθνών δεν επιθυμούσαν κοινό μέτωπο κατά της γερμανικής επιθετικότητας. Και δεν το επιθυμούσαν επειδή πίστευαν ότι αν ικανοποιούσαν τις ορέξεις του Χίτλερ θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν προς ανατολάς, ως ένα άλλο όπλο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Ξεκινάμε λοιπόν με την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ που κυριολεκτικά προμήθευσαν και όπλισαν τους Γερμανούς και με την πολιτική βοήθεια των Άγγλων και των Γάλλων που αρνούμενοι ένα κοινό ειρηνευτικό μέτωπο κατά της Γερμανίας βοήθησαν τον Χίτλερ να αμολήσει τα φασιστικά σκυλιά του στις χώρες της Ευρώπης.

Ο στόχος άλλωστε δεν ήταν η κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος στη Γερμανία αλλά το γκρέμισμα του σοσιαλιστικού καθεστώτος της Σ.Ε. Ήταν γνωστές από πριν οι προθέσεις του Χίτλερ.

“Όμως αν σήμερα μιλούμε για νέες εκτάσεις στην Ευρώπη, δεν έχουμε βέβαια κατά νου τίποτ΄ άλλο παρά τη Ρωσία και τα γειτονικά με αυτήν κράτη”

Χίτλερ, Ο αγών μου, τ.Β.

Στις 29/9/1938 Μ.Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία υπέγραψαν τη «Συμφωνία του Μονάχου» με την οποία υποχρέωσαν την Τσεχοσλοβακία να δώσει εδάφη της στη Γερμανία, στα οποία κατοικούσαν Σουδήτες. Αυτή τη συμφωνία την ονόμασαν και συμφωνία ανατροπής πολεμικής σύρραξης μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας. Και δεν ντράπηκαν ούτε και εδώ![4]

Στις 12 Μαρτίου 1938 ο γερμανικός στρατός περνά τα σύνορα της Αυστρίας. Προσάρτηση και πλήρης απροθυμία Μ. Βρετανίας και Γαλλίας να την προστατεύσουν.

Στις 30/9/1938 στο Μόναχο υπογράφεται Αγγλο – Γερμανική Διακήρυξη αμοιβαίας μη επιθετικότητας. Υπογράφουν ο Τσάμπερλεν και ο Χίτλερ. Στην ίδια γραμμή ακολουθεί λίγους μήνες μετά Γαλλο – Γερμανική διακήρυξη η οποία υπογράφεται στις 6/12/1938 και υπογράφουν ο Μπονέ και ο Ρίμπεντροπ.

Στις 14/3/1939 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την Τσεχοσλοβακία. Να σημειώσουμε ότι τις επιθέσεις των Γερμανών κατά των άλλων κρατών καταδίκασε μόνο η Σοβιετική Ένωση.

Η Σ.Ε. επεδίωξε συμφωνία με Άγγλους και Γάλλους οι οποίοι όμως έθεταν τέτοιους όρους για την υπογραφή μίας συμφωνίας που σήμαινε την εξόντωση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αποτυχία των συνομιλιών ήταν ολοφάνερο ότι οφειλόταν στη Μ.Βρετανία η οποία ταυτόχρονα είχε κρυφές συνομιλίες, κάτω από το τραπέζι, με τη Γερμανία[5].

Τον Ιούνιο του 1939 οι Άγγλοι ξεκίνησαν αυστηρά εμπιστευτικές και απόρρητες διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία, με τον εκπρόσωπό της τον Wohtato ο οποίος επισκέφτηκε το Λονδίνο γι αυτό το σκοπό.

Στις 1/9/1939 η Γερμανία εισβάλει στην Πολωνία.

Η Σοβιετική Ένωση σε αυτό το κλίμα της συντονισμένης και κατευθυνόμενης επίθεσης εναντίον της είχε να επιλέξει:

-ή να αποδεχτεί την πρόταση των Γερμανών για συμφωνία μη επίθεσης

-ή να μην την αποδεχτεί και να επιτρέψει σε όλους τους προβοκάτορες να την εμπλέξουν σε μία άμεση σύγκρουση με τη Γερμανία

Η Σ.Ε. χρειαζόταν χρόνο για να προετοιμάσει την άμυνά της, μην ξεχνάμε ότι ήταν ένα κράτος που είχε ζωή μόλις 22 χρόνια.

Το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ (23 Αυγούστου 1939) δεν αποδίδει την εξωτερική πολιτική της Σ.Ε. η οποία είχε ως στόχο τη συλλογική συμφωνία ειρήνης κατά της Γερμανίας και της Ιταλίας.

Επίσης ελάχιστοι θα γνωρίζουν ότι το νεαρό κράτος των μπολσεβίκων το 1918 αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη με τους Γερμανούς στην πόλη Μπρεστ – Λιτόφσκ (Συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ). Και στις δύο συνθήκες με τους Γερμανούς η Σ.Ε. έπρεπε να αντιμετωπίσει το δυτικό εχθρικό περιβάλλον.

Με ποια λογική η Πολωνία υπέγραψε σύμφωνο μη επίθεσης με τους Γερμανούς το 1934, όταν η Πολωνία υποτίθεται, είχε ως συμμάχους τη Μ.Βρετανία και τη Γαλλία;

Με ποια λογική η Μ.Βρετανία και η Γαλλία υπέγραψαν με τους Γερμανούς σύμφωνο μη επίθεσης το 1938 και η απομονωμένη Σ.Ε. δεν είχε; Να τονίσουμε φυσικά ότι η Σ.Ε. ήταν η τελευταία που υπέγραψε σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία.

Με αυτό το σύμφωνο η Σ.Ε. βρήκε την ευκαιρία να χτίσει ένα μεγάλο μέτωπο. Από τη Λευκορωσία έως την Ουκρανία. Τι θα γινόταν αλήθεια αν δεν είχε προετοιμαστεί το μέτωπο; Ο Χίτλερ θα κέρδιζε εκατοντάδες χιλιόμετρα, θα καταλάμβανε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Και να μην περνά απαρατήρητο ότι η Σ.Ε. είχε να φροντίσει τα ανατολικά της σύνορα όπου εκεί υπήρχαν οι Ιάπωνες, οι σύμμαχοι των Γερμανών και των Ιταλών.

1940. Τον Απρίλιο οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Δανία και τη Νορβηγία. Το Μάιο εισβάλουν σε Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο. Καταλαμβάνουν τη Γαλλία.

1941. Οι Γερμανοί μπαίνουν στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα. Η ΕΣΣΔ υπογράφει συμφωνία μη επίθεσης με τη Γιουγκοσλαβία και στις 22 Ιουνίου η Γερμανία επιτίθεται στην ΕΣΣΔ.

Με την τακτική της Σ.Ε. ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε πιο γρήγορα, ηττήθηκαν οι φασιστικές και ναζιστικές δυνάμεις και αποδείχτηκε ένα φιάσκο η πολιτική του «κατευνασμού» της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας.

Αυτά για την αναμόχλευση της ιστορικής μας μνήμης και την αποφυγή αφελών αλλά και επικίνδυνων ταυτίσεων.


[1] Nazi – Soviet relations, 1939-1941, Documents from the Archives of the German Foreign Office. Edited by Raymond James Sontag and James Stuart Beddie, Department of State 1948. Επίσης το 1948 κυκλοφόρησε και η μπροσούρα του Μολότοφ σχετικά με τις σχέσεις ΕΣΣΔ και Γερμανίας, V.M. Molotov, For a democratic peace with Germany, Soviet News, London, 1948

[2] Το Σύμφωνο μη Επίθεσης που υπογράφηκε μεταξύ Σοβιετικών και Γερμανών στις 23 Αυγούστου του 1939 είναι γνωστό και ως “Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ”

[3] Stephen A. Schuker, American “Reparations” to Germany 1919-1933: Implications for the Third World Debt Crisis, Princeton, 1988

[4] Στη «Συμφωνία του Μονάχου» δεν είχε κληθεί η Τσεχοσλοβακία από την οποία απαίτησαν και πήραν εδάφη της.

[5] Πίσω από την πλάτη της Σοβιετικής Ένωσης καθ΄ όλη τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου ΗΠΑ και Μ. Βρετανία έκαναν διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς

ΕΥΘΕΙΑ ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΜΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

By Stasis 2

Κατά την επέτειο του ελλαδικού πραξικοπήματος της Απριλιανής χούντας στις 15 Ιούλη, ο Ιωάννης Αυλωνίτης, Υποδιοικητής της Πολιτικής Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανέβασε στον επώνυμο προσωπικό του λογαριασμό στο facebook την παρακάτω ανάρτηση,  όπου περιγράφει το πραξικόπημα κατά της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου ως “ένοπλη ενέργεια για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας από το σάπιο τυρρανικό καθεστώς του Μούσκου” (όπως τον αποκαλούσε ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης):

 

Ο Αυλωνίτης καταλήγει με τα συνθήματα ΖΗΤΩ Η ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ  και ΖΗΤΩ Η ΕΝΩΣΙΣ.

Το 2013, ο Αυλωνίτης είχε παραπεμφθεί σε δίκη με την κατηγορία της υποκίνησης σε βία σε βάρος των τουρκικής καταγωγής Κυπρίων και των κομμουνιστών. Η δίκη αφορούσε και πάλι ανάρτηση στον προσωπικό λογαριασμό του στο facebook, η οποία έγινε το 2010, και στην οποία ανήλικο αγοράκι εμφανιζόταν να λέει: “είμαστε φασίστες, θέλουμε να σκοτώσουμε τους Τούρκους και τους κομμουνιστές.”

Τότε, το περιστατικό είχε τεθεί υπόψη του Προέδρου της Κ.Δ Δημήτρη Χριστόφια, “ο οποίος κατάγγειλε και καταδίκασε το περιστατικό, μέχρι και στη Βουλή των Ελλήνων, ενώ ζήτησε να διεξαχθεί έρευνα, που είχε ως αποτέλεσμα ο φασίστας παππούς να οδηγηθεί στο δικαστήριο” (https://theespsnicosiablogspot.wordpress.com/2014/03/14/γνωστός-χουντικός-φασίστας-ο-υποδιοι/)

Όμως, το δικαστήριο της Κ.Δ τον απάλλαξε με το κάτωθι σκεπτικό:

«δείχνει ένα πολύ μικρό παιδάκι που παίζει μόνο και ως μέρος του παιχνιδιού αναφέρει ότι είναι φασίστας και θέλει να πεθάνουν οι Τούρκοι και οι κομμουνιστές… κανένας λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να υποκινηθεί σε μίσος ή σε βία εναντίον συγκεκριμένης φυλής ή πολιτικής ιδεολογίας βλέποντας ένα αθώο παιδάκι που δύσκολα είχε ξεστομίσει τις συγκεκριμένες λέξεις και που δεν ξέρει τι σημαίνουν. Ούτε  θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι το παιδάκι είναι ‘φασίστας’».

(http://www.sigmalive.com/news/local/33978/athoothikeopappousfasistas)

Η “αμεροληψία” του σκεπτικού της απαλλαγής κρίνεται στην πράξη από την νέα ανάρτηση, όπου δεν εμπλέκεται βέβαια κανένα “παιδάκι” και όπου διατρανώνεται η άτεγκτη πίστη στο φασιστικό πραξικόπημα από αξιωματούχο επιφορτισμένο με την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της. Ο οποίος παραμένει στη θέση του 7 χρόνια μετά το πρώτο περιστατικό.

Η ομάδα Στάσις θεωρεί το νέο περιστατικό δηλωτικό υψηλότατου κινδύνου για την Κυπριακή Δημοκρατία και απαιτεί από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και τις Eισαγγελικές Aρχές να πράξουν το αυτονόητο, δηλαδή την άμεση απομάκρυνση του Ιωάννη Αυλωνίτη από τα καθήκοντά του και την άμεση κίνηση των σχετικών ποινικών διαδικασιών από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

By stasis1

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

“Ανταμώσανε, κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ΄ απ΄ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ενώσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ΄ του κανονιού τη μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά.
Σ΄ ένα νησί, σε μια πατρίδα μοιρασμένη
απλώνει ο Τουρκοκύπριος τ΄ αδικημένο χέρι
σφίγγει μ΄ αγάπη χέρι Ελληνοκυπριακό
άνθρωπε του νότου αδέρφι μου!
Του βορρά άνθρωπε αδελφέ μου!
Σφίγγουν τα χέρια μ΄ αγάπη
στο συναπάντημα της Λευτεριάς.”

Γιώργος Φράγκος

ÖZGÜRLÜK BULUŞMASI

Buluştular,
ihanete uğramış bir tarihin gölgesi
ve sakat kalmış bir geçmişin örtüsü altında
birleşti elleri, birleşti yürekleri
açtılar kucaklarını ve filizlendi çiçekler
Kırmızı bir gül bitiverdi topun ağzında
Süngü filizlendi ve karanfil oluverdi
Bir adada,
bölünmüş bu vatanda,
uzatarak Kıbrıslıtürk haksızlığa uğramış elini
sevgiyle sıkıverdi Kıbrıslırumun elini
güneyin insanı kardeşim!
kuzeyin insanı kardeşim!
sıkılıyor eller sevgiyle
özgürlük buluşmasında

Yorgos Frangos

 

 

Συνέντευξη με τον Αμάρ Μπανγκτάς, ΓΓ του Συριακού ΚΚ

By stasis1

 

Francesco Stilo, με τη βοήθεια του Bassam Saleh

Συνέντευξη με τον Αμάρ Μπανγκτάς, ΓΓ του Συριακού ΚΚ

21 Ιούνη 2017

Associazone Politico-Culturale Marx XXI

Ποιος είναι ο σημερινός ρόλος του Συριακού Κομμουνιστικού Κόμματος και σε τι συνίσταται η στήριξή του στην κυβέρνηση Άσαντ;

– Το Συριακό Κομμουνιστικό Κόμμα έχει σαφή θέση μέσα στη συριακή κοινωνία. Ιδρύθηκε το 1924 και έχει βαθιές ρίζες στο συριακό λαό. Το σημερινό μας καθήκον είναι η υπεράσπιση της χώρας μας, της γης μας απ’ την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, το κόμμα μας όμως δεν ξεχνά την προώθηση των κοινωνικών διεκδικήσεων, γιατί όσο βρίσκει ανταπόκριση στα αιτήματά του το εσωτερικό μέτωπο, τόσο ισχυρότερο και ικανότερο να αντισταθεί στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα γίνεται το γενικό μέτωπο. Από αυτή την άποψη, το σύνθημά μας επί μια δεκαετία είναι “υπεράσπιση της χώρας, υπεράσπιση του λαού!”

Τι άποψη έχει το Συριακό Κομμουνιστικό Κόμμα για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα στη Λατινική Αμερική, για το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα, για το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα; Και πώς αξιολογείτε τη δράση των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων;

– Υπάρχει μονάχα ένας σοσιαλισμός εντελώς αποσπασμένος από τον χώρο και τον χρόνο, αλλά αυτός βρίσκεται στην εποχή του Ιησού Χριστού. Το ζήτημα δεν είναι ο 21ος ή ο 20ος αιώνας· αυτό που παραμένει είναι η σημασία του ελέγχου στα μέσα παραγωγής, που στο παρόν στάδιο, στη φάση της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας, βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο των συγκεντρωμένων μονοπωλίων. Γι αυτό το λόγο μιλάμε σήμερα για σοσιαλισμό, αλλά ο σοσιαλισμός στον οποίο αναφερόμαστε είναι η κοινωνική ιδιοκτησία της παραγωγής, και συνεπώς οτιδήποτε εκτός του ελέγχου της κοινωνικής ιδιοκτησίας δεν αντιπροσωπεύει το λαϊκό συμφέρον. Πείτε το όπως θέλετε, όχι όμως σοσιαλισμό.

Ποια είναι η Μαρξιστική-Λενινιστική οπτική σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στο διεθνές σκηνικό και γιατί βρίσκεται η Συρία στο επίκεντρο της διαπάλης;

– Θεμελιακό χαρακτηριστικό του Μαρξισμού-Λενινισμού είναι ο προλεταριακός διεθνισμός, αυτό το εξηγεί ο Μαρξ. Συνεπώς, ο καπιταλισμός ως παγκόσμια δύναμη μπορεί να αντιπαλευτεί με την ενότητα και αλληλεγγύη όλου του προλεταριάτου. Η Συρία βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής γιατί αυτή τη στιγμή είναι το πρωταρχικό μέτωπο του ιμπεριαλισμού. Γι αυτό λέμε ότι η πάλη μας ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό είναι εθνική πάλη, αλλά συνάμα και διεθνιστική πάλη.

Τι σημασία θεωρείτε ότι έχει η αμερικανική επίθεση της 7ης Απρίλη στη βάση Αλ-Σαϊράτ με 59 πυραύλους Τόμαχωκ;

– Υπάρχουν δύο παράγοντες που πρέπει να λάβουμε υπόψη σχετικά με αυτό, αν και τα δυτικά ΜΜΕ επικέντρωσαν μόνο στον πρώτο, προσφέροντας την ερμηνεία ότι ο Τραμπ ήθελε να επιβεβαιώσει στα αμερικανικά μάτια ότι είναι πρόεδρος με πυγμή. Υπάρχει όμως και ο δεύτερος παράγοντας, που είναι σημαντικότερος, ότι δηλαδή πρόκειται για ρητή δήλωση των ΗΠΑ ότι επιθυμούν να έχουν δική τους σφαίρα επιρροής στο συριακό έδαφος, ειδικά στα βορειοανατολικά και τα νοτιοανατολικά.

Τα ιταλικά ΜΜΕ έχουν πρόσφατα υποβαθμίσει το ενδιαφέρον για τη Συρία. Πώς μπορούμε να αξιολογήσουμε τις πρόσφατες εξελίξεις; Είναι ασφαλής η Συρία; Μπορεί να κοιμάται ήσυχος ο συριακός λαός;

– Τα ΜΜΕ σταμάτησαν να ασχολούνται με τη Συρία επειδή ο ιμπεριαλισμός ηττήθηκε. Τώρα που δεν έχουν πετύχει τη νίκη που φανταζόταν έχουν πέσει σε σιωπή, μετά όμως την αποτυχία της προσπάθειάς τους να ανατρέψουν την κυβέρνηση προσπαθούν να χτυπήσουν τη Συρία με άλλα μέσα, και για αυτό η μάχη παραμένει πολύ μακροπρόθεσμη.

Πώς αξιολογείτε τη σχέση της Συρίας με τη Ρωσική Ομοσπονδία;

– Τη στιγμή αυτή, τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας συναντώνται, και από πολλές απόψεις ανταποκρίνονται, στα εθνικά συμφέροντα της Συρίας. Δεν έχουμε όμως ψευδαισθήσεις. Γνωρίζουμε ότι η παρέμβαση της σημερινής Ρωσίας δεν έχει ως κίνητρο τη διεθνή αλληλεγγύη, όπως θα ανέμενε κανείς από τη Σοβιετική Ένωση. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διεθνείς δυνάμεις.

Πώς μπορούν τα κομμουνιστικά κόμματα της Μεσογείου να συνεργαστούν ώστε να καθορίσουν την ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής σε διεθνιστική βάση;

Η αλληλεγγύη έχει πρωταρχική σημασία. Η θέση μας ως κόμματος συνοψίζεται στο σύνθημα “Για το διεθνές μέτωπο ενάντια στον ιμπεριαλισμό!” Η ενότητα, σε ό,τι αφορά τις αρχές και τις ευθύνες που μοιραζόμαστε, πρέπει να βρίσκεται στο επικέντρο κάθε δράσης.

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Δεύτερο Μέρος

By stasis1

Οι οικονομικοί λόγοι έπαιξαν σημαντικό, αν όχι κρίσιμο, ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τουρκικό οικονομικό σύστημα βασιζόταν σε δυτικά μοντέλα και εξαρτώταν έντονα από την αμερικανική οικονομική βοήθεια. Κατά την περίοδο 1947-1961, η Τουρκία έλαβε 1.862 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής ενίσχυσης και 1.394 εκατομμύρια δολάρια οικονομικής ενίσχυσης από τις ΗΠΑ. Κι όταν ο [Αντνάν] Μεντερές βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χρεοκοπία το 1958, αποδέχτηκε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλλε διεθνές κονσόρτιουμ το οποίο αποτελούσαν οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών και το ΔΝΤ. Σε αντάλλαγμα, το κονσόρτιουμ έθεσε νέα χρονοδιαγράμματα για την αποπληρωμή των δανείων της Τουρκίας και της παρείχε οικονομικό πακέτο βοήθειας ύψους 359 εκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μεντερές προσπάθησε να συνδέσει την οικονομική της πολιτική με τη Δύση μέσω της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [ΕΟΚ]. Το 1959, η Τουρκία κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση του στάτους χώρας συμβαλλόμενης με την ΕΟΚ. Στις αρχές όμως του 1960, η οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στην Τουρκία πέρασε σε ύφεση και οι ηγέτες της Άγκυρας άρχισαν να σκέφτονται την επαναπροσέγγιση με τους Σοβιετικούς, ώστε να βρουν οικονομική βοήθεια. [9]

Η μετατόπιση της Τουρκίας στην εξωτερική της πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς αν δε λάβουμε υπόψη συστημικούς παράγοντες. Καθώς έγινε σαφής η σοβιετική ισοδυναμία σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, η νατοϊκή πολιτική της “μαζικής κλίμακας αντεκδίκησης” αντικαταστάθηκε από την αρχή της “ευέλικτης ανταπόκρισης.” Αυτό το γεγονός, και το ζήτημα που έθεσε αυτό για το ρόλο χωρών στις πτέρυγες του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου, οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να βελτιώσει και να αυξήσει τις σχέσεις της με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Τρίτου Κόσμου, ώστε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις οικονομικές και πολιτικές της δυνατότητες. Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος αντικατέστησε τον Ινονού ως ηγέτης του κόμματός του τον Μάη του 1972, θεωρούσε ότι η Τουρκία μπορούσε να υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική απέναντι στις υπερδυνάμεις που να είναι προδραστική, σε αντίθεση με την επιφυλακτική πολιτική του Ινονού. Δεν ετίθετο ζήτημα εγκατάλειψης των συμμαχιών της Τουρκίας όπως ήταν το ΝΑΤΟ και η CENTO, εντός όμως των συμμαχιών αυτών, η Τουρκία θα ακολουθούσε πολιτική σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τα δικά της εθνικά συμφέροντα. [10]

Επιπρόσθετος παράγοντας υπήρξε η πιο ευέλικτη και λιγότερο αυστηρή σοβιετική εξωτερική πολιτική που αναδύθηκε μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953. Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης με τους γειτονικούς λαούς (Άραβες, Τούρκους, Ιρανούς) και με χώρες που είχαν διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η νέα σοβιετική ηγεσία παραιτήθηκε των εδαφικών της απαιτήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, καθώς και της επιθυμίας της να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου. Τον Απρίλη του 1960, ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές συμφώνησε στην ανταλλαγή επισκέψεων με τον Χρουστσόφ, ως αποτέλεσμα της τουρκικής κυρίως ανάγκης για οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, ο Μεντερές ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μάη του 1960, το οποίο έφερε τέλμα στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΣΣΔ για άλλα τέσσερα χρόνια.

Το πραγματικό ξεπάγωμα των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ ξεκίνησε μετά την κυπριακή κρίση του 1964 και την πτώση του Χρουστσόφ από την εξουσία τον Οκτώβρη του ίδιου έτους. Ο Χρουστσόφ είχε φιλικές σχέσεις με τον Μακάριο, καθώς τον έβλεπε ως τον μόνο που μπορούσε να εξασφαλίσει αδέσμευτο και ανεξάρτητο στάτους για την Κύπρο. Η νέα όμως σοβιετική ηγεσία έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Φεριντούν Ερκίν επισκέφθηκε τη Μόσχα στα τέλη του Οκτώβρη του 1964· το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε στο τέλος της επίσκεψής του δήλωνε ότι και οι δύο χώρες σέβονταν την ανεξαρτησία της Κύπρου και αποδεχόντουσαν “τα έννομα δικαιώματα των δύο εθνικών κοινοτήτων.”[11] Η μετατόπιση της Σοβιετικής Ένωσης προς την Τουρκία επιβεβαιώθηκε στις 21 Γενάρη του 1965, όταν ο σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Γκρομίκο δήλωσε πως οι δύο κυπριακές “εθνικές κοινότητες … μπορούν να επιλέξουν ομοσπονδιακή μορφή διακυβέρνησης” [12]. Σαφώς, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ευχαριστήθηκαν με αυτή την εξισορροπιστική προσέγγιση, την οποία δικαίως θεώρησαν ως εξέλιξη υπέρ τους. Ανταποκρίθηκαν σε αυτή αρνούμενοι να συμμετάσχουν στην νατοϊκή πολυεθνική δύναμη. Η δημιουργία της ήταν κάτι στο οποίο αντιτίθετο σφοδρά η Σοβιετική Ένωση, καθώς θα συνέδεε τη Δυτική Γερμανία με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Το Δεκέμβρη του 1965, όταν το κυπριακό ζήτημα συζητήθηκε στη Γενική Συνέλευση [των Ηνωμένων Εθνών], το παγκόσμιο σώμα έφτασε στην ως τότε πιο κατηγορηματική δήλωση υπέρ της ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, καθώς και της αντίθεσης σε οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση στα εσωτερικά του νησιού. Όμως η απόφαση είχε και 54 αποχές. Ανάμεσά τους ήταν η Σοβιετική Ένωση και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη. [13]

Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλεξέι Κοσίγκιν στην Άγκυρα το Δεκέμβρη του 1966, οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Τουρκίας πήραν τη μορφή στενότερων οικονομικών δεσμών. Οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι η οικονομική βοήθεια προς, καθώς και οι ομαλές οικονομικές σχέσεις με λιγότερο αναπτυγμένες χώρες θα μπορούσαν να εξαλείψουν σταδιακά τη δυτική πρωτοκαθεδρία, ενώ θα άνοιγαν και τις προοπτικές αύξησης της σοβιετικής επιρροής. Οι τουρκικές εξαγωγές προς και εισαγωγές από το Ανατολικό μπλοκ αυξήθηκαν ραγδαία, και το μερίδιό τους στο συνολικό εμπόριο της Τουρκίας αυξήθηκε από 7% το 1964 σε 13% το 1967. Το 1967, ο Ντεμιρέλ επισκέφθηκε τη Μόσχα και οι Σοβιετικοί συμφώνησαν στην οικοδόμηση αρκετών βιομηχανικών μονάδων στην Τουρκία, περιλαμβανομένου χαλυβουργείου, μονάδας επεξεργασίας αλουμινίου, και διυλιστηρίου. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Τουρκία είχε γίνει αποδέκτης περισσότερης Σοβιετικής οικονομικής βοήθειας από κάθε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου. [14] Το 1972 και το 1978, τα δύο κράτη υπέγραψαν δήλωση “αρχών καλής γειτονίας” και “πολιτικό έγγραφο” φιλικών σχέσεων.

Η κυπριακή κρίση το καλοκαίρι του 1974

Οι περιστάσεις γύρω από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου με στήριξη της ελληνικής χούντας και των τουρκικών εισβολών του Ιούλη και του Αύγουστου του 1974 έχουν εξεταστεί αναλυτικά αλλού. [15] Εδώ θα εστιάσουμε στην τουρκική στρατηγική και τα τουρκικά κίνητρα, καθώς και στη σοβιετική στάση απέναντι στις εισβολές. Στη συνάντηση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της 15ης Ιούλη, ο Υπουργός Οικονομικών Ντενίζ Μπαϊκάλ δήλωσε ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο είχε καταστεί αναπόφευκτη. Ως αποτέλεσμα της ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου, οι αντιδράσεις των υπερδυνάμεων στις περιφερειακές κρίσεις είχαν αλλάξει. Αντί να παρεμβαίνουν, οι υπερδυνάμεις είχαν αρχίσει να καθησυχάζουν τους συμμετέχοντες σε περιφερειακές συγκρούσεις, και τα κράτη τα οποία έπαιρναν την πρωτοβουλία και δημιουργούσαν τετελεσμένα είχαν πλέον πλεονεκτική θέση. Κατόπιν, ο Μπαϊκάλ παρατήρησε:

Η σημαντικότερη διάσταση του σημερινού πραξικοπήματος δεν είναι η εγκαθίδρυση του Σαμψών, δολοφόνου των Τούρκων και των Βρετανών, αλλά το ότι καθιστά αναπόφευκτο η Ελλάδα να γίνει γείτονάς μας προς νότον. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί.

Ο Ετσεβίτ συμφώνησε με τις παρατηρήσεις του Μπαϊκάλ και ισχυρίστηκε πως, ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος, η κεντρική και νότια Ανατολία βρισκόντουσαν πλέον εντός του βεληνεκούς της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Τα λόγια αυτά αποδεικνύουν ότι το βασικό κίνητρο της Τουρκίας ήταν στρατηγικό. Η πρώτη εισβολή της Τουρκίας στις 20 Ιούλη αποτελούσε εφαρμογή μιας εκδοχής των σχεδίων Άτσεσον, με τον τουρκικό στρατό να καταλαμβάνει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες στον άξονα Κερύνειας-Λευκωσίας. Φαίνεται πως ο τουρκικός στρατός αυτό το είδε ως μεγάλη ευκαιρία να διχοτομήσει την Κύπρο, με τον μακροπρόθεσμο στόχο να θέσει υπό τον στρατηγικό του έλεγχο ολόκληρο το νησί. Η Κύπρος ήταν η πύλη εισόδου στη νότια πτέρυγα της Τουρκίας και ο έλεγχός της σήμαινε έλεγχο ολόκληρης της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου. Αντίστροφα, η Κύπρος, είτε ως ανεξάρτητη, είτε σε ένωση με την Ελλάδα, θα έβαζε την Ελλάδα σε πλεονεκτική γεωστρατηγική σχέση σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των αέριων και θαλάσσιων επικοινωνιών. Με τα λόγια του Υπουργού Εξωτερικών Γκιουνές στο Κοινοβούλιο, στις 22 Μάη 1974, η Τουρκία επιζητούσε να ζήσει ειρηνικά με την Ελλάδα, αλλά “ακριβώς για αυτό το λόγο, δε θα επιτραπεί στην Ελλάδα να σιγοτρώει τα τουρκικά συμφέροντα με κανένα τρόπο, ούτε να ανατρέψει την ισορροπία ανάμεσα στις δύο χώρες.” [16]

Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στη Γενεύη, η Τουρκία εξαπέλυσε δεύτερη, μεγάλης κλίμακας εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974, καταλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο του κυπριακού εδάφους και δημιουργώντας τεράστιο προσφυγικό ζήτημα, καθώς περίπου 250.000 κύπριοι εκτοπίστηκαν δια της βίας. Η δεύτερη τουρκική εισβολή αναμφίβολα υπονόμευσε το τουρκικό επιχείρημα ότι η δράση της Τουρκίας αποσκοπούσε στην προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας του νησιού από τους έλληνες εθνικιστές. Μάλλον, η τουρκική δράση έκανε τη διεθνή κοινότητα να πειστεί να ακολουθήσει την ισορροπημένη ελληνική πρόταση ότι οι επεμβάσεις ήταν ανήθικες και επίσης εντελώς παράνομες από τη σκοπιά του διεθνούς Δικαίου και της Ιδρυτικής Συμφωνίας του 1960. [17]

Εκτός των κριτηρίων σχετικών με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική, η απόφαση Ετσεβίτ να εισβάλλει στην Κύπρο επηρεάστηκε ακόμα από την πεποίθησή του ότι η Τουρκία είχε μοναδική ευκαιρία τη φορά αυτή να δράσει προδραστικά και να δημιουργήσει τετελεσμένα, με εύλογες προοπτικές για θετική έκβαση. Ο αμερικανός Υπουργός Εσωτερικών Χένρι Κίσινγκερ δεν είχε διάθεση να φανεί ανταγωνιστικός προς την Τουρκία, συμμάχου μεγάλης στρατηγικής συμμαχίας για τις ΗΠΑ. Όπως είπε με κυνισμό στον πρόεδρο Φορντ, δεν υπήρχε “λόγος για τις ΗΠΑ η Τουρκία να μην καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου.”[18] Για να βοηθήσει μάλιστα την Τουρκία να πετύχει τους εδαφικούς της στόχους υιοθέτησε την προσέγγιση “βλέποντας και κάνοντας” και παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, ισχυρά αντίθετος με κάθε στρατιωτική επιλογή παρεμπόδισης των εισβολών. Δίνοντας πράσινο φως στην Τουρκία να χειριστεί την Κύπρο με το δικό της τρόπο, ο Κίσινγκερ ήλπιζε να αποκαταστήσει την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και να καθησυχάσει τους Τούρκους. Μετά την εισβολή, το αμερικανικό Κογκρέσο, εν μέρει υπό την πίεση του ελληνοαμερικανικού λόμπι και εν μέρει λόγω εγχώριων πολιτικών ζητημάτων, επέβαλλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στην Τουρκία. Όμως το εμπάργκο βρήκε αντίθετο τον πρόεδρο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον αμερικανικό στρατό. Άρθηκε εν μέρει στα τέλη του 1975 και ολοκληρωτικά το καλοκαίρι του 1978.

Το πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο τον Ιούλη του 1974 έπεισε τους σοβιετικούς ηγέτες ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών είχε ως στόχο την Ένωση, η οποία θα έφερνε την Κύπρο υπό τον στενό έλεγχο της Ελλάδας, και συνεπώς, του ΝΑΤΟ. Στην πρώτη της επίσημη δήλωση στις 16 Ιούλη 1974, η σοβιετική κυβέρνηση εξέφρασε τη στήριξή της στο λαό και στη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου, και απέδωσε την ευθύνη αποκλειστικά στους “έλληνες μιλιταριστές” και στο ΝΑΤΟ, που “ενέπνευσε τη δράση της ελληνικής χούντας.” [19] Παρόμοια, η δεύτερη δήλωση της σοβιετικής κυβέρνησης, η οποία εκδόθηκε δύο μέρες αργότερα, αναφερόταν σε “ορισμένους κύκλους του ΝΑΤΟ”, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν “μια ανεξάρτητη Κύπρο με μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική.” [20]

Όταν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στην Κύπρο, η Μόσχα τήρησε στάση μάλλον αμφίθυμη. Δεν στήριξε ούτε την τουρκική επέμβαση, ούτε το καθεστώς της Λευκωσίας. Αρχικά, έδειξε ικανοποίηση για τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης πως η εισβολή γινόταν για να “αποκατασταθούν οι συνταγματικές διαδικασίες” και να επιστρέψει στην εξουσία ο Μακάριος.[21] Παρόμοια, ο σοβιετικός Τύπος δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή ως λογική αντίδραση στις ελληνικές προθέσεις να προσαρτήσουν οι Έλληνες την Κύπρο και να την μεταβάλλουν σε βάση του ΝΑΤΟ. Στις 21 Ιούλη του 1974, η Πράβδα σχολίασε πως το κίνητρο της τουρκικής κυβέρνησης ήταν η ανάγκη προστασίας των τουρκοκυπρίων, και ότι η Τουρκία αποφάσισε την εισβολή μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε ειρηνική δίοδος επίλυσης της σύγκρουσης είχε εξαντληθεί. Επιπλέον, η Πράβδα αναπαρήγαγε την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης ότι το ΝΑΤΟ χρησιμοποιούσε την Κύπρο για να εδραιώσει την στρατιωτικο-στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, και συνέδεσε τις μηχανουργίες του ΝΑΤΟ με την ισραηλινή “επιθετικότητα” απέναντι στις αραβικές χώρες. [22] Ήταν σαφές ότι τους σοβιετικούς τους απασχολούσε πολύ περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων και η σταθερότητα στην περιοχή από ό,τι η μοίρα της Κύπρου.[23]

Γρήγορα, οι Σοβιετικοί συνειδητοποίησαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα δεν θα έφευγαν ποτέ από την Κύπρο και ότι ήταν ανεπιθύμητη [για την Τουρκία και τις ΗΠΑ] η επιστροφή του Μακάριου. Ωστόσο, συγκρατήθηκαν απ’ το να ασκήσουν κριτική, έστω και έμμεση, κατά της Τουρκίας ή των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης στις 28 Ιούλη παρατηρούσε ότι:

Ορισμένοι κύκλοι του ΝΑΤΟ εργάζονται προς την παρουσίαση τετελεσμένων διχοτόμησης της χώρας, ή τουλάχιστον δημιουργίας συνθηκών για μια τέτοια διχοτόμηση…Στην πραγματικότητα, υπάρχει προσπάθεια να παγιωθεί η κατοχή του νησιού, να κοπεί στα δύο, και αυτό μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. [24]

Στην ανακοίνωση 1.000 λέξεων της 22ης Αυγούστου δεν υπήρχε ούτε έμμεση αναφορά στον τουρκικό παράγοντα. Η κριτική ασκούνταν αφηρημένα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ:

H κατάσταση στην Κύπρο και γύρω απ’ την Κύπρο παραμένει τεταμένη. Οι μιλιταριστικοί κύκλοι του ΝΑΤΟ δεν έχουν σταματήσει τις προσπάθειές τους να εξαλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με αδέσμευτη πολιτική και να την διαμελίσουν, μετατρέποντας το κυπριακό έδαφος σε νατοϊκό φρούριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παίζουν ένα εγκληματικό παιχνίδι σε βάρος των συμφερόντων του κυπριακού λαού, χρησιμοποιώντας τα πιο αισχρά μέσα και παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών. Το πραξικόπημα και τον χονδροειδή στρατιωτικό ελιγμό τους διαδέχονται παρασκηνιακοί διπλωματικοί ελιγμοί πίσω από τις πλάτες του κυπριακού λαού, σε βάρος των συμφερόντων του. [25]

Ο βασικός γενικός σοβιετικός στόχος κατά τη διάρκεια της κυπριακής κρίσης ήταν να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία και να γίνει εκμετάλλευση των διαφορών Τουρκίας-ΗΠΑ. Άλλος σημαντικός στόχος ήταν η ΕΣΣΔ να έχει ρόλο σε κάθε διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος. Όμως η απόπειρα των Σοβιετικών να φέρουν άμεσα την κυπριακή κρίση στα Ηνωμένα Έθνη παρεμποδίστηκε αποφασιστικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη αποκλειστικά ανάμεσα σε μέλη του ΝΑΤΟ, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε το Συμβούλιο Ασφαλείας να στείλει αποστολή στην Κύπρο, η οποία να διαβεβαιώσει ότι τηρείται η κατάπαυση πυρός που συμφωνήθηκε στη Γενεύη. Η πρόταση δεν πήρε υποστήριξη από τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία. [26] Όταν έγινε η δεύτερη απόβαση, η Σοβιετική Ένωση καταδίκασε και πάλι την παρέμβαση του ΝΑΤΟ στα εσωτερικά της Κύπρου και υπογράμμισε την ανάγκη να τηρηθεί ο κανονισμός αρ. 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καλώντας σε κατάπαση πυρός και άμεσο τέλος στην ξένη στρατιωτική επέμβαση. [27] Μια εβδομάδα αργότερα, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε τη σύσταση, κάτω από την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, διευρυμένης συνέλευσης με θέμα την Κύπρο. Στη συνέλευση θα παρακάθονταν εκπρόσωποι όλων των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, συν αυτούς της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου. Όμως αργά το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, η Τουρκία απέρριψε την πρόταση κάθετα. Τέλος, στις 30 Αυγούστου, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε απόφαση με την κοινή στήριξη Αυστρίας, Γαλλίας και Βρετανίας, η οποία καλούσε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις και να εργαστούν στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών ώστε να λυθεί το προσφυγικό πρόβλημα.[28] Αυτή η απόφαση σηματοδότησε το οριστικό τέλος της κυπριακής σύγκρουσης του καλοκαιριού του 1974.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Άγκυρα θεωρούσε ότι η υποστήριξη των δυτικών της συμμάχων για την Κύπρο θα έκανε εφικτή μια διευθέτηση υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Στο δεύτερο μισό όμως της δεκαετίας του 1960, η Άγκυρα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η πλήρης ταύτισή της με τη Δύση ήταν σε βάρος των συμφερόντων της στην Κύπρο, και ότι έπρεπε να σπάσει τη διεθνή απομόνωση που αποτυπώθηκε τόσο ξεκάθαρα στην απόφαση, το 1965, των Ηνωμένων Εθνών υπέρ της κυπριακής ανεξαρτησίας και κατά κάθε εξωτερικής παρέμβασης ως παράνομης. Η βασική ώθηση για το νέο προσανατολισμό της Άγκυρας ήρθε από την επιστολή Τζόνσον προς Ινονού σχετικά με την Κύπρο. Επειδή ο Ινονού δημοσιοποίησε το γεγονός ότι η ακύρωση σχεδιασμένης απόβασης οφειλόταν στην αντίθεση των ΗΠΑ, η επιστολή αυτή είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση υιοθέτησε την “πολυδιάστατη” εξωτερική πολιτική, βασικό στοιχείο της οποίας ήταν η βελτίωση των σχέσεών της με πρώην αντιπάλους, περιλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης και των αραβικών εθνικιστικών κρατών.

Το 1974, η Τουρκία δεν παρενέβη στην Κύπρο για να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη του 1960, ούτε για να παρεμποδίσει το σχέδιο της ελληνικής χούντας για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ο βασικός της στόχος ήταν η αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Κύπρο με την κατάληψη του ενός τρίτου του νησιού και η παρεμπόδιση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου από τα σχέδιά του να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Σοβιετικοί, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, έδειξαν θετική προδιάθεση στα τουρκικά σχέδια και δεν πήραν πρωτοβουλίες για να σταματήσουν τις εισβολές. Οπωσδήποτε, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συντέλεσαν στη σοβιετική απραγία. Η σοβιετική στρατιωτική στήριξη δινόταν σε χώρες που είχαν δεσμευτεί στο σοσιαλισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Η Κύπρος ήταν αδέσμευτη χώρα με ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε όμως και δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, ενώ μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιούλη, βρισκόταν στα νύχια των Συνταγματαρχών της Αθήνας. Επιπλέον, οι Σοβιετικοί είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι η Κύπρος ανήκε στη δυτική σφαίρα συμφερόντων. Και δεν θα διακινδύνευαν άλλη μια στρατιωτική επέμβαση λίγους μήνες μετά την κρίση του Οκτώβρη του 1973 στη Μέση Ανατολή.

Σημειώσεις

[9] Μ. Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy…”, ό.π., σελ. 110-111.

[10] Bulent Ecevit, Dis Politica, Άγκυρα, Ajans Turk, 1976, σελ. 18.

[11[ Izvestiya, 7 Νοέμβρη 1964.

[12] Izvestiya, 22 Γενάρη 1965.

[13] ΟΗΕ, Έγγραφο A/5552/ADD.I.

[14] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ.118-119.

[15] I. Asmussen, Cyprus at War…, ό.π.· και J. Sakkas, “Conflict and Détente in the Eastern Mediterranean…”, ό.π.

[16] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ. 188-189.

[17] Ό.π., σελ. 176.

[18] Βλ. επιχειρήματα στο Vasilis Fouskas, “Reflections on the Cyprus Issue and the Turkish Invasions of 1974”, Mediterranean Quarterly, 12/3, 2001, σελ. 98-127.

[19] FRUS, Μνημόνιο συζήτησης Φορντ και Κίσινγκερ, 13 Αυγούστου 1974.

[20] Zayavlenie TASS, Pravda, 16 Ιούλη 1974.

[21] Ό.π., 18 Ιούλη 1974.

[22] Kipr: Vosstanovit’ Konstitutsionnii Poryadok, Pravda, 25 Ιούλη 1974.

[23] Zayavlenie Sovetskogo Pravitel’stva, Pravda, 21 και 28 Ιούλη 1974, 4 Αυγούστου 1974.

[24] Ό.π., 29 Ιούλη 1974.

[25] Soviet News, 3 Σεπτέμβρη 1974.

[26] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1787.

[27] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1794.

[28] ΟΗΕ, Έγγραφο S/ 11479.

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Πρώτο Μέρος

By stasis1

John Sakkas και Nataliya Zhukova
H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα
Les Cahiers Irice, 2013

[…]

Η σοβιετική πολιτική στην Κύπρο

Μετά την κυπριακή ανεξαρτησία, οι Σοβιετικοί άρχισαν, για μια σειρά λόγων, να ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τα κυπριακά πράγματα. Κατά παράδοση, επιδίωξή τους ήταν να αυξήσουν την επιρροή τους στην Ανατολική Μεσόγειο, περιοχή που συνέδεε τα εδάφη τους στη Μαύρη Θάλασσα με τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Η σημασία της Κύπρου στην περιοχή ήταν προφανής. Ήταν ο χώρος δύο σημαντικών βρετανικών βάσεων, στρατηγικής σημασίας για το ΝΑΤΟ, ενώ το πιο δυναμικό της πολιτικό κόμμα, το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ, ασκούσε σημαντική επιρροή στους ελληνοκύπριους. Επιπλέον, το κυπριακό ζήτημα παρείχε τη δυνατότητα στην ΕΣΣΔ να προκαλέσει ρήγματα στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η δυνατότητα να αποσπαστεί έστω και λίγο η Τουρκία από το ΝΑΤΟ φαινόταν εξίσου σημαντική στη Μόσχα όσο ήταν και το να παραμείνει αδέσμευτη η Κύπρος.

Η ΕΣΣΔ στήριξε σταθερά την συνέχιση της ύπαρξης μιας ενωμένης και αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου και αντιτέθηκε με συνέπεια στη διχοτόμηση – είτε ως εκπλήρωση της “ένωσης” με την Ελλάδα, είτε μέσω “διπλής ένωσης.” Η θεμελιακή λογική του Κρεμλίνου ήταν ότι η προσάρτηση τμήματος του νησιού στο έδαφος μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ θα αύξανε κατά πολύ τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως νατοϊκή βάση. Δεν υπήρχε πιο εφιαλτικό σενάριο για την ΕΣΣΔ. Εξάλλου, το νησί είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως βάση προώθησης των βρετανικών δυνάμεων στην εισβολή κατά της Αιγύπτου, το 1956. [1]

Για την κομμουνιστική υπερδύναμη, η κρίση του 1964 στην Κύπρο δεν ήταν τίποτε άλλο από νατοϊκό πρόσχημα για κατάληψη του νησιού. Στις 15 Αυγούστου, επίσημη σοβιετική δήλωση προειδοποιούσε ότι “αν γίνει ξένη ένοπλη εισβολή σε βάρος του κυπριακού εδάφους, η ΕΣΣΔ θα συνδράμει την Κύπρο στην υπεράσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της.” [2] Τον επόμενο μήνα, η ΕΣΣΔ δεσμεύτηκε να παραδώσει, και παρέδωσε, οπλισμό και εξοπλισμό αξίας 70 εκατομμυρίων δολαρίων ως τον Οκτώβρη του 1965. Το 1967, η Κύπρος εισήγαγε μεγάλο αριθμό τσέχικων όπλων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία παραστρατιωτικής δύναμης εντός της αστυνομίας. Ως τα τέλη του 1960, η Κύπρος και η ΕΣΣΔ είχαν εδραιώσει στενές διπλωματικές, εμπορικές και  πολιτισμικές σχέσεις, όπως τεκμαίρεται από τις ανεπίσημες ανταλλαγές, το άνοιγμα Σοβιετικού πολιτιστικού κέντρου στη Λευκωσία, το πολυάριθμο προσωπικό της Σοβιετικής Πρεσβείας και την αποδοχή μεγάλου αριθμού κυπρίων φοιτητών στην Σοβιετική Ένωση. [3]

Μετά την εδραίωση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Αθήνα, οι Σοβιετικοί ένιωσαν ότι η απειλή κατά των συμφερόντων τους στην Κύπρο δεν ήταν τόσο η Τουρκία όσο η Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις εξέφρασαν ανησυχία για την ανάμιξη εξωτερικών παραγόντων στα εσωτερικά της Κύπρου ή προειδοποίησαν για αυτή. Επίσης, συνέχισαν να βλέπουν τον Μακάριο ως τον νόμιμο ηγέτη. Τον Ιούνη του 1971, τον κάλεσαν για να παρακολουθήσει την ενθρόνιση του νέου πατριάρχη της Μόσχας και πάσης Ρωσίας, του Ποιμένος. Ο Μακάριος επισκέφθηκε τη Μόσχα, το Λένινγκραντ, το Ζαγκόρσκ, το Βόλκογκραντ και το Κίεβο, και συνομίλησε με τον Ποντγκόρνι και με τον Υπουργό Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο. Συζήτησαν, μεταξύ άλλων, για την κατάσταση των διμερών σχέσεων, το κυπριακό ζήτημα, και την κρίσιμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Η κοινή δήλωσή τους εξέφραζε την επιθυμία για ευόδωση των διακοινοτικών συνομιλιών με βάση “την πλήρη κυριαρχία και ενότητα του κράτους”. Το 1972, η κυβέρνηση της Κύπρου αποφάσισε να αυξήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Αυτό προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Ελλάδας και των ΗΠΑ. Τα όπλα στο τέλος παραδόθηκαν στην αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και έμειναν εκεί ως το 2001. [4]

Σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, η Σοβιετική Ένωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της κρατικής ασφάλειας της Κύπρου μέσα από τις γραμμές του ΑΚΕΛ, προστατεύοντας τον Μακάριο από δολοφονία. Επιπρόσθετα, το 1973, το ΑΚΕΛ παρέλαβε από την ΕΣΣΔ 140 χιλιάδες δολάρια μέσα από το Διεθνές Ταμείο ώστε να συνδράμει τις αριστερές εργατικές οργανώσεις. Και στις αρχές του Ιούλη του 1974, και μετά από αίτημα του ΑΚΕΛ, η ΕΣΣΔ απέστειλε κρυφά στην Κύπρο 100 όπλα και 2.500 φυσίγγια για να προστατέψει τους ηγέτες του κόμματος από τις προκλήσεις και την τρομοκρατία της ΕΟΚΑ-Β. [5]

Η επαναπροσέγγιση Τουρκίας-ΕΣΣΔ

Την περίοδο 1945-1960, κατά την οποία η τουρκική εξωτερική πολιτική κυριαρχούνταν από απόλυτη εξάρτηση από τη Δύση, τη διαδέχτηκε μια περίοδος απογοήτευσης με τη Δύση, καθυστερημένης ανακωχής με τα κράτη του Ανατολικού μπλοκ και προσπαθειών επαναπροσέγγισης με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (1960-70). Η σκληρή διπλωματική παρέμβαση του προέδρου Τζόνσον, τον Ιούνη του 1964, κατά των σχεδίων τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν ο καταλύτης που έσπρωξε την Άγκυρα να επαναξιολογήσει την εξωτερική της πολιτική. Οι ηγέτες της Τουρκίας αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι η ολική τους προσκόλληση στη φιλοδυτική συμμαχία σε ένα διεθνές σύστημα που άλλαζε ραγδαία είχε αφήσει τη χώρα σχεδόν απομονωμένη από την παγκόσμια κοινότητα.

Αρκετοί παράγοντες σχετικοί με το κυπριακό ζήτημα ανάγκασαν την Τουρκία να σκεφτεί το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης με την Σοβιετική Ένωση. Πρώτα από όλα, η Τουρκία ένιωσε ότι αν ανοιγόταν στην ΕΣΣΔ, αυτό θα ανησυχούσε τις ΗΠΑ και θα τις ανάγκαζε να ξανασκεφτούν τη στάση τους στο κυπριακό. Δεύτερον, η Τουρκία ήλπιζε ότι μπορούσε να κερδίσει τη στήριξη των Σοβιετικών ως προς τη θέση της για την Κύπρο και συνεπώς, να εξασφαλίσει τη στήριξη του κομμουνιστικού μπλοκ στα Ηνωμένα Έθνη. Τέλος, αναζητούσε στο ελάχιστο τη Σοβιετική ουδετερότητα, η οποία θα αρνούνταν στήριξη στις ελληνικές θέσεις.

Πέραν των επιδεινούμενων συνεπειών της κυπριακής κρίσης και της επιστολής Τζόνσον, υπήρχαν και άλλα προβλήματα στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, τα οποία ασκούσαν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση να επανεξετάσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ: το αυξανόμενο αντιαμερικανικό συναίσθημα στην Τουρκία, λόγω της αμερικανικής παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις (στρατιωτικές βάσεις και φήμες για μυστικές δραστηριότητες της CIA)· το “φιλελεύθερο” Σύνταγμα του 1961, το οποίο επέτρεπε την ελεύθερη συζήτηση της εξωτερικής πολιτικής ως πολιτικού ζητήματος· η ακραία πολυδιάσπαση του τουρκικού πολιτικού συστήματος κατά τη δεκαετία του 1960· η ριζοσπαστικοποίηση της τουρκικής νεολαίας και η εμφάνιση, για πρώτη φορά στην τουρκική ιστορία, ενός πραγματικού σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο απαιτούσε καταστροφή των δεσμών της Τουρκίας με τη Δύση και εξομάλυνση σχέσεων με τις αδέσμευτες και τις κομμουνιστικές χώρες [7]· και τέλος, η ακραία αμερικανική αντίδραση στην καλλιέργεια σπόρων οπίου στην Τουρκία.[8]

Σημειώσεις

[1] Andreas Stergiou, “Soviet Policy towards Cyprus”, The Cyprus Review 19/2, 2007, σελ. 83-106.

[2] Pravda, 16 Αυγούστου 1964.

[3] Για μια ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ από την σοβιετική οπτική, βλ. Boris Potskhveria, Foreign Policy of Turkey after the Second World War, Μόσχα, 1976· και Alexei Rodionov, Turkey. The Crossroads of Destinies, Μόσχα, 2006.

[4] Mikhail Oshlakov, The Freedom Saga. History of Modern Cyprus, Μόσχα, 2010, σελ. 164.

[5] Ρωσικό Κρατικό Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας (RGANI), 89/51/30.

[6] Suha Bolukbasi, The Superpowers and the Third World: Turkish-American Relations and Cyprus, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, University of Virginia, 1988, σελ. 89.

[7] Mustafa Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy: Changing Patterns and Conjunctures during the Cold War”, Middle Eastern Studies 36/1, Γενάρης 2000, σελ. 118.

[8] Για το θέμα αυτό, βλ. S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World, ό.π., σελ. 173-175· και James Spain, “The United States, Turkey and the Poppy”, Middle East Journal, τομ. 29, αρ. 3, Καλοκαίρι 1975, σελ. 297-299.

Ένωσις: η εθνοσωβινιστική σήψη – Τρίτο Μέρος

By stasis1

Μεταπολεμική περίοδος και το ΕΛΑΜ

Μετά την εισβολή ο εθνικισμός λαμβάνει μια άλλη μορφή, εφοδιασμένη πάντα με το αίτημα της Ένωσης. Ο πόλεμος, η προσφυγιά και τα εγκλήματα πολέμου δεν εξαφάνισαν το εθνικιστικό μίσος το οποίο αναπροσαρμόστηκε στα καινούργια δεδομένα και αναδιπλώθηκε έτσι ώστε να εκφραστεί στη συνέχεια με μια πιο εκλεπτυσμένη πολιτική και κοινοβουλευτική έκφραση. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔH.ΣY.) ιδρύεται στις 4 Ιουλίου το 1976, δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα και την εισβολή από “αξιωματούχους, στελέχη και μέλη του Eνιαίου Kόμματος, της Προοδευτικής Παράταξης και άλλους πολιτικούς παράγοντες, με πρωτοβουλία του Γλαύκου Kληρίδη”. Στο κόμμα του ΔH.ΣY συσπειρώνεται ο εθνικιστικός πόλος ο οποίος λαμβάνει τη μορφή της κοινοβουλευτικής κομματικής ισχύος, αφήνοντας πίσω της την ενεργό φασιστική δράση αλλά διατηρώντας την ιδεολογική βάση του εθνικισμού. Περίπου δυο μήνες πριν ιδρύεται και το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗ.ΚΟ), του οποίου η ιδρυτική πολιτική διακήρυξη απορρίπτει τους διαχωρισμούς “Δεξιάς – Αριστεράς” και τις “άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις”. Η ΕΔΕΚ είχε ιδρυθεί ήδη το 1969 από τον Βάσο Λυσσαρίδη, μέλος της ΕΟΚΑ και βουλευτή από το 1960, και εξέφραζε το χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Προήλθε από τη μετεξέλιξη των “Ομάδων Λυσσαρίδη” του 1963-1964 και της “Επιτροπής για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα” κατά τη διάρκεια των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων του 1964 στην Τηλλυρία. Κατά την διάρκεια των επόμενων δεκαετιών ιδρύθηκαν και άλλα πολιτικά σχήματα και κόμματα δημιουργούνται χωρίς όμως να απειλήσει κανένα την ηγεμονία της Δεξιάς.

Σήμερα, ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ έχουν 18, 16, 9, και 3 βουλευτές αντίστοιχα. Επίσης τη Βουλή συγκροτεί και το νεοσύστατο κόμμα της Συμμαχίας Πολιτών με πρόεδρο τον Γ. Λιλλήκα το οποίο ιδρύεται το 2013 και τώρα έχει τρεις βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το εθνικιστικό, με άρωμα φασισμού, Κίνημα Αλληλεγγύης της Ελένης Θεοχάρους συγκροτείται το 2016 από διάσπαση του Δημοκρατικού Συναγερμού με τρεις επίσης βουλευτές. Τέλος, το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών-Συνεργασία Πολιτών

Η ιστορία των αστικών κομμάτων μετά την εισβολή του 1974 αποκαλύπτει διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις γύρω από την λύση του Κυπριακού μέχρι και την παιδεία και την εσωτερική διακυβέρνηση· παράλληλα όμως υπάρχει μια διαμεσολαβητική ισχύς η οποία σχετίζει με ένα κοινό πολιτικό θεμέλιο όλα τα κόμματα πλην του ΑΚΕΛ. Η έλλειψη των βασικών θέσεων αλλά και πρακτικών πολιτικών για την επαναπροσέγγιση από τα εθνικιστικά κόμματα αποδεικνύει την άρνηση να αποδεχτούν το αυτονόητο της υπόστασης της Κύπρου ως δικοινοτικής ολότητας – Κυπριακή Δημοκρατία – στην ιστορική της παρουσία. Αντιθέτως, το ΑΚΕΛ ήταν το μόνο πολιτικό κόμμα το οποίο εισήγαγε την πολιτική της επαναπροσέγγισης με τους Τουρκοκύπριους και επέμενε με συνέπεια και σταθερότητα σ’ αυτήν μέχρι και σήμερα, ακόμα και όταν πολλοί άλλοι χλεύαζαν ή απαξίωναν αυτή τη πολιτική.

Σήμερα όμως, πέραν των αστικών κομμάτων τα οποία συγκροτούνται κατά βάση από το εθνικιστικό πρόταγμα κάνει και την εμφάνισή του και το φασιστικό μόρφωμα ΕΛΑΜ. Το ΕΛΑΜ ιδρύεται το 2008 και γίνεται ο πόλος των διάσπαρτων φασιστικών και ναζιστικών αντιλήψεων και πρακτικών, ώσπου, “στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν στις 22 Μαΐου 2011, έλαβε 4.354 ψήφους (ποσοστό 1,08%). Στις Ευρωεκλογές του 2014 αύξησε τα ποσοστά του στο 2,69%, λαμβάνοντας 6.957 ψήφους. Ακόμα πιο ενισχυμένο βγήκε στις βουλευτικές εκλογές του 2016, οπότε κέρδισε πρώτη φορά κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Στο ΕΛΑΜ διακρίνει κανείς την αποκρυστάλλωση της ιστορικής πορείας του εθνικισμού. Η Εκκλησία και η αστική τάξη της Ελλάδος και της Κύπρου διατηρούν με συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις το αίτημα της Ένωσης ως ένα φαντασιακό λυτρωτικό πόθο με αποτέλεσμα να τίθενται σταθερά ενάντια σε κάθε απόπειρα λύσης. Οι μηχανισμοί της διαπαιδαγώγησης, της προπαγάνδας και της θρησκευτικής θεμελίωσης δημιουργούν στην κοινωνία την εθνικιστική συνείδηση ότι η Κύπρος είναι ένα νησί ελληνικό, περιθωριοποιώντας την κοινωνική, πολιτική και οικονομική τουρκοκυπριακή κοινοτική παρουσία.

Ο κυπριακός εθνικισμός δεν είναι απλά μια διακριτή μεμονωμένη πολιτική έκφραση, ειδικά μετά την εμφάνιση της φασιστικής ιδεολογίας που χάραξε τραγικά και εγκληματικά την ιστορία της Κύπρου. Ο εθνικισμός των αστικών κομμάτων του λεγόμενου κέντρου και φυσικά, της δεξιάς, φλερτάρει ανοικτά και επικίνδυνα με το φασιστικό ΕΛΑΜ. Η πρόσφατη υπερψήφιση από όλο τον κεντρώο υποτίθεται χώρο της τροπολογίας του ΕΛΑΜ που αφορά τη συμπερίληψη του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950 στις επίσημες σχολικές επετείους, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Σε μια κρίσιμη στιγμή του Κυπριακού η τροπολογία του ΕΛΑΜ έγινε ο πόλος εκείνος γύρω απ’ τον οποίο τα κόμματα του κεντρώου χώρο έκφρασαν το κοινοβουλευτικό τους εθνικιστικό απωθημένο υπέρ της διχοτόμησης που κρύβεται πίσω από τη θέση της λύσης του Κυπριακού στη βάση ενός Ενιαίου Κράτους. Κατά συνέπεια, οι συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος στη βάση της Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας πάγωσαν πριν οδηγηθούν στο κατά τα φαινόμενα οριστικό ναυάγιο.

Η ελληνοκυπριακή κοινότητα, με την εθνικιστική έξαρση και συσπείρωση του λεγόμενου κέντρου, έκανε λοιπόν για πρώτη φορά μετά από το 1974 μία σοβαρή απόπειρα να επισφραγίσει την παρουσία της στην ιστορία της Κύπρου ενάντια στη λύση του Κυπριακού Ζητήματος στη βάση της ΔΔΟ και της οποιαδήποτε μορφής δικοινοτικότητας. Για πρώτη φορά μετά το 1974 η εθνικιστική κοινοβουλευτική έκφραση βρήκε στο ΕΛΑΜ την κοινοβουλευτική εκείνη δύναμη – που μπορεί να διαιωνίσει αποτελεσματικά τη διχοτομική της πολιτική. Άλλωστε, η διχοτόμηση για τις πολιτικές δυνάμεις του εθνικιστικού κέντρου δεν χαρακτηρίζεται αποκλειστικά ως μια αρνητική εξέλιξη. Για παράδειγμα, στις 29 του Νοέμβρη του 2016 ο Πρόεδρος του Κ.Σ.ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος στην πρωινή εκπομπή στο Ράδιο Πρώτο υποστήριξε ότι: “η διχοτόμηση έχει και πλεονεκτήματα”. Επιπροσθέτως, στα τέλη του 2015 ο ίδιος υποστήριξε ότι “η λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας είναι χειρότερη από τη διχοτόμηση. Οι εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις του κέντρου μαζί με το φασιστικό ΕΛΑΜ δημιούργησαν λοιπόν τις κατάλληλες προϋποθέσεις έτσι ώστε να παρεμποδίζουν, όπως ακριβώς πέτυχαν με την τροπολογία, τη διαδικασία επίλυσης στη βάση της ΔΔΟ. Ο κοινοβουλευτικός πολιτικός μηχανισμός που έχει δημιουργηθεί φαίνεται να μην είναι απλά ένας αυθορμητισμός εθνικιστικής έξαρσης αλλά αντιθέτως έχει τις απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις να διεκδικεί τη λογική της διχοτόμησης ως τη μόνη δυνατή και δίκαιη λύση. Σήμερα, η διχοτόμηση της Κύπρου είναι η πολιτική λύση που εκφράζει την ιστορική επιμονή του αιτήματος της Ένωσης, έστω αρνητικά: αφού η Ένωση με την μητέρα πατρίδα δεν είναι πια εφικτή, ας γίνει τουλάχιστον τέτοια η οριστική διχοτόμηση του νησιού.

Επίλογος

Ιδωμένη από την ελληνοκυπριακή πλευρά, η ιστορία της Κύπρου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια ιστορία ενός εθνικισμού ο οποίος συγκροτείται έχοντας ως πυρήνες από τη μία την απαξίωση και την απόλυτη παραγνώριση της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως κοινότητας του νησιού και από την άλλη ένα υφέρποντα αντικομουνισμό. Στη βάση αυτής της διπλής πολιτικής θεμελίωσης, η Εκκλησία και η Δεξιά λαμβάνουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ηγεμονικής τους κυριαρχίας. Ο αντικομουνισμός και ο εθνικισμός, η σύνθεση της εθνικής πάλης με τον αντικομμουνισμό στον οποίο εκφράζεται ο πόθος για την Ένωση, γίνεται ο ένας και μοναδικός άξονας της κυπριακής συνείδησης. Η κυπριακή ιστορία εγγράφει στην ιστορική της πορεία μια αναλυτική αποσύνθεση, αφού δεν κατάφερε μέχρι και σήμερα να ξεπεράσει την αφηρημένη της ιστορική παρουσία και να ξεπεράσει την εθνοτική και ιδεολογική διαίρεση του νησιού.

❌