Ahmet An
Η πρόταση για εφαρμογή ενός ομοσπονδιακού συστήματος για τη διακυβέρνηση της Κύπρου εκφράστηκε για πρώτη φορά σε γραπτή αναφορά από τον Άγγλο νομικό Λορντ Ράντκλιφ στις 16 Νοεμβρίου 1956. Ωστόσο στην 28η παράγραφο αυτής της αναφοράς λεγόταν ότι η εφαρμογή αυτής της λύσης ήταν αδύνατη εξαιτίας του ότι οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι που αποτελούν τον πληθυσμό του νησιού δεν μπορούσαν να ζήσουν σε χωριστές περιοχές. [1]
Η υπόθεση της ίδρυσης ξεχωριστών δήμων με σκοπό τον διαχωρισμό των τουρκοκυπριακών και ελληνοκυπριακών γειτονιών στις πόλεις που ξεκίνησε από την τουρκοκυπριακή ηγεσία που υποστήριζε τη διχοτόμηση οδήγησε σε διαμάχες για τους ίδιους λόγους.[2]
Το νέο σύνταγμα δε που συντάχθηκε για την Κυπριακή Δημοκρατία που κέρδισε την ανεξαρτησία της από την Αγγλία το 1960 στόχευε στην ίδρυση μιας δικοινοτικής ομοσπονδιακής δομής που δεν βασιζόταν σε γεωγραφικό διαχωρισμό.[3]
Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗΣ
Η τουρκοκυπριακή ηγεσία που υποστήριζε τη διχοτόμηση, μετά την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών τον Δεκέμβριο του 1963, αποχώρησε από το κοινό κράτος. Η Τουρκία, μια εκ των εγγυητριών δυνάμεων της συνταγματικής τάξης στο νησί τον Απρίλιο του 1964 επιβεβαίωσε μεν ότι η θέση της χώρας για το Κυπριακό ήταν η ομοσπονδία αλλά υπήρχαν επίσης αντιφατικά σχόλια και ερμηνείες.
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού σε συνάντηση με τον μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών Σακάρι Ταομίγια, επέμεινε στη θέση της ομοσπονδίας, ο δε Υπουργός Εξωτερικών Τζεμάλ Ερκίν δήλωσε τα εξής: Η θέση μας είναι η ομοσπονδία. Επιδιώκουμε τον γεωγραφικό διαχωρισμό, την τοπική αυτονομία. Ενημέρωσα τον διαπραγματευτή ότι Μαζί η εξασφάλιση του διαχωρισμού Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων σε ζώνες που θα ιδρυθούν σε γεωγραφική βάση και η αναγνώριση της ανεξαρτησίας αυτών των ζωνών είναι οι βασικές γραμμές της πολιτικής της τουρκικής κυβέρνησης.[4]
Ιδιωτικό μήνυμα που εστάλη από τον Χρουστσόφ εξ ονόματος της Σοβιετική Ένωσης στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο επιβεβαίωνε ότι η Σοβιετική Ένωση είναι κάθετα αντίθετη στο κίνημα της Ένωσης που συνεπαγόταν την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα και τόνιζε ότι η καλύτερη λύση είναι η αυτοδιάθεση. Στο μήνυμα που αντιτίθετο στη διχοτόμηση του νησιού που προωθούνταν ως μία από τις λύσεις επιβεβαιωνόταν ότι προκειμένου για τη διατήρηση της εγγύησης της Σοβιετικής Ένωσης σε περίπτωση που η Κύπρος δεχόταν επίθεση από το εξωτερικό, ήταν απαραίτητο η Κυπριακή Δημοκρατία να μην αποκλίνει από την πολιτική της ουδετερότητας.[5]
Ο Ινονού στις 8 Σεπτεμβρίου 1964 αναφερόμενος στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις απόψεις της κυβέρνησής του σχετικά με το μέλλον της Κύπρου εξήγησε για πρώτη φορά τους σκοπούς της ομοσπονδιακής θέσης με τον παρακάτω τρόπο:
«Προκειμένου να είμαστε εντός των προνοιών της συνθήκης ξεκινήσαμε τις διαπραγματεύσεις κάνοντας επίσημα λόγο όχι για διχοτόμηση αλλά για ομοσπονδία.»[6]
ΟΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΔΥΟ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
Το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε μετά το τέλος της επίσκεψης που πραγματοποίησε ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Ερκίν στη Μόσχα στις 5 Νοεμβρίου 1964 αναφέρονταν τα εξής:
«Οι δύο πλευρές επιβεβαίωσαν ότι υποστηρίζουν τη λύση του κυπριακού προβλήματος με ειρηνικές μεθόδους με τρόπο που θα εξασφαλίσει τη ζωή των δύο εθνικών κοινοτήτων στην Κύπρο στη βάση του σεβασμού της κυπριακής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας, του σεβασμού στα νόμιμα δικαιώματα και των δύο κοινοτήτων και στη βάση της αναγνώρισης της ύπαρξης δύο εθνικών κοινοτήτων στο νησί.»[7]
Στο ανακοινωθέν εκτός από την ευθεία αναφορά της Τουρκίας στη θέση της ομοσπονδίας, η Σοβιετική Ένωση αναγνώριζε τη ύπαρξη «δύο εθνικών κοινοτήτων» στην Κύπρο.
Από τις 4 μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1965 σοβιετική επιτροπή υπό την προεδρία του Ποντγκόρνι επισκέφθηκε την Τουρκία. Ο Ποντγκόρνι, σε ομιλία που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αποδέχθηκε και πάλι την αρχή της ανεξαρτησίας της Κύπρου και την ύπαρξη δύο κοινοτήτων, όπως είχε συμβεί με το κοινό ανακοινωθέν Ερκίν-Γκρομίκο.
Από την άλλη πλευρά οι δηλώσεις του Ποντγκόρνι προκάλεσαν αντιδράσεις στην Κύπρο και το ΑΚΕΛ ζήτησε πληροφορίες επί του θέματος ωστόσο δεν προέκυψε συμφωνία μεταξύ του κόμματος και της Σοβιετικής Πρεσβείας στο νησί.[8]
«ΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΑΛΛΑ…»
Στις 21 Ιανουαρίου 1965 απαντώντας την ερώτηση της εφημερίδας Ιζβέστια, ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Γκρομίκο «Ποιες είναι οι σκέψεις σας για την παρούσα κατάσταση στην Κύπρο και τα διάφορα σχέδια που έρχονται στην επικαιρότητα για τη λύση του κυπριακού προβλήματος» είπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Τώρα το βασικό ζήτημα είναι εξασφαλίσουμε την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Μόνο ο κυπριακός λαός θα μπορέσει ελεύθερα να λύσει όλα τα ζητήματα που δεν πρέπει να αφορούν τρίτους χωρίς εξωτερική παρέμβαση.
Σε ό,τι αφορά το θέμα της εσωτερικής οργάνωσης του κυπριακού κράτους πρόκειται για ένα θέμα που αφορά μόνο τους ίδιους τους Κύπριους, τον κυπριακό λαό. Ο κυπριακός λαός, θα μπορέσουν να επιλέξουν μια οποιαδήποτε ελεύθερη και κρατική δομή που θα επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές συνθήκες της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής εθνικής κοινότητας στο πλαίσιο ενός, ενιαίου, ανεξάρτητου και ενωμένου κυπριακού κράτους και που επίσης θα καθιστά δυνατή την εξασφάλιση των συμφερόντων τους. Μπορούν να επιλέξουν μια ομοσπονδιακή δομή. Αυτή η δομή επίσης προβλέπει την ύπαρξη μιας κεντρικής κυβέρνησης φυσικά, ενός οργανισμού άμυνας και επίσης συγκεντρωτικών διοικητικών και δικαστικών οργανισμών. Οι Κύπριοι λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές τους παραδόσεις και τις ιδιαιτερότητες της πατρίδας τους μπορούν να επωφεληθούν από τις εμπειρίες που απέκτησαν μέχρι σήμερα τα υπόλοιπα έθνη. Επαναλαμβάνω: Η εξεύρεση λύσης στο θέμα της κρατική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι θέμα κυριαρχίας που θα λύσει ο ίδιος ο κυπριακός λαός. Κάθε απόπειρα εξωτερικής επέμβασης σε αυτό το θέμα καταδικάζεται έντονα.»[9]
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
Αυτά τα λόγια του Γκρομίκο αντιμετωπίστηκε αρνητικά στο εσωτερικό των Ελληνοκυπρίων και ο Πρόεδρος Μακάριος αντέδρασε λέγοντας ότι: «η πρόταση επίλυσης του κυπριακού προβλήματος στη βάση ενός ομοσπονδιακού συστήματος θα απορριφθεί χωρίς περαιτέρω συζήτηση». Ωστόσο αυτή η στάση του Μακάριου δεν κράτησε πολύ και ο Σοβιετικός επιτετραμμένος στη Λευκωσία εξέδωσε την παρακάτω προειδοποίηση:
«Η προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα, σε περίπτωση δηλαδή που γίνει δια της βίας και η Τουρκία αποφασίσει να αντιδράσει, η Σοβιετική Ένωση δεν θα διακινδυνεύσει την εμπλοκή της σε πόλεμο για να βοηθήσει την Κύπρο. Οι Σοβιετικοί είναι πεπεισμένοι ότι αν η Ένωση πραγματοποιηθεί με κυβερνητικό πραξικόπημα η Κύπρος θα διχοτομηθεί.»[10]
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΕΛ
Το ΑΚΕΛ πραγματοποίησε έκτακτη συνεδρίαση στις 26 Δεκεμβρίου 1965 με αφορμή τα λεγόμενα του Γκρομίκο και η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του κόμματος ανέφερε τα εξής:
«Η στάση του κόμματος μας σχετικά με αυτές τις συνομιλίες είναι γνωστή και ξεκάθαρη». Η Κεντρική μας Επιτροπή, βασισμένη στο κύριο σημείο ότι η βάση του εθνικού ζητήματος στην Κύπρο δεν είναι η δημιουργία μιας ξεχωριστής εθνικής οντότητας με διαφορετική εθνική συνείδηση, επαναβεβαιώνει ότι η πολιτική μας γραμμή, όπως ορίστηκε στο 10ο Συνέδριο είναι και παραμένει η εθνική αποκατάσταση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνοκυπριακού λαού, η ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας, της αποστρατικοποίησης και η αυτοδιάθεση. Η Κεντρική Επιτροπή απορρίπτει ως συνέπεια των ανωτέρω την ομοσπονδία για βασικούς και ουσιαστικούς λόγους. Διότι η ομοσπονδία είναι λάθος. Οι Τουρκοκύπριοι ζουν διασκορπισμένοι στο νησί. Η ομοσπονδία δεν μπορεί να εφαρμοστεί πρακτικά για ποικίλους λόγους…Η πολιτική μας γραμμή είναι η πλήρης ανεξαρτησία, η αποστρατιωτικοποίηση, αυτοδιάθεση και η ένωση.»[11]
Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου, μιλώντας στη συνεδρίαση του κόμματος που πραγματοποιήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1965 στη Λευκωσία εξέφρασε τις παρακάτω απόψεις:
«Η λύση του κυπριακού προβλήματος δεν έγκειται στη δημιουργία ξεχωριστής εθνικής οντότητας, έγκειται στην εθνική αποκατάσταση του κυπριακού λαού που αποτελείται κατά πλειοψηφία από Ελληνοκύπριους…Το κόμμα μας απορρίπτει την ομοσπονδιακή λύση. Αυτή είναι η εποικοδομητική κριτική μας σχετικά με το απόσπασμα των δηλώσεων του κυρίου Γρκρομίκο αναφορικά με την ομοσπονδιακή λύση.»[12]
ΤΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΒΑΖΟΓΛΟΥ
Σε δεκασέλιδο φυλλάδιο στα Τουρκικά με τίτλο «Οι δηλώσεις του Γκρομίκο και οι αλήθειες στην Κύπρο» με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1965 που φέρει την υπογραφή του Ντερβίς Αλί Καβάζογλου γινόταν αναφορά στο ότι οι δηλώσεις του Γκρομίκο σχετικά με την Κύπρο παραποιήθηκαν από κάποιους κύκλους και αναφέρονταν τα παρακάτω:
« Επιχειρούν να δώσουν στις δηλώσεις των Σοβιετικών το νόημα που τους αρέσει. Αυτοί οι κύκλοι κλείνουν τα μάτια στο σύνολο, την ουσία και το πνεύμα των δηλώσεων και διαδίδουν αστήριχτες και αντιφατικές μεταξύ τους αναφορές για «ανεξάρτητα κυπριακά κράτη, κυπριακό κράτος που αποτελείται από δύο χωριστές πολιτείες», τις αποδίδουν στον κύριο Γκρομίκο χωρίς κανένα δισταγμό και για να καλύψουν τη δική τους ανικανότητα επιχειρούν να κοροϊδέψουν τον τουρκοκυπριακό λαό. Ωστόσο ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών στις δηλώσεις του δεν έκανε αναφορά ούτε για «κράτη στην Κύπρο» ούτε και για «δύο ξεχωριστές πολιτείες». Δεν πιστεύουμε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης κύριος Γκρομίκο επιδιώκει την πρόκληση μιας διχαστικής κατάστασης στην Κύπρο που μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον ιμπεριαλισμό για τους δικούς του σκοπούς. Ωστόσο, κατά την άποψή μας, αφού ο κύριος Γκρομίκο δήλωσε «ότι η δομή του κυπριακού κράτους είναι εσωτερική υπόθεση των Κυπρίων», δεν έπρεπε να προσθέσει προτάσεις που θα μπορούσαν να παραποιηθούν από τα όργανα του ιμπεριαλισμού.» (…)
«Το να αγνοούμε το σύνολο, την ουσία και το πνεύμα της δήλωσης του Γρόμικο, προσθέτοντας τη φράση «συμπεριλαμβανομένης της ομοσπονδιακής λύσης», και εκτός από αυτό, προσθέτοντας «παράτυπες και τεχνητές» φράσεις όπως «δύο ξεχωριστά κράτη» και «κυπριακά κράτη», για να τις αποδώσουμε στον Σοβιετικό Υπουργό Εξωτερικών δεν έχει καμία σχέση με σοβαρή και τίμια πολιτική.»
Στη συνέχεια ο Καβάζογλου είπε τα παρακάτω αναφερόμενος στο Πλάνο Α που δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 1965 τους κυριακάτικους Τάιμς του Λονδίνου και κατόπιν αναδημοσιεύτηκε και στον κυπριακό τύπο και προέβλεπε «μια ομοσπονδιακή διοίκηση που θα αποτελείται από δύο εθνικά κράτη στην Κύπρο» που θα προκύψουν μέσω μιας γραμμής διχοτόμησης που θα περνάει από το μέσο του νησιού:
«Φαίνεται ότι η διχοτομική ομοσπονδία καθώς είναι δύσκολο να εφαρμοστεί χωρίς την προσφυγή στη βία σκοπεύει να διχοτομήσει όχι μόνο τις δύο κοινότητες αλλά και την τουρκοκυπριακή κοινότητα από γεωγραφική και διοικητική άποψη. Ταυτόχρονα, είναι προφανές ότι μια τέτοια λύση θα προκαλεί συνεχώς αναταραχές.»
Στη συνέχεια ο Καβάζογλου απευθυνόμενος στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, «επικρίνοντας τις ενέργειες της τουρκοκυπριακής ηγεσίας στο νησί με τον χαρακτηρισμό «απομεινάρια του Μεντερές» είπε ότι: «Πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να βρεθεί μια ειρηνική και δίκαιη λύση στο κυπριακό πρόβλημα με βάση το νόημα και το πνεύμα της εν λόγω δήλωσης».
Στο τέλος αυτού του φυλλαδίου υπήρχε ένα σημείωμα που έλεγε: «Αυτή η δήλωση δημοσιεύθηκε με την έγκριση μιας μεγάλης αντιπροσωπείας Τουρκοκυπρίων με δημοκρατική σκέψη». Όπως είναι γνωστό, ο Τουρκοκύπριος Ντερβίς Αλί Καβάζογλου, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ, ήταν ενάντια στη διχοτομική πολιτική της τουρκοκυπριακής ηγεσίας και δολοφονήθηκε τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση αυτού του φυλλαδίου.
ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΑΚΕΛ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Τσιριμώκος, κατά τη διάρκεια συζήτησης επί του κυπριακού προβλήματος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (11-18 Δεκεμβρίου 1965) αναφερόμενος στις συνομιλίες που έλαβαν χώρα στην Τουρκία κατηγόρησε τη Σοβιετική Ένωση ότι υποστήριζε την τουρκική άποψη. Επ’ αυτού ο Γκρομίκο απάντησε τα εξής:
«Όταν σας υποστηρίζαμε αρχικά δεν γνωρίζαμε ότι σκοπός σας είναι η Ένωση και ότι επιθυμείτε να επεκτείνετε το ΝΑΤΟ μέχρι την Ανατολή Μεσόγειο. Θεωρούσαμε ότι σκοπός σας ήταν η αυτοδιάθεση.»[13]
Σε μια κοινή δήλωση μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (SBKP) και του ΑΚΕΛ, που δημοσιεύτηκε μετά τις διαπραγματεύσεις στη Μόσχα, αναφέρονταν τα εξής:
«Η Σοβιετική Ένωση είναι πεπεισμένη ότι η λύση στο κυπριακό πρόβλημα μπορεί και πρέπει να προέλθει εις όφελος του συνόλου του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σύμφωνα με τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών και της Χάρτας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων χωρίς έξωθεν παρέμβαση. Τα θέματα που αφορούν την εσωτερική δομή της Κύπρου είναι ζητήματα επί των οποίων μπορεί να αποφασίσει μόνο ο κυπριακός λαός.»
Ο Πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης Αλέξι Κοσίγκιν επισκέφθηκε την Τουρκία μεταξύ 20 και 27 Δεκεμβρίου 1966. Τόσο οι δηλώσεις του Κοσίγκιν στις διαπραγματεύσεις όσο και οι δηλώσεις για την Κύπρο στην Κοινή Διακήρυξη επεσήμαναν ότι οι προηγούμενες απόψεις της Σοβιετικής Ένωσης δεν έχουν αλλάξει, αλλά ότι δεν αγγίζουν πλέον το ζήτημα της ομοσπονδίας.
Το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ σε ανακοίνωση με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου 1966 υπερασπιζόταν εκ νέου την πολιτική της ένωσης και αντιτίθετο στην ύπαρξη δύο κοινοτήτων στο νησί:
«Ωστόσο, δυστυχώς, στο τουρκοσοβιετικό κοινό ανακοινωθέν και στην ομιλία του σοβιετικού πρωθυπουργού γίνεται και πάλι λόγος για δύο εθνικές κοινότητες δημιουργώντας την εντύπωση ότι η σοβιετική πολιτική υποστηρίζει το ομοσπονδιακό κράτος για την Κύπρο … Το ΑΚΕΛ επιμένει εντόνως στην ένωση με την Ελλάδα χωρίς γεωγραφική ή διοικητική επέμβαση.»[14]
Στο δε κοινό ανακοινωθέν που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά την επίσκεψη του Προέδρου Μακάριου στη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1971 γινόταν αναφορά για πρώτη φορά στον «κυπριακό λαό» αντί για «δύο εθνικές κοινότητες.»
Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 1974 ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ
Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ σε διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις 10-11 Μάϊου 1975 στο Λονδίνο είπε τα ακόλουθα:
«Η δομή του κυπριακού κράτους θα πρέπει να βασίζεται στο πολυπεριφερειακό ομοσπονδιακό σύστημα στο οποίο η ισχυρή κεντρική κυβέρνηση που θα αποτελείται από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους θα είναι εξοπλισμένη με σημαντικές εξουσίες.»[15]
Η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ της 14ης Ιουνίου 1975 ανέθεσε στο Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος να προετοιμάσει ένα πλήρες πρόγραμμα για τις σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων το συντομότερο δυνατό.[16] Δυστυχώς όμως αργότερα δεν υπήρξε καμία εξέλιξη σε αυτό το θέμα.
Με αφορμή την 50η επέτειο από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου σε ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1976 εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ το κόμμα δεν ασχολήθηκε με την αυτοκριτική της εσφαλμένης πολιτικής του ως προς το θέμα των εθνικοτήτων αν και υπήρχαν οι ακόλουθες γενικές κριτικές:
Όπως και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου, το ΑΚΕΛ προτείνει τη σωστή θέση για την οικοδόμηση του ενωμένου αντιιμπεριαλιστικού μετώπου των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων με σκοπό την εξάλειψη του αποικιακού ζυγού. Αυτό το μέτωπο από μόνο του μπορεί να αποτρέψει τις ίντριγκες του ιμπεριαλισμού, που στοχεύει να χωρίσει τη χώρα και να εμποδίσει τα σχέδιά του.
Η αποτυχία των Ελληνοκυπρίων καιΤτουρκοκυπρίων να δημιουργήσουν ένα ενιαίο μέτωπο δεν είναι ευθύνη του ΑΚΕΛ, αλλά ανήκει στις πολιτικές δυνάμεις που αγνοούν την τουρκική μειονότητα ως παράγοντα και την παραμελούν, και μάλιστα αντιτίθενται στην ιδέα ενός ενωμένου μέτωπου. Χάρη σε αυτήν την αποτυχία, ο ιμπεριαλισμός και οι σωβινιστικοί κύκλοι στην Άγκυρα μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν την τουρκοκυπριακή εθνικιστική ηγεσία ως εργαλείο για να προωθήσουν τα σχέδιά τους για διχοτόμηση της χώρας.
Το ΑΚΕΛ υποστηρίζει την άποψη ότι αν οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στο νησί δεν επανέλθουν στο φυσιολογικό και αν δεν υπάρξει αμοιβαία κατανόηση και στενή συνεργασία μεταξύ τους δεν θα υπάρξει μακροπρόθεσμη λύση στο Κυπριακό. Το κόμμα δεσμεύεται στην απόφαση να συνεχίσει να εργάζεται για συμφιλίωση, συνεργασία και κατανόηση μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.»[17]
ΤΟ ΑΚΕΛ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ
Ο Γενικός Γραμματέας του AKEL Εζεκίας Παπαϊωάννου, σε συνέντευξή του στο περιοδικό France Nouvelle στις 9 Μαΐου 1977, δήλωσε: «Το ΑΚΕΛ έκανε έναν σημαντικό συμβιβασμό με τη συγκατάθεση της ίδρυσης μιας ομοσπονδιακής δημοκρατίας», και σημείωσε:
«Πράγματι, οι προτάσεις των Τουρκοκυπρίων τείνουν να προς τη δημιουργία μιας ομοσπονδία δύο ξεχωριστών κρατών παρά προς την ιδέα μιας ομοσπονδιακής δημοκρατίας. Αυτό είναι απίθανο σε ένα μικρό νησί όπως η Κύπρος. Εδώ, απαιτείται μια κεντρική κυβέρνηση με ουσιαστική πραγματική εξουσία.»[18]
Σε μια επιστολή που απέστειλα στην Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ στις 10 Φεβρουαρίου 1978, πριν από το 14ο Συνέδριο του κόμματος, το οποίο πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τη διάσπαση του νησιού από το ελληνικό φασιστικό πραξικόπημα το καλοκαίρι του 1974 και την τουρκική εισβολή που το ακολούθησε, εξέφρασα ορισμένες κριτικές απόψεις είχαν ως στόχο τη διαμόρφωση ενεργειών που να απευθύνονται στον τουρκοκυπριακό λαό. Επίσης, πριν από το συνέδριο, πρότεινα να πραγματοποιηθεί διάσκεψη για θεωρητικά και οργανωτικά προβλήματα σχετικά με τους Τουρκοκύπριους. Δυστυχώς όμως, θέλω να αναφέρω εδώ για πρώτη φορά ότι δεν έχω λάβει καμία απάντηση, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 40 χρόνια.
[1] A. An, Kıbrıs: Taksim mi, federalleşme mi? İstanbul 2017, σ.16-17
[2] Στο ίδιο, σ.93-109
[3] Carl J. Friedrich, Dangers of Dualism, in Trends of Federalism in Theory and Practice, New York 1968
[4] Cumhuriyet, 19 Απριλίου 1964
[5] Cumhuriyet, 13 Απριλίου 1964
[6] Dışişleri Belleteni, Ekim 1964, Τόμος:2, σ.63 ve ayrıca Nihat Erim, Bildiğim, Gördüğüm Ölçüler İçinde Kıbrıs, Ankara 1975, σ.427-428
[7] Βλέπε Keesing’s Contemporary Archieves 1964-65, σ. 20500
[8] Εφημερίδα Cumhuriyet , 10-14 Δεκεμβρίου 1965, άρθρο του Aysel İ. Aziz με τίτλο: Sovyetlerin Kıbrıs Tutumları, 1965-1970”, Ankara Üniversitesi, Siyasal Bilgiler Fakültesi Dergisi, Aralık 1969, σ.204
[9] Dışişleri Belleteni (1965), Sayı:4, s. 56-57’den aktaran Ertan Yüksel, Kıbrıs’ın Taksimi Kastedilerek Federasyon Tezinin Türk Görüşü Olarak Öne Sürülüşü ve Sovyetler Birliği’nin Federasyon Anlayışı, Söz dergisi, Lefkoşa, 17 Ocak 1986, Sayı:14 ile 21 Şubat 1986, Sayı:19 arasında 6 yazılık dizi.
[10] Εφημερίδα Cumhuriyet, 28 Οκτωβρίου 1965, Άρθρο του Aysel İ. Aziz, οπ.π. 1969, σ.210
[11] Δελτίο τύπου AΚΕΛ, Δεκέμβριος 1964-Ιανουάριος 1965
[12] Δελτίο τύπου AΚΕΛ, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1965
[13] Οπ.π Aysel İ. Aziz, 1969, σ.242
[14] Δελτίο τύπου ΑΚΕΛ 3/1966
[15] Δελτίο τύπου ΑΚΕΛ Ιούλιος 1975
[16] Δελτίο τύπου ΑΚΕΛ Ιούλιος 1975
[17] Informations-Bulletin, 5-6/1976
[18] Informations-Bulletin, 11/1977
Αγαπητοί φίλοι, σύντροφοι, συναγωνιστές,
Εκ μέρους της Οργανωτικής Επιτροπής σας καλωσορίζω στο 4ο Συνέδριο “Η Αριστερά και το Κυπριακό” και σας ευχαριστώ για την ανταπόκρισή σας. Ευχαριστίες εκφράζουμε επίσης στο Σπίτι της Συνεργασίας, στο Ίδρυμα Στέλιος Χατζηωάννου για την επιλογή της δράσης μας στις βραβεύσεις του 2017, στους μεταφραστές μας, καθώς και στον Μιχάλη Ολύμπιο και την ομάδα του που ανάλαβαν την όλη τεχνική υποστήριξη του Συνεδρίου.
Βασικές αφετηρίες του σημερινού Συνεδρίου «Η Αριστερά και το Κυπριακό», όπως και των τριών προηγούμενων ετήσιων συνεδρίων με τον ίδιο τίτλο, είναι η ανεπιφύλακτη επιδίωξη της ειρήνης στο νησί και η επανένωση της Κύπρου σε μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Θα επαναλάβω ξανά εδώ αυτό που γράφαμε στο κάλεσμα για το πρώτο μας Συνέδριο, που έγινε στις 30 του Γενάρη 2016:
“Η πρωτοβουλία για αυτή τη διοργάνωση γεννήθηκε μέσα από τις ανησυχίες αλλά και τις ελπίδες μας σε σχέση με τη σημερινή κρίσιμη καμπή στις προσπάθειες διευθέτησης του Κυπριακού, καθώς και από την πεποίθησή μας ότι ο κόσμος της Αριστεράς επιθυμεί αλλά και οφείλει να μπει σε μια διαρκή συζήτηση και παρέμβαση σε ζητήματα που αφορούν την επιδιωκόμενη διευθέτηση”.
Από τότε η κατάσταση χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο. Όταν αρχίσαμε φέτος τον Απρίλιο να προετοιμάζουμε το Τέταρτο Ετήσιο Συνέδριο «Η Αριστερά και το Κυπριακό», μια κρίσιμη εξέλιξη διαγραφόταν στον ορίζοντα. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, μολονότι εμμέσως τότε, είχε καταστήσει σαφή την πρόθεσή του να αποσυρθεί από τη συμφωνία για πολιτική ισότητα και κατανομή της εξουσίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, και εμφανίστηκε έτοιμος να απορρίψει την Ομοσπονδία ως την επιδιωκόμενη λύση. Παρά τις λεκτικές διαψεύσεις, οι μήνες που πέρασαν έχουν επιβεβαιώσει την καταστροφική αυτή στροφή. Στο λεξιλόγιο της κυβέρνησης Αναστασιάδη, μπήκαν όροι όπως “Αποκεντρωμένη ομοσπονδία” και “νέες ιδέες”, καθώς αφαιρείτο ο όρος “διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία” που επανερχόταν στιγμιαία κατά διαστήματα. Παράλληλα με τον Αναστασιάδη, η Τουρκία και η Τουρκοκυπριακή Δεξιά επιδιώκουν και αυτές να αλλάξουν τη βάση των διαπραγματεύσεων, φέρνοντας και αυτές «νέες ιδέες» στο τραπέζι. Το ποιες είναι αυτές οι “νέες ιδέες” ένθεν και ένθεν, και τι η «αποκεντρωμένη ομοσπονδία», παραμένουν να αιωρούνται στον αέρα χωρίς διευκρίνιση περιεχομένου. Όποιο όμως και αν αυτό θα ήταν, όποιο και αν εννοείται ή υποκρύβεται, είναι βέβαιο ότι τέτοιες ιδέες επιδιώκουν να ανατρέψουν ότι κατορθώθηκε σε συγκλίσεις στη διάρκεια δεκαετιών, και οδηγούν προδιαγεγραμμένα προς την τελική διχοτόμηση και τη «λύση δύο κρατών». Το “στατους κβο” που προκρίνει το απορριπτικό κομμάτι της Ε/Κ κοινωνίας αντί της λύσης, είναι μια εντελώς εθελοτυφλούσα ψευδαίσθηση που δημιουργούν και συντηρούν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και ΜΜΕ.
Αυτή η εθνικιστική στροφή συναντά ωστόσο την αντίσταση του Κυπριακού λαού όπως έδειξαν και οι πρόσφατες ευρωεκλογές. Η επιλογή του ΑΚΕΛ να προτείνει στο ψηφοδέλτιό του τον Νιαζι Κιζίλγιουρεκ και η βίαιη αντίδραση του Προέδρου της Δημοκρατίας και της ηγεσίας του Δημοκρατικού Συναγερμού είναι χαρακτηριστικά της νέας εποχής αντιπαράθεσης με τον εθνικισμό. Η εκλογή του Νιαζί και η δραματική πτώση των ποσοστών του ΔΗΣΥ δείχνουν πως υπάρχουν ακόμα δυνατότητες αγώνα για τη λύση και την ειρήνη.
Το χάσμα μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς στο Κυπριακό γίνεται όλο και πιο βαθύ και οι διαφορές στην πολιτική τους πιο ξεκάθαρες. Τόσο η ρήξη του ΑΚΕΛ με τον Αναστασιάδη όσο και η σύγκρουση του Οζερσάι με τον Ακκιντζί σηματοδοτούν μια νέα εποχή στις ενδο-κοινοτικές πολιτικές διαδικασίες, με την Κυπριακή Αριστερά και στις δύο κοινότητες να τίθεται μπροστά σε νέες προκλήσεις, που καθιστούν την ανάγκη ενίσχυσης της διακοινοτικής συνεργασίας της Αριστεράς ακόμα πιο επιτακτική.
Ως μια συμβολή σε αυτή την αναγκαία ενίσχυση, αποφασίσαμε να αφιερώσουμε το Τέταρτο Ετήσιο Συνέδριο στην έννοια της Ομοσπονδίας και τις προεκτάσεις της, γενικά, καθώς και στο πώς τις αντιλαμβάνεται και τις στηρίζει η Αριστερά. Επιδίωξή μας ήταν το Συνέδριο να φέρει μαζί διάφορα ρεύματα της Κυπριακής Αριστεράς για αυτή τη συζήτηση, αλλά και για τη διερεύνηση του ρόλου και της ευθύνης της, καθώς και της προοπτικής συντονισμένων κοινών αγώνων.
Η θερμή ανταπόκριση στην πρόσκλησή μας μελών πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και τάσεων της Αριστεράς και στις δυο κοινότητες – συνδικαλιστών, ακτιβιστών, πανεπιστημιακών και άλλων – για να καταθέσουν τις απόψεις τους με εισηγήσεις τους, καθώς και η συμμετοχή όλων σας, είμαστε βέβαιοι ότι θα καταστήσει το Συνέδριο ένα παραγωγικό φόρουμ.
Ελληνικά: Το Δικαίωμα στην Ελευθερία του Συνέρχεσθαι και του Συνεταιρίζεσθαι στην Εποχή της Πανδημίας Covid-19: η περίπτωση της Κύπρου
Türkçe: Covid-19 Pandemisi Sürecinde Toplanma ve Örgütlenme Özgürlüğü Hakkı: Kıbrıs Vakası
The events of Saturday the 13th of February 2021 have certainly fueled us with grave concern and anger about what has initially started as a peaceful demonstration to show the dissatisfaction with the government with how it has handled the corruption scandal and how it managed the coronavirus situation, in relation particularly to its approach towards the migrant communities and the arbitrary ban on the right to protest, to the use of “water cannon and tear gas” in clashes with protesters.
However, beyond the emotional outrage, the eagerness on behalf of the police to exert force and use violence certainly poses some important legal questions with regard to our democracy, constitutional values and human rights in Cyprus and beyond.
A Reminder from the UN Special Rapporteur
The Covid-19 pandemic has already posed so many unprecedented challenges to all aspects of human rights around the world. Clément Voule, the United Nations Special Rapporteur on the rights to Freedom of Peaceful Assembly and of Association highlighted, however, that “States’ responses to the Covid-19 threat should not halt freedoms of assembly and association.”
In the face of the current public health emergency, the Special Rapporteur reminds States of the necessity of responding in a manner compliant with their human rights obligations. In particular, the Special Rapporteur emphasises ten key principles:
An elaborate explanation of each can be found here.
What does this mean for Cyprus?
While all principles are relevant and key to the pandemic situation in Cyprus, the Special Rapporteur’s final point specifically refers to the situation as being unlikely to alleviate many demands; if anything, the economic downturn caused by the crisis, combined with financial measures that enhance inequality only serve to exacerbate underlying causes.
While we acknowledge the unprecedented situation the government of Cyprus, along with other governments around the world, has been faced with, its response to this crisis is what has been voiced by the protesters as unsuccessful. Arguably, the state’s responses to the crisis did not take citizens’ demands fully into account which is a testament to the failure to adopt more democratic governance structures.
Andreas, a lawyer and part of the protest organisers’ legal team who declined to provide his surname, told AFP that people from across the political spectrum were taking part in the demonstration. “The government has lost legitimacy after the passport scandal and they are using the pandemic as a reason to stop protests,” he said. “We think that the right to protest is the basis of our democracy, and the epidemiological situation allows people to protest” safely, the 26-year-old added. But, he said, “they want us to shut up.”
The Right to Freedom of Assembly and Association: Cyprus and ECHR jurisprudence
When we refer to the right to peaceful assembly and the restriction of human rights for the purpose of protecting public health, we must consider whether the restrictions are necessary and proportionate to the intended purpose in order to conclude whether they are legal or not.
The renowned Human Rights Lawyer, Mrs Nicoletta Charalambidou, explains that what we are talking about is a possible fine to the protesters imposed by the Courts. Therefore, the unjustified use of violence by the state is a separate matter to consider. In our case, the excessive violence exercised by the police in the name of public health protection is hard to be justified as necessary and proportionate. The violent repression of the protest violates, at first sight, both the constitutional right to peaceful assembly as provided in Article 21 of the Cyprus Constitution, as well as Article 11 of the European Convention on Human Rights (Freedom of Assembly and Association).
Conclusion
Saturday’s events should concern all factions of our society – the judiciary, executive, legislature, civil society and the press, particularly. The recent corruption scandals have, sadly, shown us the opposite. The corruption scandals involving politicians from major political parties are not uncommon and when these get uncovered, little to no effort is taken to pursue them.
In addition, laws limiting public gatherings as well as freedom of movement have been passed in so many States, including Cyprus. However, restrictions based on public health concerns are justified only where they are necessary and proportionate in light of the circumstances. Regrettably, the civil society has rarely been consulted in the process of designing or reviewing appropriate measures of response, and in several cases the processes through which such laws and regulations have been passed have been questionable. In many cases, it appears these measures are being enforced in a discriminatory manner, with opposition figures and groups, together with vulnerable communities, constituting prime targets.
Protest is not a departure from democracy; it is the absolute exercise of it.
Τα γεγονότα του Σαββάτου της 13ης Φεβρουαρίου 2021 σίγουρα μας πυροδότησαν έντονη ανησυχία και οργή για το τι ξεκίνησε αρχικά ως ειρηνική διαδήλωση για να δείξει τη δυσαρέσκεια των πολιτών με την κυβέρνηση για το πώς χειρίστηκε το σκάνδαλο διαφθοράς και πώς διαχειρίστηκε την κατάσταση του κορονοϊού, σε σχέση ιδίως με την προσέγγισή της απέναντι στις κοινότητες των μεταναστών και την αυθαίρετη απαγόρευση του δικαιώματος διαμαρτυρίας, στη χρήση «κανόνιου νερού και δακρυγόνων» σε συγκρούσεις με διαδηλωτές.
Ωστόσο, πέρα από τη συναισθηματική οργή, η επιθυμία εκ μέρους της αστυνομίας να χρησιμοποιήσει βία σίγουρα θέτει ορισμένα σημαντικά νομικά ζητήματα σχετικά με τη δημοκρατία, τις συνταγματικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κύπρο και πέραν αυτής.
Υπενθύμιση από τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ
Η πανδημία Covid-19 έχει ήδη θέσει τόσες πολλές πρωτοφανείς προκλήσεις σε όλες τις πτυχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο. Ο Clément Voule, Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα στην Ελευθερία της Ειρηνικής Συνέλευσης και του Συνδέσμου τόνισε, ωστόσο, ότι «οι απαντήσεις των κρατών στην απειλή Covid-19 δεν πρέπει να σταματήσουν τις ελευθερίες του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι».
Μια λεπτομερής εξήγηση για το καθένα μπορεί να βρεθεί εδώ.
Τι σημαίνει αυτό για την Κύπρο;
Ενώ όλες οι αρχές είναι σχετικές και βασικές για την πανδημία στην Κύπρο, το τελευταίο σημείο του Ειδικού Εισηγητή αναφέρεται συγκεκριμένα στην κατάσταση ως απίθανο να ανακουφίσει πολλές απαιτήσεις. Αν μη τι άλλο, η οικονομική ύφεση που προκλήθηκε από την κρίση, σε συνδυασμό με χρηματοοικονομικά μέτρα που ενισχύουν την ανισότητα χρησιμεύουν μόνο στην επιδείνωση των υποκείμενων αιτιών.
Παρόλο που αναγνωρίζουμε την άνευ προηγουμένου κατάσταση που αντιμετώπισε η κυβέρνηση της Κύπρου, μαζί με άλλες κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, η απάντησή της σε αυτήν την κρίση είναι αυτή που εξέφρασαν οι διαδηλωτές ως ανεπιτυχής. Αναμφισβήτητα, οι απαντήσεις του κράτους στην κρίση δεν έλαβαν πλήρως υπόψη τις απαιτήσεις των πολιτών, γεγονός που αποτελεί απόδειξη της αποτυχίας υιοθέτησης δημοκρατικών δομών διακυβέρνησης.
Ο Ανδρέας, δικηγόρος και μέλος της νομικής ομάδας των διοργανωτών διαμαρτυρίας, δήλωσε στο AFP άτομα από όλο το πολιτικό φάσμα συμμετείχαν στη διαδήλωση. «Η κυβέρνηση έχει χάσει τη νομιμότητα μετά το σκάνδαλο διαβατηρίων και χρησιμοποιεί την πανδημία ως λόγο για να σταματήσουν οι διαμαρτυρίες», είπε. «Πιστεύουμε ότι το δικαίωμα διαμαρτυρίας είναι η βάση της δημοκρατίας μας και η επιδημιολογική κατάσταση επιτρέπει στους ανθρώπους να διαμαρτυρηθούν» με ασφάλεια, πρόσθεσε ο 26χρονος. Όμως, είπε, «θέλουν να μας σταματήσουν από το να εκφραζόμαστε».
Το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι: η νομολογία της Κύπρου και της ΕΣΔΑ
Όταν αναφερόμαστε στο δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης και στον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, οφείλουμε να εξετάσουμε εάν οι περιορισμοί είναι απαραίτητοι και ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου να συμπεράνουμε εάν είναι νόμιμοι ή όχι.
Η γνωστή Δικηγόρος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κα Νικολέτα Χαραλαμπίδου, εξηγεί ότι αυτό που αναφερόμαστε είναι πιθανά προστίματα για τους διαδηλωτές που επιβάλλονται από τα δικαστήρια. Επομένως, η αδικαιολόγητη χρήση βίας από το κράτος είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Στην περίπτωσή μας, η υπερβολική βία που ασκείται από την αστυνομία στο όνομα της προστασίας της δημόσιας υγείας είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ως απαραίτητη και αναλογική. Η βίαιη καταστολή της διαμαρτυρίας παραβιάζει, εκ πρώτης όψεως, τόσο το συνταγματικό δικαίωμα στην ειρηνική συνέλευση, όπως ορίζεται στο Άρθρο 21 του Κυπριακού Συντάγματος, όσο και το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (Ελευθερία του Συνέλευσης και του Συνδέσμου).
Συμπέρασμα
Οι εκδηλώσεις του Σαββάτου αφορούν όλες τις φατρίες της κοινωνίας μας. Ιδιαίτερα αφορά το δικαστικό σώμα, το εκτελεστικό σώμα, το νομοθετικό σώμα, την κοινωνία των πολιτών και τον τύπο. Δυστυχώς, τα πρόσφατα σκάνδαλα διαφθοράς μάς έδειξαν το αντίθετο. Τα σκάνδαλα διαφθοράς που εμπλέκουν πολιτικούς από μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν είναι ασυνήθιστα και όταν αποκαλυφθούν, δεν καταβάλλεται καμία προσπάθεια για την επιδίωξή τους.
Επιπλέον, σε πολλά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, έχουν θεσπιστεί νόμοι που περιορίζουν τις δημόσιες συγκεντρώσεις καθώς και την ελεύθερη κυκλοφορία. Ωστόσο, περιορισμοί που βασίζονται σε ανησυχίες για τη δημόσια υγεία δικαιολογούνται μόνο όταν είναι απαραίτητοι και αναλογικοί υπό το φως των περιστάσεων. Δυστυχώς, σπάνια ζητήθηκε η γνώμη της κοινωνίας των πολιτών κατά τη διαδικασία σχεδιασμού ή επανεξέτασης κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης, και σε πολλές περιπτώσεις οι διαδικασίες μέσω των οποίων έχουν εγκριθεί τέτοιοι νόμοι και κανονισμοί ήταν αμφισβητήσιμες. Σε πολλές περιπτώσεις, φαίνεται ότι αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται με διακρίσεις προς τις ομάδες αντιπολίτευσης και τις ευάλωτες κοινότητες, οι οποίες στοχοποιούνται.
Η διαμαρτυρία δεν αποτελεί απόκλιση από τη δημοκρατία. Είναι η απόλυτη άσκησή της.
13 Şubat 2021 Cumartesi olayları, hükümetin yolsuzluk skandalıyla nasıl başa çıktığı ve korona virüs durumunu, özellikle göçmen topluluklara yaklaşımıyla, nasıl yönettiği ve protesto hakkının keyfi olarak yasaklanması konularındaki memnuniyetsizliği göstermek için başlangıçta barışçıl bir gösteri olarak başlatılan etkinlik, protestocularla çatışmalarda “tazyikli su ve göz yaşartıcı gaz” kullanımıyla bizi ağır endişe ve öfke ile doldurdu.
Bununla birlikte, duygusal öfkenin ötesinde, polislerin kuvvet ve şiddet kullanma hevesi, Kıbrıs’ta ve ötesinde olmak üzere demokrasimiz, anayasal değerlerimiz ve insan haklarımızla ilgili bazı önemli hukuki soruları da beraberinde getirmektedir.
BM Özel Sözcüsünden Bir Hatırlatma
Covid-19 salgını, şimdiden tüm dünyada insan haklarının her yönünden daha önce görülmemiş pek çok zorluk çıkarmıştır. Barışçıl Toplanma ve Örgütlenme Özgürlüğü hakları üzerine Birleşmiş Milletler Özel Sözcüsü Clément Voule, “Devletlerin Covid-19 tehdidine tepkilerinin, toplanma ve örgütlenme özgürlüklerini durdurmaması gerektiğini” vurguladı.
Mevcut halk sağlığı acil durumu karşısında Özel Sözcü, Devletlere insan hakları yükümlülüklerine uygun bir şekilde yanıt vermeleri gerektiğini hatırlatmaktadır. Özel Sözcü özellikle on temel ilkeyi vurgulamaktadır:
1. Yeni yasal tedbirlerin insan haklarına saygılı olmasını sağlamak.
2. Halk sağlığı acil durumunun hak ihlalleri için bir mazeret olarak kullanılmamasını sağlamak.
3. Demokrasi süresiz olarak ertelenemez.
4. Kapsayıcı katılımın sağlanması.
5. Çevrimiçi örgütlenme ve toplanma özgürlüğünü güvence altına almak.
6. İşyerinde örgütlenme ve toplanma özgürlüğü haklarının korunması (grev hakkını da kapsamaktadır).
7. Yedinci: ifade özgürlüğü sağlanmalıdır.
8. Sivil toplumun çok taraflı kurumlara katılımı güvence altına alınmalıdır.
9. Uluslararası dayanışmaya her zamankinden daha çok ihtiyaç vardır.
10. Covid-19’un gelecekteki etkileri ve reform için popüler çağrılara yanıt verilmesi.
Her birinin ayrıntılı bir açıklaması burada bulunabilir.
Bu Kıbrıs için ne anlama geliyor?
Tüm ilkeler Kıbrıs’taki pandemi durumuyla ilgili ve anahtar olmakla birlikte, Özel Sözcü’nün son noktası, özellikle pek çok talebi hafifletme ihtimalinin düşük olduğuna işaret etmektedir; her şeyden önce, krizin neden olduğu ekonomik gerileme, eşitsizliği artıran mali tedbirlerle birleştiğinde, yalnızca altta yatan nedenleri artırmaya hizmet etmektedir.
Kıbrıs hükümetinin, dünyadaki diğer hükümetlerle birlikte karşı karşıya kaldığı daha önce görülmemiş durumu kabul etsek de, protestocular tarafından başarısız olarak dile getirilen, hükümetin bu krize verdiği tepkidir. Tartışmaya açık bir şekilde, devletin krize verdiği tepkilerin vatandaşların taleplerini tam olarak hesaba katmaması, daha demokratik yönetim yapılarının benimsenmesindeki başarısızlığın bir kanıtıdır.
Soyadını vermeyi reddeden protesto organizatörlerinin hukuk ekibinin bir parçası olan avukat Andreas, AFP’ye, gösteriye siyasi yelpazenin her yerinden insanların katıldığını söyledi. “Hükümet, pasaport skandalı sonrasında meşruiyetini kaybetti ve salgını protestoları durdurmak için bir mazeret olarak kullanıyor” dedi. 26 yaşındaki, “Protesto hakkının demokrasimizin temeli olduğunu ve epidemiyolojik durumun insanların güvenli bir şekilde protesto etmesine izin verdiğini düşünüyoruz” diyerek ekledi. Fakat, “bizim susmamızı istiyorlar” dedi.
Toplanma ve Örgütlenme Özgürlüğü: Kıbrıs ve AİHM içtihadı
Barışçıl toplanma hakkını ve halk sağlığının korunması amacı ile insan haklarının kısıtlanmasından bahsettiğimizde, yasal olup olmadıklarına karar vermek için kısıtlamaların gerekli ve amaçlanan amaca uygun olup olmadığını değerlendirmeliyiz.
Tanınmış İnsan Hakları Avukatı Bayan Nicoletta Charalambidou, bahsettiğimiz şeyin Mahkemeler tarafından protestoculara verilmiş olası bir para cezası olduğunu açıklıyor. Bu nedenle, hükümetin haksız şiddet kullanması dikkate alınacak ayrı bir konudur. Bizim durumumuzda, halk sağlığının korunması adına polisin uyguladığı aşırı şiddetin gerekli ve orantılı olarak gerekçelendirilmesi zordur. Protestoya yönelik şiddetli baskı, ilk bakışta, hem Kıbrıs Anayasasının 21. Maddesinde öngörülen barışçıl toplanma anayasal hakkını hem de Avrupa İnsan Hakları Sözleşmesi’nin (Toplanma ve Örgütlenme Özgürlüğü) 11. Maddesini ihlal etmektedir.
Sonuç
Cumartesi günü yaşanan olaylar toplumumuzun tüm kesimlerini – özellikle yargı, yürütme, yasama, sivil toplum ve basın – ilgilendirmelidir. Son yolsuzluk skandalları, ne yazık ki bize bunun tam tersini gösterdi. Büyük siyasi partilerin politikacılarını içeren yolsuzluk skandalları alışılmamış değildir ve ortaya çıktığında, onları takip etmek için çok az veya hiç çaba harcanmamaktadır.
Buna ek olarak, Kıbrıs da dahil olmak üzere pek çok Devlette halka açık toplanmaların ve dolaşım özgürlüğünü sınırlayan yasalar çıkarıldı. Bununla birlikte, halk sağlığı kaygılarına dayalı kısıtlamalar, yalnızca gerekli ve orantılı olduklarında koşullar ışığında haklı çıkarılabilir. Ne yazık ki, uygun müdahale önlemlerinin tasarlanması veya gözden geçirilmesi sürecinde sivil topluma nadiren danışılmıştır ve bazı durumlarda bu tür yasa ve düzenlemelerin geçirildiği süreçler sorgulanmıştır. Pek çok durumda, bu tedbirlerin, muhalif figürler ve gruplar ile, savunmasız toplulukların, birincil hedefleri oluşturacak ayrımcı bir şekilde uygulandığı görülmektedir.
Protesto etmek demokrasiden sapmak değil; aksine onun mutlak uygulanmasıdır.
Thank you! Eυχαριστούμε! Teşekkür ederiz!
Author/Συντάκτης/Yazar: EC from Avli
Çevirmenler/Μεταφραστές/Translators: EC, VS
Συντάκτες/Editors/Editörler: Avli Team
Photographer/Fotoğrafçı/Φωτογράφος: Cyprus Mail
The post The Right to Freedom of Assembly and Association in Times of the Covid-19 Pandemic: the case of Cyprus’ Anti-Corruption March (TR, EL, EN) first appeared on AVLI.Türkçe
This page will be continuously updated with first-hand accounts of the police terror at the ΩΣ ΔΑΜΕ anti-corruption protest on 13.2.2021. If you would like to submit an account of your experience during the events of 13.2.2021 and would like to report it, please email us at info@avli.org.
Ελληνικά
Τι γίνεται γύρω σου; Μια κυβέρνηση αυταρχική και διεφθαρμένη στέλνει εκατοντάδες αστυνομικούς με πλήρη εξοπλισμό να καταστείλουν μια ειρηνική πορεία. Εσύ ανοίγεις το πανό σου με τον ήλιο, τη θάλασσα και τα δάση αυτού του τόπου που τόσο αγαπάς και θέλεις να προστατέψεις. Βλέπεις να σε περικυκλώνουν καθώς προσπαθείς να ξεκινήσεις την πορεία. Βλέπεις το κανόνι του νερού να πλησιάζει, τους αστυνομικούς να βάζουν το χέρι στα γκλοπ, αλλά σκέφτεσαι ότι είναι απλά σε περίπτωση που ξεσπάσει βία από πλευράς σου. Ξεκινάς να περπατάς τραγουδώντας με εκατοντάδες άλλους και ξαφνικά ακούς φωνές. “Τρέξτε, πίσω!” Τρομαγμένα πρόσωπα, χάος, τα γκλοπ στον αέρα, τα σώματα στη γη. Τρέχεις κι εσύ πίσω, ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις τους φίλους σου. Δυσκολεύεσαι να αναπνεύσεις, ο λαιμός σου φλέγεται. “Έριξαν δακρυγόνα” ακούς. Έτσι εξηγείται. Οι αστυνομικοί σέρνουν κάποιους προς την κλούβα, σκέφτεσαι καλύτερα να πάω προς τα πίσω. Περιμένεις να δεις τι γίνεται και ξαφνικά η αστυνομία επιτίθεται χωρίς αιτία. Γιατί έτσι, γιατί μπορούν. Το κανόνι νερού σπάζει το πλήθος αλλά οι φωνές μένουν δυνατές: “Δεν θα περάσει ο φασισμός”. Φεύγεις, χωρίς να μπορείς να πιστέψεις ακόμη τι έζησες και έρχεται στο μυαλό σου η εικόνα του προέδρου στο διάγγελμα να λέει: “Μένουμε σπίτι. Θα τα καταφέρουμε.” Αν τους αφήσουμε, θα τα καταφέρουν.
Εμπειρίες από μέλος της Αυλής σήμερα στην διαδήλωση στην Λευκωσία
Στην Κύπρο τους τελευταίους 3 μήνες απαγορεύεται να διαδηλώσεις. Συλλήφθηκα γιατί έλαβα μέρος στην «παράνομη» ειρηνική πορεία η οποία αντιμετωπίστηκε με «νόμιμη» βία. Αφού οι διοργανωτές ανακοίνωσαν το τέλος της πορείας, μοίραζα αυτήν την πληροφορία με όσους δεν την είχαν ακούσει. Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω ούτε το πώς, ούτε το γιατί βλέπω δύο αστυνομικούς να τρέχουν καταπάνω μου. Με συλλαμβάνουν. Όταν επανειλημμένα ζητούσα τον λόγο σύλληψης μου εν έπιανα απάντηση, μέχρι που έπια ένα «εννα μάθεις μετά»Δεν αντιστάθηκα σωματικά. Τελικά κατηγορήθηκα για:
1. Παραβίαση του νόμου λοιμοκάθαρσης, ενώ στην μεταφορά μου από το τμήμα Αστυνομίας στο ΤΑΕ, έβαλαν 9 συλληφθέντες σε ένα κλουβο-βαν. Άσε που ο υπαστυνόμος που μας παρέλαβε στο ΤΑΕ δεν έβαλε την μάσκα του ούτε για ένα δευτερόλεπτο, παρόλο που ήμασταν σε ένα δωμάτιο γύρω στα 20 άτομα, αστυνομικοί και συλληφθέντες. Όταν του ζητήθηκε να την φορέσει, αρνήθηκε ειρωνικά.
2. Ανυπακοή στην προκήρυξη του αστυνομικού «εσσιετε 15 λεπτά να το διαλύσετε αλλιως θα σας διαλύσουμε» ενώ του Συλλούρη εδωκαν του 15 μερες για να γίνει το ένταλμα τζαι επήραν του τζαι προστασία.
3. Αντίσταση τζαι σπρώξιμο προς τον αστυνομικό, ευτυχώς καταγράφηκε υλικό που το διαψεύδει.
Τέλος, θέλω να εκφράσω αλληλεγγύη στους τραυματίες τζαι να ευχαριστήσω ούλλες τες ψυσσιές που με στηρίξαν την ώρα της σύλληψης, την νομική υποστήριξη στο τμήμα, τζαι όσους εξέφρασαν υποστήριξη έστω τζαι αν δεν ήταν τζιαμέ.Αναστασία, σου εύχομαι να αναρρώσεις γρήγορα τζαι σου υπόσχομαι πως ο χορός τωρά ξεκινά! Δείτε το βίντεο! Ζητώ από τον κόσμο να παραμείνει σε εγρήγορση για την επόμενη διαμαρτυρία. Το ότι υπάρχει πανδημία εν σημαίνει ότι εν θα ασκούμε κριτική στην κυβέρνηση! Κάθε τρεις μέρες φκαίνει στην φόρα τζ’άλλο σκάνδαλο, γιατί να έχουμε το στόμα μας κλειστό? Φορούμε μάσκες, κρατούμε αποστάσεις, τζαι διεκδικούμε τα αυτονόητα!
Lambros Asvestas
English
The post Exposing Police Brutality and Misconduct: First-Hand Accounts from ΩΣ ΔΑΜΕ Protests first appeared on AVLI.In Cyprus for the last 3 months there has been a ban on demonstrations. I was arrested for participating in an “illegal” peaceful demonstration which was faced with “legal” violence. As organisers had announced the end of the demonstration, I spread this information with those that had not heard it. Suddenly, without having realized how or why, I see two policemen coming right at me. When I repeatedly asked for the reason for my arrest, I received no answer, until they eventually said “You’ll find out later.” I did not resist physically. Finally, I am charged with:
1. Violating covid measures meanwhile the police saw no flaw in transporting 9 of the detained protestors in a cage-like van. Not to mention that the police officer/lieutenant who received us at the CID (Central Intelligence Division) did not even for a second wear his mask, despite being indoors with 20 people. When he was asked to wear his mask, he refused and laughed.
2. Defying the police announcement that we had “15 minutes left to disperse or else we will use any means to destroy the protest”, whereas for the corrupted Syllouris it took 15 days for the warrant to get ready.
3. Resistance, “pushing” the police officer at the time of the arrest. Luckily my arrest was recorded and disproves this.
Lastly, I want to express solidarity to the injured protesters, and I want to thank all the souls that supported me at the time of the arrest, for the legal advice at the police station, and everyone who expressed their support even though they were not present at the protest. Anastasia I wish you a quick recovery and I promise you that the dance has only begun now! Check the video on this link. I ask from the people to stay alert for the next demonstration. The fact that there is a pandemic right now does not mean we cannot criticize the government. Every three days another scandal is exposed, why should we stay quiet? Wearing masks, keeping distance, let’s protest for our self-evident rights!
Lambros Asvestas
Pınar Barlas
In August, I ventured across the Green Line separating Cyprus into two for the first time since the start of the pandemic lockdown in March. During the next two and a half days, I was immersed in sessions blending climate justice activism and intersectionality.
I should admit that I felt a bit out of place, at first. It seemed to me – and it may have been the truth – that I was the only one there who was very new to climate justice activism. The camp was meant to teach current environmental activists about how other justice causes (like those based on gender, race, disability, and others) can tell us about who gets affected most by the climate and how. However, for me, the camp was an invaluable introduction to a cause that has immense impact on Cyprus but isn’t even getting half the attention we need to give it.
Of course I’d heard of the movement to keep the environment clean, to reduce plastic use, to minimize wasting resources like electricity. Those were the basics, and you’d have to try pretty hard to ignore them. What had kept me from diving deeper into climate justice, though, was how “far” it all seemed.
The clear effects of climate change on Cyprus seemed like a product of bad management by the government (which they partially are), combined with the inevitable conditions of living on an island.
Really high temperatures? Well, Cyprus always seems to be too hot.
Flash flooding from sudden, intense rain? Well, the government hasn’t built the infrastructure to deal with it.
Increased wildfires? Well… maybe it’s arson, or a delayed reaction from the unprepared local community.
No one seems to connect the increased frequency and intensity of these problems to climate change. I realized, at the climate justice camp, that part of the reason we never make that connection is because we don’t have half the data – we are always looking at “our half” of Cyprus.
When it rains, rainclouds soak both parts of Nicosia. The water that falls on one part moves beneath the border, with its rusted barbed wire, to the other part’s dams. Wildfires can jump across boundaries we think are so important, and threaten nature that makes oxygen for us all. Treating the northern and the southern parts of Cyprus as if they truly are separate has and will continue to only harm us. Just look at how, while the officials spent so much time and energy on the dividing line within the island, COVID-19 pandemic only came to Cyprus from its outer borders. The longer we focus on separating the north and the south parts of Cyprus, the worse off we will be with each public health and environmental disaster in our future. If we continue to compete instead of collaborate, we will all lose.
The concept of climate refugees is a great example of how distant the consequences of climate change seem, despite Cyprus being in the middle of it all. Not only is Cyprus a destination for many refugees (some of them surely climate refugees), but Cypriots are at increasing risk of becoming climate refugees themselves. Those who are younger and with more money can and often choose to move to another country: to one with fewer critical political problems and a better climate. Those who don’t have that choice, or can’t make it for various reasons, are left to deal with the problems brought on by the floods, the droughts, the fires, and the pollution. It should go without saying that these populations are those that already live in low-income areas, who don’t have access to as many resources and services as the rest of the country. So, the hardest-hit will always be the ones already suffering from the status quo.
As Cyprus’s future leadership, protectors, and inhabitants, it falls on the younger generations to push for united action against climate change, which will surely follow the reunification of Cyprus.
Kıbrıs’ı ikiye ayıran Yeşil Hat’ı Mart ayında pandemi nedeniyle girdiğimiz “lockdown”un (genel karantinanın) başlamasından sonra Ağustos ayında ilk kez geçtim. Sonraki iki buçuk gün boyunca, iklim adaleti aktivizmi ile kesişimselliği harmanlayan oturumların içindeydim.
İlk başta biraz yersiz, uyumsuz hissettiğimi itiraf etmeliyim. Bana oradaki iklim adaleti aktivizmine yeni olan tek kişi benmişim gibi gelmişti – ki belki de gerçek de buydu. Kamp aslında zaten çevre aktivisti olanlara, diğer adalet davalarının (cinsiyet, ırk, engellilik ve diğerlerine dayalı olanlar gibi) bize iklimden en çok kimin, nasıl etkilenebileceğini anlatmak içindi. Ancak benim için kamp, Kıbrıs üzerinde çok büyük etkisi olan ancak ona göstermemiz gereken dikkatin yarısını bile almayan bir davaya paha biçilmez bir girişti.
Elbette çevreyi temiz tutma, plastik kullanımını azaltma, elektrik gibi güç kaynakların israfını en aza indirme hakkındaki hareketleri duymuştum. Bunlar temel şeylerdi, ve görmezden gelebilmek için fazlaca çaba harcamak gerekir. Fakat beni iklim adaletinin derinliklerine dalmaktan alıkoyan şey, her şeyin ne kadar “uzak” görünmesiydi.
İklim değişikliğinin Kıbrıs üzerindeki açık etkileri, bir adada yaşamanın kaçınılmaz koşulları ile birlikte hükümetin kötü yönetiminin (ki kısmen de öyledir) bir ürünü gibi görünüyordu.
Aşırı yüksek sıcaklıklar? Eh, Kıbrıs zaten her zaman çok sıcak gibi gelir.
Ani, yoğun yağmurlardan dolayı oluşan seller? Eh, hükümet bununla başa çıkmak için gereken altyapıyı hala hazırlamadı.
Artan orman yangınları? Şey… belki kundakçılıktır, veya hazırlıksız yakalanan yerel halkın gecikmiş tepkisindendir.
Hiç kimse bu sorunların artan sıklığını ve yoğunluğunu iklim değişikliğine bağlamıyor gibi görünüyor. İklim adalet kampında fark ettim ki, bu bağlantıyı asla kurmamamızın bir nedeni de verilerin yarısına sahip olmamamız – her zaman Kıbrıs’ın “bizim yarısına” bakıyoruz.
Yağmur yağdığında, yağmur bulutları Lefkoşa’nın her iki parçasını da ıslatır. Bir parçasına düşen su, paslı dikenli sınır tellerinin altından diğer tarafın barajlarına akar. Orman yangınları, o çok önemli olduğunu düşündüğümüz sınırları bir anda aşıp, hepimiz için oksijen yapan doğayı tehdit edebilir. Kıbrıs’ın kuzey ve güney kısımlarına gerçekten ayrıymış gibi davranmak şimdiye kadar bize sadece zarar verdi ve vermeye de devam edecek. Sadece yetkililerin adayı ayıran çizgiye bu kadar çok zaman ve enerji harcarken, COVID-19 salgınının Kıbrıs’a dış sınırlarından gelmesine bakın. Kıbrıs’ın kuzeyini ve güneyini ayırmaya ne kadar uzun süre odaklanırsak, geleceğimizdeki her halk sağlığı ve çevre felaketinde o kadar kötüye gideceğiz. İşbirliği yapmak yerine rekabete devam edersek, hepimiz kaybedeceğiz.
İklim değişikliğinin sonuçlarının, her şeyin ortasında olmasına rağmen Kıbrıs’a bu kadar uzak görünmesinin harika bir örneği iklim mültecileri kavramıdır. Kıbrıs yalnızca birçok mülteci için bir varış yeri değildir (ki bazıları kesinlikle iklim mültecileridir); Kıbrıslılar aynı zamanda her gün artan bir iklim mültecisi olma riski altındadırlar. Genç ve yeterince paraya sahip olanlar, başka bir ülkeye – daha az kritik siyasi sorun ve daha iyi bir iklime sahip bir ülkeye – taşınmayı seçebilirler. Bu seçeneği olmayanlar veya çeşitli nedenlerle yapamayanlar, geride kalıp, sellerin, kuraklıkların, yangınların, ve kirliliğin getirdiği sorunlarla başa çıkmak zorunda kalırlar. Tabii ki, bu geride kalan nüfus, halihazırda düşük gelirli bölgelerde yaşayanlar, ve ülkenin geri kalanı kadar çok kaynak ve hizmete erişimi olmayanlar olur. Dolayısıyla, en çok etkilenenler her zamanki gibi halihazırda statükodan muzdarip olanlar olacaktır.
Kıbrıs’ın gelecekteki liderleri, koruyucuları, ve sakinleri olarak, iklim değişikliğine karşı birleşik faaliyetlere önayak olmak ve desteklemek genç nesillere düşüyor; ki bu faaliyetler Kıbrıs’ın yeniden birleşmesi ile beraber doğal olarak gelecektir.
Τον περασμένο Αύγουστο, τόλμησα να διασχίσω την Πράσινη Γραμμή, η οποία χωρίζει την Κύπρο στα δύο, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της απαγόρευσης κυκλοφορίας λόγω της πανδημίας τον Μάρτιο. Τις επόμενες δυόμισι μέρες, βυθίστηκα στις συζητήσεις που συνδύασαν τον ακτιβισμό για την κλιματική δικαιοσύνη και τη διαθεματικότητα.
Πρέπει να παραδεχτώ ότι στην αρχή ένιωσα λίγο εκτός. Μου φάνηκε – και ίσως να ήταν αλήθεια – ότι ήμουν η μόνη που ήταν πολύ νέα στον ακτιβισμό της κλιματικής δικαιοσύνης. Η κατασκήνωση είχε σκοπό να μοιραστεί με τους σημερινούς ακτιβιστές του περιβάλλοντος για το πώς άλλοι αγώνες δικαιοσύνης (όπως αυτοί που βασίζονται στο φύλο, τη φυλή, τα ΑμεΑ άτομα και άλλ@) μπορούν να μας εξηγήσουν για το ποιοι αλλά και πώς επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, για μένα, η κατασκήνωση ήταν μια ανεκτίμητη εισαγωγή σε ένα θέμα που έχει τεράστιο αντίκτυπο στην Κύπρο, αλλά δεν παίρνει καν τη μισή προσοχή που πρέπει να του δώσουμε.
Φυσικά, είχα ακούσει για το περιβαλλοντικό κίνημα να λέει να διατηρήσουμε το περιβάλλον καθαρό, να μειώσουμε τη χρήση των πλαστικών, να ελαχιστοποιήσουμε τη σπατάλη πόρων όπως ο ηλεκτρισμός. Αυτά ήταν τα βασικά και θα πρέπει κάποι@ς να προσπαθήσει πολύ σκληρά για να τα αγνοήσει. Αυτό που με εμπόδισε να εισέλθω βαθύτερα στην κλιματική δικαιοσύνη, ήταν το πόσο “μακριά” ήταν όλα.
Οι σαφείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Κύπρο φαίνονταν σαν προϊόν κακής διαχείρισης από την κυβέρνηση (που είναι εν μέρει), σε συνδυασμό με τις αναπόφευκτες συνθήκες διαβίωσης σε ένα νησί.
Πραγματικά υψηλές θερμοκρασίες; Χμ, η Κύπρος φαίνεται πάντα να είχε πολύ ζέστη.
Πλημμύρες από ξαφνική, έντονη βροχή; Χμ, η κυβέρνηση δεν έχει χτίσει τις κατάλληλες υποδομές για να το αντιμετωπίσει.
Αυξήθηκαν οι πυρκαγιές; Χμ … ίσως να είναι εμπρησμός ή αργοπορημένη αντίδραση από την απροετοίμαστη τοπική κοινότητα.
Κανείς δεν φαίνεται να συνδέει την αυξημένη συχνότητα και ένταση αυτών των προβλημάτων με την κλιματική αλλαγή. Στην κατασκήνωση για την κλιματική δικαιοσύνη συνειδητοποίησα ότι μέρος της αιτίας που δεν κάνουμε ποτέ αυτή τη σύνδεση, είναι επειδή δεν έχουμε τα μισά δεδομένα – κοιτάζουμε πάντα τη «μισή μας» Κύπρο.
Όταν βρέχει, τα σύννεφα βρέχουν και τα δύο μέρη της Λευκωσίας. Το νερό που πέφτει στο ένα μέρος κινείται κάτω από τα σύνορα, με τα σκουριασμένα συρματοπλέγματά τους, στα φράγματα του άλλου μέρους. Οι πυρκαγιές μπορούν να περάσουν πέρα από τα όρια, που πιστεύουμε ότι είναι τόσο σημαντικά, και που απειλούν τη φύση η οποία παράγει το οξυγόνο για όλους μας. Η αντιμετώπιση του βόρειου και του νότιου τμήματος της Κύπρου σαν να είναι όντως ξεχωριστά έχει ήδη βλάψει και θα συνεχίσει να μας βλάπτει. Απλά κοιτάξτε πώς, ενώ οι ηγέτες σπατάλησαν τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια στη διαχωριστική γραμμή του νησιού, η πανδημία του κορονοϊού (COVID-19) εισήλθε στην Κύπρο από τα εξωτερικά της σύνορα. Όσο περισσότερο επικεντρωνόμαστε στο διαχωρισμό του βόρειου και του νότιου τμήματος της Κύπρου, τόσο χειρότερα θα είμαστε στο μέλλον σε κάθε τι που αφορά τη δημόσια υγεία και περιβαλλοντική καταστροφή. Αν συνεχίσουμε να ανταγωνιζόμαστε αντί να συνεργαζόμαστε, όλοι θα χάσουμε.
Η έννοια των κλιματικών προσφύγων είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο μακρινές φαίνεται να είναι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται στη μέση όλων. Δεν είναι μόνο ότι η Κύπρος είναι προορισμός για πολλούς πρόσφυγες (ορισμένοι από αυτούς σίγουρα είναι κλιματικοί πρόσφυγες), αλλά οι Κύπριοι διατρέχουν όλο και μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνουν οι ίδιοι κλιματικοί πρόσφυγες. Όσοι είναι νέοι και με περισσότερα χρήματα μπορούν και συχνά επιλέγουν να μετακομίσουν σε μια άλλη χώρα: σε μια με λιγότερα κρίσιμα πολιτικά προβλήματα και ένα καλύτερο κλίμα. Εκείνοι όμως που δεν έχουν αυτήν την επιλογή ή δεν μπορούν να το κάνουν για διάφορους λόγους, θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που προκαλούνται από τις πλημμύρες, τις ξηρασίες, τις πυρκαγιές και τη ρύπανση. Είναι αυτονόητο ότι αυτοί οι πληθυσμοί είναι εκείνοι που ζουν ήδη σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος, οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε τόσους πόρους και υπηρεσίες όπως και η υπόλοιπη χώρα. Συνεπώς, αυτοί που επηρεάζονται περισσότερο είναι πάντα εκείνοι που ήδη υποφέρουν από το στάτους κβο.
Ως μελλοντική ηγεσία, προστάτες και κάτοικοι της Κύπρου, εναπόκειται στις νεότερες γενιές να πιέσουν για ενωμένη δράση κατά της κλιματικής αλλαγής, η οποία σίγουρα θα ακολουθήσει την επανένωση της Κύπρου.
Thank you! Eυχαριστούμε! Teşekkür ederiz!
Author/Συντάκτης/Yazar: Pinar Barlas
Çevirmenler/Μεταφραστές/Translators: Pinar Barlas, Josef Boraei
Συντάκτες/Editors/Editörler: Pinar Barlas, Josef Boraei, Vijdan Şengör, Eleni Loulli
Photographer/Fotoğrafçı/Φωτογράφος: Maria L. Birtsieva
Η βία στραβώννει. Η βία φκάλλει μμάθκια τζ̆αι αφήννει πλάσματα στραβά, πατά μες τον βούρκουραν, φακκά με το ματσούτζ̆ιν πας την κκελλέν πισώπλατα, εκτοξέφκει μέταλλα, υγρά, χημικά που προκαλούν πόνον, που φέρνουν θάνατον.
Η κυπριακή δεξιά είναι παιδίν της βίας, o μισταρκός του Άδη του Λιασίδη. Ότι πόλεμος εγίνην εν οργανωτής του. Όποιος επέθανεν στον τόπον από λόγον όι της φύσης, επέθανεν που την δράσην της, είτε τούρτζ̆ικα κάμνει προπαγάνδαν για να κάμει οπαδούς είτε ρωμικά. Η διχοτόμιση εν η αρφή της διαφθοράς, τζ̆αι το κράτος ή το παρακράτος που τσακκίζει κόκκαλα ο τζ̆ύρης τζ̆αι ο αρχηγός.
Ακόμα ξιθκιαλίζουμεν λείψανα, να βάλουμεν ονόματα πάνω τζ̆αι τζ̆είνοι που τα κάμασιν πουντζ̆ιάζουν τα κέρδη, τζ̆αι τα κέρδη των κερδών, τζ̆αι τους τόκους των κερδών των κερδών, τζ̆αι που τα ππούλια πιλέ που χρεώννουν για να σταμπάρουν τα κέρδη. Η γενεαολογία της δεξιάς εν η γενεαλογία της βίας. Όποιον τραπεζιτικόν λοαρκασμόν με στηβασμένα ριάλια τζ̆αι να πιάσεις, μες την γενεαλογίαν του κάθε στηβασμένου ευρώ θα έβρεις την γενεαλογίαν της σημμερινής συμμορίας που δεν είναι άλλη που την γενεαλογίαν της βίας.
Μμα γέρασες,
είπεν του που τότες ο Λιασίδης,
κανεί σε πκι̮όν, εν μιλιούνια γρόνια
που ζ̆εις κηφήνα της ζωής, τζ̆αι τρώς τζ̆αι πίννεις γαίμαν…
Αναστηθήκαν οι νεκροί, τζ̆ι εστρέψαν τα κανόνια πίσω τζ̆αι καταπάνω σου
να σε σκοτώσουν ψέμαν…
Αυτόν που δεν είσ̆εν ακόμα δει ο ο Λιασίδης είναι πως το ψέμαν εν όπως την Λερναίαν Ύδραν. Κόφκεις μιαν κκελλέν τζ̆αι βλαστούσιν δέκα. Για να λείψη που το πρόσωπον της γής τζ̆αι να κυβερνήσει το δίτζ̆ιον, να ξαναπλαστεί χαρά τιμή τζ̆αι ζήση, θέλει ακόμα αγώνες πολλούς.
Που τους αγώνες δεν περισσεύκει κανένας. Ούλλοι οι αριστεροί στην Κύπρον είμαστιν αδέρκια. Ούλλοι έξω που την γενεαλογίαν της βίας, έξω που την γενεαλογίαν του στηβασμένου € είμαστιν.
Αλληλεγγύη στα θύματα.
Κανεί πκιόν.
Κάτω η βία!
Κάτω η διχοτόμιση, κάτω η διαφθορά, κάτω η χούντες, κάτω η συμμορίες, τζ̆αι ποτζ̆εί τζ̆αι ποδά του συρματομπλέγματος.
Το λογοατεχνικόν κείμενον που ακολουθεί εγράφτην σε γλώσσαν που δεν ιγράφεται κατά την περίοδον του κκέρφιου του πρώτου κύμματος της πανδημίας.
Αν θέλεις τσίλλα το πλέι να σε βάλει ο Τσ̆αικόφκσι μες την αμπιάνς σαν θκιαβάζεις το κείμενον. Εν 3300 λέξεις τζ̆αι θέλει κανέναν τέταρτον να θκιαβαστεί. Αν θέλεις να δεις καλλύττερα τους πίνακες κάμνεις τσιλ πάνω τζ̆αι μεγαλώννουν.
Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον.
Άκουα ξανά τζ̆αι ξανά για νιοστήν φοράν την άριαν του Λένσκι που την όπεραν Ευγένιος Ονέγκιν του Τσ̆αϊκόφσκι. Ήταν να παίξει σύντομα σε γειτονικήν πόλην τζ̆αι επροετοιμάζουμουν για να πάω να την δω. Θα ήταν κοντά μεσάνυχτα. Έτσι σαν άκουα τον τενόρον Λεμέσ̆εφ τζ̆αι υποδύετουν τον Λένσκι να παραλαλεί τζ̆αι να φωνάζει «приди приди» της Όλγας του να ΄ρτει, επήρεν με ο ύπνος τζ̆αι εποτζ̆οιμήθηκα. Ελαοτζ̆οιμούμουν τζ̆΄έξύπνουν κάθε νάκκον ώραν όπως τον ναρκωμένον. Άκουα μουσικήν να παίζει, αλλά ήμουν ανίκανος ν΄αννοίξω τ΄άμμάθκια μου να καταλάβω τί γίνεται τζ̆αι να σβήσω το τηλεφωνούιν. Εξύπνησα που τα καλά κατά τες τέσσερεις τζ̆ειαμαί που έπαιζεν έναν ρωσσικόν ταγκό του 30. Έκλεισα το ππλέϊερ, έφκαλα τζ̆αι τ΄ακουστικά που τα φκιά μου τζ̆ι εξανατζ̆οιμήθηκα.
Το πρωίν του Σαββάτου εσηκώθηκα τζ̆αι ήμουν μόνος μου έσσω. Είχα μεγάλην περιέργειαν που με επήρεν τζ̆αι που με έφερεν ναννουριστόν ο αλγόριθμος του Musi. Το Musi εν έναν προγραμματούιν πας το σμάρτφοουν που σου φκάλλει τα τραούθκια που το γιούτιουμπ χωρίς να σου βάλλει διαφημήσεις. Άμαν το αφήσεις, αποφασίζει ποιόν επόμενον τραούδιν συνάδει με τζ̆είνον που άκουες τζ̆αι κοττά σου το αυτόματα. Έβαλα το πίσω – πίσω τζ̆αι άκουσα τα ούλλα έναν – έναν, ότι μου επέλεξεν. Όπως ερμηνευτής του Λένσκι ήταν ο Λεμέσ̆εφ, σοβιετικός τραουδιστής της δεκαετίας του τριάντα, το ρεπερτόριον που μου εκούρτισεν το Musi ήταν σοβιετικά λαϊκά τραούθκια, κλασσικά τζ̆αι σοβιετικά ταγκό της εποχής. Έψαξα τα έναν-έναν, τους ερμηνευτές, τους συνθέτες, αλλά ελάχιστα πράματα βρίσκεις που να μεν εν εις τα Ρώσσικα. Έβαλα το κκίπορ το ρώσσικον πας το τηλεφωνούιν να τα βρίσκω καλλύτττερα. Ήταν σαν να μου εξιτρύπωσεν έναν κρυμμένον θησαυρόν το Musi. Έχουν τζ̆αι την καλήν πλευράν τους οι αλγόριθμοι άμαν έσ̆εις τα μμάθκια σου αννοιχτά.
Είχα μεγάλα κκέφκια τζ̆είνον το Σάββατον. Ετζ̆οιμήθηκα καλά, ήμουν χαλαρός, οι δουλειές μου πάσιν καλά, ο χρόνος τζ̆υλά χωρίς να κορακά. Πότε – πότε άμαν με πιάουν οι μοναξιές, τραουδώ τες, χορεύκω τες, γράφω τες τζ̆αι μεταβολίζω τες μες σε μιαν γλυτζ̆ιάν μελαγχολίαν που τζ̆υλά αρμονικά συντροφκιάν με την ζωήν μου. Αυτοσχεδίαζα φιγούρες με τα σοβιετικά ταγκό τζ̆ι εταξίδευκα στο κοσιέναν, στο κοσπέντε, στο τριάντα στην Μόσχαν τζ̆αι στο Λένινγρατ. Μέχρι τζ̆αι στο σοβιετικόν Τβίλισσι στην Γεωργίαν εταξίδεψα χορευτής, στο θέατρον του ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ πριν να τον πιάουν στο Μπολσ̆όϊ. Εχόρευκα γλυτζ̆ιά – γλυτζ̆ια τον αρμονικόν ρώσσικον ρομαντισμόν, μες την μεγάλην κάμαρην μπροστά που έναν μεγάλον καθρέφτην. Έκαμνα του εαυτού μου παράστασην. Όϊ με την έννοια του ναρκισσισμού της αφελούς αυταρέσκειας. Ήταν μια κανονική παράσταση. Κάτι όπως άμαν μαειρεύκω με την πιο λεπτήν τζ̆αι ευφάνταστην γατρονομίαν του εαυτού μου. Άμαν είμαι μόνος μου πιάννει με τζ̆αι μαειρεύκω με το ίδιον μεράκκιν όπως άμαν έχω καλεσμένον τον πιο ακριβόν μου φίλον τζ̆αι δημιουργώ κάτι για να τον ευχαριστήσω. Εχόρευκα ζητώντας που το σώμαν μου να κάμνει φιγούρες κομψές με όσην χάρην μπορεί να δώκει.
Εσ̆αίρουμουν για την παράστασην που εμπόρηεν να μου φκάλει η νοσσιά μου με έτσι σώμαν. Λία χρόνια πρίν, πριχού να το θεραπεύσει η γυμναστική ήταν δίσκαμπτον, ματσουκωμένον, εν εμπόρηεν πιλέ να δίσει έναν ζευκάριν ράμματα των παπουτσ̆ιών τζ̆αι να μεν κουντζ̆ίσει. Εχόρευκα τζ̆ι εσκέφτουμουν ότι αν ήταν αλήθκεια πως τα χρόνια γερνούν σε, τότε τόσον αλήθκεια θα ήταν τζ̆αι ότι η κίνηση ή η γυμναστική γυρίζουν τα χρόνια των ημερολογίων πίσω.
Έτσι σαν εχόρευκα, κάτι εχρειάστηκα που την διπλανήν κάμαρην. Με δίχα να σταματήσω να χορεύκω, εμετακινήθηκα να πα να το έβρω. Εν τω μεταξύν, το άσμαν άλλαξεν τζ̆αι έπαιζεν έναν πιο χαρούμενον, έναν πιο τραππηητόν τραούδιν. Διώ έναν σάλτον με την μουσικήν, όσην ενέργειαν έβαλεν το σώμαν μου άνεννοιας μες την τρελλήν χαράν, έφαν την η τζ̆εφαλή μου που εφάτσ̆ησεν πας το δοκάριν του χαμηλού τταβανιού 2.10μ ύψος. Μες την ευφορίαν μου εξίχασα πως το διπλανόν δωμάτιον ήταν χαμηλοττάβανον όπως εχτίζαν τα σπιτούθκια το 1720. Έππεσα κάτω σαν το πουλλίν το παιξούμενον. Για μερικά δευτερόλεπτα έχασα τες αισθήσεις μου. Μαζίν με τον πόνον ήρτεν έναν παράπονον. Ήμουν μόνος μου σπίτιν τζ̆αι εμπορούσα να κλάψω όπως έρκετουν. Οι άνδρες στο χωρκόν μου δεν κλαίνε άμαν έσ̆ει άλλους τζ̆ειαμαί. Η ελεύθερία να κλάψει το πλάσμαν είναι προτέριμαν της μοναξιάς . Έκλαψα σαν το μωρόν που γυρεύκει την μάναν του. Σε έτσι ηλικίαν όμως, άλλες μανάες αφήκασιν χρόνια, άλλες έχουν άνιαν, άλλες ατσχάϊμερ τζ̆αι όσον τζ̆αι να κλάψεις, το κλάμαν σου μεινίσκει. Περικκιάττερσιν όμως, εχαλάρωσεν ο πόνος τζ̆αι τα δάκρυκα εμαλαθκιάναν τα συναισθήματα να δώκουν τόπον εις στην λογικήν. Εμέθυσα όμως που την φατσ̆ιάν τζ̆ι έρκουνταν μου εικόνες αλλόκοτες. Η αίσθηση του πλαφόν μου να ππέφτει που τον ουρανόν πας την τζ̆εφαλήν μου τζ̆αι να μου κόφκει τον σάλτον της χαράς, έρκετουν τζ̆αι συχχίζετουν με τζ̆είνην την αίσθησην του χαμένου σάλτου που έκαμεν η ανθρωπότητα την εποχήν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ, όταν ονειρεύτην μιαν κοινωνίαν με δίχα αδικίαν. Το τραούδιν του τριάντα που έπαιζεν ακόμα το Musi την ώραν που εκράτουν την κκελλέν μου την φατσ̆ημένην ήταν σαν να τζ̆αι έθελεν να με περιπαίζει.
Ο Μαγιακόφσκι, στην εποχήν που με επήρεν το Musi, εφύτεψεν μιαν σφαίραν μες την καρκιάν του να μεν θωρεί. Ίσως να ήταν που αισθάνθην το πλαφόν της νέας κοινωνίας που επειραματίζετουν ο κόσμος για να απαλλαγεί που την αδικίαν της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπον τζ̆αι δεν έθελεν να το δει. Εγλύτωσεν που τον σοσιαλιστικόν ρεαλισμόν. Η ελευθερία έκφρασης τζ̆αι δημιουργίας της ρώσσικης αβανγκάρντ μες τον νέον κόσμον ήβρεν τζ̆αι τζ̆είνη το πλαφόν της υπό τύπον εντολών, που εππέφταν μέσω της Πράβντας για το τι έπρεπεν να δημιουργήσει ο καλλιτέχνης της νέας αποχής τζ̆αι ιδίως τι δεν έπρεπεν. Λλία χρόνια πριν, η δύναμη της αφαίρεσης του Μάλεβιτς, με έναν τετράγωνον μαύρον πλαισιωμένον που έναν τετράγωνον άσπρον εσάριζεν αιώνες θρησκευτικής παράδοσης τζ̆αι πνευματικής καθυστέρησης, απλά τοποθετώντας το μες την κάμαρην εις στην θέσην της εικόνας. Μια εικόνα χωρίς Αγίους, Γριστούς ή Παναϊες, άφτεν πουρλόττα στην συνείδησην των αθρώπων που σκέφτουνταν τζ̆ι επρομύνηεν την επανάστασην στην τέχνην που ο κόσμος είσ̆εν που την αναγέννησην να δει ξανά. Ήταν σαν να ΄σπάζαν τα νερά της αγγαστρωμένης τζ̆αι κατάβαρης ρωσσικής κοινωνίας που κόντεφκεν η ώρα της το 1917. Η δύναμη του κότσ̆ινου τριγώνου του Λισίτσκι έμπαιννεν σφήνα μες το άσπρον τζ̆αι ανάτρεπεν την άσπρην υποταγήν στην λογικήν της φεουδαρχίας, της αγοράς, του κέρδους τζ̆αι του ατομικού σσυφφέροντος, πέμποντας τον παλιόν κόσμον μες τα τάρταρα. Το σάλτον της ανθρωπότητας για έναν κόσμον ελεύθερον που τυράνους, ελεύθερον που εκμετάλλευσην, ελεύθερον που πολέμους, έβρισκεν το πλαφόν του, λλία χρόνια μόνον μετά την επανάστασην υπό τύπον λαϊκών δεσποτάων, λαϊκών πατέρων, λαϊκών στραταρχών τζ̆αι Λαϊκών Αγίων που τους ονομάσασιν Ηγέτες. Ο Λένιν είσ̆εν ήδη μπει σε μαυσωλείον την ώραν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ το τραούδιν που μου έπαιζεν το Musi για να με περιπαίζει που ήμουν ακόμα κατάχαμα τζ̆ιαι εκράτουν την τζ̆εφαλήν μου που ήταν να σπάσει που τον πόνον. Πεθαμμένος, εστράφην εις στον κόσμον Άγιος να πιάσει την θέσην που αφήκαν κενήν οι παλιοί Αγίοι μες το μαύρον τετράγωνον του Μάλεβιτς, που τους εξοράτισεν, φανταζόμενος ότι ήσ̆αν να βάλει στο κέντρον του κάδρου τον άνθρωπον.
Τα σχέδια για μιαν κοινωνίαν όπου ο καθένας ήσ̆αν να δημιουργεί τζ̆αι θα παράγει ανάλογα με τες δυνατότητες του τζ̆αι θα απολαμβάννει ανάλογα με τες ανάγκες του, ήβρασιν το πλαφόν τους πας στην απληστίαν του Homo Sapiens Sapiens. Έπαιρνεν την μορφήν αντεπανάστασης που όσους εχάνναν τα προνόμια τζ̆αι ετραβούσαν την νέαν κοινωνίαν μες τον εμφύλιον. Η εκκλησία, οι τσάροι τζ̆αι οι ευγενείς, η γειτονική καπιταλιστική μεταπολεμική Ευρώπη, δεν είπασιν τον τελευταίον τους λόγον μπροστά στην επαναστατικήν αφαίρεσην που εδημιούργαν τζ̆αι οικοδόμούσεν μιαν νέαν τέχνην, έναν νέον κόσμον, την νέαν εποχήν.
Τζείνη ούλλη ομορκιά που εγέννησεν το πνεύμαν της Βαρβάρας Στεπάνοβας, αρνούμενη την απεικόνησην, όπως την αρνήθην ούλλη η ρώσσικη πρωτοπορία, ήβρεν το πλαφόν της στα γούστα των στραταρχών τζ̆αι των συντρόφων ηγετών, που γινήκαν κάτοχοι εξουσίας τζ̆ι εθέλαν πορτρέττα που να τους απεικονίζουν, ίδια με τζ̆εινα που απεικονίζαν τους παλιούς αφέντες. Εφέραν πίσω τον ρεαλισμόν που τον προηγούμενον αιώναν τζ̆αι βάλαν τον για γραμμήν του νέου κόσμου μέσω της Πράβδα. Εκολλήσαν του τζ̆αι έναν “σοσιαλιστικός” ομπροστά τζ̆αι αναστήσαν τον ρεαλισμόν του 19 αιώνα που απεικόνισεν με τόσην πίστην τους τσάρους τζ̆αι τον κόσμον τους. Εφορτώσαν παράσημα «Στάλιν» τον Γερασίμοφ, που έφκαλεν με τόσον πάθος τον ρεαλισμόν που την ναφθαλίνην να του κάμνει πορτρέττα τζ̆είνου τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ όπως τους αρέσκαν να τους δοξάζει ο σοβιετικός λαός. Αρκεί να βάλεις Alexandre Gerasimov πας το γκούγλολ τζ̆αι να κοιτάξεις τες εικόνες τζ̆αι καταλάβεις πως μπορείς να γινείς ο ζωγράφος της εξουσίας.
Η avant guard έκαμεν εις στην Ρωσσίαν πρίν την επανάστασην την μεγαλλύττερην επανάστασην στην τέχνην πετάσσοντας τζ̆αι το τελευταίον ίχνος απεικόνισης. Η απεικόνηση εξιδανίκεψεν για αιώνες το παλιόν τζ̆αι την ξημαρισιάν του μαζίν. Οι καλλιτέχνες της avant guard, ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί, αρχιτέκτονες, αγγαλιάσαν την επανάστασην τζ̆αι η επανάσταση αγγάλιασεν τους για να δημιουργήσουν με τον λαόν για τον λαόν έναν νέον κόσμον, να μεν ιμοιάζει με τον παλιόν, έναν κόσμον γραμμένον ξανά που την αρκήν πας σε μιαν κόλλα άσπρην χαλαζένην. Ο νέος κόσμος για τους ποιητές, Ρώσσους, Κυπραίους, Κινέζους ή Αμερικάνους, εν ένας κόσμος που σ̆αίρεται, όπως τες πεταλλίνες της μανιέρας του Λιασίδη, “μεσα στου δίτζ̆ιου τ΄άγιον φως, του αθανάτου”, άμαν δεν είναι “μαεμμένον του ψεμάτου”, άμαν “με κρούζει, μήτε σβήννει ο αέρας…”.
Η υπέροχη φωνή του Λεμέσ̆εφ που ετραούδαν την άριαν του ποιητή Λένσκι λλίον πριν να τον παίξει ο παραπόττης ο Ευγένιος Ονέγκιν ήταν μια ηχογράφηση του 1936. Τότες η αφαίρεση, είσ̆εν ήδη ππέσει σε θανατερήν δυσμένειαν. Ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν τζ̆αιμαί να θωρεί. Η αφαίρεση εβαφτίσην φορμαλισμός από συνέδρια συσκέψεις τζ̆αι δημοσιογραφικά άρθρα. Αρκούσεν να σου φκάλουν την αβανιάν πους είσαι φορμαλιστής, εμπόρηεν να του την κόψουν. Της Στεπάνοβα, του Ροτσ̆έγκο, του Τάτλιν, εγλύτωσεν, εθάψαν απλά το έργον τους, του Κλουτσίς όμως εκόψαν του την να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να αποτελεί κίνδυνον. Η επανάσταση έθαψεν την επανάστασην που της επροηγήθην. Στο όνομαν του δικαίου, όσοι επιάαν που την επανάστασην εξουσίαν εθεωρήσαν νόμιμον τζ̆αι δίκαιον να εξοντόννουν ότι τζ̆αι όποιον εσυγκόφκαν εμπόδιον εις στους στόχους της.
Έκλαια την κκελλέν μου που πόνεν που φάτσ̆ισεν πας το πλαφόν μου αντίς να κινηθεί ελεύθερη μες τον χώρον. Έκλαια τζ̆αι τα έργα τα τρισδιάστατα του Τάτλιν που εχαθήκαν, όπως εχαθήκαν τα όνειρα του κόσμου να γλυτώσει που τους άρπαγες τζ̆αι που τους τυράνους. Γιατί επαίξαν τον Κλουτσίς; Γιατί εθάψαν την avant guard; Γιατί εκόψαν την κκελλέν τόσων πρωτοπόρων; Γιατί; Κλάψε να σου περάσει ελάλεν μου η στετέ μου άμαν με θώρεν μαραζωμένον.
Από τον Λένσκι στην Ποπόβα...
Η όπερα ήταν καλή, οι φωνές όμως δεν ήταν ούτε η φωνή του Λεμέσ̆εφ που μου έγινεν σύντροφος πια, μέσω του γιουτιούπ, ούτε της σοπράνο που εκένταν την φωνήν της ταντέλλαν με την άλτο στην εισαγωγήν της πρώτης σκηνής το 1936. Περικκιάττερσιν όμως, τα σκηνικά αναστήσαν μου την εποχήν τζ̆αι τα κομμάθκια του Πούσ̆κιν που απαγγέλλασιν εις τα ρώσσικα το έργον Ευγένιος Ονέγκιν αναστήνναν μου την ομορκιάν τζ̆είνης της επανάστασης που έθελεν να αλλάξει τον κόσμον αρκέφκωντας που την Ρωσσίαν. Ήταν η αφορμή να μελετήσω πιο βαθκιά την εποχήν πρίν να παρσαμώσουν το όνειρον τζ̆αι να του δώκουν φόρμαν ποταξαρωμένην, ταπελλώννοντας τους δημιουργούς της επανάστασης «φορμαλιστές». Ο παραπόττης ο Ονέγκιν που έβαλεν ο Πούσκιν να σκοτώσει τον ποιητήν επέρασεν καλά. Την αγάπην όμως της Άνιούσ̆ας απόλαυσεν την ένας άθρωπος που με όμορφος ήταν, με καυλάντης. Έπιασεν την ο έντιμος τζ̆αι συνετός. Ήταν σαν να τζ̆ι ο Πούσ̆κιν έγραψεν την επανάστασην μέχρι τέλους πριν να γινεί. Έτσι εν οι ποιητές, προφήτες. Έτσι εν η τέχνη. Γράφει την ιστορίαν πριν να γινεί.
Μάλεβιτς̆, Τάτλιν, Ροτσ̆ένκο, Ποπόβα… Μάνα μου Ποπόβα μου εσύ επήες που την Σκαρλατίνην που το 1924 τζ̆ι εγλυτώσαν τα μμάθκια σου τζ̆είνα που εν εθέλησεν να δει ο Μαγιακόφσκι. Η κραυγή σου που εγίνετουν που το 23 έργον τέχνης να φωνάζει “κρατήστε την ψυσ̆ήν της επανάστασης ζωντανήν”, “οι ηγέτες πιο κοντά στον λαόν”, εν έπιασεν τόπον τζ̆αι επιάσαν ούλλα την πορείαν του πολέμου. Σ̆αγκάλ, Καντίνσκι, Στραβίνσκι εφύασιν. Ο Σ̆οστακόφιτς έμεινεν, να τον ταπεινώννει το κόμμαν τζ̆αι ο γιός του, να υπογράφει διακυρήξεις αυτοκριτικής να γλυτώσει που την μαρμάγκαν. Ποπόβα μου, Στεπάνοβα μου, πόσην ομορκιάν εγέννησεν η ψυσ̆ή σας για να γεμώσει την κόλλαν την άσπρην, που πάνω της ήταν να γράψετε την πρώτην σελίδαν του κόσμου τον νέου;
Τζ̆αι που να χωρέσουν οι κόλλες οι άσπρες την ομορκιάν μιας επανάστασης; Η τέχνη επέθανεν ετολμήσετε τζ̆αι το είπετε, ετολμήσετε τζ̆αι το επιστέψετε. Η τέχνη που απεικονίζει μιαν ξοφλημένην κοινωνίαν εν μια ξοφλημένη τέχνη. Η τέχνη χτίζει, είπετε τζ̆αι ονομάσαν σας κονστρουκτιβιστές. Η τέχνη χτίζει με τον λαόν που έβαλεν ομπρός να χτίσει τες νέες σχέσεις, τες ανθρώπινες, για να δημιουργεί ο καθένας ότι μπόρει τζ̆αι να απολαμβάννει ότι έσ̆ει ανάγκην που ότι επαρήχθην. Αναγύρετε τον κόσμον τζ̆αι τίποτε δεν έμεινεν εις τον τόπον του. Που να χωρέσει μια κόλλα την ομορκιάν που εγέννησεν η επανάσταση μες την ψυσ̆ήν της Βαρβάρας Στεπάνοβας; Η αγάπη, ο έρωτας, η ομορκιά εξισ̆είλησεν που τες κόλλες τζ̆ι έβαλεν τες βάσεις του μοντέρνου ντιζάιν που εξεκίνησεν την πορείαν του χρωματίζοντας τα ρούχα των προλεταρίων, που οι τσάροι τα είχαν καταδικάσει μες το κουλλουφκιόν τζ̆αι την ξιμαρισ̆ιάν. Η ομορκιά πας τα ρούχα της σοβιετικής εργάτριας δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν η ουσία της νέας θηλυκότητας που δεν είσ̆εν τίποτε να κάμει με τα κορσέ της Άννα Καρένινα. Η θηλυκότητα που απεικόνιζεν ο ταλαντούχος τζ̆αι καλοπληρωμένος ρεαλιστής ζωγράφος μες τα κορσέ των μπουρζ̆ουά γεναικών του Σαν Πέτερμπουργκ τζ̆αι της Μόσχας, του Παρισ̆σ̆ού τζ̆αι του Βερολίνου, ήταν τζ̆είνη που εγίνετουν αναπαραγωγική μηχανή τζ̆αι να γεννοβολά για να διαιωνίζει ταξικά προνόμια. Η αισθητική τζ̆αι η ομορκιά που εγέννησεν η ψυσ̆ή τζ̆αι το σ̆έριν της Στεπάνοβας ήταν η βάση μιας νέας θηλυκότητας, που εκφράζετουν με την ελευθερίαν του σώματος να κινηθεί, να δημιουργήσει, να παράξει, ίση προς ίσον, χάρη σε ρούχα λειτουργικά που εδημιούργησεν η νέα τέχνη.
Για λλία χρόνια, η παλιά τέχνη της απεικόνισης έκαμεν πως επέθανεν. Εκούντησεν την μες τα τάρταρα η ορμή των αθρώπων που επιστέψαν εις στην ελευθερίαν, στην δικαιοσύνην, στην ειρήνην τζ̆αι στην αδερφοσύνην του κόσμου. Δεν είπεν όμως την τελευταίαν της λέξην. Ο ρεαλισμός δεν εστράφην πίσω στην Ρωσσίαν θρησκευτικός, ευγενής ή μπουρζουά. Εστράφην πίσω στοισ̆ιωμένος. Εστράφην σοσιαλιστικός. ΄Επρεπεν η τέχνην ναν απλή να την καταλάβει ο νέος προλετάριος. Ψία τζ̆ι ο νέος προλετάριος ήταν ο παλιός τσάρος, ο παλιός μπουρζ̆ουάς. Το χωρκαθκιόν του Στάλιν τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ που τους αρέσκαν τα τσαροπρεπή πορτραίτα, όπως διηγούνται οι ιστορικοί των νικητών του ψυχρού πολέμου, δεν είναι αρκετόν να εξηγήσει γιατί εθάψαν την Αβαντγκάρντ. Εμπορούσεν τζ̆αι η Αβανγκάρντ να φκάλει χαράν εάν το κράτος εχρειάζετουν αισιοδοξίαν για να κρατήσει την επανάστασην ζωντανήν.
Η περιδιάβαση που μου εξεκίνησεν ο αλγόριθμος του Musi εφερεν με έναν μήναν μετά με το αεροπλάνον εις στην Θεσσαλονίκην, στο μουσείον μοντέρνας τέχνης που στεγάζει την συλλογήν Κωστάκη. Του Κωστάκηπου έσωσεν την ψυσ̆ήν του κόσμου. Ήταν μιαν εφτομάδαν πριν τον Κορνοϊόν. Μες τα έργα που έσωσεν ο Κωστάκης σώζεται τζ̆αι η αισθητική της επανάστασης όπως την εγεννήσαν τα σπλάχνα της κοινωνίας που δεν την εχώρεν πκιόν ο τόπος. Δεν την εχώρεν ο τόπος διότι η κοινωνία η ίδια δεν εμπόρηεν πκιον να χωρέσει την αντίθεσην μεταξύν του κεφαλαίου τζ̆αι της εργασίας, την αντίθεσην που εσυντήραν τόσην δυστυχίαν, τόσην κακοζωϊαν, τόσον πόνον μες τες καρκιές τζ̆αι πας τα κορμιά των ανθρώπων.
Η ψυσ̆ή μου ετζ̆οινώναν ψυσ̆ήν, μπροστά που κάθε έργον της Λιουπόφ Ποπόβα, που εξέθεσεν λιτά το μουσείον της μοντέρνας τέχνης μες την παλιάν Μονήν των Λαμπαδιστών. Κάθε γραμμή της τούτης της κοπελλούας έγραφεν την επιθυμίαν για έναν τζ̆ουνούρκον κόσμον. Κάθε χρώμαν πας το χαρτίν ή πας το ρούχον έφερνεν εις το φως ομορκιάν που δεν εγέννησεν άλλος νους, άλλη ψυσ̆ή, άλλον σ̆έριν, άλλον όνειρον. Κάθε μορφή που δεν ήταν απεικόνιση ήταν δημιουργία μιας τζ̆ουνούρκας μαθηματικής συνάρτησης, που έγραφεν μιαν γεωμετρίαν από την οποίαν έπρεπεν να απουσιάζει η μιζέρκα, η αμορφωσ̆ιά, η αδικία, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπον.
Μισήν ημέραν, επεράσαμεν την μόνοι μας μες το μουσείον θκυό πλάσματα που ήρταμεν που του θκιαόλου την μάναν. Που την μιαν ελυπούμουν, που την άλλη απολάμβαννα την μοναξιάν μέσα σε έτσι θησαυρόν. Εμπόρηα να συγκεντρώθώ τζ̆αι να προσπαθώ να φανταστώ την εξίσωσην που θα φκάλλει μιαν γεωμετρίαν με δίχα κλιματικήν αλλαγήν, με δίχα κοινωνικήν αδικίαν νέου τύπου, με δίχα αμορφωσιάν πτυχιούχων, με δίχα βιομηχανικόν βασανισμόν των ζώων, με δίχα εξαφανισμόν της βιοποικιλότητας, με δίχα διαφθοράν, με δίχα ψέμαν που το λαλούμεν πλέον εις τα αμερικάνικα φέικ, με δίχα αρπαγήν του δημόσιου αγαθού που μιαν κλίκκαν δια νόμου προνομιούχων.
Ώραν ώραν εκάμμουν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆αι εσυνέχιζεν να λουλλουπίζει η ομορκιά της επιθυμίας, η ομορκιά του έρωτα. Εσκέφκουμουν μιαν κοινωνικήν οικολογίαν όμορφην σαν την επιθυμίαν, χρωματιστήν σαν την ανατροπήν. Εφαντάζουμουν μιαν οικολογίαν που θα πέψει στα τάρταρα την ασ̆σ̆ήμιαν του κόσμου, όι απο φόβον για την κατάρρευσήν τζ̆αι το τέλος του κόσμου, όι από ενοχές που εφάαμεν τ΄αππάϊν των απογόνων μας για να κινήσουμεν μιαν αγοράν που μας χαριεντίζει, όι απο θυμόν για την περιρρέουσαν βλακείαν, εγωϊσμόν ή αυταρχισμόν, αλλά απο επιθυμίαν για έναν κόσμον της αρμονίας. Ακόμα τζ̆αι τα συνθήματα που έθελεν να φωνάξει η Ποπόβα, έγραφεν τα με μιαν εικαστικήν αρμονίαν που χτυπά το κέντρον του στοχασμού σου. Σκέφκουμαι τα ακόμα τωρά που τα γράφω τζ̆αι ακούω την χαράν της πρώτης συφφωνίας του Σ̆οστακόβιτς.
Κάποτε πάλε, έκλεια τα μμάθκια μου μπροστά σε άλλον έργον τζ̆αι εξέφευγα που την έκθεσην. Εσκέφκουμουν τους φίλους μου, τους συνήλικους μου. Όταν ήμασταν μιτσ̆οί ονειρευκούμαστιν κόσμους νέους τζ̆αι όμορφους. Τωρά που θωρούν τα κορμιά τους να ποσ̆ειλώννουν ή να ποξαμαθκιάζουν, που θωρούν το δέρμαν τους να πατσ̆αουρκάζει, την ψυσ̆ήν τους να ποκασ̆ιάζει κάθουνται τζ̆αι μοιρολοούν το τέλος του κόσμου. Ψία τζ̆αι εν ο κόσμος που τελειώννει τζ̆αι όι η νιότη του ναρκισσισμού τους. Προτείνουν μου την οικολογίαν της στέρησης, για να ξηκάμουμεν την ασ̆ήμιαν των επιπτώσεων του καταναλωτισμού τζ̆αι της αχαλίνωτης αγοράς, λες τζ̆αι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιτείνουν την οικολογίαν της απόλαυσης. Άννοια τα πάλε να διαφύγω που τα μίζερα των μαύρων σκέψεων. Η γλυκάδα του έρωτα η γλυκάδα της αβανγκάρντ που εξισ̆είλαν μες την κάμαρην εζωγράφιζεν μου μιαν οικολογίαν με κινητήριαν δύναμην την απόλαυσην του δάσους που εν να προστατεύκουμεν, με πιξίδαν την απόλαυσην της φύσης, της βιοποικιλότητας που θα μπορούσαμεν να φέρουμεν μέχρι την πόρταν ακόμα τζ̆αι του πιό άσ̆σ̆ημου αστικού κούγκρενου ντουβαρκού, με πλώρην την αρμονίαν της κοινωνικής δικαοσύνης που θα μπορούσαμεν να διασφαλίσουμεν δια της ψήφου, μέσα σε έναν κράτος δικαίου, που τόσα χρόνια εδώκαμεν ζωήν για να διαφυλάξουμεν τζ̆αι να διαμορφώσουμεν όσον έφταννεν η κουτάλα των αγώνων του κόσμου. Αγωνιούν οι συνάνθρωποι μου για την καταστροφήν του περιβάλλοντος καθούμενοι μες την πτήσην τους για το τίποτε, μες το ιδιωτικόν τους όχημαν για το πούποτε, μες την κλιματιζόμενην τους κλειστην κάμαρην μπροστά που μιαν ενεργοβόραν οθόνην τζ̆αι κλαίσιν για το τέλος του κόσμου τους που την κλιματικήν αλλαγήν, λες τζ̆αι δεν είναι με μιαν νέαν οικονομίαν που δεν εφαντάστην ακόμα ανθρώπινος νους πον να απολυμάνουμεν την βιοσφαίραν που τα διοξίδεια του άνθρακα. Όϊ όϊ!! Έπιαννεν με η αγωνία που τούτες τες σκέψεις. Εξέφευγα τους ρουφώντας την δύναμην της επανάστασης μέσα που τα έργα της Ποπόβα. Ένωθα την να διαπερνά τζ̆αι που το τελευταίον μου κύτταρον δια μέσου των αισθήσεων που εμπορούσαν να απολαύσουν την ομορκιάν που εγέννησεν η avant guard ψυσ̆ή που άδικα έφαεν η σκαρλατίνα το 1924 στα 35 της χρόνια.
Η επιθυμία της ουτοπίας που εκίνησεν ότι εδημιούργησεν η Ποπόβα τζ̆αι οι άλλοι avant guard επαναστάτες δεν είσ̆εν πλαφόν το 1924. Ένοιωθες το μες τα έργα, ένοιωθες το μες την ομορκιάν που αδιαχέετουν που ότι εδημιουργήσαν τα πλάσματα τότες.
Άμα σκεφτείς ότι η επιθυμία μιας κοινωνικής τζ̆αι οικολογικής αρμονίας δεν έσ̆ει πλαφόν, μπορείς να φκείς τζ̆αι σε αννοιχτόν χώρον να χορέψεις. Έξω μπόρεις να τραππηήσεις όσον ιφτάννεις χωρίς να φάεις το πλαφόν σου σε δοκάριν πας την τζ̆εφαλήν. Από τον Τσ̆αικόφσκι στην Ποπόβα, τζ̆αι από τον Λεμέσ̆εφ στον Μάλεβιτς̆, εγίνην μου πλέον συνείδηση η αποστροφή μου προς την οικολογίαν της στέρησης τζ̆αι του φόου της κατάρρευσης. Εζωντάνεψεν μέσα μου ο παλιός έρωτας για το νέον, για το πρωτοφανούσιμον, για την ουτοπίαν της αρμονίας. Ο φόος είναι σατανάς, τζ̆αι ο πόλεμος η βία ή η τυρανία εν κάποιες που τες πολλές μορφές του. Ο Σατανάς αλλάσσει μορφές σ̆σ̆ίλλιες. Ίσως η διαφορά της δικής μου αριστερής οικολογίας που την ξερήν οικολογίαν, είναι ότι εν μια οικολογία του έρωτα, της ομορκιάς τζ̆αι της επιθυμίας, που ξορκίζει τον φόβον, όπως τότε, όϊ που τον καλλιεργεί για να κινήσει τον κόσμον, όπως ότι ακολούθησεν.
Η Κλερ-Λίζ εν μια κυρία 83 ετών που στέκει σαν το τζ̆υπαρίσσιν, νέα τζ̆αι ωραία όπως ήταν μες την δεκαετίαν του 70 τζ̆αι του 80, αεροσυνοδός της Σουισέαρ. Είναι μοντέλλον ανθρώπου για μέναν, όι μόνον για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται το νεανικόν της σώμαν (πρόπερσυ εσ̆ιαίρετουν να μου διηγήται πως έκαμεν πρώτην φοράν στην ζωήν της Tirolienne να περάσει που την μιαν όχθην του φαραγιού στην άλλην κρεμμασμένη που έναν σ̆σ̆οινίν) αλλά τζ̆αι για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται την φύσην, αρκέφκοντας που την αυλήν της τζ̆αι φτάννοντας στον κόσμον ούλλον.
Τες 97 φωλιές που συντηρά γυρόν που το σπιτούιν της άρκεψεν να τες βάλλει που τον τζ̆αιρόν που ήταν αεροσυνοδός της Σουισέαρ τζ̆αι ανάγιωσεν γενιές τζ̆αι γενιές πουλιών, ντόπιων τζ̆αι αποδημητικών. Κάθε χρόνον καθαρίζει τες πριν να ξαναφουλιάσουν μέσα οι μουσαφήρηδες της, τζ̆αι βάλλει δακτυλιδούθκια πάνω στα αποδημητικά για να ενημερώννει τζ̆αι την επιστήμην πού π άσιν τζ̆αι που έρκουνται τα ταξιδιάρικα. Εδήλωσεν στες καμπάνιες καταγραφής τζ̆αι προστασίας πουλιά που ήρταν που το Μαρόκκον τζ̆αι που την Νότιαν Αφρικήν να φουλιάσουν πας τα δεντρά της στους πρόποδες των Άλπεων.
Έχει χρόνια που αγωνίζεται στην οργάνωση διάσωσης των λιβαδιών με ναρκίσσους που η μόντέρνα γεωργία απειλεί. Αν δείτε το βίντεο "οι 4 εποχές" μέσα στο καλοτζ̆αίριν θα δείτε ότι πολλής κόσμος, μεταξύ τζ̆αι εμού, πάμεν εθελοντικήν εργασίαν τζ̆αι θερίζουμεν στο σ̆έριν τα ορεινά λιβάδια, όπως εγίνετουν παλιά, για να την βοηθήσουμε να διασώσει τζ̆αι να επαναφέρει τους ναρκίσσους που τζ̆ειαμέ που εξιλειφτήκαν.
Που την ευτυχίαν της Κλερ-Λίζ, ευτυχούν σ̆σ̆υλιάες ζωές, μικρές τζ̆αι μεγάλες όπως θα ανακαλύψετε αν δείτε το βίντεο. Δεν ιχρειάζετε pet να καταστρέφεις την ανθρωπότητα τζ̆αι να συμβάλλεις στην εργοστασιακήν κτηνώδην κτηνοτροφία που βασανίζει άλλα ζώα να ταΐζει σ̆ς̆ύλλους τζ̆αι κάττους. Μπορείς να έχεις να έχεις χαρούμενα ζώα γυρόν σου που έρκουνται μόνα τους να σ΄έβρουν. Τζ̆αι τα σκαθθάρκα, τζ̆αι τα στρουφούθκια, οι σ̆ελεντρούνες, οι κουρκουτάες, οι αλουποί, τα γεράτζ̆ια τζ̆αι οι κουκκουφκιάοι, τα σ̆ελιόνια που θα έρτουν να φουλιάσουν πας το σπίτιν σου είναι συντροφκιά άξια αγάπης. Φτάννει να σκεφτείς τί χρειάζεται ένα άγριον ον τζ̆αι να του αφήκεις λλίον τόπον, έρκεται μόνον του.
Αν δείτε το βίντεο θα δείτε ελάφκια τζ̆αι αρκοκάτσικα μες της Κλερ-Λίζ. Πράσινα Λιβάδια τζ̆αι βουνά. Τζ̆αι μες την πόλην υπάρχει ζωή. Θυμούμαι το Βαρώσιν μου, με τον κουκκουβκιάον που ήταν κάθη νύχτα πας τον στύλλον της ηλεκτρικής, τους κουρκουτάες πας το σιμιντίριν, τες μέλισσες μιλιούνια, τους μυλωνάες, τους ζίζζιρους... Όσοι δε ζ̆είτε σε χωρκόν, η ξερή μεσογειακή φύση είναι το ίδιον άξια λόγου με τα πράσινα λιβάδια τζ̆αι τα βουνά δακάτω.
Στο πρότυπον της Κλερ-Λίζ εδιαμόρφωσα τζ̆αι γω τον βιότοπον γυρόν που την δικήν μου φουλιάν. Φέτη ήρτασην τζ̆αι μέναν τα ελάφκια, τα βορτακούθκια, κάτι σπάνιες όσ̆εντρες του νερού. Σχεδόν ότι θωρείτε στης Κλερ-Λίζ σε λλία χρόνια που εμετάτρεψα το πρώην γρασίδιν τζ̆αι κήπον από εξωτικά φυτά σε πραγματικόν βιότοπον, ήρταν που μόνα τους. Δεν έχω 97 φωλιές, έχω 9, αλλά κάθε χρόνον κάμνω αλλο 2-3. Ελπίζω πον να γινώ τζ̆αι γώ 97 χρονών να έχω την νεότηταν τζ̆αι την χαράν της Κλερ-Λίζ να ζ̆ιώ σε αρμονίαν με τα άγρια μου πετ, τζ̆αι έν πειράζει αν μαλλώννω τζ̆αι λλίον μαζίν τους άμαν έρκουντα τα ελφάκια τζ̆αι τρών μου τες τριανταφυλιές τζ̆αι τα λάχανα, οι μαυρότζ̆ικλες τος σταφύλιν τζ̆αι οι σκίουροι τα καρύθκια. Φέτη έβρεσ̆ιεν μιαν εφτομάδαν που έπρεπεν να συναχτούν τα καρύθκια τζ̆αι εσυνάξαν μου εκατόν κιλά οι σκίουροι που το δεντρόν τζ̆αι τα ελάφκια που πουκάτω τζ̆αι δεν μου αφήκαν ούτε έναν. Χαλάλιν τους. Τούτα είναι που μου γεμώννουν την ζωήν μου ζωντάνια, τούτα είναι που με αποτοξινώννουν που ότι τοξικόν μπαίννει μες την ζωήν μου που το ίντερνετ τζ̆αι τα μέσα.
Να ζήσεις Κλερ-Λίζ. Τα νούφαρα που μου έδωκες αγγονίν, φέτη εγεμώσαν τον υδροβιότοπον. Εν τζ̆ειπάνω που κάθουνται οι Λιβελούλες για να πιούν νερόν.
Ήταν τότες που έκλαια μόνος μου. Τωρά θωρώ τους που κλαίσιν ούλλοι τζ̆αι δεν μου έρκεται καν συμπάθεια. Μάλλον μια πικρία να τους πώ “φάτε τα τζ̆αι σεις τωρά”, αλλά ούτε τζ̆αι για τούτον έν έμεινεν ενέργεια. Εγινήκαν ούλλα σταχτός. Επέθανεν τζ̆αι η δυνατότητα μου να μαραζώννω. Έμεινεν στην θέσην της μια πλάκα κουγκρίν.
Επήαμεν γύρω στο 2004 ή 2005 την Δευτέραν της Καθαρής να κόψουμεν την μούττην της στον Ποταμόν του Λιοπετριού. Μόλις εκατέβηκα που το διπλοκάμπινον τζ̆αι είδα τες πληγές που άννοιξεν η ανάπτυξη πας το κορμίν του τόπου του άγριου, ήταν σαν να τζ̆ι εσ̆σ̆ίζαν το σώμαν τον δικόν μου με το μασ̆αίριν. Μόλις ένωσα την πτωματίλλαν της ανάπτυξης μες την βιοποικηλότηταν που πεθάνισκεν, αισθάνθηκα να πεθανίσκει έναν κομμάτιν του εαυτού μου.
Είδα το κυκλάμινον που έχασκεν που του βράχου την σχισμάδαν τζ̆ι έλυσεν το η μίλλα μου. Ήταν η τελευταία του γρονιά.
Η μηχανή που σ̆σ̆ίζει αυλάτζ̆ια να περάσουν τα καλώδια της οπτικής φίμπρας να πάει το ίντερνετ πας τα κάκκαφα του ποταμού ήταν να περάσει πουπάνω του που ευτομάδας, μετά τες αργείες. Έφκαλλεν τζ̆αι ο Ποταμός κυκλάμινα. Έφκαλλεν πόλα-σέλα. Τωρά αν ιβλαστά τίποτε, θα ένι μες τα περιθώρια όπου δεν περνά στράτα, όπου δεν εχτίστην πάγκαλλο, όπου δεν εκουγκρώθην αυλή, που δεν επιχωματώσαν να βάλουν γρασίδιν, όπου δεν εψεκάσαν με Ρούνταπ να σκοτώσουν τα ζιζάνια γινεί το χόρτον όπως τους αρέσκει.
Κάπου τζ̆ειαμαί που δεν εχτίστην κόμα, αλλά που εν οι δρόμοι τζ̆αι καρτερούν την ανάπτυξην, παζαρεύκει ο ατζ̆έττης του κοτσ̆ινοχωρκάτη Ντιβέλοππερ του Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι φαντάζεται έναν Μάρριοττ, βέρρι γκουτ Μάρριοτ, σέβεν ρέστοραν, γιου μπάι τττεν μίλιον το χωράφιν, ττουέντι φάι περσέντ φορ ας, μέιπι φίφτι φίφτι… Ακούω την Φαραντούρη να τραουδά τον εφιάλτην της Περσεφόνης τζ̆αι σηκώννεται η τρίχα μου. Οι καλλιτέχνες εν προφήτες. Για τες εικόνες του Ατζ̆ιαζίρα έκλαιεν ο Χατζ̆ιδάκης που το 1973 τζ̆ι ελάλεν της Περσεφόνης να τζ̆οιμηθεί στη αγκαλιάν της γης να μεν δει στου κόσμου το μπαλκόνιν τι θα εκάμναν οι αθρώποι.
Τσ̆ιμέττα, χαβάρες, βρωμιές τζ̆αι κατράες,
Κουγκρίν, θανατίλλα, να τρώ το δρουμπίν.
Φυτά πατημένα, όνειρα ψέμαν,
η γκάγκεα ΄θθίζει, για τελευταίαν φοράν.
Αυλάτζ̆ια επαύλεις, πισίνες τζ̆αι στράτες,
Μαζ̆ιά σκοτωμένα χωράφκια χαμένα.
Περβόλια σκαμμένα, σκουπίθκια θαμμένα
Σπουρτούλλες που χάσκουν, αξίες που πάσχουν.
Κουγκρίν του θανάτου, ανάπτυξη πάτου.
Αναθρίκες ψυχομαχούν, αθρώποι καυλομαχούν.
Είσ̆ιεν τζ̆αι ορχιδέες ο Ποταμός.
Το γλέντιν ακόμα εν είσ̆εν αρκέψει. Τα καλαμάρκα, τα πλοκάμια του οχταποθκιού, οι καραόλοι εσαυλαρίζαν πας τα κάρβουνα.
— Ξέρεις παπά ότι μια ορχιδέα ποτζ̆είνην πον πουκάτω που την φουκούν θέλει οχτώ γρόνια να κάμει αθθόν;
— Έ;
— Έν τζ̆αι βλαστά όπου τζ̆αι να ναι. Θέλει τόπον παρθένον πολλά γρόνια για να βλαστήσει. Η ορχιδέα εν έναν φυτόν του οποίου ο σπόρος εν τόσον μιτσ̆ής τζ̆αι φτωχός που δεν ημπόρει να ταΐσει βλαστόν να αναγιώσει. Άμαν ησπορκάσει έναν φυτόν, φκάλλει εκατομμύρια σπόρους σαν την σκόνην. Ένας που τζ̆είνους θα κάτσει πάνω σε έναν ειδικόν μύκηταν. Στην αρκήν τρώει ο μύκητας τον σπόρον, αλλά ως που να τον φάει τέλλια ο σπόρος, βλαστά. Αρκέφκει να ζ̆ει τζ̆αι τρώει το φυτόν που τον μύκηταν τζ̆αι κάμνει ρίζούες. Εν τζ̆είνες οι ριζούες πον να γινούν σαν τ΄αρτζ̆ιούθκια τ̆ζαι εφκάλαν την ορχιδέαν. Τζ̆αι να την φυτέψεις μες τον κήπον σου, εν θα κάμει, διότι το οικοσύστημαν δεν έσ̆ει τον μύκηταν του.
— Ούλλα ξέρεις τα.
— Εν αλήθκεια. Επολοήθην η μάνα μου. Ξέρεις πόσα έφκαλα που πααίνναμεν εις τ΄αγρέλλια τζ̆αι φύτεφκα τα; Κανέναν δεν εβλάστησεν γυρισόντα γρόνου.
— Πράο σου άμμα. Εν έξερες ότι εν προστατευμένα;
— Είνταν πον να πάθουν; εν να φκάλει άλλα; Δαμαί εν προστατεμμένα; Θώρε το τζ̆είνον! Ετσίλλισεν το ο σ̆οίρος
— Κανένας δεν σέβεται, με τα φυτά με την άγριαν φύσην.
— Είνταν που θέλεις να κάμουν; Να μεν δουλέψει ο κόσμος για να μεν σου πατήσουν τα φκιορούθκια;
Η μοναξιά με τους αθρώπους που λατρεύεις εν τζ̆είνη που κρούζει περίτου.
Η Μαργαρίτα ήταν μωρόν, τζ̆αι έπαιζεν με τα φκιορούθκια πάρα τζ̆εί. Ετράβησα τζ̆αι γω τζ̆είττε μέρου που την φουκούν.
Έχω δικαίωμαν εγώ να διεκδικώ να μεν ισκοτώσουν την φύσην; Τί αξίαν έχει έναν άγριον κυκλάμινον μπροστά στο μεροκάματον ενός βιοπαλαιστή; Τούτες οι χωματουργικές εργασίες εν ένας μήνας μεροκάματον για έναν μικροεργολάβον. Μπορεί ο Ντιβέλοπερ να κάτσει πούγκαν εκατομμύρια, τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα που θα αφήκει στους αρκάτες τζ̆αι στους υποεργολάβους εν έναν μεροκάματον. Πρέπει να ζήσει το κυκλάμινον εξά ο κόσμος;
Το κυκλάμινον όμως εν σ̆σ̆ιλιάες γρόνια πον τζ̆ιαμαί. Με είντα δικαίωμαν έρκεται ο άλλος να το ξορατίσει για να πιάσει μεροκάματον, κέρδος ή ρευστόν, πον να μοσχοπωλήσει το χωράφιν καρτζ̆ίν της θάλασσας;
Είσ̆ιεν τζ̆αι ο Ποταμός τταουσ̆άγκουλα. Έτσι ελάλεν τα κυκλάμινα η γιαγιά μου που χωρκόν του πενταδακτύλου πον η μάνα τους.
— Σύναξε τα Μαργαρίτα μου. Εν τα τελευταία.
— Όι θείε! Εν κρίμαν! Είπεν μου το μωρόν.
Έτα τωρά. Δείχνει τα το Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι εξηγά πως θα πωληθεί το επόμενον κομμάτιν. Πως επωληθήκαν τα προηγούμενα που δεν ήταν κανένας τζ̆ειαμαί να δει;
Ο επίλογος βρωμεί όπως ο βιασμός της φύσης τότες. Ο βιασμός της φύσης ζαττίν πάει πάντα με τον βιασμόν κάποιας κοινωνίας.
Η Μαργαρίτα σήμμερα εν άνεργη. Εδίαν της ο μάστρος της 600€ να δουλεύκει τζ̆αι Σάββατον τζ̆αι Κυριακήν πρωίν, διότι εν μαθητευόμενη είπεν της, αλλά τζ̆είνη αηδίασεν την αχορταΐαν τζ̆ι εξαπόλησεν του τα τζ̆ι έφυεν. Ο παπάς μου που υπερασπίζετουν το μεροκάματον της ανάπτυξης εν 80 χρονών, τζ̆αι ζ̆ει με σύνταξην περί τα 1000€ για δύο. Τα 450 διά τα για την κοπέλλαν που φροντίζει την γεναίκαν του με βαρύν Αλτσχάιμερ.
Θωρώ πας το γκούγκολ μαπς τον καρκίνον της ανάπτυξης. Η Αγία Θέκλη επήεν. Ο πύργος που εχτίσαν τζ̆αι σκατώννει το τοπίον δεν είναι για τα νεαρά ζευγάρια των κοκκινοχωρίων. Είναι για τους γκάνξτερ με νεοαποχτηθέν κυπριακόν διαβατήριον που τα πληρώννουν το έναν δέκα για να πιάννει ο άλλος φίφτι-φίφτι. Η οικοδομική βιομηχανία δεν ασχολείται με οικιστικά. Τα οικιστικά δεν αφήνουν κέρδος. Δεν αφήννουν ιδίως φίφτι-φίφτι για τους άρπαγες. Οι νέοι μεινίσκουν πλέον με τους γονιούς τους ως τα 25, 30, 35. Πως θα κάμει η Μαργαρίτα σπίτιν με έναν μισθόν των 800 τζ̆αι έναν των 900 όταν θα πάρει δίπλωμαν; Μόνον σαν προσωπικόν θα μπορεί να μπεί μες τον πύργον της Αγίας Θέκλης να σερβίρει κανέναν γκάγκστερ.
Θωρώ την φωτογραφίαν του σατελίτη που το Λιοπέτριν ως τον Ποταμόν. Ο προσφυγικός συνοικισμός που εστέγασεν τόσον κόσμον μετά τον πόλεμον εν το κουκκουπούιν το τζ̆ίτρινον. Εχτίσαν το μικροαυτοεργοδοτούεμενοι τεχνίτες, χτιστάες, καλουψήες, σιεράες, πογιατζ̆ήες. Ο καθένας είχε την επιχείρησην του. Η οικοδομική βιομηχανία που το 70 ως το 90 έδωκεν δουλειάν τζ̆αι στέγην στον κόσμον. Σήμμερα ποιοί την δουλεύκουν τζ̆αι για ποιού τες ανάγκες δουλεύκει το σύστημαν που διοικεί η συμπαθής υπουργός εργασίας σπονσοράροντας τους χαμηλούς μισθούς τζ̆αι βάλλοντας τον κόσμον να δουλεύκει τζ̆αι Κυριακήν για ναν η οικονομία της ανταγωνιστική; Ποιός επλούτισεν τζ̆αι τί θα επιβιώσει τούτης της ανάπτυξης;
Δεν ηξέρω πόσα έκατσεν πούγκαν ο αγρότης που επούλησεν το χωράφούιν του πας την θάλασσαν που έβαλλεν παλιά πατάτες πρώμες να μεν τες κρούζει το σ̆ιόνιν. Δεν ιξέρω επίσης τί τα επένδυσεν τούτα τα ριάλλια, που εκαταλήξαν. Έναν εν σίουρον. Το αγγόνιν του δεν θα την έχει τούτην την γήν. Την έχει ο γκάνκστερ ή στην καλλύττερην περίπτωσην ο συνταξιούχος εύπορος εύρωπαίος που ήρτεν να ζήσει στον ήλιον. Το δε μεροκάματον να καταστρέφεις τον τόπον, μιαν ημέραν τελειώννει επίσης, όταν δεν έχει άλλον τόπον να καταστρέψεις.
Ποιός την εσχεδίασεν, ποιός την υλοποίησεν, ποιός εκέρδισεν τζ̆αι πόσα που την ανάπτυξην τούτην;
Ήμουν 13 χρονών το 76. Ήταν θκυό σ̆ειμώνες μετά τον πόλεμον. Έσπασα τον κουκουμάν μου τζ̆αι με όσα εσύναξα εγόρασα μιαν τσουρούν πατσαλούν. Ράτσα μπαστάρτικη αλλά ανθεχτική στες αρρώσκιες. Εκατέβαζεν χαζίριν 2 κιλά γάλαν κάθε γάλεμαν τζ̆αι έκαμνεν 3 ρίφκια κορμαλιάτικα κάθε γένναν.
Επούλησα την του μακαρίτη του Αντρεή. Θα ήταν το 83 που έφυα που το χωρκόν να πα να σπουδάσω. Η πατσάλα έναν χρόνον ύστερα επήεν για οφτόν κλέφτικον. 10 χρόνια ζ̆ιούσιν τα αιγοπρόβατα, αλλά ο Αντρεής άφηκεν αγγονίν την πατσαλούν που είσ̆ιεν παρόμοια χαραχτηριστικά με την μάναν της. 40 χρόνια που τον πόλεμον ο Αντρεής εμακαρίστην. Το κουπάϊν συνεχίζει το ο γιός του ο Κώτσ̆ιος που εν έπαιρνεν τα γράμματα.
Ο Κώτσ̆ιος είναι που τους λλίους επαγγελματίες χτηνοτρόφους που ξιμαντρίζει. Σήμμερα τα χτηνά είναι κατά σ̆σ̆ιλιάες στηβασμένα μέσα σε εργοστάσια-βασανιστήρια, μονόρατσα, ούλλα τα χτηνά εν καλιμπραρισμένα να διούν το μάξιμουμ γάλαν, να τρώσιν μεταλλαγμένην σόγιαν εισαγωγής που την Βραζιλίαν, καταδικασμένα να ζιούν πας την κοπριάν τους με δίχα να πατήσουν πάνω σε χώμαν καθαρόν, ώστι να αποφασίσει μιαν ημέραν έναν λογισμικόν ότι πρέπει να αλλαούν με πιο παραγωγικόν χτηνόν. Ο Κώτσιος μπορεί να μεν έπαιρνεν τα γράμματα, αλλά λατρεύει τα χτηνά που του άφηκεν ο τζ̆ύρης του. Ξέρει τα το καθέναν με τ΄όνομαν του. Ξέρει τα χούγια τους, ξέρει τα προτερήματα τους. Ξέρει πως εν να συντύσ̆ει στο καθέναν με τον τρόπον του. Ξιμαντρίζει τα κάθη μέρα. Τραουδά τους όοο, όο, ο, ο, κάθε μεσομέριν που τα φέρνει που την βοσ̆σ̆ήν πουκάτω που την τερατσ̆ιάν να τα ποτίσει.
Επήα εχτές μετά την διαδήλωσην για την Αμμόχωστον να πιάσω χαλλούμια που τον Κώτσ̆ιον. Ήταν τζ̆εικά΄ στην μάντραν.
— Έλα να δεις, λαλεί μου ο Κώτσ̆ιος.
Επήρεν με μες την μάντραν.
— Θωρείς την τούτην την τσουρούν την πατσαλούν;
— Εν η ίδια με την πατσάλαν μου ρε Κώτσ̆ιο.
— Εν εφτά γενιές αγγόνιν της.
— Ρε μα κρατείς παππογεννητικά του κάθε χτηνού;
Κάμνω τσας! Το ρίφιν το πατσαλίν εφήρτην που τα γέλια.
— Ρε Κώτσ̆ιο μα γελά ρε!
— Θώρε είνταν που έσ̆ει κολλημένον πας τζ̆ειν την λαμαρίναν της μάντρας!
Η φάτσα του Αναστασιάδη σε προεκλογικήν αφίσ̆ιαν “Η Κύπρος θέλει ηγέτη” τζ̆αι το αγγελούιν να λαλεί “την πατρίδαν ούκ ελάττω παραδώσω”. Εσύναξεν την ο Κώτσ̆ιος που τον δρόμον μετά τες εκλογές τζ̆ι εππάτσ̆ιαρεν την μάντραν να στουππώσει μιαν τρύπαν που εφεύκαν τα χτηνά.
Γέλιος η τσουρού, γέλιος εμείς.
“Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”
— Ε Κωτσ̆ιο αρκέψαν σύρμαν φέτη οξά κόμα;
Pfizer has only one, yes ONE, factory to produce all vaccines for all countries outside of the United States. And on Friday, it announced that it would have to delay promised deliveries for ‘a few weeks’ while it is upgrading this factory in Belgium. Instead of standing up to Big Pharma, EU countries have shown no more than resignation hidden by some grumbling. Except for some isolated voices, no one has dared suggest that countries use an existing legal mechanism: compulsory licensing. That would mean that anyone could start producing the vaccine. And it’s legal.
Indeed, the 1995 TRIPS Agreement (Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) negotiated by the World Trade Organisation includes Article 31, which states that countries „may use of the subject matter of a patent without the authorization of the right holder“ if their legislation allows for exceptions. And according to the World Intellectual Property Organization (WIPO), 156 countries currently allow such exceptions, including all EU countries. So what are we waiting for?
While this law is different in each country, it usually gives the right to the state to use compulsory licensing in cases of health emergency and/or when the producer is unable to deliver. Hard not to think about the current situation, right? It is obvious that Big Pharma makes more money by producing itself, distributing itself, setting its own prices, but it is now failing to meet demands and its greed needs to be stopped. All we need is to apply the law, make the vaccine license open to all, let all producers use their capacities to produce it.
Public authorities not only have the duty, but also the right to do so, especially since there has been about 12 billion USD of public funds involved in developing those vaccines, with very little transparency about any related conditions. The Moderna vaccine has become the most striking example of the neoliberal tradition of privatizing profit and socializing expenses. Whereas this small company developed the vaccine exclusively thanks to public funds, and the US government jointly owns the rights, there has been no challenge to the firm’s right to make excessive profits. And it is not shying away from it, selling its doses almost twice the price of the Pfizer vaccine, and almost ten times more than the AstraZeneca one. Even worse, Moderna’s top three executives executives have made more than a 100 million USD by selling their stocks just after announcing the vaccine’s successful development.
Don’t worry, Pfizer & co. won’t die of hunger if we take their vaccines: the law already foresees compensations for compulsory licensing. But there is no legal right to unlimited profits in a time of epidemic emergency. We have suffered enough from the fact that governments have abandoned their role in pharmarceutical research and development and let this field to the whims of Big Pharma. The very same giants that decided not to pursue research on earlier forms of coronaviruses because it didn’t seem financially profitable are now telling us to stay quiet and wait so that they can make a profit? No, societies need to take back their health safety under control and manage it according to the general interest, and not the profits of shareholders.
Already in the first months of the pandemic, there were calls to makes vaccines a ‘public common good’ once they would be developed. On April 24th, President of the European Commission Ursula von der Leyen, backed the idea when she said that the future vaccine would be „our universal, common good“. Then, at the World Health Organisation’s (WHO) May 2020 summit, China pledged that it would not license its vaccine, if it succeeded in developing one, making it available for all countries to produce and use. But as vaccines developed by major Western corporations received the green light in late 2020, it became clear that their distribution would follow the laws of the jungle: vaccines for the richest countries, profits for the corporations.
In December 2020, around a hundred countries led by India and South Africa tried to move the WTO Assembly into adopting a resolution waiving intellectual copyrights on anti-Covid vaccination and drugs. They were met by the flat refusal of Western countries, who harbour the headquarters, laboratories, factories and shareholders of Big Pharma. In doing so, Western countries are going directly against the interests (and health and life) of their own citizens, not to talk of humanity in general, but they are successfully upholding the global neoliberal status quo concentrating power and money in the West.
During the pandemic, the global Left has been mostly struck by apathy, sitting back with some Schadenfreude as right-wing governments that had been claiming for years that ‘there is no magic money tree’ started pouring trillions into the economy. Apart from some solidarity actions and calls to protect workers and the vulnerable, the left has not been able to raise its voice to push for more decisive action in the anti-pandemic response, from putting workers’ health before profit to standing up to Big Pharma. Some iniatives are now appearing and we need to rally behind them, taking the streets from the far-right bolstered by conspiracy theorists. From the ‘Zero Covid’ plan to the EU-wide ‘No Profit on Pandemic’ initiative, now is the time to rise and challenge the incompetent and corrupt neoliberal forces.
Looking at pro-Trump far-right supporters breaking in the Capitol, many mainstream opinion-makers shake their heads over the dangers of polarisation and extremism, providing the (far-) right with a convenient discourse about “both sides” and advocating a return to a status quo that brought us where we are. But in times of rising fascism and increasing inequalities, polarization is a necessity.
A commentary by Jan Fürth
Taken out of context, polarisation and division discourses sound really neat to the ears of the average citizen. Who wouldn’t want harmony and unity? But when a dangerous far-right ideology is rising, the very same discourses are used to either condemn resistance as “polarising” or to discard it as analogous to the very same threat it is standing up to. Uncompromisingly standing up to these hateful ideas makes you a polarising figure. Taking the streets to face off violent far-right thugs makes you a thug. In the end, all that is left is to either settle for this far-right extreme as a lesser evil or sit tightly under a new ‘moderate’ normalcy. A right-wing neo-liberal one, of course.
This naive faith in the absolute need for moderation becomes dangerous blindness when there is a shift in ideology towards the far right. If one always ought to stand in the middle, then how far rightwards should one go in a country where the president and one of the two parties has shifted towards fascism? How much understanding should we show for far-right ideas when they become a growing part of the mainstream? Are the murders of some unarmed African-Americans OK because of the majority’s racism? Should one accept at least some children in cages because a majority of citizens approve of it? Should the coup attempt be met with some understanding for the far-right mob? Shouldn’t one abstain from criticising and mobilizing to avoid polarisation?
A logical consequence of discourses on polarisation is the understanding that there are two poles, two extremes. Indeed, there cannot be polarisation without two completely opposed camps, and thus we find ourselves left with the well-known ‘both sides’ discourse from Donald Trump’s reaction to the 2017 Charlotteville far-right terror attack. All critiques of the far right are being met by a barrage of ‘whataboutist’ fire, pitting the coordinated attack on the central institution of decision-making against the vandalism happening in the margins of some BLM demonstrations. By pushing this line, far-right violence is minimized and its structural and institutional character is obscured.
According to this view, Trump’s far-right movement is only an answer to – and even a defense against – the specter of some kind of ‘BLM Antifa neo-marxist anarcho-bolshevist’ threat, or rather conspiracy, against the United States. In the U.S. American context, this ‘red scare’ becomes a powerful weapon to present Trump as a lesser evil, relativizing his far-right views as necessary to avoid another kind of – this time un-American – extremism. Thus the polarization thesis becomes an appeal to choose your side, with a powerful far-right media machine making sure that you’ll make the right choice.
In addition to giving ammunition to the far-right movement, the polarisation-and-two-extremes argument is also being pushed by (centre-)right forces that are looking to re-establish the status quo ante – going back to the pre-2016 situation. The equivalence thesis then becomes an appeal to go back to the ‘golden mean’, i.e. the kind of consensus-based politics that are celebrated by (neo-)liberal and some conservative commentators as ‘reasonable’ and ‘civilized’. As we know from U.S.American politics dominated by two right-wing parties, this middle-ground is very much tilting towards the right. In this sense, calls for moderation are powerful appeals to upholding the current status quo, which is the continuation of the kind of right-wing neoliberal policies we have been seeing since Ronald Reagan won the elections in 1981, and even earlier: neo-liberal economics, institutionalized racism and U.S. military imperialism.
When Bernie Sanders or Alexandria Ocasio-Cortez are attacked as ‘extremist’ or ‘polarizing’, including by people from their own party, this right-wing normalcy is being reestablished again and again. The centre-right Democratic majority can distance itself from these ‘extremists’ in its ranks and claim to be the voice of reason in contrast to a Republican party that has been seized by its far-right wing. The hope being, of course, that their position as the status quo will be embraced by a majority of electors equally convinced about the need for a ‘return to the normalcy’. And there you go: you have Joe Biden.
While the Democrats’ bet worked out in a context of global pandemic with important human losses and catastrophic socio-economic consequences, especially in the United States, it has proved a risky one, and the gains are rather meager. Their lame strategy could only be saved by extraordinary efforts by women of color and other community organisers, but it doesn’t bode well for the future, as we can expect the business-as-usual technocratic approach of the Biden administration to fail to tackle the class and racial inequalities plaguing the country, not to speak of the climate crisis. In the meantime, the promoters and accomplices of the ‘polarisation’ discourses will make sure that the United States will stay stuck in the same right-wing neo-liberal dead-end, with a Trump-like escape into a far-right alternative reality remaining the only mean of expression for the country’s frustrations.
Far from being a strictly U.S.American issue, the ‘polarization’ discourse has also been visible in European discussions and has been prominent in recent discussions of events in Washington. As The Jacobin was reporting lately, no other than… British left-wing politician Jeremy Corbyn was attacked by commentators talking about the Capitol assault! In Germany, it was a deputy from Merkel’s right-wing CDU Party, Thomas Heilmann, who put on the same level Trump and Antifa or the German street movement against the far-right AfD party, saying that “Polarisation and denigration always lead to hate and violence”.
We must reject empty discourses about polarisation that carefully avoid to talk about fascism and instrumentalize far-right terrorism to attack the Left. Let’s call things by their names and categorically refuse false equivalences between fascism and anti-fascism, between racism and anti-racism, between far-right authoritarianism and broad popular leftist movements challenging the status quo. In times of rising fascism, polarisation is a duty. Polarisation is society breaking up. It’s up to us to organize, unite and rebuild!
On Saturday evening, a young Black man named Ibrahima B. was arrested by the Brussels police and died in custody under unclear circumstances, allegedly from a heart attack. Available information point out that he was arrested for… filming a police intervention! This was an illegal arrest and the police has blood on its hands, regardless of the actual cause of death.
Ibrahima was on his way to the North train station to go back home to another city and he stopped to film a police intervention against a group of youths. Although it is perfectly legal and legitimate to film police harassment, the police officers went after him, which made Ibrahima B. afraid and made him flee. He was eventually arrested and he died an hour later while in police custody, his lawyer saying that it took long minutes for the police to react when he fell down in handcuffs, presumably hit by a heart attack.
The police clearly doesn’t have a clean conscience, as it took them more than six hours to call Ibrahima B.’s family, and they lied saying that Ibrahima B. had defied the curfew, even though the time of death (8:22pm) was before the start of the curfew (10pm). Police has also been disseminating rumours about drug abuse, even though there are no such elements available at the moment.
If Ibrahima B. was white, he would probably still be alive today. This is proven by countless examples of police brutality targeting people of colour and foreigners in the recent months in Belgium. At the very same spot were Ibrahima B. was arrested, Black German deputy of the EU Parliament Pierrette Herzberger-Fofana was violently arrested and searched by the police for… filming the arrest of two young Black men. The police wouldn’t believe that the 71-year-old is a EU deputy… In April, riots erupted in Brussels after a young man of North African descent died in police chase. In July, a young man of Algerian descent died in police custody in Antwerp after a brutal arrest. In August, videos revealed that Slovak national was strangulated to death by the police in a cell as the police officers laughed and one of them made Nazi salutes.
Small demonstrations took place in Brussels to request justice for Ibrahima B. and we stand in solidarity with those experiencing police brutality and structural racism, and with all those who are fighting back! No justice, no peace, fuck the police!
Notis Mitarakis, the Greek Minister of Migration and Beate Gminder, Head of the European Taskforce for Lesbos and acting head of the EU task force on Lesbos visited Moria 21 on the island of Lesbos end of November.
by dunya collective from Lesbos (Greece)
It had the looks of a well-rehearsed show. Business as usual: In his speech Mitarakis emphasized that the camp was clean, save and orderly. He spoke of a “structure that has no traces of the chaos of Moria” and declared that flood protection measures had been completed and the camp was adequately prepared for winter. The camp could now function independently from the health care system of the city of Mytilini.
The minister continued by explaining that together with IGME1 the soil had been analyzed – a detail that could be of importance, since the camp is located on a former shooting range which makes contamination with lead and other heavy metals likely. With this step he reacted to the concerns of NGOs and media reports.2 EU commissioner of home affairs, Ylva Johansson, had stated after the fires in Moria in early September that conditions were indeed inacceptable. “Conditions in Moria, both before and after the fire, were unacceptable. Men, women and children living in overcrowded camps with poor sanitation and little access to health care.”3 Trusting Mitarakis’ comments, it looks like we are not about to recreate the same conditions. But the perspective of the people who must live in the camp is very different. It was not without reason that they quickly named the new camp Moria 2. A short overview:
I There are very few showers that only run with cold water, so-called bucket showers. Camp inhabitants have to improvise and build their own showers to wash themselves. There is neither running nor hot water. People have no other option than doing their laundry and washing themselves in the ocean.
II The quality of food is as bad as it was in the old camp Moria, the same catering company “Elaitis” brings the food. Food equaling three meals is distributed once a day. The food is of very low quality and in the evening it is often times spoiled already.
III Health care is insufficient. Many of the inhabitants do not trust the doctors anymore. There are long waiting hours and inhabitants often only receive paracetamol as a treatment. There is hardly any psychological care. There is an epidemic of scabies that was already a big problem in Moria 1.
IV The location of the camp is exposed to the north. The tents are thin. Wind and weather pull at them and cause enormous noise. Many inhabitants complain about sleep deprivation because of this. It is also cold at night and the tents are not heated. The use of radiators is officially forbidden, as is open fire.
V Electrical installations are insufficient and in many cases seem improvised. There has already been a fire in Moria 2, apparently caused by an electrical short. Inhabitants extinguished the fire, not the fire brigade.
VI There is very restricted access for the press. Journalists can only enter the camp with special permission and accompanied by police or camp personnel. These permissions are hard to come by. Of course, protection against COVID-19 is important, but these measures were already in place before lockdown. They aim at avoiding images of the ugly truth of the camp reaching the public.
VII Inhabitants often describe the camp as a prison. At the entrance there are metal detectors. Drones surveil the camp and there are 300 police officers on duty, working in shifts. On top of that, the possibilities of leaving the camps are heavily restricted. Lockdown has impacted the camp tremendously and now inhabitants can only leave the camp once per week for four hours maximum. This results in enormous psychological pressure.
Many do not now what is next to come. The repeating questions we encounter are: Will they decline my asylum application? Will there be a transfer to the mainland? Will I receive asylum? Will I be homeless? Will Germany take me in? What have we done to deserve this treatment? What will happen to me if I stay here? Will there be a new camp? Will I be allowed into the new camp? Will the camp be closed? How long do I have to stay here?
What do we know about the construction of a new camp that the EU task force is involved in? After his tour of the camp, Mitarakis underlined that Moria 2 was only temporary and together with the EU commission, a new, closed camp was in the works. “In the following month we will quickly work towards the creation of a more permanent, closed, controlled structure, in cooperation with the European Commission”, Mitarakis stated.4
Mitarakis has made similar statements before to online portal “Infomigrants”: “These camps will have double fencing, they will have a secure gate. Asylum seekers will be allowed to exit and enter using a card and a fingerprint at a dedicated time through the day. Camps will be closed at night – it’s a policy we are already implementing in the temporary camp in Lesbos. And also the camp will have a fully closed ‘pre-removal section’ for the people that have had final decisions and need to be returned to their countries of origin.”5
Doesn’t this contradict the statements of EU Interior Commissioner Ylva Johansson? She always stressed that a new building would be an open multi-purpose camp.6 But she also spoke of controlled entries and exits. Maybe Mitarakis is just not shy about speaking openly about his ministry’s plans. He simply does not see the necessity of being reserved when it comes to this issue. After all, the construction of such a prison camp is fully in line with the political agenda of the ruling Nea Dimokratia party. The ultra-conservative Greek government wants to show strength and score points with the extreme-right voters. It already did so with the eviction of the PIKPA on Lesbos.7
It looks as if the question of the construction date and exact location of the new camp is about to be resolved. All of the sites proposed until now are far away from the city or villages. Apart from the fact that housing people in camps for any length of time is inhumane, a camp in the middle of nowhere and without proper connections to public life has close resemblance to a prison. Social exclusion via spatial segregation is a popular tactic in European-Greek asylum policy. The question now is whether there are two different versions of one and the same camp in play, or whether Johansson deliberately used nicer words when speaking to the media to distort reality and calm public opinion.
Mitarakis talked big in September, announcing that the new camp will be completed before Easter of 2021. These plans can already be considered failed. There have been differences to be settled in regard to the location, which stalled the process and required new negotiations. “It is not easy to speak with the local population”, Gminder said to the press.8
This is why the visit to Moria 2 was only a small item on the agenda of the two politicians. The actual reason for the visit to the island of Lesbos must have been the agreement on the building site for a new camp. The two politicians met with officials of the European Commission as well as the Greek Ministry of Migration and technical advisors in Mytilini to discuss the project. The proposed location, directly next to a waste dump in Vastria, has already been rejected by the EU.9It would only damage the tarnished reputation of the Nobel Peace Prize winner further. The site proposed by the mayor of Mytilinis, Stratis Kytelis, and Charalambo Athanasiou, the representative of Nea Dimokratia of the respective prefecture, was the last one still on the table. After the meeting it was announced that this is the location they had now agreed upon. It is a private property called “Eleftherakou estate”, located about two kilometers to the east, near the landfill. The owner will cash € 70,000 of rent per month. The property belongs to the administrative district of the island capital of Mytilini.10Gminder and Mitarakis were confident that construction will start before Easter 2021 and the camp will be completed in autumn of the same year.11
We now know that a new camp will be built close to a landfill in the middle of nowhere. We do not know how open or closed the camp will be. But its location alone makes it a prison. It has also become clear that the current camp is a rather long-term “temporary structure”. Refugees will have to live there for another full year. This is an enormous psychological and physical burden for them. Europe has the responsibility of fairly allocating the people needing asylum. Particularly rich countries such as Germany are in a position to do so, but they obstruct this process politically. The new camp and the new EU migration package show what the phrase “No more Morias” actually means: The show must go on.
1 Hellenic Survey of Geology and Mineral Exploration. (https://www.igme.gr/)
5 https://www.infomigrants.net/en/post/28372/mitarakis-we-are-protecting-our-borders-in-line-with-international-law
6 Ylva Johansson in a conversation with German ARD, at 13:12min https://www.youtube.com/watch?v=eHVi99NdLME
7 PIKPA was a unique project offering shelter to particularly vulnerable refugees, without violence, police or fences. It was operation under the principle of “community organizing”. In the early hours of October 30th the project was evicted against the will of its inhabitants who were transported to Karatepe 1 camp. This camp is to be closed at the end of December. The refugees do not know what will happen afterwards.
The is a translation with some modifications of a text by Cerveaux Non Disponibles.
The ban on broadcasting police actions centralizes all fears, but legalizing drones and surveillance technology is just as damaging to freedoms and democracy.
It is a subject that is little discussed and yet concerns us all. The text provides in these gaps to legalize facial recognition in the public space and the real-time exploitation of information about people. The video stream would be processed live by the police command, as mentioned in Article 22. The text does not mention the term “facial recognition”, but it should be noted that all amendments aimed at clarifying the practice were rejected. An example is amendment n°CL340 which explicitly provided for the prohibition of facial recognition. Rejected! The spirit of this law is to put the entire public space (especially cities) under permanent control. Without blind spots, with all the technology of algorithms and their freedom killing uses in data collection on a daily basis.
The State has lost the battle on police violence since the yellow vests, especially through the profusion of images made available to all on social networks, which have become a true self-media for any individual or collective that finally finds a voice.
The purpose of this law, which provides for 1 year of imprisonment and a 45,000€ fine for broadcasting that “undermines the police” is to limit freedom of expression in order to regain control of a republican narrative that has been completely eroded. In order to regain a hegemonic discourse, the hundreds of arbitrary acts of violence, daily racism, almost permanent impunity, as well as the dirty work that the police carry out on behalf of the State have become realities that must be hidden at all costs.
@TaoualitAmar Twitter photograph Hannah Nelson, arrested by police on 17th nov
Today, the forces of law and order already regularly intimidate professional journalists or simple witnesses who film. The police are already exercising a judgmental practice in the field through the physical and psychological violence they exercise. Imagine their zeal if this law were to be passed… If the National Assembly gave even more power to those who already abuse it with impunity…
Without an image, how many crimes and violence would have been hushed up or would not even have reached the gates of a court? Judges themselves say it: images are useful and without them, the police version always wins.
Let’s remember the importance that images have had for several cases:
This law also poses a major technical problem. Implicitly, it would sign the end of live videos showing police officers. If in their great leniency of falsely naïve playmobils the LREM (Macron’s party) deputies have suggested blurring the faces of police officers, let us recall that it is currently impossible to blur faces in real time. And that, in general, blurring a face on video is a complicated technique that is not within everyone’s reach and that would in fact restrict many images. If, however, this abject law were to be respected…
Last but not least, it should be noted that the police are not worried by the diffusion of their faces, which they have already been in the habit of masking for a long time (as well as not wearing their numbers), and although we have seen barbaric acts committed by them, this has not been the subject of popular reprisals to date. The argument of police protection is not based on anything and is mainly a bluster that makes the oppressors look like the oppressed.
Other aspects of the law should be addressed, such as the extension of the carrying of weapons in public places, even when not in use, or the increased role of private companies in policing.
The journalist Nnoman (his video) is being beaten by police.
What is striking in this text, which was passed on November 17 in the National Assembly, 2 years to the day after the yellow vests began, is its martial aspect. Do we realize that in the same law there is a state response to social protest and one against terrorism? This law intends to globally manage these problems in the same way. The repressive outcome of the November 17 demonstration is particularly strong, especially for the press.
The terrible image of a system that only responds with violence and intimidation… including on totally harmless demonstrators.
But the thousands of people present around the National Assembly could feel the anger rising and that no water cannon will be able to extinguish.
“The last warning for journalists: leave the premises with your press card or you will be arrested.” Quietly, the police muzzle the press covering a press freedom rally… All this knowing that they are being filmed. The law has not even passed and France is already in a totalitarian country. And it’s hard to see how the trend could be reversed. Neither petitions, nor demonstrations, nor the UN will be able to stop the fascinating drift.
At least 7 journalists have been arrested, threatened and/or beaten. Journalists who were covering a rally for freedom of the press and demonstration. It is extremely serious what this government allows itself! In particular, photographer Hannah Nelson was arrested last night and spent the night in police custody.
With the second anniversary of the gilets jaunes (GJ) uprising approaching, I virtually sat down with some participants to look back at a revolution that could have happened, the violent response of the police and the increasing restriction of civil liberties in France.
I virtually sat down to talk to a group of young activists from Montreuil (Paris suburb) who joined in the early hours of the movement, witnessing the moment when the regime almost fell in late 2018. They talked about the people in the gilets jaunes (GJ) movement, the uprising, the left’s hesitations, the struggle against the far right, and the political and police response. Here is an edited version of our conversation, divided by topics.
This conversation was part of research for an article by André Kapsas on police and judiciary repression during the GJ movement, which was published by Jacobin.
Youri* remembers that he was in the Drôme region in South-East France and that tags everywhere were calling for mobilisation on the 17th. “I didn’t know at all what it would look like, but there was a lot of agitation, so I decided to go to the local roundabout that was being occupied.” He remembers the GJ as a moment when „people started coming together, talking their daily problems and unwinding the thread, finding the source of their anger, of their living conditions. More and more, they were approaching the roots: the state, the system, capitalism. I’ll always remember my first twenty minutes on a roundabout with the GJ: they start talking about gas prices and twenty minutes later they’re already talking about the revolution, asking themselves whether that’s the solution. That really left a mark on me.”
Antoine was in Commercy, in the Meuse region, in the East, when it all started: “We organised some popular assemblies, and also organised the assembly of all GJ assemblies in January 2019. When it comes to forms of protest, they were much more radical, much more spontaneous. They were so strong as to launch a real insurrection, stronger than all the activist networks could ever dream of. When it comes to demands, there was no substitution, no either / or, no dropping of demands on the tax cancellation and purchasing power in favour of greater demands like the system’s abolition. There was rather an accumulation of demands. The core of the GJ movement were people concerned by purchasing power, having troubles making ends meet. Then people went further, with demands on democracy, on referendums. In Commercy, there were also municipal demands, demands to end tax evasion.
Where people revolutionary, anti-capitalist? There were definitely such discourses among the GJ, from people within the core. Ideas to end the capitalist system were welcome by many, but that wasn’t the main idea from Day One. You can’t really divide demands. Myself, I consider myself like a GJ, and I can say that in the movement, the idea that “end of the month, end of the world – same fight” was well understood.
GJ were often depicted like far-right rednecks listening to techno on parking lots while barbecuing, some kind of image of a stupid France, but this struggle against a tax went way further, it was about the organisation of power, the structure of society, about who should pay for the ecological transition. This tax was really about a punitive ecology, against poor people, a ‘class ecology’, and people saw through it. It’s not reactionary to fight against an injust tax.
So there was this consciousness, at least in Commercy, that purchasing power was the starting point, about the hard living conditions and the problem of making ends meet at the end of the month. That was never replaced by anything. There was also the RIP (Référendum d’initiative populaire – referendums that could be triggered by petition), that was more global, but otherwise it was mostly about those ‘bread and butter issues’.
At first, economic elites (the ‘patronat’, the bosses) were not really targeted. The GJ had another relationship to small bosses, entrepreneurs, craftsmen and craftswomen, who were often involved in the GJ, so they didn’t see the big bosses as a target at first; it was more the political elites, denounced as corrupted. Demands against the big bosses and corporations gradually came; not from outside, but rather from leftists who were inside the movement. It was a result of those meetings on roundabouts, not a manipulation, but rather a spontaneous development.
Louise: yes, it came after several months, when there was more targeting of the big bosses, and also a greater involvement with the strike movements, also with the ecological movement.
Antoine: there was a development going on, through intense exchanges, as people not only shared their experiences as activists, as trade unionists, when there was concrete solidarity, those were organic developments, not higher-level meetings. In Commercy, there was a huge defiance towards trade unions, towards any organisation, other flags, a great fear of manipulation and recuperation. Trade unionists were well received as participants, though.
This whole situation illustrated the growing distance between the left and popular classes during the last 30-40 years. There was a huge gap between people who didn’t speak the same language anymore. I remember the deep sadness of seeing a friend, a 50 year-old worker and trade unionist, who had taken part in all strikes in the last decades, feeling violated on the roundabout, because he was so starkly criticised. He felt that he had fought for this his whole life, yet he was being rejected because of his hat from the trade union. That changed after November-December, as there were many more meetings, during the whole year, and up to this date.
Louise: “I went to the second protest, on November 24th, because we had seen quite incredible images from the previous Saturday, and I wanted to see for myself and talk to people in order to form my own opinion. And not just listen to what the media were saying back then, talking about the Yellow Vests as middle-class, white, rather far-right. There were very few of us from the left-wing circles here in Montreuil to be mobilised.”
Next to Invalides we bumped into a group of about a hundred GJ who had just come in and didn’t know Paris. My friend and I had taken plans for this purpose and we passed them around. Some of them had megaphones and tried to lead, but they didn’t know where the Élysée (presidential palace) was, nor how to get there with all the cop blockages. We had yellow vests in our bags but we didn’t put them on at first, as we were still rather suspicious, but then we did put them on because it was easier to talk to protesters that way, otherwise they were suspicious.
What was the most surprising was the relationship to the police, in the first weeks, when people were calling on the police to join them. And also they were negotiating with the police. And the reaction of the police was also interesting. They were completely confused, they weren’t reacting the same way as during the Loi Travail protests (in 2016) or radical left protests. It was a whole other reaction, with police officers asking us ‘Please, mademoiselle, please, monsieur, stay on the curbwalk’, delicately picking us up, it was really surprising. The cops didn’t know what to do, they didn’t dare to repress. And the demonstrators were also astonishing, with some of them just standing in front of police trucks and stopping them with their hands.”
There were already barricades. People were just building barricades. I talked to many of them, they were at their first demonstration ever. They weren’t even hiding their faces. They just started to throw cobblestones, completely unmasked! Mostly those were 16 to 18 year-old teenagers and people over 60, together. I talked to many of them, some had voted for the Rassemblement National (far-right) and we met many people who supported the Union populaire républicaine (anti-EU, populist, conspirationist).
Youri: “I went back up to Paris soon before December 1st, as we knew that it would be very intense there. Some other activists and I, we were stunned by the lack of support in the capital and its suburbs, so we met up in Montreuil beforehand in order to start something in our neighbourhood. That’s where I met Julien and Louise, and we’ve been in the Montreuil gilets jaunes up to this date.”
“On December 1st, I don’t know if the police is so repressive yet, because they were completely overwhelmed. According to me, that was our window of opportunity, something even bigger could have happened. Because that’s the moment they also understood that it was an insurrection, and then they put everything in action to crush it. On December 8th, they were overwhelmed as well, but everything was in place, not just the police repression, but also their media machine. This is the week from the 1st to the 8th that needs to be studied to understand what happened.”
Julien: “The Triumphal Arch issue was the perfect pretext for politicians (on December 1st, protesters stormed this monument and took it, causing some material damages). The barricades looked problematic, but it wasn’t that bad, whereas there was a huge media campaign during the next week on the vandalism of the Triumphal Arch. They did a crazy agitation they whole week on the Arch, on the Tomb of the Unknown Soldier, on the tags, the damages. There was a great media operation by the government to delegitimate the GJ, present them as breakers. And it all served to legitimate the repression for the next week, with the deployment of the BAC (brigade anti-criminalité) and, later, the BRAV (brigade de répression de la violence).”
Louise: “What was really interesting among demonstrators was that they felt completely legitimate to demonstrate. The barricades, and the violence, it was all a fully natural violence, people didn’t ‘learn’ how to do that, they were just outraged that the police wouldn’t let them go to the presidential palace. They said, ‘We have the right to go so we’ll do everything to pass’. I was stunned to see people just throwing cobblestones, without being …, like, trained,” she says laughing. “For them, it was just so logical!”
Julien: “It was crazy, we could just go through the whole Paris as a wild demonstration, I had never seen that before, and never saw it again. It looked like the State had vanished, the street was ours, we thought we were hallucinating, that the cops would just come in at some point. But they didn’t. We went from the Champs-Élysées to Place de la République (5 km), like an hour and a half, without seeing a cop, or just a car coming and then escaping. It was a feverish atmosphere, but things didn’t really materialise…”
Louise: “It was an insurrection, but the issue was that people didn’t know the city, the buildings, where to go. We were next to the Stock Market, or the public TV, that could’ve been interesting to seize, but people were really focused on the presidential palace. So it was an insurrection, but there was no strategy, even if we had the streets to ourselves.”
Youri: “I thought it was the revolution. It was the best opportunity in my life. I thought the fire would grow even more. But it turned out more to be a revolt, a failed insurrection, something in between. I think it didn’t turn out to be a revolution because some key social groups didn’t come out at that moment, like the middle classes and the youth, especially in the cities. And also the poorer classes with a migration background. Not especially during the demonstrations, they were there, but they didn’t get involved in between the Saturday demonstrations, that were more like demonstrations of force. But the in-between, that’s when something revolutionary was happening, according to me, but in the cities, there was almost nothing happening, that really damaged the movement, there was a desertion of the urban classes.”
Julien: Some things really changed, the spread of certain tactics, like the issue of violence. There has been an evolution in the relationship towards police forces. At first, people were rather in favour of the police, calling on the police to join them, but within two months they had all understood the violence used against them. There was an instinctive reaction to regroup and to rethink violence as a legitimate mean to respond. I think this is something that the GJ movement has changed.
Youri: This is a turning point. Maybe I’m looking at things from an international perspective. It’s the peak of an intense political moment. Even if the GJ were not always part of previous movements, it’s the result of developments starting in 2016 and before. Suddenly, the movement became wider, more popular, and also more dangerous. We also saw a bunch of weak points of what would be a contemporary revolutionary movement, our weaknesses were laid bare open.
Julien: There was an opening, an opportunity, that the radical left failed to seize.
Youri: It showed weaknesses in the organisation of radical organisations, and also traditional ones. The GJ movement is an important moment of political recomposition, as well as a period of incredibly intense politicisation. Just like in all insurrectionary moments, there was a crazy wave of politicisation that will be felt in the next years. There is an enormous amount of political work to do, that needs to include an abandonment of some dogmatic positions by some groups.
Antoine: As Julien said, perspectives on violence changed, and even on direct action in general. It’s something that’s more associated with the autonomous left, libertarian left, with civil disobedience movements in the last years. Not just about forms, but also about the content, as a practice, a real pratice without intermediaries.
This leads to a further delegitimisation of intermediate bodies, like trade unions, who have the role of buffers between institutions and society. This was not just about the inability of these bodies to seize the real identity of the movement, even if I must say that some trade unions helped a lot on the local level. It was also about the State going from neo-liberalism towards the police State, a shift that has continued with the pandemic.
The last point was the question of the local. There was a re-politicisation of the local, of neighbourhood issues, and this has continued during the pandemic through solidarity networks. We’re in a process of a constant reshaping of forms. For a while, assemblies were used, now we’ve moved on. There’s a constant effervescence, and that has been created by the GJ in many places where there was nothing happening. It’s hard to have a full assessment, because there are so many places about which we don’t have much information, we don’t know about the results of all those roundabout GJ groups. For the moment, there is no strong interlinking between groups. It’s all under the radar. We need to know more about this reality to go further.
Julien: “We shouldn’t negate that there were fascists among the GJ. There were organised fascist groups that came to the demonstrations in Paris, those were enemies that had to be kicked out, but then there were reactionary elements, stereotypes, that had to be dealt it through discussion, not through violence.”
“We could see that national symbols, the Marseillaise, could have a revolutionary effect, a really galvanising one, but it also has an exclusionary effect for many people. It scares some. I think that was a mistake of the movement.”
Louise: “I remember, on December 1st, the first big barricade that was set up, there were organised far-right groups that were there. There were images of that, they did a lot of propaganda with that, they put their flags everywhere. And that also played a role on the involvement of the radical left, which then came in later, rather together with the Antifa to kick out those fascist elements.”
Julien: “And those fascists, they were wearing the yellow vest, whereas a lot of leftists, like the antifa, had a lot of trouble to adopt the yellow vest, even when they were kicking out the fascists. That created a weird image.” Louise: “Yeah, especially the Black Bloc, some people were a bit worried, not knowing about who were those people in black.” Youri: “Yeah, that kinda looked like the Black Bloc attacked the GJ”, whereas it was more like the antifa attacking fascists, and they did it well.”
Louise: “Yes, I agree with Youri, the left, or at least the radical left, intervened really late. And mostly during the demonstrations, the clashes, but they participated really little during the weeks. Leftists were suspicious, and also there was something about those activists not wanting to do the ‘dirty work’, you know, during the winter, standing on the roundabout and talking with ordinary citizens. Who wants to do that? Not many…”
Julien: “We could really see that among people with a migration background, the people from the quartiers populaires (densely populated neighbourhoods, mostly suburbs where working-class people live, mostly coming from former French colonies), the youth being like ‘Hey, wait, aren’t they racist?’ That was a factor that really maintained a distance between the GJ on the one hand and the left, and radical left, and the working classes with a migration background on the other. That also has to do with the regime’s strategies, targeting some elements of a movement. Just like the discourse about ‘breakers’, there was a discourse about ‘fascists’.
Youri recalls the incident with French Jewish philosopher Alain Finkielkraut, who “received anti-Semitic insults from one person at a GJ protest, but then they talked about it on the media for four days, saying that all GJ are anti-Semitic. That really did some damage.”
“The GJ was well cleaned up of fascists. There was a period of 2-3 weeks of clashes in Lyon and Paris, after the Paris fascist group ‘Les zouaves’ had attacked a GJ anti-capitalist group (from the Nouveau Parti Anti-Capitaliste) . There was a strong reaction by the antifascists, together with people from the cites, who went on a mission to kick those people out at demonstrations.”
“But it was also a debate about the movement in general, we had a lot of discussions in Montreuil about Islam, conspirationism, but that’s not the same thing as straight-up organised fascists. Organised fascists were progressively kicked out from the movement.”
Youri: “There was still a non-negligible part of the movement that was rather inclining towards the Rassemblement National (RN, far-right), on some roundabout there were fights, some split in two groups on the same spot, with a more left-leaning and a more right-leaning one.”
Julien: “On December 1st, and then especially on December 8th, there’s a real toughening of repression, and that has an impact on both the attitude of the GJ who continue to protest and on the composition of the crowd. Crazy things happened, such as the Black Bloc getting an ovation on the Champs-Élysées, scenes impossible to imagine. More leftist people, more determinate, joined the protests.”
Louise: “We could see a change in the chants and in the relationship to the police. When it started to repress more harshly, people stopped chanting ‘La police, avec nous!’, it was more anti-cop chants.”
“What mostly changed in early December, especially on December 8th, when repression was more brutal. Those were things that we already knew, I wasn’t surprised, but there was a big contrast with the previous weeks. I was rather surprised they hadn’t used all their usual techniques in the previous demonstrations.
What changed things was when the Détachements d’action rapide (DAR) were put in action. They were much lighter and made rapid interventions. And then in March they created the BRAV (brigade de répression de la violence) who was on motorcycles.
What was specific about police repression at that point was that it was against everyone. It didn’t matter if you wore a mask or not, they were just breaking skulls, shooting flashballs everywhere. Then ‘Black Bloc’ tactics spread, people wore more masks, to protect themselves from shots, gas, and also camera monitoring. But nowhere in the demonstration would you feel safe.
At first, when it was more like riots, we were stronger, we could disperse, but when we came back towards more organised forms, like marches. And then they were just shooting on everyone.
I had a personal experience with the DAR and it’s really impressive. It was happening before, but those could real trap people on a street corner and beat them up badly, and even just release them afterwards. It was more about fear, about punishment.
But there were also many arrests, an incredible number of speed trials each Monday with those arrested on the previous Saturday. And unfortunately, there were many tricks on how to defend yourself against the police, against the judiciary, that were not known to many people in the GJ. I went to some trials and it was quite crazy.
On March 16th, there was a big meeting of GJ in Paris for a demonstration, there were barricades everywhere, with the police trapping us on the Champs-Élysées. With a group of about 30, we tried to break the blockage in a side street, thinking it was heavily equipped, and thus slow, CRS (the usual anti-riot forces), but then they started running towards us, catching the first line. And we were unlucky, because we were alone, with no camera to film. The presence of journalists can sometimes be helpful, but there were none.
They hit me for 5 minutes, insulting me as a ‘bitch’, a ‘little whore’, they cracked open my friend’s skull. Luckily, they messed up their arrest papers for me, so I was released after the arrest. They’re groups that are made for interventions, jumping in and beating up people, so they transferred us to another unit, but they didn’t do the arrest papers. By March 16, just having a mask, or protection goggles, would be enough to get sentenced, under this article about “gathering with the intention of committing violence”, which was used against pretty much anyone. But luckily they didn’t do the arrest papers with the list of the things I had on me, so I could get rid of them on my way to the cell. I only had to stay for 48h and then they had to release me.”
Julien: When you look at the profile of those people who were maimed (lost an eye, a hand), about ¾ of them were first-time demonstrators. Some of the people who lost an eye had never been to a demonstration before. This whole idea that radicals were targeted is not true at all. Many were from the countryside, just came to the demonstration and lost an eye or were beaten up.
Louise: I think the goal was to dissuade, that’s how I saw it. From what I could see, and also from all the people I was detained with. There were also different intimidation techniques. They also tried to gain access to mobile phones, to get information about the organised groups, they put a lot of pressure on this goal.
Julien: A big change also was when they started to do a lot of controls ahead of the demonstrations. Starting from December 8th, the police was controlling all the toll booths leading into Paris, and already at 8AM on Saturdays they would have arrested thousands of people. And also at train stations, or before the demonstration in the streets. That was completely new. And that’s why they were accusing everyone with this article about “gathering with the intention of committing violence.” It was enough to have a jack in your car to spend 48h in arrest. They were just arresting everyone. And then there were prosecutors who were insisting on keeping people for the full 48h to prevent them from going to the demonstration, even if they had no evidence against them, which is completely illegal.
Louise: There were also prohibitions to go into some areas of Paris, even for some people who were actually working in Paris, they would be banned from those areas.
Élise: I think that starting from December 8, it wasn’t only about dissuading, but also about containing. They were under pressure after all these images of Paris burning, all this mess. March 16th was the last demonstration in Paris when we thought that we could overwhelm the police, bypass their whole set-up around the Champs-Élysées. And that’s when they put in the BRAV, and it made it hard to escape the format of a march with a predetermined itinerary. It wasn’t possible to go out and target some institutions. It was about dictating the proceedings of the demonstration.
Louise: What also played a role in that is when they started to play out the good GJ versus the bad GJ, when some GJ accepted to register demonstrations. That was especially in Paris. Then they were the good demonstrators that would not be repressed so hard and keep to their pre-agreed march, while others could be smashed, they were the Black Bloc, the breakers.
Antoine: Another important point was the penal repression, there were 400-450 people sent straight to jail, and another 600 deferred jail sentences; 1000 in total. Without counting all the suspended sentences. It’s thousands. It’s astronomical! For months and years, we have hundreds of people in prisons all over France. The only possible comparison in the last 50 years in France are the 2005 riots, the uprising in the banlieues. Back then, there were also thousands of arrests and about 800 jail sentences.
It’s crazy, especially in a context where there is no strong structure to help those help, there are enormous psychological traumas. This huge incarceration is not medialised so much. Police violence has become a big topic, judiciary repression has also been covered, but there’s almost nothing about penal repression.
We’re seeing an authoritarian shift, or rather an extension of authoritarian methods that were previously used against working-class neighbourhoods. There is now a generalisation of methods developed in a post-colonial context.
Antoine: what is important to underline is that the first activist group to call for joining the GJ mobilisation was the Vérité et Justice pour Adama committee (a committee set up to seek justice for Adama Traoré, a young Black man killed by the French police in 2016), together with antifascists and a queer liberation group. This is highly symbolic: those were the first ones who dared to jump in and join the movement.
They were the first to produce powerful analyses of the link between the GJ movement and the quartiers populaires, far from radical leftist ideological purity. They saw the link between police repression in the colonies, against migrant populations in the quartiers populaires and the repression of the GJ, seeing that there was no coincidence, but rather an extension of authoritarian practices.
Julien: This logic of hitting, going in for the contact, to shoot, and to aim for physical punishment of individuals: those are all colonial practices. This is more similar to what happened during the war in Algeria, during repression in Guadeloupe, when the prefect would simply give the order to shoot into the crowd with live ammunition. This is a different logic from classic crowd control which aims at containing a crowd and limiting damage. Now, this is the new norm. We can see it with current protests by high school students (lycéens), as soon as the police is blocked, they just charge in and beat everyone up. This is rather new.
Antoine: The German weekly Der Spiegel, which can hardly be called radical, not long ago talked about France as an „authoritarian Absurdistan“. Myself, I’m afraid to go to demonstrations nowadays, in Paris, Marseille, Lyon or elsewhere. On Tuesday, there’s a demonstration in Paris against the new legislative proposal ‘Loi sécurité globale’ to increase police control. They even want to forbid the filming of police interventions, even though that played a huge role in raising consciousness about repression during the GJ movement. The GJ movement empowered a lot of citizens, with many people becoming ‘their own media’, and closely documenting police violence, with media closer to the action. That has discredited even more intermediary bodies like mainstream media, replacing them with citizen media closer to what is happening on the ground. That has been one of the big victories of the movement.
It’s important to go to the demonstration on Tuesday, but I’m freaking out. I’m afraid it will be a massacre.
Julien: „What is freaky is the noise. Now, we know the noise made by different weapons, and when we hear those specific smacks made by flashballs, we don’t know who they’re targeting and the crowd freaks out. I remember lying down on the ground at some demonstrations as bullets were flying. You don’t know where it’s coming from, you can’t do anything.“
„I wouldn’t say that the police repression now is fully generalised. I think there’s a distinction between good and bad demonstrations. During the recent demonstrations against a reform of the pension system, you could see police showing a lot more restrain than usually. So there’s a duality where there are demonstrations organised by the intermediary bodies like trade unions during which the police shows more restrain, even when being provoked, and then there are other demonstrations when the police can freely maim and beat up demonstrators. It’s as if they wanted to show a nicer face during the trade union demonstrations, pretending that the police is not violent and that the GJ only got what they deserved.“
Louise: It’s true, but then, I also noticed that there was a huge concentration of police at the trade union demonstrations, marching in front of the crowd, preventing it from starting anything. We couldn’t move at all, there were thousands of cops. It seemed like there was more cops than demonstrators.
Julien: It was beautiful!
Louise: Yes, so many encounters, and it continues! Sure, the groups have become smaller, but it’s still happening, in Montreuil and elsewhere. It is transforming, it is taking new forms on the local level. And you could see the changes: when the pension reform protests started, we could see the trade union coming to see the GJ straight up, the teachers came, they were coming to assemblies to ask to join. Now it’s more local, like municipalism.
Julien: Yeah, there is a giletsjaunisation of activism in France.