One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayAceras Anthropophorum

Άλλος ένα γύρος συνομιλιών

By Aceras Anthropophorum

 


Αν εβρέθετουν η Καλλιόπη μες στο αεροπλάνον που εστρέφετουν που την Γενεύην, είτε το Ελληνικόν, είτε το Τούρτζ̆ικον, είσ̆αν να τους πει τα ίδια που την άκουσεν ο Ησίοδος να λαλεί τους ματσουκάρηες που αντιπάθαν:

 

« ποιμένες γραυλοικάκ λέγχεα, γαστέρες οον» 

 

Μπορεί να παραξενεύκεστε που βάλλω αρχαία μες το κείμενον μου αφού πάντα γράφω διάλεκτον. Είναι που θαρκέστε πους δεν ιξέρετε αρχαία. Μητρική σας γλώσσα όμως εν η Κυπριακή Ελληνική! Άρα ξέρετε χωρίς να το ξέρετε! Κυπριακά τζ̆αι αρχαία ελληνικά το  ίδιον είναι, τζ̆αι θα σας το αποδείξω. Είναι δηλωμένον τζ̆αι που υπουργόν. Όπως εδήλωσεν επισήμως η υπουργάρα της παιδείας, η γλώσσα που μιλούν οι Κυπραίοι έρκεται κατ΄ εύθείας που την αρχαίαν. Τζ̆αι τα ρητοριλλίκκια έχουν βάσην! Οι  άλουτοι τζ̆αι οι αχτένιστοι που διαδηλώννουν «ως δαμέ διχοτόμησην» θα έπρεπεν να γνωρίζουν κατά τον υπουργον ότι έστω τζ̆αι ανορθόγραφα, διαλαλούν στους δρόμους όπως το κόμμαν του: «η Κύπρος είναι Ελληνική». «Ώς δαμέ» τζ̆αι που μόνον του φωνάζει «η Κύπρος είναι Ελληνική». Από την στιγμήν που τζ̆αι το «ως» τζ̆αι το «δαμαί», με άλφα γιώτα βέβαια όπως εν το σωστόν, έρκουνται κατ΄ευθείας που τα αρχαία, επιβεβαιώννει το πολιτικόν φαντασιακόν του υπουργού περί γλώσσης. 

 

Πάμεν λοιπόν.

 

Ποιμένες. Ως δαμέ καταλάβετε: Ματσουκάρηες, βοσ̆σ̆οί, αιγοπροβατοτρόφοι. Ο ποιμήν του ποιμένος. Ο που πάει ομπρός τζ̆αι ακολουθούν κουέλλες τζ̆αι αίγες.

 

Τζ̆αι οι αίγες, όσοι από εσάς ακολουθείτε ποιμένας, από την Θεογονίαν του Ησιόδου φκαίννετε. Η αιξ της αιγός. Τζ̆αι λαλούμεν «υπό την αιγίδαν». Αν μεν ήταν η αιξ η Αμάλθεια, ούτε ποιμένας ήσ̆αν να ’σ̆εί, ούτε ποίμνια να ακολουθούν. Ούτε καν Γριστούς ήταν να ’σ̆ει ούτε Παναΐες, διότι τζ̆αι τζ̆είνοι υστεροφανούσιμοι του Δία είναι. Όσοι αμαθείς δεν το ξέρουν, εν η Αμάλθεια που ήταν η τροφός του Διός. Που το τζ̆έρρατον της έφκαλλεν τζ̆είνον που ετράβαν η ψυσ̆ή του θεουθκιού να τρώει να ως που να γινεί θεός να πα να καθαρίσει τον τζ̆ύρην του τον Κρόνον που έτρωεν τα παιδκιά του τζ̆αι να ποσπάζεται τζ̆αι τζ̆είνος τζ̆αι η Γαία η μάνα του που την πατριαρχίαν. 

 

Η αιξ εν περίτου που το προλεταριάτον. Ότι χρήσιμον έσ̆ει πάνω της, θα του κάμουν χρήσην τζ̆αι οι θεοί τζ̆αι οι αθρώποι. Ακόμα τζ̆αι που ήρτεν η ώρα της Αμάλθειας τζ̆αι εψόφησεν, πριν να την κάμουν τσαμαρέλλαν, εν που την πετσ̆ιάν της που έκαμεν ασπίδαν ο Ζευς, για να λαλούν οι θνητοί μέχρι σήμμερα «υπό την αιγίδαν». Που μιάν αίγαν εκρέμμετουν η τύχη όσων ακολουθήσαμεν, τζ̆αι θεοί τζ̆αι αθρώποι. Αν μεν εβρέθετουν η Αμάλθεια, ο Κρόνος ήσ̆αν να τρώει κόμα τα παιδκιά του πριν να φτάσουν να ζήσουν. Πιλέ μου τωρά, χάρη στην Αμάλθειαν τζ̆αι τον Δίαν, τζ̆αι θνητούς τζ̆αι θεούς, αντίς να μας φάει ο Κρόνος, ο χρόνος που μας τρώει αφήννει μας να ζήσουμεν τζ̆αι μιαν ζωήν να γευτούμεν τες χαρές της.

 

«Ποιμένες άγραυλοι», είπεν η Μούσα που τους επροσφώνησεν. Τζ̆αι αγρός ιξέρετε ίνταν πο νι. Αφούς εν είδος αρχαίων ελληνικών που μιλά η Κύπρος. Ξέρετε τζ̆αι την λέξην αυλή. Άγραυλοι φαίνεται σας παράξενον, αλλά κυπριακή διάλεκτος είναι λοιπόν τζ̆αι τούτη. Τωρά εν πλεονασμός να πεις τζ̆αι ποιμήν τζ̆αι άγραυλος. Ο μακαρίτης ο Μαυράτσας έγραψεν τζ̆αι βιβλίον με παρόμοιον τίτλον. Σε τελευταίαν ανάλυσην, εν που τον τζ̆αιρόν της Καλλιόπης, της Κλειούς, της Ευτέρπης, της Μελπομένης, της Πολυμνούς, που να πεις του άλλου άγραυλε εν τζ̆αι ππέφτεις τζ̆αι πολλά έξω με το να του πεις ματσουκάρη, ξύλον απελέτζ̆ητον, κούζουλε, ανάγωγε. Τζ̆αι όι άγραυλοι να νομίσετε τωρά ότι σας μιλώ για Παφιτούες ή Πιτσιλλούες που συναφέρνω την Κλειούν τζ̆αι την Μελπομένην. Εν για τες Μούσες που μιλώ, 800 γρόνια πριν να φέρει στον κόσμον τον γιον του θεού των Εβραίων η Μαρία. 

 

Των Μουσών δεν εμπορούσεν κανένας να τους γελάσει, με θνητός, με θεός, με ηγήτωρ με τράουλλος που ακολουθεί, όι ήσ̆αν να τους γελάσουν οι πονηροί τσ̆ουπάνηες, τα κακ΄ ελέεγχεα. Που τότες οι άγραυλοι ήταν ποδκιάντραποι, αιδώς αργείοι. Στην ύβριν πρώτοι, ιδίως άμαν πάρει ο νους τους αέραν την ώραν που από ματσουκάρηες βρεθούσιν ποιμένες ένστολοι να ηγούνται κουέλλων τζ̆αι να νέμονται πλούτον, γην τζ̆αι ύδωρ.

 

Τζ̆αι να εγέλαν κανένας γαστέρας οίον της ονειροπαρμένης Ερατούς, μετά την άτην η Καλλιόπη ήσ̆αν να του την φέρει πουπάνω μες το έπος με την νέμεσην τζ̆αι με την τίσην.

 

Κακ΄ελέγχεον σημαίνει κακόν όνειδος. Τζ̆ει που την αντροπήν τους επεήντιζειν η Καλλιόπη όσοι ήταν κοιλιόδουλοι.

 

Οι γαστέρες οίον, που εγεμώσαν δκυό αεροπλάνα, έναν τούρτζ̆ικον τζ̆αι έναν ελληνικόν να πάσιν να φαν τον ούτσ̆ιαλιν τους στας Γενεύας, έμπα τζ̆αι το Λήδρα Ππάλας δεν τους εγέμωννεν την γαστέρα, χαριεντίζουνται διότι στρέφουνται πίσω σε φάσην άτης. Εκόψαν να πάσιν 2500 μίλια μάκρος για να πούσιν έναν τίποτε, να ξοδκιάσουν μιαν φάουσαν ριάλλια του δημοσίου τζ̆αι να απλώσουν σκεμπέν (γαστήρ εν η σκεμπέ, εν την γαστέρα που πονείς άμα σε πιάσιν τα κοψίματα που γαστρεντερίτηδαν). Τζ̆αι το «γαστέρες οίον» κυπριακά ένι. Σατέ σκεμπέν που λαλούμεν. Κοιλιόδουλοι, που δεν τους κανούσιν να φαν οφτόν πλουμίν, να φαν οφτόν περτίτζ̆ιν, να φάσιν άγρην του λαού που τρώσιν οι αρκόντοι, να πκιούν γλυκόποτον κρασίν που πίννουν φουμισμένοι. Θέλουν γαστρονομίαν της Γενεύης τζ̆αι μεζεν των Σεϋχέλλων να γλαρώσουν τα υπογάστρια τους. 

 

Οίον που ακολουθεί το γαστέρες εν το κοινόν σατέ. Σατέ πελλάραν λαλούμεν ή πελλάρα σκέττη. Πελλάραν οίον θα ελαλούσαμεν. Οίον φκάλλει τζ̆αι οιωνός. Οίον με ψιλήν που σημαίνει μόνον, όι με δασείαν που θα εσήμενεν τέθκιοι που είσαστιν. Αλλά όπως τα σύχρονα πληκτρολόγια θέλουν θεούς τζ̆αι δαίμονες γράψουν δασείες τζ̆αι ψηλές, γράφουμεν τα στην κοινήν τζ̆αι πρέπει να τα κάμνουμεν σελίνια τζ̆αι ριάλες να καταλάβει ο άλλος. Οιωνός εν το μοναχικόν σαρκοφάγον πουλλίν που φέρνει τα κακά μαντάτα. Τζ̆αι τούτον που το οίον φκαίννει διότι ζ̆ει μόνον του. Πάσιν μια τζ̆οιλιά σκέττη, γαστέρες οίον, παίζοντας τους χαριεντισμένους να φέρουν λύσην ίμις̆ τζ̆αι προκοπήν στον τόπον τζ̆αι στρέφουνται ψία τζ΄εκούρτισεν τες η Μελπομένη να μας παίζουν τραγωδίαν να πουλήσουν τζ̆αι λλίον μελό. Περικκιάττερσιν βέβαια θα σου πούσιν τα μίντια, να φάσιν τζ̆αι τζ̆είνα το κάτι τις τους που τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα. Κακοί οιωνοί είναι, μοναχικά αρπαχτικά μαύρα πουλιά που αμα κράξουν λαλούν την καταστροφήν που έπεται.

 

«Ποιμένες άγραυλοι, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, οιονοί κακοί», θα ήταν μια κυπριακότατη προσφώνηση που θα έκαμνεν με σταράτα λόγια η μούσα που δεν χαρίζει κάστανον. Η Καλλιόπη που άμαν κάμει να μιλήσει με στόμαν θνητού φκάλλει Ομήρου Οδύσσειαν τζ̆αι Θεογονίαν του Ησίοδου. Τζ̆αι αθθυμίζει τζ̆αι σε θνητούς τζ̆αι σε θεούς ότι ύβρις, άτη, νέμεσις τίσις στην ίδιαν σειράν πάσιν πάντα.

 

Να περιμένουμεν μερικούς μήνες, λαλεί ο Γκουτέρες, για το επόμενον ραντεβού. Ας ελπίσουμεν ότι ενώ οι ποιμένες εν ναν πας τ΄αρπουρα της άτης τους, ο ένας να πουντζ̆ιάζει προϊόντα της διαφθοράς, ο άλλος πουλώντας το Βαρώσιν στα σόγια του Έρτογαν, το έσ̆κιν του κόσμου που σιγοβράζει ηφαίστιον θα κρεπάρει τζ̆αι θα τους τα πουκουππίσει ούλλα, να πάρει στα Τάρταρα ποιμένας αγραύλους, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, που την Άγκυραν στην Χώραν, τζ̆αι την ποτζ̆εί του συρματομπλέγματος τζ̆αι την ποδά.

  • May 6th 2021 at 14:28

Η γλυκάδα μιας Κυπριακής άννοιξης

By Aceras Anthropophorum

 Η γλυκάδα της κυπριακής αριστεράς εν η γλυκάδα της Κύπρου ούλλης. Αρώτουν μιαν συντρόφισσαν καλαμαρούν τι την τραβά να θέλει την Κύπρον, να μαθαίννει κυπραίικα, να τραουδά την Μουζουρούν του Μόρφου; “Η γλυκάδα της γλώσσας σας, η απουσία της επιθετικότητας στην γλώσσαν τους σώματος σας, η καλοπροαίρεση άμαν σ̆αιρετάτε τον ξένον. Εμάς την γλυκάδαν της αριστεράς εσκοτώσαν την στες εξορίες τζ̆αι στα βασανιστήρια. Εκτελέσαν την με τον Μπελογιάννην τζ̆αι έμεινεν μας ένας θυμός, μια πικρή βία που σας λείπει εσάς τζ̆εικάτω.”



 

Θορώντας το πρόσωπον τούτου του παιθκιού έρκουνται μου οι νότες του μουσικού ποιήματος του Γιώρκου του Κάρβελλου που κάμνουν μελωδίαν τζ̆αι ρυθμόν τα αγαλματούθκια της Χοιροκοιτίας την ώραν που φκαίννουν που την γην 9 σ̆σ̆ιλιάες χρόνια μετά τζ̆αι λαλούν του κόσμου που αντικρίζουν “ώρα καλή”, “ώρα γρουσή”. Όποιος κάτσει τζ̆αι ακούσει το έργον ξανά, τζ̆αι ξανά θα ακούσει σε νότες ότι θωρούμεν πας τες φωτογραφίες των παιθκιών της πρώτης διαδήλωσης, ότι ξέρουμεν που την Κυπριακήν κοινωνίαν. Ακόμα τζ̆΄ο πόλεμος, ακόμα τζ̆΄η βία, βρίσσουν τζ̆αι κάμνουν τόπον άμαν ακουστεί “ώρα καλή” μες το έργον.

 

Το χωνευτήριν του “κυπριακού νησιωτισμού” που λαλούν οι σύγχρονοι αρχαιολόγοι, καταλιεί την πιο αηδιαστικήν βίαν, δαμάζει την πιό άνοστην κατζ̆ίαν, βάλλει χαλινάριν στην πιο ανέντιμην κλεψιάν ,να επικρατήσει στο τέλος η γλυκάδα του τόπου, η αγάπη που φκάλει το κυπριακόν σ̆αιρέτημαν: “ώρα καλή”.

 

Μπροστά στην βίαν που επροτάξαν οι μισταρκοί του Μίδα, οι γιούδες της νύχτας, τζ̆αι τα αγγόνια του κακού πνεύματος που τους εόκαν που τα παππογεννητικά τους, ακόμα τζ̆αι οι καβλιές της θυμωμένης Αναστασίας που την ελούσαν με τα νερά ήταν ένας γλυτζ̆ής χορός σε ρυθμόν “εν φοούμαι τες εξαρτήσεις σας”. Το όργανον που επάτησεν πας το κουμπίν να σημαδέψει το κανόνιν το πρόσωπον της χορεύτριας, εν που τα ίδια σόγια με την συμμορίαν των οργάνων που εφακκούσαν με την πέτραν πας την κκελλέν του συνδικαλιστή Μένοικου, ή των άλλων που ετρυπήσαν το σώμαν του Αρκοπάναου που την Ασ̆ιερίτου με τες σπόντες των έξι ιντζών ωστι να φκεί η ψυσ̆ιή τους. Εν που τα ίδια σόγια με τα τέρατα που επαίξαν τα μωρά στην Αλόαν τζ̆αι στον Σανταλλάρην μες τες αγκάλες των μανάων τους. Όποτε νώσουν εξουσίαν απόλυτην στα σ̆αίρκα τους, τούτα τα σόγια θα κλέψουν το σιτάριν, θα σκοτώσουν τον συνδικαλιστήν, είτε χορεύκει, είτε στέκει να τους θωρεί τους μες τα μμάθκια πίσω που τα προσωπεία. Τα τέρατα στην Κύπρον φορούν πάντα μάσκες. Δεν αντέχουν να τους θωρεί το γλυτζ̆ίν βλέμμαν των αθρώπων του τόπου. Άμα νοιώσουν αθρώποι αφοπλίζουνται.




 

Ώρα καλή, ώρα γρούσή Αναστασία. Ώρα καλή, ώρα γρουσή Ηλία.

 

Ήρτεν η σειρά σας. Δύναμη των αθρώπων εν τα σαξόφωνα, τα πιάνα, τα βκιολιά τζ̆αι ούλλα τα έγχορδά. Η φώνη των καλοφωνάρηων που εγέννησεν τούτος ο τόπος σ̆σ̆ιλιάες. Κανένα σιδερικόν δεν μπορεί να φκάλει αρμονίαν. Καμιά κλεψιά δεν μπορεί να κάμει τον πλούτον χαράν. Η δύναμη της κοινωνίας εν η δύναμη των πολλών. Η δημοκρατία εν όπλον των ειρηνιστών, το κράτος δικαίου εν όπλον των ειρηνιστών. Εν όμηροι τζ̆αι η μιά τζ̆αι το άλλον στα σ̆ιέρκα θκυο συμμοριών “που τρων κηφήνες της ζωής” η μιά ποτζ̆εί, ή άλλη ποδά του συρματομπλέγματος. Θέλει την αρμονίαν των πολλών να τα ελευθερώσει τζ̆αι να πέψει ο τόπος τέρατα τζ̆αι συμμορίες ποτζ̆εί που ρταν. 

 

Θωρούν σας τα αγαλματούθκια της χοιροκοιτίας που τους έδωκεν ο Γιώρκος φωνήν τζ̆αι σ̆αίρουνται σας, όπως σας σ̆αίρουμαι τζ̆αι γιώ. Αφιερώννω σας το μουσικόν ποίημαν γιατί εν της αξίας σας. Μακάρι να έσ̆ιετε δύναμην παραπάνω που την γενιάν την δικήν μας να ξιλώσετε την συμμορίαν της διαφθοράς που κρατεί συρματομπλέγματα τζ̆αι βαρέλλες 60 χρόνια να χωρίζουν τον κόσμον τζ̆αι τον τόπον.

 

Αφιερώννω σας το. Ούλλον δικόν σας.

 

Ώρα καλή, ώρα γρουσή.



Όσοι αναγνώστες εν ιξέρετε ην μουσικήν του Γιώργου, ή νομίζετε πως εν καταλάβετε που κλασσικήν μουσικήν, ακούστε τζ̆αι ξανακούστε τζ̆αι ξανακούστε το μουσικόν ποίημαν ώσπου να έβρετε την ψυχ̆ήν της Κύπρου μέσα.



  • February 20th 2021 at 20:06

Αλγοριθμικόν κάρφωμα

By Aceras Anthropophorum

Ζητά σου συστηματικά το φέιζπουκ να καρφώννεις τους αθρώπους που ξέρεις για να τους φισ̆ιάρουσιν. Στην παρούσαν κατάστασην απλά θέλουν να διασταυρώννουν τες πληροφορίες για να πουλούσιν πκιο αποτελεσματικά διαφήμησην. Εζητήσαν μου να καρφώσω το παιδίν που μάχεται να φυλακίσει η Κυπριακή Αστυνομία.

Έβαλα τους ψευδώνυμο που εκφράζει τζ̆αι την ουσίαν. Ξέρεις εσύ σε ποιόν θα πουλήσουν αύριον την πληροφορίαν;

  • February 20th 2021 at 14:35

Κανεί πκιόν. Κάτω η βία, κάτω η συμμορία, κάτω η διχοτόμηση.

By Aceras Anthropophorum



 Η βία στραβώννει. Η βία φκάλλει μμάθκια τζ̆αι αφήννει πλάσματα στραβά, πατά μες τον βούρκουραν, φακκά με το ματσούτζ̆ιν πας την κκελλέν πισώπλατα, εκτοξέφκει μέταλλα, υγρά, χημικά που προκαλούν πόνον, που φέρνουν θάνατον.

 

Η κυπριακή δεξιά είναι παιδίν της βίας, o μισταρκός του Άδη του Λιασίδη. Ότι πόλεμος εγίνην εν οργανωτής του. Όποιος επέθανεν στον τόπον από λόγον όι της φύσης, επέθανεν που την δράσην της, είτε τούρτζ̆ικα κάμνει προπαγάνδαν για να κάμει οπαδούς είτε ρωμικά. Η διχοτόμιση εν η αρφή της διαφθοράς, τζ̆αι το κράτος ή το παρακράτος που τσακκίζει κόκκαλα ο τζ̆ύρης τζ̆αι ο αρχηγός. 

 

Ακόμα ξιθκιαλίζουμεν λείψανα, να βάλουμεν ονόματα πάνω τζ̆αι τζ̆είνοι που τα κάμασιν πουντζ̆ιάζουν τα κέρδη, τζ̆αι τα κέρδη των κερδών, τζ̆αι τους τόκους των κερδών των κερδών, τζ̆αι που τα ππούλια πιλέ που χρεώννουν για να σταμπάρουν τα κέρδη. Η γενεαολογία της δεξιάς εν η γενεαλογία της βίας. Όποιον τραπεζιτικόν λοαρκασμόν με στηβασμένα ριάλια τζ̆αι να πιάσεις, μες την γενεαλογίαν του κάθε στηβασμένου ευρώ θα έβρεις την γενεαλογίαν της σημμερινής συμμορίας που δεν είναι άλλη που την γενεαλογίαν της βίας.

 

Μμα γέρασες

είπεν του που τότες ο Λιασίδης, 

κανεί σε πκι̮όν, εν μιλιούνια γρόνια

που ζ̆εις κηφήνα της ζωής, τζ̆αι τρώς τζ̆αι πίννεις γαίμαν…

Αναστηθήκαν οι νεκροί, τζ̆ι εστρέψαν τα κανόνια πίσω τζ̆αι καταπάνω σου

να σε σκοτώσουν ψέμαν…

 

Αυτόν που δεν είσ̆εν ακόμα δει ο ο Λιασίδης είναι πως το ψέμαν εν όπως την Λερναίαν Ύδραν. Κόφκεις μιαν κκελλέν τζ̆αι βλαστούσιν δέκα. Για να λείψη που το πρόσωπον της γής τζ̆αι να κυβερνήσει το δίτζ̆ιον, να ξαναπλαστεί χαρά τιμή τζ̆αι ζήση, θέλει ακόμα αγώνες πολλούς.

 

Που τους αγώνες δεν περισσεύκει κανένας. Ούλλοι οι αριστεροί στην Κύπρον είμαστιν αδέρκια. Ούλλοι έξω που την γενεαλογίαν της βίας, έξω που την γενεαλογίαν του στηβασμένου € είμαστιν

 

Αλληλεγγύη στα θύματα.

 

Κανεί πκιόν.

 

Κάτω η βία!

 

Κάτω η διχοτόμιση, κάτω η διαφθορά, κάτω η χούντες, κάτω η συμμορίες, τζ̆αι ποτζ̆εί τζ̆αι ποδά του συρματομπλέγματος.




  • February 14th 2021 at 17:33

Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον

By Aceras Anthropophorum

 Το λογοατεχνικόν κείμενον που ακολουθεί εγράφτην σε γλώσσαν που δεν ιγράφεται κατά την περίοδον του κκέρφιου του πρώτου κύμματος της πανδημίας.

Αν θέλεις τσίλλα το πλέι να σε βάλει ο Τσ̆αικόφκσι μες την αμπιάνς σαν θκιαβάζεις το κείμενον. Εν 3300 λέξεις τζ̆αι θέλει κανέναν τέταρτον να θκιαβαστεί. Αν θέλεις να δεις καλλύττερα τους πίνακες κάμνεις τσιλ πάνω τζ̆αι μεγαλώννουν.



Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον.


Άκουα ξανά τζ̆αι ξανά για νιοστήν φοράν την άριαν του Λένσκι που την όπεραν Ευγένιος Ονέγκιν του Τσ̆αϊκόφσκι. Ήταν να παίξει σύντομα σε γειτονικήν πόλην τζ̆αι επροετοιμάζουμουν για να πάω να την δω. Θα ήταν κοντά μεσάνυχτα. Έτσι σαν άκουα τον τενόρον Λεμέσ̆εφ τζ̆αι υποδύετουν τον Λένσκι να παραλαλεί τζ̆αι να φωνάζει «приди приди»  της Όλγας του να ΄ρτει, επήρεν με ο ύπνος τζ̆αι εποτζ̆οιμήθηκα. Ελαοτζ̆οιμούμουν τζ̆΄έξύπνουν κάθε νάκκον ώραν όπως τον ναρκωμένον. Άκουα μουσικήν να παίζει, αλλά ήμουν ανίκανος ν΄αννοίξω τ΄άμμάθκια μου να καταλάβω τί γίνεται τζ̆αι να σβήσω το τηλεφωνούιν. Εξύπνησα που τα καλά κατά τες τέσσερεις τζ̆ειαμαί που έπαιζεν έναν ρωσσικόν ταγκό του 30. Έκλεισα το ππλέϊερ, έφκαλα τζ̆αι τ΄ακουστικά που τα φκιά μου τζ̆ι εξανατζ̆οιμήθηκα.

 

Το πρωίν του Σαββάτου εσηκώθηκα τζ̆αι ήμουν μόνος μου έσσω. Είχα μεγάλην περιέργειαν που με επήρεν τζ̆αι που με έφερεν ναννουριστόν ο αλγόριθμος του Musi. Το Musi εν έναν προγραμματούιν πας το σμάρτφοουν που σου φκάλλει τα τραούθκια που το γιούτιουμπ χωρίς να σου βάλλει  διαφημήσεις. Άμαν το αφήσεις, αποφασίζει ποιόν επόμενον τραούδιν συνάδει με τζ̆είνον που άκουες τζ̆αι κοττά σου το αυτόματα. Έβαλα το πίσω – πίσω τζ̆αι άκουσα τα ούλλα έναν – έναν, ότι μου επέλεξεν. Όπως ερμηνευτής του Λένσκι ήταν ο Λεμέσ̆εφ, σοβιετικός τραουδιστής της δεκαετίας του τριάντα, το ρεπερτόριον που μου εκούρτισεν το Musi ήταν σοβιετικά λαϊκά τραούθκια, κλασσικά τζ̆αι σοβιετικά ταγκό της εποχής. Έψαξα τα έναν-έναν, τους ερμηνευτές, τους συνθέτες, αλλά ελάχιστα πράματα βρίσκεις που να μεν εν εις τα Ρώσσικα. Έβαλα το κκίπορ το ρώσσικον πας το τηλεφωνούιν να τα βρίσκω καλλύτττερα. Ήταν σαν να μου εξιτρύπωσεν έναν κρυμμένον θησαυρόν το Musi. Έχουν τζ̆αι την καλήν πλευράν τους οι αλγόριθμοι άμαν έσ̆εις τα μμάθκια σου αννοιχτά.

 

Είχα μεγάλα κκέφκια τζ̆είνον το Σάββατον. Ετζ̆οιμήθηκα καλά, ήμουν χαλαρός, οι δουλειές μου πάσιν καλά, ο χρόνος τζ̆υλά χωρίς να κορακά. Πότε – πότε άμαν με πιάουν οι μοναξιές, τραουδώ τες, χορεύκω τες, γράφω τες τζ̆αι μεταβολίζω τες μες σε μιαν γλυτζ̆ιάν μελαγχολίαν που τζ̆υλά αρμονικά συντροφκιάν με την ζωήν μου. Αυτοσχεδίαζα φιγούρες με τα σοβιετικά ταγκό τζ̆ι εταξίδευκα στο κοσιέναν, στο κοσπέντε, στο τριάντα στην Μόσχαν τζ̆αι στο Λένινγρατ. Μέχρι τζ̆αι στο σοβιετικόν Τβίλισσι στην Γεωργίαν εταξίδεψα χορευτής, στο θέατρον του ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ πριν να τον πιάουν στο Μπολσ̆όϊ. Εχόρευκα γλυτζ̆ιά – γλυτζ̆ια τον αρμονικόν ρώσσικον ρομαντισμόν, μες την μεγάλην κάμαρην μπροστά που έναν μεγάλον καθρέφτην. Έκαμνα του εαυτού μου παράστασην. Όϊ με την έννοια του ναρκισσισμού της αφελούς αυταρέσκειας. Ήταν μια κανονική παράσταση. Κάτι όπως άμαν μαειρεύκω με την πιο λεπτήν τζ̆αι ευφάνταστην γατρονομίαν του εαυτού μου. Άμαν είμαι μόνος μου πιάννει με τζ̆αι μαειρεύκω με το ίδιον μεράκκιν όπως άμαν έχω καλεσμένον τον πιο ακριβόν μου φίλον τζ̆αι δημιουργώ κάτι για να τον ευχαριστήσω. Εχόρευκα ζητώντας που το σώμαν μου να κάμνει φιγούρες κομψές με όσην χάρην μπορεί να δώκει. 

 

Εσ̆αίρουμουν για την παράστασην που εμπόρηεν να μου φκάλει η νοσσιά μου με έτσι σώμαν. Λία χρόνια πρίν, πριχού να το θεραπεύσει η γυμναστική ήταν δίσκαμπτον, ματσουκωμένον, εν εμπόρηεν πιλέ να δίσει έναν ζευκάριν ράμματα των παπουτσ̆ιών τζ̆αι να μεν κουντζ̆ίσει. Εχόρευκα τζ̆ι εσκέφτουμουν ότι αν ήταν αλήθκεια πως τα χρόνια γερνούν σε, τότε τόσον αλήθκεια θα ήταν τζ̆αι ότι η κίνηση ή η γυμναστική γυρίζουν τα χρόνια των ημερολογίων πίσω. 

 

Έτσι σαν εχόρευκα, κάτι εχρειάστηκα που την διπλανήν κάμαρην. Με δίχα να σταματήσω να χορεύκω, εμετακινήθηκα να πα να το έβρω. Εν τω μεταξύν, το άσμαν άλλαξεν τζ̆αι έπαιζεν έναν πιο χαρούμενον, έναν πιο τραππηητόν τραούδιν. Διώ έναν σάλτον με την μουσικήν, όσην ενέργειαν έβαλεν το σώμαν μου άνεννοιας μες την τρελλήν χαράν, έφαν την η τζ̆εφαλή μου που εφάτσ̆ησεν πας το δοκάριν του χαμηλού τταβανιού 2.10μ ύψος. Μες την ευφορίαν μου εξίχασα πως το διπλανόν δωμάτιον ήταν χαμηλοττάβανον όπως εχτίζαν τα σπιτούθκια το 1720. Έππεσα κάτω σαν το πουλλίν το παιξούμενον. Για μερικά δευτερόλεπτα έχασα τες αισθήσεις μου. Μαζίν με τον πόνον ήρτεν έναν παράπονον. Ήμουν μόνος μου σπίτιν τζ̆αι εμπορούσα να κλάψω όπως έρκετουν. Οι άνδρες στο χωρκόν μου δεν κλαίνε άμαν έσ̆ει άλλους τζ̆ειαμαί. Η ελεύθερία να κλάψει το πλάσμαν είναι προτέριμαν της μοναξιάς . Έκλαψα σαν το μωρόν που γυρεύκει την μάναν του. Σε έτσι ηλικίαν όμως, άλλες μανάες αφήκασιν χρόνια, άλλες έχουν άνιαν, άλλες ατσχάϊμερ τζ̆αι όσον τζ̆αι να κλάψεις, το κλάμαν σου μεινίσκει. Περικκιάττερσιν όμως, εχαλάρωσεν ο πόνος τζ̆αι τα δάκρυκα εμαλαθκιάναν τα συναισθήματα να δώκουν τόπον εις στην λογικήν. Εμέθυσα όμως που την φατσ̆ιάν τζ̆ι έρκουνταν μου εικόνες αλλόκοτες. Η αίσθηση του πλαφόν μου να ππέφτει που τον ουρανόν πας την τζ̆εφαλήν μου τζ̆αι να μου κόφκει τον σάλτον της χαράς, έρκετουν τζ̆αι συχχίζετουν με τζ̆είνην την αίσθησην του χαμένου σάλτου που έκαμεν η ανθρωπότητα την εποχήν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ, όταν ονειρεύτην μιαν κοινωνίαν με δίχα αδικίαν. Το τραούδιν του τριάντα που έπαιζεν ακόμα το Musi την ώραν που εκράτουν την κκελλέν μου την φατσ̆ημένην ήταν σαν να τζ̆αι έθελεν να με περιπαίζει.

 

Ο Μαγιακόφσκι, στην εποχήν που με επήρεν το Musi, εφύτεψεν μιαν σφαίραν μες την καρκιάν του να μεν θωρεί. Ίσως να ήταν που αισθάνθην το πλαφόν της νέας κοινωνίας που επειραματίζετουν ο κόσμος για να απαλλαγεί που την αδικίαν της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπον τζ̆αι δεν έθελεν να το δει. Εγλύτωσεν που τον σοσιαλιστικόν ρεαλισμόν. Η ελευθερία έκφρασης τζ̆αι δημιουργίας της ρώσσικης αβανγκάρντ μες τον νέον κόσμον ήβρεν τζ̆αι τζ̆είνη το πλαφόν της υπό τύπον εντολών, που εππέφταν μέσω της Πράβντας για το τι έπρεπεν να δημιουργήσει ο καλλιτέχνης της νέας αποχής τζ̆αι ιδίως τι δεν έπρεπεν. Λλία χρόνια πριν, η δύναμη της αφαίρεσης του Μάλεβιτς, με έναν τετράγωνον μαύρον πλαισιωμένον που έναν τετράγωνον άσπρον εσάριζεν αιώνες θρησκευτικής παράδοσης τζ̆αι πνευματικής καθυστέρησης, απλά τοποθετώντας το μες την κάμαρην εις στην θέσην της εικόνας. Μια εικόνα χωρίς Αγίους, Γριστούς ή Παναϊες, άφτεν πουρλόττα στην συνείδησην των αθρώπων που σκέφτουνταν τζ̆ι επρομύνηεν την επανάστασην στην τέχνην που ο κόσμος είσ̆εν που την αναγέννησην να δει ξανά. Ήταν σαν να ΄σπάζαν τα νερά της αγγαστρωμένης τζ̆αι κατάβαρης ρωσσικής κοινωνίας που κόντεφκεν η ώρα της το 1917. Η δύναμη του κότσ̆ινου τριγώνου του Λισίτσκι έμπαιννεν σφήνα μες το άσπρον τζ̆αι ανάτρεπεν την άσπρην υποταγήν στην λογικήν της φεουδαρχίας, της αγοράς, του κέρδους τζ̆αι του ατομικού σσυφφέροντος, πέμποντας τον παλιόν κόσμον μες τα τάρταρα. Το σάλτον της ανθρωπότητας για έναν κόσμον ελεύθερον που τυράνους, ελεύθερον που εκμετάλλευσην, ελεύθερον που πολέμους, έβρισκεν το πλαφόν του, λλία χρόνια μόνον μετά την επανάστασην υπό τύπον λαϊκών δεσποτάων, λαϊκών πατέρων, λαϊκών στραταρχών τζ̆αι Λαϊκών Αγίων που τους ονομάσασιν Ηγέτες. Ο Λένιν είσ̆εν ήδη μπει σε μαυσωλείον την ώραν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ το τραούδιν που μου έπαιζεν το Musi για να με περιπαίζει που ήμουν ακόμα κατάχαμα τζ̆ιαι εκράτουν την τζ̆εφαλήν μου που ήταν να σπάσει που τον πόνον. Πεθαμμένος, εστράφην εις στον κόσμον Άγιος να πιάσει την θέσην που αφήκαν κενήν οι παλιοί Αγίοι μες το μαύρον τετράγωνον του Μάλεβιτς, που τους εξοράτισεν, φανταζόμενος ότι ήσ̆αν να βάλει στο κέντρον του κάδρου τον άνθρωπον. 

 


Τα σχέδια για μιαν κοινωνίαν όπου ο καθένας ήσ̆αν να δημιουργεί τζ̆αι θα παράγει ανάλογα με τες δυνατότητες του τζ̆αι θα απολαμβάννει ανάλογα με τες ανάγκες του, ήβρασιν το πλαφόν τους πας στην απληστίαν του Homo Sapiens Sapiens. Έπαιρνεν την μορφήν αντεπανάστασης που όσους εχάνναν τα προνόμια τζ̆αι ετραβούσαν την νέαν κοινωνίαν μες τον εμφύλιον. Η εκκλησία, οι τσάροι τζ̆αι οι ευγενείς, η γειτονική καπιταλιστική μεταπολεμική Ευρώπη, δεν είπασιν τον τελευταίον τους λόγον μπροστά στην επαναστατικήν αφαίρεσην που εδημιούργαν τζ̆αι οικοδόμούσεν μιαν νέαν τέχνην, έναν νέον κόσμον, την νέαν εποχήν.




Τζείνη ούλλη ομορκιά που εγέννησεν το πνεύμαν της Βαρβάρας Στεπάνοβας, αρνούμενη την απεικόνησην, όπως την αρνήθην ούλλη η ρώσσικη πρωτοπορία, ήβρεν το πλαφόν της στα γούστα των στραταρχών τζ̆αι των συντρόφων ηγετών, που γινήκαν κάτοχοι εξουσίας τζ̆ι εθέλαν πορτρέττα που να τους απεικονίζουν, ίδια με τζ̆εινα που απεικονίζαν τους παλιούς αφέντες. Εφέραν πίσω τον ρεαλισμόν που τον προηγούμενον αιώναν τζ̆αι βάλαν τον για γραμμήν του νέου κόσμου μέσω της Πράβδα. Εκολλήσαν του τζ̆αι έναν “σοσιαλιστικός” ομπροστά τζ̆αι αναστήσαν τον ρεαλισμόν του 19 αιώνα που απεικόνισεν με τόσην πίστην τους τσάρους τζ̆αι τον κόσμον τους. Εφορτώσαν παράσημα «Στάλιν» τον Γερασίμοφ, που έφκαλεν με τόσον πάθος τον ρεαλισμόν που την ναφθαλίνην να του κάμνει πορτρέττα τζ̆είνου τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ όπως τους αρέσκαν να τους δοξάζει ο σοβιετικός λαός. Αρκεί να βάλεις Alexandre Gerasimov πας το γκούγλολ τζ̆αι να κοιτάξεις τες εικόνες τζ̆αι καταλάβεις πως μπορείς να γινείς ο ζωγράφος της εξουσίας.

 

Η avant guard έκαμεν εις στην Ρωσσίαν πρίν την επανάστασην την μεγαλλύττερην επανάστασην στην τέχνην πετάσσοντας τζ̆αι το τελευταίον ίχνος απεικόνισης. Η απεικόνηση εξιδανίκεψεν για αιώνες το παλιόν τζ̆αι την ξημαρισιάν του μαζίν. Οι καλλιτέχνες της avant guard, ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί, αρχιτέκτονες, αγγαλιάσαν την επανάστασην τζ̆αι η επανάσταση αγγάλιασεν τους για να δημιουργήσουν με τον λαόν για τον λαόν έναν νέον κόσμον, να μεν ιμοιάζει με τον παλιόν, έναν κόσμον γραμμένον ξανά που την αρκήν πας σε μιαν κόλλα άσπρην χαλαζένην. Ο νέος κόσμος για τους ποιητές, Ρώσσους, Κυπραίους, Κινέζους ή Αμερικάνους, εν ένας κόσμος που σ̆αίρεται, όπως τες πεταλλίνες της μανιέρας του Λιασίδη, “μεσα στου δίτζ̆ιου τ΄άγιον φως, του αθανάτου”, άμαν δεν είναι “μαεμμένον του ψεμάτου”, άμαν “με κρούζει, μήτε σβήννει ο αέρας…”. 

 



Η υπέροχη φωνή του Λεμέσ̆εφ που ετραούδαν την άριαν του ποιητή Λένσκι λλίον πριν να τον  παίξει ο παραπόττης ο Ευγένιος Ονέγκιν ήταν μια ηχογράφηση του 1936. Τότες η αφαίρεση, είσ̆εν ήδη ππέσει σε θανατερήν δυσμένειαν. Ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν τζ̆αιμαί να θωρεί. Η αφαίρεση εβαφτίσην φορμαλισμός από συνέδρια συσκέψεις τζ̆αι δημοσιογραφικά άρθρα. Αρκούσεν να σου φκάλουν την αβανιάν πους είσαι φορμαλιστής, εμπόρηεν να του την κόψουν. Της Στεπάνοβα, του Ροτσ̆έγκο, του Τάτλιν, εγλύτωσεν, εθάψαν απλά το έργον τους, του Κλουτσίς όμως εκόψαν του την να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να αποτελεί κίνδυνον. Η επανάσταση έθαψεν την επανάστασην που της επροηγήθην. Στο όνομαν του δικαίου, όσοι επιάαν που την επανάστασην εξουσίαν εθεωρήσαν νόμιμον τζ̆αι δίκαιον να εξοντόννουν ότι τζ̆αι όποιον εσυγκόφκαν εμπόδιον εις στους στόχους της. 

 

Έκλαια την κκελλέν μου που πόνεν που φάτσ̆ισεν  πας το πλαφόν μου αντίς να κινηθεί ελεύθερη μες τον χώρον. Έκλαια τζ̆αι τα έργα τα τρισδιάστατα του Τάτλιν που εχαθήκαν, όπως εχαθήκαν τα όνειρα του κόσμου να γλυτώσει που τους άρπαγες τζ̆αι που τους τυράνους. Γιατί επαίξαν τον Κλουτσίς; Γιατί εθάψαν την avant guard; Γιατί εκόψαν την κκελλέν τόσων πρωτοπόρων; Γιατί; Κλάψε να σου περάσει ελάλεν μου η στετέ μου άμαν με θώρεν μαραζωμένον.



 



Από τον Λένσκι στην Ποπόβα...

 

Η όπερα ήταν καλή, οι φωνές όμως δεν ήταν ούτε η φωνή του Λεμέσ̆εφ που μου έγινεν σύντροφος πια, μέσω του γιουτιούπ, ούτε της σοπράνο που εκένταν την φωνήν της ταντέλλαν με την άλτο στην εισαγωγήν της πρώτης σκηνής το 1936. Περικκιάττερσιν όμως, τα σκηνικά αναστήσαν μου την εποχήν τζ̆αι τα κομμάθκια του Πούσ̆κιν που απαγγέλλασιν εις τα ρώσσικα το έργον Ευγένιος Ονέγκιν αναστήνναν μου την ομορκιάν τζ̆είνης της επανάστασης που έθελεν να αλλάξει τον κόσμον αρκέφκωντας που την Ρωσσίαν. Ήταν η αφορμή να μελετήσω πιο βαθκιά την εποχήν πρίν να παρσαμώσουν το όνειρον τζ̆αι να του δώκουν φόρμαν ποταξαρωμένην, ταπελλώννοντας τους δημιουργούς της επανάστασης «φορμαλιστές». Ο παραπόττης ο Ονέγκιν που έβαλεν ο Πούσκιν να σκοτώσει τον ποιητήν επέρασεν καλά. Την αγάπην όμως της Άνιούσ̆ας απόλαυσεν την ένας άθρωπος που με όμορφος ήταν, με καυλάντης. Έπιασεν την ο έντιμος τζ̆αι συνετός. Ήταν σαν να τζ̆ι ο Πούσ̆κιν έγραψεν την επανάστασην μέχρι τέλους πριν να γινεί. Έτσι εν οι ποιητές, προφήτες. Έτσι εν η τέχνη. Γράφει την ιστορίαν πριν να γινεί.

 

Μάλεβιτς̆, Τάτλιν, Ροτσ̆ένκο, Ποπόβα… Μάνα μου Ποπόβα μου εσύ επήες που την Σκαρλατίνην που το 1924 τζ̆ι εγλυτώσαν τα μμάθκια σου τζ̆είνα που εν εθέλησεν να δει ο Μαγιακόφσκι. Η κραυγή σου που εγίνετουν που το 23 έργον τέχνης να φωνάζει “κρατήστε την ψυσ̆ήν της επανάστασης ζωντανήν”, “οι ηγέτες πιο κοντά στον λαόν”, εν έπιασεν τόπον τζ̆αι επιάσαν ούλλα την πορείαν του πολέμου. Σ̆αγκάλ, Καντίνσκι, Στραβίνσκι εφύασιν. Ο Σ̆οστακόφιτς έμεινεν, να τον ταπεινώννει το κόμμαν τζ̆αι ο γιός του, να υπογράφει διακυρήξεις αυτοκριτικής να γλυτώσει που την μαρμάγκαν. Ποπόβα μου, Στεπάνοβα μου, πόσην ομορκιάν εγέννησεν η ψυσ̆ή σας για να γεμώσει την κόλλαν την άσπρην, που πάνω της ήταν να γράψετε την πρώτην σελίδαν του κόσμου τον νέου; 

 



Τζ̆αι που να χωρέσουν οι κόλλες οι άσπρες την ομορκιάν μιας επανάστασης; Η τέχνη επέθανεν ετολμήσετε τζ̆αι το είπετε, ετολμήσετε τζ̆αι το επιστέψετε. Η τέχνη που απεικονίζει μιαν ξοφλημένην κοινωνίαν εν μια ξοφλημένη τέχνη. Η τέχνη χτίζει, είπετε τζ̆αι ονομάσαν σας κονστρουκτιβιστές. Η τέχνη χτίζει με τον λαόν που έβαλεν ομπρός να χτίσει τες νέες σχέσεις, τες ανθρώπινες, για να δημιουργεί ο καθένας ότι μπόρει τζ̆αι να απολαμβάννει ότι έσ̆ει ανάγκην που ότι επαρήχθην. Αναγύρετε τον κόσμον τζ̆αι τίποτε δεν έμεινεν εις τον τόπον του. Που να χωρέσει μια κόλλα την ομορκιάν που εγέννησεν η επανάσταση μες την ψυσ̆ήν της Βαρβάρας Στεπάνοβας; Η αγάπη, ο έρωτας, η ομορκιά εξισ̆είλησεν που τες κόλλες τζ̆ι έβαλεν τες βάσεις του μοντέρνου ντιζάιν που εξεκίνησεν την πορείαν του χρωματίζοντας τα ρούχα των προλεταρίων, που οι τσάροι τα είχαν καταδικάσει μες το κουλλουφκιόν τζ̆αι την ξιμαρισ̆ιάν. Η ομορκιά πας τα ρούχα της σοβιετικής εργάτριας δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν η ουσία της νέας θηλυκότητας που δεν είσ̆εν τίποτε να κάμει με τα κορσέ της Άννα Καρένινα. Η θηλυκότητα που απεικόνιζεν ο ταλαντούχος τζ̆αι καλοπληρωμένος ρεαλιστής ζωγράφος μες τα κορσέ των μπουρζ̆ουά γεναικών του Σαν Πέτερμπουργκ τζ̆αι της Μόσχας, του Παρισ̆σ̆ού τζ̆αι του Βερολίνου, ήταν τζ̆είνη που εγίνετουν αναπαραγωγική μηχανή τζ̆αι να γεννοβολά για να διαιωνίζει ταξικά προνόμια. Η αισθητική τζ̆αι η ομορκιά που εγέννησεν η ψυσ̆ή τζ̆αι το σ̆έριν της Στεπάνοβας ήταν η βάση μιας νέας θηλυκότητας, που εκφράζετουν με την ελευθερίαν του σώματος να κινηθεί, να δημιουργήσει, να παράξει, ίση προς ίσον, χάρη σε ρούχα λειτουργικά που εδημιούργησεν η νέα τέχνη. 

 



 

Για λλία χρόνια, η παλιά τέχνη της απεικόνισης έκαμεν πως επέθανεν. Εκούντησεν την μες τα τάρταρα η ορμή των αθρώπων που επιστέψαν εις στην ελευθερίαν, στην δικαιοσύνην, στην ειρήνην τζ̆αι στην αδερφοσύνην του κόσμου. Δεν είπεν όμως την τελευταίαν της λέξην. Ο ρεαλισμός δεν εστράφην πίσω στην Ρωσσίαν θρησκευτικός, ευγενής ή μπουρζουά. Εστράφην πίσω στοισ̆ιωμένος. Εστράφην σοσιαλιστικός. ΄Επρεπεν η τέχνην ναν απλή να την καταλάβει ο νέος προλετάριος. Ψία τζ̆ι ο νέος προλετάριος ήταν ο παλιός τσάρος, ο παλιός μπουρζ̆ουάς. Το χωρκαθκιόν του Στάλιν τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ που τους αρέσκαν τα τσαροπρεπή πορτραίτα, όπως διηγούνται οι ιστορικοί των νικητών του ψυχρού πολέμου, δεν είναι αρκετόν να εξηγήσει γιατί εθάψαν την Αβαντγκάρντ. Εμπορούσεν τζ̆αι η Αβανγκάρντ να φκάλει χαράν εάν το κράτος εχρειάζετουν αισιοδοξίαν για να κρατήσει την επανάστασην ζωντανήν.

 

Η περιδιάβαση που μου εξεκίνησεν ο αλγόριθμος του Musi εφερεν με έναν μήναν μετά με το αεροπλάνον εις στην Θεσσαλονίκην, στο μουσείον μοντέρνας τέχνης που στεγάζει την συλλογήν Κωστάκη. Του Κωστάκηπου έσωσεν την ψυσ̆ήν του κόσμου. Ήταν μιαν εφτομάδαν πριν τον Κορνοϊόν. Μες τα έργα που έσωσεν ο Κωστάκης σώζεται τζ̆αι η αισθητική της επανάστασης όπως την εγεννήσαν τα σπλάχνα της κοινωνίας που δεν την εχώρεν πκιόν ο τόπος. Δεν την εχώρεν ο τόπος διότι η κοινωνία η ίδια δεν εμπόρηεν πκιον να χωρέσει την αντίθεσην μεταξύν του κεφαλαίου τζ̆αι της εργασίας, την αντίθεσην που εσυντήραν τόσην δυστυχίαν, τόσην κακοζωϊαν, τόσον πόνον μες τες καρκιές τζ̆αι πας τα κορμιά των ανθρώπων. 

 

Η ψυσ̆ή μου ετζ̆οινώναν ψυσ̆ήν, μπροστά που κάθε έργον της Λιουπόφ Ποπόβα, που εξέθεσεν λιτά το μουσείον της μοντέρνας τέχνης μες την παλιάν Μονήν των Λαμπαδιστών. Κάθε γραμμή της τούτης της κοπελλούας έγραφεν την επιθυμίαν για έναν τζ̆ουνούρκον κόσμον. Κάθε χρώμαν πας το χαρτίν ή πας το ρούχον έφερνεν εις το φως ομορκιάν που δεν εγέννησεν άλλος νους, άλλη ψυσ̆ή, άλλον σ̆έριν, άλλον όνειρον. Κάθε μορφή που δεν ήταν απεικόνιση ήταν δημιουργία μιας τζ̆ουνούρκας μαθηματικής συνάρτησης, που έγραφεν μιαν γεωμετρίαν από την οποίαν έπρεπεν να απουσιάζει η μιζέρκα, η αμορφωσ̆ιά, η αδικία, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπον.

 



Μισήν ημέραν, επεράσαμεν την μόνοι μας μες το μουσείον θκυό πλάσματα που ήρταμεν που του θκιαόλου την μάναν. Που την μιαν ελυπούμουν, που την άλλη απολάμβαννα την μοναξιάν μέσα σε έτσι θησαυρόν. Εμπόρηα να συγκεντρώθώ τζ̆αι να προσπαθώ να φανταστώ την εξίσωσην που θα φκάλλει μιαν γεωμετρίαν με δίχα κλιματικήν αλλαγήν, με δίχα κοινωνικήν αδικίαν νέου τύπου, με δίχα αμορφωσιάν πτυχιούχων, με δίχα βιομηχανικόν βασανισμόν των ζώων, με δίχα εξαφανισμόν της βιοποικιλότητας, με δίχα διαφθοράν, με δίχα ψέμαν που το λαλούμεν πλέον εις τα αμερικάνικα φέικ, με δίχα αρπαγήν του δημόσιου αγαθού που μιαν κλίκκαν δια νόμου προνομιούχων.

 



Ώραν ώραν εκάμμουν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆αι εσυνέχιζεν να λουλλουπίζει η ομορκιά της επιθυμίας, η ομορκιά του έρωτα. Εσκέφκουμουν μιαν κοινωνικήν οικολογίαν όμορφην σαν την επιθυμίαν, χρωματιστήν σαν την ανατροπήν. Εφαντάζουμουν μιαν οικολογίαν που θα πέψει στα τάρταρα την ασ̆σ̆ήμιαν του κόσμου, όι απο φόβον για την κατάρρευσήν τζ̆αι το τέλος του κόσμου, όι από ενοχές που εφάαμεν τ΄αππάϊν των απογόνων μας για να κινήσουμεν μιαν αγοράν που μας χαριεντίζει, όι απο θυμόν για την περιρρέουσαν βλακείαν, εγωϊσμόν ή αυταρχισμόν, αλλά απο επιθυμίαν για έναν κόσμον της αρμονίας. Ακόμα τζ̆αι τα συνθήματα που έθελεν να φωνάξει η Ποπόβα, έγραφεν τα με μιαν εικαστικήν αρμονίαν που χτυπά το κέντρον του στοχασμού σου. Σκέφκουμαι τα ακόμα τωρά που τα γράφω τζ̆αι ακούω την χαράν της πρώτης συφφωνίας του Σ̆οστακόβιτς.

 



 

Κάποτε πάλε, έκλεια τα μμάθκια μου μπροστά σε άλλον έργον τζ̆αι εξέφευγα που την έκθεσην. Εσκέφκουμουν τους φίλους μου, τους συνήλικους μου. Όταν ήμασταν μιτσ̆οί ονειρευκούμαστιν κόσμους νέους τζ̆αι όμορφους. Τωρά που θωρούν τα κορμιά τους να ποσ̆ειλώννουν ή να ποξαμαθκιάζουν, που θωρούν το δέρμαν τους να πατσ̆αουρκάζει, την ψυσ̆ήν τους να ποκασ̆ιάζει κάθουνται τζ̆αι μοιρολοούν το τέλος του κόσμου. Ψία τζ̆αι εν ο κόσμος που τελειώννει τζ̆αι όι η νιότη του ναρκισσισμού τους. Προτείνουν μου την οικολογίαν της στέρησης, για να ξηκάμουμεν την ασ̆ήμιαν των επιπτώσεων του καταναλωτισμού τζ̆αι της αχαλίνωτης αγοράς, λες τζ̆αι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιτείνουν την οικολογίαν της απόλαυσης. Άννοια τα πάλε να διαφύγω που τα μίζερα των μαύρων σκέψεων. Η γλυκάδα του έρωτα η γλυκάδα της αβανγκάρντ που εξισ̆είλαν μες την κάμαρην εζωγράφιζεν μου μιαν οικολογίαν με κινητήριαν δύναμην την απόλαυσην του δάσους που εν να προστατεύκουμεν, με πιξίδαν την απόλαυσην της φύσης, της βιοποικιλότητας που θα μπορούσαμεν να φέρουμεν μέχρι την πόρταν ακόμα τζ̆αι του πιό άσ̆σ̆ημου αστικού κούγκρενου ντουβαρκού, με πλώρην την αρμονίαν της κοινωνικής δικαοσύνης που θα μπορούσαμεν να διασφαλίσουμεν δια της ψήφου, μέσα σε έναν κράτος δικαίου, που τόσα χρόνια εδώκαμεν ζωήν για να διαφυλάξουμεν τζ̆αι να διαμορφώσουμεν όσον έφταννεν η κουτάλα των αγώνων του κόσμου. Αγωνιούν οι συνάνθρωποι μου για την καταστροφήν του περιβάλλοντος καθούμενοι μες την πτήσην τους για το τίποτε, μες το ιδιωτικόν τους όχημαν για το πούποτε, μες την κλιματιζόμενην τους κλειστην κάμαρην μπροστά που μιαν ενεργοβόραν οθόνην τζ̆αι κλαίσιν για το τέλος του κόσμου τους που την κλιματικήν αλλαγήν, λες τζ̆αι δεν είναι με μιαν νέαν οικονομίαν που δεν εφαντάστην ακόμα ανθρώπινος νους πον να απολυμάνουμεν την βιοσφαίραν που τα διοξίδεια του άνθρακα. Όϊ όϊ!! Έπιαννεν με η αγωνία που τούτες τες σκέψεις. Εξέφευγα τους ρουφώντας την δύναμην της επανάστασης μέσα που τα έργα της Ποπόβα. Ένωθα την να διαπερνά τζ̆αι που το τελευταίον μου κύτταρον δια μέσου των αισθήσεων που εμπορούσαν να απολαύσουν την ομορκιάν που εγέννησεν η avant guard ψυσ̆ή που άδικα έφαεν η σκαρλατίνα το 1924 στα 35 της χρόνια.




 

Η επιθυμία της ουτοπίας που εκίνησεν ότι εδημιούργησεν η Ποπόβα τζ̆αι οι άλλοι avant guard επαναστάτες δεν είσ̆εν πλαφόν το 1924. Ένοιωθες το μες τα έργα, ένοιωθες το μες την ομορκιάν που αδιαχέετουν που ότι εδημιουργήσαν τα πλάσματα τότες.

 

Άμα σκεφτείς ότι η επιθυμία μιας κοινωνικής τζ̆αι οικολογικής αρμονίας δεν έσ̆ει πλαφόν, μπορείς να φκείς τζ̆αι σε αννοιχτόν χώρον να χορέψεις. Έξω μπόρεις να τραππηήσεις όσον ιφτάννεις χωρίς να φάεις το πλαφόν σου σε δοκάριν πας την τζ̆εφαλήν. Από τον Τσ̆αικόφσκι στην Ποπόβα, τζ̆αι από τον Λεμέσ̆εφ στον Μάλεβιτς̆, εγίνην μου πλέον συνείδηση η αποστροφή μου προς την οικολογίαν της στέρησης τζ̆αι του φόου της κατάρρευσης. Εζωντάνεψεν μέσα μου ο παλιός έρωτας για το νέον, για το πρωτοφανούσιμον, για την ουτοπίαν της αρμονίας. Ο φόος είναι σατανάς, τζ̆αι ο πόλεμος η βία ή η τυρανία εν κάποιες που τες πολλές μορφές του. Ο Σατανάς αλλάσσει μορφές σ̆σ̆ίλλιες.  Ίσως η διαφορά της δικής μου αριστερής οικολογίας που την ξερήν οικολογίαν, είναι ότι εν μια οικολογία του έρωτα, της ομορκιάς τζ̆αι της επιθυμίας, που ξορκίζει τον φόβον, όπως τότε, όϊ που τον καλλιεργεί για να κινήσει τον κόσμον, όπως ότι ακολούθησεν. 




  • December 24th 2020 at 00:26

Ο βιότοπος της Κλερ-Λίζ

By Aceras Anthropophorum

 Η Κλερ-Λίζ εν μια κυρία 83 ετών που στέκει σαν το τζ̆υπαρίσσιν, νέα τζ̆αι ωραία όπως ήταν μες την δεκαετίαν του 70 τζ̆αι του 80, αεροσυνοδός της Σουισέαρ. Είναι μοντέλλον ανθρώπου για μέναν, όι μόνον για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται το νεανικόν της σώμαν (πρόπερσυ εσ̆ιαίρετουν να μου διηγήται πως έκαμεν πρώτην φοράν στην ζωήν της Tirolienne να περάσει που την μιαν όχθην του φαραγιού στην άλλην κρεμμασμένη που έναν σ̆σ̆οινίν) αλλά τζ̆αι για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται την φύσην, αρκέφκοντας που την αυλήν της τζ̆αι φτάννοντας στον κόσμον ούλλον.

Τες 97 φωλιές που συντηρά γυρόν που το σπιτούιν της άρκεψεν να τες βάλλει που τον τζ̆αιρόν που ήταν αεροσυνοδός της Σουισέαρ τζ̆αι ανάγιωσεν γενιές τζ̆αι γενιές πουλιών, ντόπιων τζ̆αι αποδημητικών. Κάθε χρόνον καθαρίζει τες πριν να ξαναφουλιάσουν μέσα οι μουσαφήρηδες της, τζ̆αι βάλλει δακτυλιδούθκια πάνω στα αποδημητικά για να ενημερώννει τζ̆αι την επιστήμην πού π άσιν τζ̆αι που έρκουνται τα ταξιδιάρικα. Εδήλωσεν στες καμπάνιες καταγραφής τζ̆αι προστασίας πουλιά που ήρταν που το Μαρόκκον τζ̆αι που την Νότιαν Αφρικήν να φουλιάσουν πας τα δεντρά της στους πρόποδες των Άλπεων.

Έχει χρόνια που αγωνίζεται στην οργάνωση διάσωσης των λιβαδιών με ναρκίσσους που η μόντέρνα γεωργία απειλεί. Αν δείτε το βίντεο "οι 4 εποχές" μέσα στο καλοτζ̆αίριν θα δείτε ότι πολλής κόσμος, μεταξύ τζ̆αι εμού, πάμεν εθελοντικήν εργασίαν τζ̆αι θερίζουμεν στο σ̆έριν τα ορεινά λιβάδια, όπως εγίνετουν παλιά, για να την βοηθήσουμε να διασώσει τζ̆αι να επαναφέρει τους ναρκίσσους που τζ̆ειαμέ που εξιλειφτήκαν.

Που την ευτυχίαν της Κλερ-Λίζ, ευτυχούν σ̆σ̆υλιάες ζωές, μικρές τζ̆αι μεγάλες όπως θα ανακαλύψετε αν δείτε το βίντεο. Δεν ιχρειάζετε pet να καταστρέφεις την ανθρωπότητα τζ̆αι να συμβάλλεις στην εργοστασιακήν κτηνώδην κτηνοτροφία που βασανίζει άλλα ζώα να ταΐζει σ̆ς̆ύλλους τζ̆αι κάττους. Μπορείς να έχεις να έχεις χαρούμενα ζώα γυρόν σου που έρκουνται μόνα τους να σ΄έβρουν. Τζ̆αι τα σκαθθάρκα, τζ̆αι τα στρουφούθκια, οι σ̆ελεντρούνες, οι κουρκουτάες, οι αλουποί, τα γεράτζ̆ια τζ̆αι οι κουκκουφκιάοι, τα σ̆ελιόνια που θα έρτουν να φουλιάσουν πας το σπίτιν σου είναι συντροφκιά άξια αγάπης. Φτάννει να σκεφτείς τί χρειάζεται ένα άγριον ον τζ̆αι να του αφήκεις λλίον τόπον, έρκεται μόνον του. 

Αν δείτε το βίντεο θα δείτε ελάφκια τζ̆αι αρκοκάτσικα μες της Κλερ-Λίζ. Πράσινα Λιβάδια τζ̆αι βουνά. Τζ̆αι μες την πόλην υπάρχει ζωή. Θυμούμαι το Βαρώσιν μου, με τον κουκκουβκιάον που ήταν κάθη νύχτα πας τον στύλλον της ηλεκτρικής, τους κουρκουτάες πας το σιμιντίριν, τες μέλισσες μιλιούνια, τους μυλωνάες, τους ζίζζιρους... Όσοι δε ζ̆είτε σε χωρκόν, η ξερή μεσογειακή φύση είναι το ίδιον άξια λόγου με τα πράσινα λιβάδια τζ̆αι τα βουνά δακάτω.

Στο πρότυπον της Κλερ-Λίζ εδιαμόρφωσα τζ̆αι γω τον βιότοπον γυρόν που την δικήν μου φουλιάν. Φέτη ήρτασην τζ̆αι μέναν τα ελάφκια, τα βορτακούθκια, κάτι σπάνιες όσ̆εντρες του νερού. Σχεδόν ότι θωρείτε στης Κλερ-Λίζ σε λλία χρόνια που εμετάτρεψα το πρώην γρασίδιν τζ̆αι κήπον από εξωτικά φυτά σε πραγματικόν βιότοπον, ήρταν που μόνα τους. Δεν έχω 97 φωλιές, έχω 9, αλλά κάθε χρόνον κάμνω αλλο 2-3. Ελπίζω πον να γινώ τζ̆αι γώ 97 χρονών να έχω την νεότηταν τζ̆αι την χαράν της Κλερ-Λίζ να ζ̆ιώ σε αρμονίαν με τα άγρια μου πετ, τζ̆αι έν πειράζει αν μαλλώννω τζ̆αι λλίον μαζίν τους άμαν έρκουντα τα ελφάκια τζ̆αι τρών μου τες τριανταφυλιές τζ̆αι τα λάχανα, οι μαυρότζ̆ικλες τος σταφύλιν τζ̆αι οι σκίουροι τα καρύθκια. Φέτη έβρεσ̆ιεν μιαν εφτομάδαν που έπρεπεν να συναχτούν τα καρύθκια τζ̆αι εσυνάξαν μου εκατόν κιλά οι σκίουροι που το δεντρόν τζ̆αι τα ελάφκια που πουκάτω τζ̆αι δεν μου αφήκαν ούτε έναν. Χαλάλιν τους. Τούτα είναι που μου γεμώννουν την ζωήν μου ζωντάνια, τούτα είναι που με αποτοξινώννουν που ότι τοξικόν μπαίννει μες την ζωήν μου που το ίντερνετ τζ̆αι τα μέσα.

Να ζήσεις Κλερ-Λίζ. Τα νούφαρα που μου έδωκες αγγονίν, φέτη εγεμώσαν τον υδροβιότοπον. Εν τζ̆ειπάνω που κάθουνται οι Λιβελούλες για να πιούν νερόν.



  • October 26th 2020 at 18:16

Έφκαλλεν τζ̆αι ο ποταμός του Λιοπετριού κυκλάμινα.

By Aceras Anthropophorum

 Ήταν τότες που έκλαια μόνος μου. Τωρά θωρώ τους που κλαίσιν ούλλοι τζ̆αι δεν μου έρκεται καν συμπάθεια. Μάλλον μια πικρία να τους πώ “φάτε τα τζ̆αι σεις τωρά”, αλλά ούτε τζ̆αι για τούτον έν έμεινεν ενέργεια. Εγινήκαν ούλλα σταχτός. Επέθανεν τζ̆αι η δυνατότητα μου να μαραζώννω. Έμεινεν στην θέσην της μια πλάκα κουγκρίν. 

 

Επήαμεν γύρω στο 2004 ή 2005 την Δευτέραν της Καθαρής να κόψουμεν την μούττην της στον Ποταμόν του Λιοπετριού. Μόλις εκατέβηκα που το διπλοκάμπινον τζ̆αι είδα τες πληγές που άννοιξεν η ανάπτυξη πας το κορμίν του τόπου του άγριου, ήταν σαν να τζ̆ι εσ̆σ̆ίζαν το σώμαν τον δικόν μου με το μασ̆αίριν. Μόλις ένωσα την πτωματίλλαν της ανάπτυξης μες την βιοποικηλότηταν που πεθάνισκεν, αισθάνθηκα να πεθανίσκει έναν κομμάτιν του εαυτού μου. 

 

Είδα το κυκλάμινον που έχασκεν που του βράχου την σχισμάδαν τζ̆ι έλυσεν το η μίλλα μου. Ήταν η τελευταία του γρονιά.


 

Η μηχανή που σ̆σ̆ίζει αυλάτζ̆ια να περάσουν τα καλώδια της οπτικής φίμπρας να πάει το ίντερνετ πας τα κάκκαφα του ποταμού ήταν να περάσει πουπάνω του που ευτομάδας, μετά τες αργείες. Έφκαλλεν τζ̆αι ο Ποταμός κυκλάμινα. Έφκαλλεν πόλα-σέλα. Τωρά αν ιβλαστά τίποτε, θα ένι μες τα περιθώρια όπου δεν περνά στράτα, όπου δεν εχτίστην πάγκαλλο, όπου δεν εκουγκρώθην αυλή, που δεν επιχωματώσαν να βάλουν γρασίδιν, όπου δεν εψεκάσαν με Ρούνταπ να σκοτώσουν τα ζιζάνια γινεί το χόρτον όπως τους αρέσκει.


Ήταν έτσι τζ̆είνην την ημέραν. 


Τωρά εν κάπως έτσι.


Κάπου τζ̆ειαμαί που δεν εχτίστην κόμα, αλλά που εν οι δρόμοι τζ̆αι καρτερούν την ανάπτυξην, παζαρεύκει ο ατζ̆έττης του κοτσ̆ινοχωρκάτη Ντιβέλοππερ του Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι φαντάζεται έναν Μάρριοττ, βέρρι γκουτ Μάρριοτ, σέβεν ρέστοραν, γιου μπάι τττεν μίλιον το χωράφιν, ττουέντι φάι περσέντ φορ ας, μέιπι φίφτι φίφτι… Ακούω την Φαραντούρη να τραουδά τον εφιάλτην της Περσεφόνης τζ̆αι σηκώννεται η τρίχα μου. Οι καλλιτέχνες εν προφήτες. Για τες εικόνες του Ατζ̆ιαζίρα έκλαιεν ο Χατζ̆ιδάκης που το 1973 τζ̆ι ελάλεν της Περσεφόνης να τζ̆οιμηθεί στη αγκαλιάν της γης να μεν δει στου κόσμου το μπαλκόνιν τι θα εκάμναν οι αθρώποι.


Τσ̆ιμέττα, χαβάρες, βρωμιές τζ̆αι κατράες,



Κουγκρίν, θανατίλλα, να τρώ το δρουμπίν.



Φυτά πατημένα, όνειρα ψέμαν,

η γκάγκεα ΄θθίζει, για τελευταίαν φοράν.


Αυλάτζ̆ια επαύλεις, πισίνες τζ̆αι στράτες,

 

Μαζ̆ιά σκοτωμένα χωράφκια χαμένα.


Περβόλια σκαμμένα, σκουπίθκια θαμμένα



Σπουρτούλλες που χάσκουν, αξίες που πάσχουν.


Κουγκρίν του θανάτου, ανάπτυξη πάτου.



Αναθρίκες ψυχομαχούν, αθρώποι καυλομαχούν.



Είσ̆ιεν τζ̆αι ορχιδέες ο Ποταμός.


 

Το γλέντιν ακόμα εν είσ̆εν αρκέψει. Τα καλαμάρκα, τα πλοκάμια του οχταποθκιού, οι καραόλοι εσαυλαρίζαν πας τα κάρβουνα.

— Ξέρεις παπά ότι μια ορχιδέα ποτζ̆είνην πον πουκάτω που την φουκούν θέλει οχτώ γρόνια να κάμει αθθόν;

— Έ;

— Έν τζ̆αι βλαστά όπου τζ̆αι να ναι. Θέλει τόπον παρθένον πολλά γρόνια για να βλαστήσει. Η ορχιδέα εν έναν φυτόν του οποίου ο σπόρος εν τόσον μιτσ̆ής τζ̆αι φτωχός που δεν ημπόρει να ταΐσει βλαστόν να αναγιώσει. Άμαν ησπορκάσει έναν φυτόν, φκάλλει εκατομμύρια σπόρους σαν την σκόνην. Ένας που τζ̆είνους θα κάτσει πάνω σε έναν ειδικόν μύκηταν. Στην αρκήν τρώει ο μύκητας τον σπόρον, αλλά ως που να τον φάει τέλλια ο σπόρος, βλαστά. Αρκέφκει να ζ̆ει τζ̆αι τρώει το φυτόν που τον μύκηταν τζ̆αι κάμνει ρίζούες. Εν τζ̆είνες οι ριζούες πον να γινούν σαν τ΄αρτζ̆ιούθκια τ̆ζαι εφκάλαν την ορχιδέαν. Τζ̆αι να την φυτέψεις μες τον κήπον σου, εν θα  κάμει, διότι το οικοσύστημαν δεν έσ̆ει τον μύκηταν του.

— Ούλλα ξέρεις τα.

— Εν αλήθκεια. Επολοήθην η μάνα μου. Ξέρεις πόσα έφκαλα που πααίνναμεν εις τ΄αγρέλλια τζ̆αι φύτεφκα τα; Κανέναν δεν εβλάστησεν γυρισόντα γρόνου.

— Πράο σου άμμα. Εν έξερες ότι εν προστατευμένα;

— Είνταν πον να πάθουν; εν να φκάλει άλλα; Δαμαί εν προστατεμμένα; Θώρε το τζ̆είνον! Ετσίλλισεν το ο σ̆οίρος

— Κανένας δεν σέβεται, με τα φυτά με την άγριαν φύσην.

— Είνταν που θέλεις να κάμουν; Να μεν δουλέψει ο κόσμος για να μεν σου πατήσουν τα φκιορούθκια;

 

Η μοναξιά με τους αθρώπους που λατρεύεις εν τζ̆είνη που κρούζει περίτου.

 

Η Μαργαρίτα ήταν μωρόν, τζ̆αι έπαιζεν με τα φκιορούθκια πάρα τζ̆εί. Ετράβησα τζ̆αι γω τζ̆είττε μέρου που την φουκούν.  


Έχω δικαίωμαν εγώ να διεκδικώ να μεν ισκοτώσουν την φύσην; Τί αξίαν έχει έναν άγριον κυκλάμινον μπροστά στο μεροκάματον ενός βιοπαλαιστή; Τούτες οι χωματουργικές εργασίες εν ένας μήνας μεροκάματον για έναν μικροεργολάβον. Μπορεί ο Ντιβέλοπερ να κάτσει πούγκαν εκατομμύρια, τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα που θα αφήκει στους αρκάτες τζ̆αι στους υποεργολάβους εν έναν μεροκάματον. Πρέπει να ζήσει το κυκλάμινον εξά ο κόσμος;

 

Το κυκλάμινον όμως εν σ̆σ̆ιλιάες γρόνια πον τζ̆ιαμαί. Με είντα δικαίωμαν έρκεται ο άλλος να το ξορατίσει για να πιάσει μεροκάματον, κέρδος ή ρευστόν, πον να μοσχοπωλήσει το χωράφιν καρτζ̆ίν της θάλασσας;

 

Είσ̆ιεν τζ̆αι ο Ποταμός τταουσ̆άγκουλα. Έτσι ελάλεν τα κυκλάμινα η γιαγιά μου που χωρκόν του πενταδακτύλου πον η μάνα τους.

 

 

— Σύναξε τα Μαργαρίτα μου. Εν τα τελευταία. 

— Όι θείε! Εν κρίμαν! Είπεν μου το μωρόν.

 

Έτα τωρά. Δείχνει τα το Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι εξηγά πως θα πωληθεί το επόμενον κομμάτιν. Πως επωληθήκαν τα προηγούμενα που δεν ήταν κανένας τζ̆ειαμαί να δει;

 


 

Ο επίλογος βρωμεί όπως ο βιασμός της φύσης τότες. Ο βιασμός της φύσης ζαττίν πάει πάντα με τον βιασμόν κάποιας κοινωνίας.

 

Η Μαργαρίτα σήμμερα εν άνεργη. Εδίαν της ο μάστρος της 600€ να δουλεύκει τζ̆αι Σάββατον τζ̆αι Κυριακήν πρωίν, διότι εν μαθητευόμενη είπεν της, αλλά τζ̆είνη αηδίασεν την αχορταΐαν τζ̆ι εξαπόλησεν του τα τζ̆ι έφυεν. Ο παπάς μου που υπερασπίζετουν το μεροκάματον της ανάπτυξης εν 80 χρονών, τζ̆αι ζ̆ει με σύνταξην περί τα 1000€ για δύο. Τα 450 διά τα για την κοπέλλαν που φροντίζει την γεναίκαν του με βαρύν Αλτσχάιμερ.

 

Θωρώ πας το γκούγκολ μαπς τον καρκίνον της ανάπτυξης. Η Αγία Θέκλη επήεν. Ο πύργος που εχτίσαν τζ̆αι σκατώννει το τοπίον δεν είναι για τα νεαρά ζευγάρια των κοκκινοχωρίων. Είναι για τους γκάνξτερ με νεοαποχτηθέν κυπριακόν διαβατήριον που τα πληρώννουν το έναν δέκα για να πιάννει ο άλλος φίφτι-φίφτι. Η οικοδομική βιομηχανία δεν ασχολείται με οικιστικά. Τα οικιστικά δεν αφήνουν κέρδος. Δεν αφήννουν ιδίως φίφτι-φίφτι για τους άρπαγες. Οι νέοι μεινίσκουν πλέον με τους γονιούς τους ως τα 25, 30, 35. Πως θα κάμει η Μαργαρίτα σπίτιν με έναν μισθόν των 800 τζ̆αι έναν των 900 όταν θα πάρει δίπλωμαν; Μόνον σαν προσωπικόν θα μπορεί να μπεί μες τον πύργον της Αγίας Θέκλης να σερβίρει κανέναν γκάγκστερ. 

 

Θωρώ την φωτογραφίαν του σατελίτη που το Λιοπέτριν ως τον Ποταμόν. Ο προσφυγικός συνοικισμός που εστέγασεν τόσον κόσμον μετά τον πόλεμον εν το κουκκουπούιν το τζ̆ίτρινον. Εχτίσαν το μικροαυτοεργοδοτούεμενοι τεχνίτες, χτιστάες, καλουψήες, σιεράες, πογιατζ̆ήες. Ο καθένας είχε την επιχείρησην του. Η οικοδομική βιομηχανία που το 70 ως το 90 έδωκεν δουλειάν τζ̆αι στέγην στον κόσμον. Σήμμερα ποιοί την δουλεύκουν τζ̆αι για ποιού τες ανάγκες δουλεύκει το σύστημαν που διοικεί η συμπαθής υπουργός εργασίας σπονσοράροντας τους χαμηλούς μισθούς τζ̆αι βάλλοντας τον κόσμον να δουλεύκει τζ̆αι Κυριακήν για ναν η οικονομία της ανταγωνιστική; Ποιός επλούτισεν τζ̆αι τί θα επιβιώσει τούτης της ανάπτυξης;

 

Δεν ηξέρω πόσα έκατσεν πούγκαν ο αγρότης που επούλησεν το χωράφούιν του πας την θάλασσαν που έβαλλεν παλιά πατάτες πρώμες να μεν τες κρούζει το σ̆ιόνιν. Δεν ιξέρω επίσης τί τα επένδυσεν τούτα τα ριάλλια, που εκαταλήξαν. Έναν εν σίουρον. Το αγγόνιν του δεν θα την έχει τούτην την γήν. Την έχει ο γκάνκστερ ή στην καλλύττερην περίπτωσην ο συνταξιούχος εύπορος εύρωπαίος που ήρτεν να ζήσει στον ήλιον. Το δε μεροκάματον να καταστρέφεις τον τόπον, μιαν ημέραν τελειώννει επίσης, όταν δεν έχει άλλον τόπον να καταστρέψεις.

 

Ποιός την εσχεδίασεν, ποιός την υλοποίησεν, ποιός εκέρδισεν τζ̆αι πόσα που την ανάπτυξην τούτην;



 


Τότες έκλαψα μόνος μου. Τωρά ο Αλτζ̆ιαζίρα ξ̆ει τες πληγές της ψυσ̆ής μου. Νοιώθω τζ̆αι μιαν τέθκοιαν προσβολήν ψία τζ̆αι ήμουν συνένοχος σε τούτα ούλλα. Μπορεί τζ̆αι να ήμουν. Από τι σε απαλλάσσει η αδυναμία να σταματήσεις τον σ̆οίρον μπροστά που έναν κυκλάμινον; 




  • October 17th 2020 at 16:11

Η τσούρα μου η πατσάλα

By Aceras Anthropophorum

 

Ήμουν 13 χρονών το 76. Ήταν θκυό σ̆ειμώνες μετά τον πόλεμον. Έσπασα τον κουκουμάν μου τζ̆αι με όσα εσύναξα εγόρασα μιαν τσουρούν πατσαλούν. Ράτσα μπαστάρτικη αλλά ανθεχτική στες αρρώσκιες. Εκατέβαζεν χαζίριν 2 κιλά γάλαν κάθε γάλεμαν τζ̆αι έκαμνεν 3 ρίφκια κορμαλιάτικα κάθε γένναν.

 

Επούλησα την του μακαρίτη του Αντρεή. Θα ήταν το 83 που έφυα που το χωρκόν να πα να σπουδάσω. Η πατσάλα έναν χρόνον ύστερα επήεν για οφτόν κλέφτικον. 10 χρόνια ζ̆ιούσιν τα αιγοπρόβατα, αλλά ο Αντρεής άφηκεν αγγονίν την πατσαλούν που είσ̆ιεν παρόμοια χαραχτηριστικά με την μάναν της. 40 χρόνια που τον πόλεμον ο Αντρεής εμακαρίστην. Το κουπάϊν συνεχίζει το ο γιός του ο Κώτσ̆ιος που εν έπαιρνεν τα γράμματα. 


Ο Κώτσ̆ιος είναι που τους λλίους επαγγελματίες χτηνοτρόφους που ξιμαντρίζει. Σήμμερα τα χτηνά είναι κατά σ̆σ̆ιλιάες στηβασμένα μέσα σε εργοστάσια-βασανιστήρια, μονόρατσα, ούλλα τα χτηνά εν καλιμπραρισμένα να διούν το μάξιμουμ γάλαν, να τρώσιν μεταλλαγμένην σόγιαν εισαγωγής που την Βραζιλίαν, καταδικασμένα να ζιούν πας την κοπριάν τους με δίχα να πατήσουν πάνω σε χώμαν καθαρόν, ώστι να αποφασίσει μιαν ημέραν έναν λογισμικόν ότι πρέπει να αλλαούν με πιο παραγωγικόν χτηνόν. Ο Κώτσιος μπορεί να μεν έπαιρνεν τα γράμματα, αλλά λατρεύει τα χτηνά που του άφηκεν ο τζ̆ύρης του. Ξέρει τα το καθέναν με τ΄όνομαν του. Ξέρει τα χούγια τους, ξέρει τα προτερήματα τους. Ξέρει πως εν να συντύσ̆ει στο καθέναν με τον τρόπον του. Ξιμαντρίζει τα κάθη μέρα. Τραουδά τους όοο, όο, ο, ο, κάθε μεσομέριν που τα φέρνει που την βοσ̆σ̆ήν πουκάτω που την τερατσ̆ιάν να τα ποτίσει.

 

Επήα εχτές μετά την διαδήλωσην για την Αμμόχωστον να πιάσω χαλλούμια που τον Κώτσ̆ιον. Ήταν τζ̆εικά΄ στην μάντραν. 

— Έλα να δεις, λαλεί μου ο Κώτσ̆ιος. 


Επήρεν με μες την μάντραν. 

— Θωρείς την τούτην την τσουρούν την πατσαλούν;

— Εν η ίδια με την πατσάλαν μου ρε Κώτσ̆ιο.

— Εν εφτά γενιές αγγόνιν της.

— Ρε μα κρατείς παππογεννητικά του κάθε χτηνού;

 

Κάμνω τσας! Το ρίφιν το πατσαλίν εφήρτην που τα γέλια.

 — Ρε Κώτσ̆ιο μα γελά ρε!

— Θώρε είνταν που έσ̆ει κολλημένον πας τζ̆ειν την λαμαρίναν της μάντρας!

 

Η φάτσα του Αναστασιάδη σε προεκλογικήν αφίσ̆ιαν “Η Κύπρος θέλει ηγέτη” τζ̆αι το αγγελούιν να λαλεί “την πατρίδαν ούκ ελάττω παραδώσω”. Εσύναξεν την ο Κώτσ̆ιος που τον δρόμον μετά τες εκλογές τζ̆ι εππάτσ̆ιαρεν την μάντραν να στουππώσει μιαν τρύπαν που εφεύκαν τα χτηνά.

 

Γέλιος η τσουρού, γέλιος εμείς. 


“Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”

 

— Ε Κωτσ̆ιο αρκέψαν σύρμαν φέτη οξά κόμα;


  • October 12th 2020 at 10:21

Βλαστημιές

By Aceras Anthropophorum

 

Αθθυμάται κανένας τούτον το παιδίν;

Η φωτογραφία τούτη ήταν λλίες ημέρες πριν το ματζ̆ιελιόν. Αθθυμούμαι τζ̆είνην την ημέραν. Έφυα που την δουλειάν τζ̆αι επήα στην κεντρικήν πλατείαν. Στήβες τα φκιόρα. Ο κόσμος σσιοπιτός. Άλλοι είχαν τα μμάθκια τους καμμημένα, άλλοι εθωρούσαν στο πούποτε άλλοι είχαν την κκελλέν σ̆σ̆υφτήν κάτω.

Ήταν αργά. Ήρταμεν αργά. Εμιλήσαμεν αργά. Επήραν μέτρα τζ̆είνοι που έπρεπεν να πάρουν μέτρα αργά.


Το Σ̆αρλί Εμπτό άμαν μιλά για τον πατέραν,                                                                                                            τον υιόν τζ̆αι το άγιον πνεύμαν δεν μασά τα λόγια του.

Ούτε όταν προκειται να μιλήσει για τους προφήτες τζ̆αι ας φάει πόμπες που τους θιγμένους ισλαμοφασίστες



Τα χαφιεδότσουρμα τζ̆ιαι οι αρρωστημένες ψυσ̆ιές είναι σχεδόν παντού








Ο Σ̆ιαρλής εκατάντησεν ο ίδιος προφίτης τζ̆αι ας είναι άθεος



Πόσον σας αηδιάζω φασίστορθόδοξοι είτε ισλαμιστές, είτε χριστιανοί, είτε εβραίοι είσαστιν.


Ευτυχώς ο κατά Charlie θεός   υπάρχει


Έρκουνται βροσ̆ές που τον Ιανόν

Μόνον ο Ιανός μας σώζει

ο κύπριος τζ̆οιμάται











  • September 18th 2020 at 00:28

Βρωμεί ο νους;

By Aceras Anthropophorum
Φανταστείτε την δεύτερην τζ̆αι τρίτην κατηγορίαν δεξιών όταν ο άριστος των αρίστων, πτυχιούχος του Χάρβαρντ, εν ο τύπος πας το βιτεούδιν. Εν απίστευτον. Ξισ̆ειλά ο νους από δεξιοσύνην τζ̆αι η γλώσσα πετάσσει αζίνες.

Λαμπρόν να κάψει την ιδεολογίαν που σας κάμνει έτσι, όι το δάσος.

post-scriptum: παρατηράτε τη γλώσσαν του σώματος των δευτέρας τάξεως δεξιών που περιγυρίζουν τον αρχηόν. Εν η πλειοψηφία των Ελλήνων που ψηφίζουν.



 

  • July 18th 2020 at 11:20

Ay ay ay ay! Cuando sueño contigo

By Aceras Anthropophorum
... Se dibuja el sereno, por todo mi camino

  • November 23rd 2018 at 18:32

Γκρίκλις̆

By Aceras Anthropophorum

1 Ta griklish irtan gia na minoun;
2 Ta greeklish hrtan gia na meinoun?
3 Τα γκρίκλιsh ήρταν για να μείνουν;
4 Τα γκρίκλις ήρταν για να μείνουν;
5 Τα γκρίκλις̆ ήρταν για να μείνουν;
  • October 25th 2018 at 14:48

Άτε κανεί

By Aceras Anthropophorum


Άτε κανεί. Τόσα χρόνια χωρισμένοι, η διχοτόμιση εδραιώθην. Σκέφτομαι να κλείσω τζ̆αι το μπλόγκ. Να πάω να γραφτώ τζ̆αι γώ στο ΔΗΚΟ... Ώρες ώρες η απόγνωση κάμνει σε να σκέφτεσαι ότι εν καλλύττερα η μιζέρια της μετριόφρωνης δεξιάς, παρά ο πόνος του αγώνα. Εκαρτέρουν την ως τσά τζ̆ιαμπροού. Τωρά ο πόνος θολώννει μου τον ορίζονταν. Κανεί. Θα μείνω έξω, με την μισήν μες την ψυσιήν μου. Δεν αντέχω να πονώ άλλον.

Όσοι θέλετε να μεταβολίσετε την πίκραν σας τζ̆αι να την κάμετε δάκρυν να φύει που πάνω σας, προτείνω σας τον Juλιο. 






  • September 27th 2018 at 07:18

Αλοα-Μαράθα-Σανταλλάρης

By Aceras Anthropophorum

Photo published by Sevgül Uludag in Yenidüzen 15 Aug 2018


English text below for TC readers


Έρεξα τα 35 να μάθω τί έκαμεν η ΕΟΚΑ Β στην Αλόαν. Ούτε οι δικοί μας δεν τα ελαλούσαν να μεν ρίχνουν ιμις̆  πετρόλαον πας στην προπαγάνδαν του Ντεχτάς̆


Εζωγράφιζεν ο Μιχάλης ο Κιρλιτσ̆άς τον πίνακαν του τζ̆αι αρώτησα τον τί είναι Αλόα που έγραφεν πάνω. Δεν έξερα καν πους εν χωρκόν.


Είπεν μου για την μάναν που εκαταράστην τα παιθκιά της που της επήραν τα ρούχα ολομάτζ̆ελλα να τα πλύννει.


Για να μεν ιβρικολατζ̆άσει η σσιωπή μες την ψυσ̆ήν μου, όπως εβρικολάτζ̆ασεν η αδικία μες το κράτος δικαίου που με κυβερνά, έκαμα το λαμπρόν μέσα μου λόγια τζ̆αι έβαλα τα σε μιαν ιστορίαν, όπως ο φίλος μου τον Μιχάλης ο Κιρλιτσ̆άς το έκαμεν χρώματα, όπως ο φίλος μου ο Γιώρκος ο Κάρβελλος το έκαμεν νότες, όπως ο φίλος μου ο Σαββής ο Κούλεντρος το εσκάλισεν πας τες πέτρες.


Φέτη ήρταν οι 14 πάλε. Την ώραν που εμάς πονεί η ψυσ̆ή μας, τζ̆είνοι χώννουν την δικήν τους σαν τους κάττους, στον νοσ̆σ̆ον της σημαίας τζ̆αι της ιδέας που τους κάμνει τόπον.


Ο φίλος ο Νουρής Σιλλάή εμετάφρασεν μου την Εξομολόγισην της κυρίας Πετρούλλας στα τουρκοκυπριακά, τζ̆αι εν μεγάλη η συγγίνηση μου που την δημοσιεύκειη Γενίντουζέν στες 15 τζ̆αι 16. Στα Ελληνικά έτην δαμαί όπως την εξαναδημοσίευσα πέρσυ. Την φωτογραφίαν έπεψεν μου την η Σεβκιούλ τζ̆αι έβαλεν την με την δημοσίευσην εις την εφημερίδαν. Η δημοσίευση στα τουρκοκυπριακά εν έναν βήμαν να κάτσει η ψυσ̆ή μου στον τόπον της, αλλά πραγματικά εν να κάτσει όταν το κράτος εν να δικάσει τους ενόχους για τα εγγλήματα πολέμου που εκάμαν στον όνομαν του έθνους.



ALOA-MARATHA-SANDALLARIS


I was over 35 years old to lern about what EOKA B did in Aloa-Maratha-Santallaris. Neither “our people” were telling us anything in order “not to provide grist to Denktash's propaganda mill”.


MichalisKirlitsias was painting his painting and I asked him what Aloa was. It was written on the painting. I did not even know it was a village.


He told me about the mother who cursed her children when they took their clothes bloody to wash them.


So that the silence in my soul not become a vampire, like the injustice in the rule of law that governs my country became, I made the fire burning my soul a story, as did with it my friend Mihalis Kirlitsias colors like my friend George Karvellos made notes, as my friend Savvis Koulendros sculpted on the stone.


Again 14 at the time when our soul hurts, they hide their own like cats, in the shadow of the flag and the idea that gave them space to exist and do what they did.


My friend, Nouri Silay, translated the Confession of Mrs Petroulla to the Turkish Cypriot dialect and my emotion is strong that Yenidüzen published it at 15 and 16 August 2018. The storey in Greek is here,as I re-published last year. Sevgul Uludag sent me this photo that she will put it tomorrow with the publication in Yenidüzen.


The publication un Turkish Cypriot dialect is a small step for my soul towards peace, but it will really find peace when the state will judge the criminals for the crimes they committed agains humanity to the name of nation.



The link to Yenidüzen. (first part)

  • August 16th 2018 at 00:46

8

By Aceras Anthropophorum
  • July 8th 2018 at 09:00

Hay muertos que no hacen ruido, y es mas grande su pena

By Aceras Anthropophorum
Καλόν Πάσκαν.

  • April 8th 2018 at 13:59

Η Γλαύκα Ντραγκέττα η Κυπρία.

By Aceras Anthropophorum
Parnassia Glauca

Έχω άσ̆σ̆ημην προαίσθησην. Τελευταίως όποιον θέλω να ψηφίζω χάννει. Ήρτα στην Κύπρο να ψηφίσω αλλά απομονώθηκα σε μιάν κάμαρην τζ̆αι δουλεύκω. Φκαίννω έξω μόνον να πάω στην φύση, να συνάξω μολόσ̆ες, αγρέλλια, μανιτάρκα, να μου διά ο αέρας ο καθαρός. Όπου περάσω σβήννουν τηλεοράσεις να γινεί ησυχία. Δεν αντέχω την περιρρέουσαν επικοινωνιολογίαν του βόρτου που απευθύνεται προς ηλίθιους.


Ακούω για αρπακτικά που ελάβαν θέσεις, για αρπακτικά που εχάσαν πρόσφατα ή στο παρελθόν τζ̆αι αγριέφκουν, ακούω για πληγωμένα εγώ που ακκάννουν ότι ταράξει ομπρός τους, όπως τες πληγωμένες όσ̆εντρες σε αντανακλαστικήν στάσην επιβίωσης.


Την Κύπρον κινδυνεύει να την κυβερνήσει πάλε ένας υπερήλικας μεχύστακας, όπως την άλλην φοράν, με μιαν αυλήν αρπαχτικά που θα κόφκουν τζ̆αι θα ράφκουν για άλλα αρπαχτικά δευτέρου ή τρίτου κύκλου, ένας σταύλος του Αυγεία της διαφθοράς τζ̆αι της διαπλοκής, η αυλή του βασιλείου της Ιθάκης χωρίς Οδυσσέαν. Ήδη τούτη η κατάσταση εξεκίνησεν που το Μομπελεράν 1, όταν του είπασιν να μεν υπογράψει διότι αν δεν περάσει που το δημοψήφισμαν θα χάσουσιν τζ̆αι τα προεδρεία. Φαντάζουμαι όταν θα περάσει η ντοπαμίνη της εκλογικής μάχης τζ̆αι θα ππέσουν κάτω οι σεροτονίνες στα κανονικά επίπεδα γήροτος, τι είδους γλέντιν του τέλους θα γίνεται τζ̆ειπάνω στην αυλήν. Το να έσ̆εις ξαναδεί το έργον κάμνει την φρύκην χρώματος γλαυκού. Glauque στα γαλλικά δεν σημαίνει πια τζ̆είνον που εσήμαινεν στην παλιάν γαλλικήν λογοτεχνίαν. Μεταφράζω το Λαρούς τι λέει για την σύχρονην ερμηνία της λέξης Γλαυκος μετά το 80: “κάτι απειλητικό, παράξενο, που εμπνέει ένα δυσάρεστο συναίσθημα, μια αδιαθεσία που προκαλείται από μια ζοφερή ή οδυνηρή ατμόσφαιρα». Έχω την κακήν διαίσθησην ότι έτσι χρώμαν πιάννει πάλε η πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Μακάρι να έχω λάθος.


Οι νοικοκυραίοι μετρούν σήμμερα τα κουτσ̆ιά τους τζ̆αι ζυάζουν πιθανότητες αν να είναι με την πάνταν που θα κερδίσει. Η δυνατότητα να είσαι σφογκοκωλάριος του κερδισμένου είναι για πολλούς αποφασιστικός παράγων επιβίωσης ή καλοπέρασης. Σήμμερα να μεν είσαι του κύκλου των αππόσσω τζ̆αι να έσ̆εις να πέρνεις που το κράτος, περιμένεις ένα χρόνο να πληρωθείς, ενώ αν τους χρωστείς πέμπουν σου την αστυνομίαν. Να ψυχομασ̆είς τζ̆αι να θέλεις εγχείρησην, θέλει να έχεις την εύνοιαν κάποιου αππόσσω για να μεν καρτεράς 18 μήνες σειράν. Οι λήπτες αποφάσεων, από τες τράπεζες, τα ταμεία του κράτους, τα διοικητικά κρατικά κέντρα, τα αρχηγεία της αστυνομίας τζ̆αι του στρατού, την πολεοδομίαν, το τμήμαν περιβάλλοντος, την νομικήν υπηρεσίαν, τα δικαστήρια, το γραφείον τύπου τζ̆αι πληροφοριών, τους αθλητικούς οργανισμούς, τα γραφεία επιδομάτων για άπορους, μέχρι τες αρχισυνταξίες εφημερίδων, καναλιών, ραδιοσταθμών, πίννουν το νερόν του ίδιου συγκοινωνούντος βρώμικου δοχείου.


Στην Κύπρον του σήμμερα, ο σφογκοκωλάριος ή υποσχόμενος σφογκοκωλάριος δεν τολμά να εκδηλωθεί πολιτικά, ούτε καν σε δημοσκοπήσεις, φοβούμενος μπας τζ̆αι η κοπέλλα που αρωτά εν η κόρη ή η αρφότεχνη του τοπικού στελέχους του ΔΗΣΥ. Απαντά «δεν ενδιαφέρομαι για τα πολικά» δηλώννοντας μεγαλοστόμως «εμέναν ποιός με είδεν». Η Ντραγκέττα παρακυβερνά και με την απειλή. Τα απομεινάρια της Ντραγκέττας της Εόκας εγινήκαν έναν με την Ντραγκέτταν της αγοράς, την Ντραγκέτταν των δικηγόρων, την Ντραγκέτταν των τραπεζιτών, την Ντραγκέτταν του συναγερμού, την Ντραγκέτταν των αρχισυντακτών, η Ντραγκέττα των παπάων τζ̆αι μπορούμεν να πούμεν ότι έχουμεν Ενωμένην Ντραγκέτταν Κύπρος. Έχουμεν μαφίαν με πατρόναν! Η μόνη κοινωνικά αποδεκτή αμφισβήτηση της γλαύκας κατάστασης η οποία δεν επηρεάζει τα προσωπικά συμφέροντα του "προκομμένου νοικοτζ̆ύρη" είναι να πει μεγαλοστόμως «εμέναν ποιός με είδεν;».


Από σήμμερα μέχρι την Κυριακήν θα αναμένομεν να δούμεν αν τα αντανακλαστικά του νοικοκυραίου εθνικόφρονα κεντρώου θα ερεθιστούν που την προπαγάνδαν που διαχέει η Ντραγκέττα τζ̆αι αν θα ψηφίσει με κριτήριον «να μεν τον κυβερνά ο Ακκιντζ̆ί». Πόσους τέθκοιους βλάκες μπορεί να κερδίσει τούτον το επικοινωνιακόν πυροτέχνημαν της τελευταίας στιγμής;


Μέχρι την Κυριακήν θα αναμένομεν να δούμεν αν οι 21 000 ελαμίτες εν πολλά θυμωμένοι με τους συναγερμικούς, ή αν τελικά θα μαλαθκιάνει η φασιστόφατσα τους τζ̆αι θα παν να ψηφίσουν  σιλλόβρωτοι τον γιον του εοκαβητατζ̆ή. Οι λοαρκασμοί τους αν θα κερδίσουν ή θα χάσουν παραπάνω ψήφους στες επόμενες εκλογές μπορεί να καθορίσουν ποιός εν ο επόμενος πρόεδρος.


Θα αναμένουμεν να δούμεν τον αυτοεργοδοτούμενον, μικρόν ή μεγάλον επιχειρηματίαν, που τον έχουν βουττημένον μες τα γρέη, αν θα ψηφίσει με κριτήριον έναν νομικόν πλαίσιον πον να προστατεύκει σε ούλλους επαγγελματικήν στέγην τζ̆αι σπίτιν,  ή αν θα σκεφτεί τες καλές σχέσεις με την Ντραγκέτταν που μπορεί να του γλυτώσει ατομικά τζ̆αι κανέναν χωραφούιν που εκληρονομίσεν που την στετέν τζ̆ι εβάλεν το υποθήκην για το ακάλυφτον δάνειον.


Θα αναμένομεν ως την Κυριακήν να δούμεν κατά πόσον ο κόσμος που ταΐζουν πατριωτισμόν τζ̆αι «δεν ξεχνώ» οι κεντρώοι πολιτικάντηες βολεύκεται τζ̆αι με την χλωμήν Ντραγκέτταν που καθορίζει τα παζάρκα.


Την πρώτην Κυριακήν φκάλλουν νικητές οι ιδεολόγοι, την δεύτερην οι σσυφφεροντολόγοι. Πρέπει να καρτερούμεν ως την Κυριακήν να δούμεν που βαρεί η πούγκα της Κύπρου.


Είχα μιαν ελπίδαν ότι η Κύπρος θα ακολουθούσεν την Πορτογαλλίαν, που επέταξεν τους μνημονιακούς νόμους του άγριου καπιταλισμού τζ̆αι έδωκεν στον κόσμον αξιοπρεπή μισθόν τζ̆αι πετά η οικονομία, με μιαν κεντροαριστεράν να κρατεί σοβαρά τα δημοσιονομικά ισοζύγια τζ̆αι να περιορίζει την ασυδοσίαν του κέρδους κάμνοντας έναν μικρόν αριστερόν θαύμαν. Με την εξέλιξην που επιάσαν τα πράματα, μάλλον βαίννουμεν προς τα βήματα της Ισπανίας, όπου η ασυδοσία του κεφαλαίου κόφκει μισθούς των 900 € για τους δοχτόρους τζ̆αι 800 για τους υπηρέτες στες υπηρεσίες , με 1 στους 4 νέους άνεργους πρίγκιπες τζ̆αι πριγκίπισσες με εθνικιστικές κορώνες τζ̆αι εθνικά ζητήματα για φερετζ̆έν της ασυδοσίας, της εκμετάλλευσης, του κέρδους τζ̆αι της διαπλοκής. 




Άτε, τζ̆αι που δευτέρας πάλε δουλειάν, ότι τζ̆αι να προτιμήσει η πούγκα του Κυπραίου κουτσ̆ομέτρη. Πάλε δουλειάν, για όσους φυσικά έχουν δουλειάν. Οι άλλοι στην αναμονήν για καλύτερον αύριον. Χαρά στον που δεν έχει εξαρτήσεις από Ντραγκέττες. Χαρά στον που δεν καρτερά από Ντραγκέττες να του δώκει αξιοπρεπήν δουλειάν.


Όποιος τζ̆αι να εκλεγεί την Κυριακήν, η αριστερά της Κύπρου θα έχει μια σοβαρήν δουλειάν να βκάλει σχέδιον πως απαλλάσσεται ο κόσμος ο καλός από Ντραγκέττες. Τα εργαλεία που της διά το κράτος είναι σημαντικά, είτε αυτά λέγονται βουλή, είτε υπουργικό συμβούλιο. Είναι τζ̆αι ο δρόμος, τζ̆αι οι πλατείες, οι χώροι δημιουργίας, οι χώροι έκφρασης. Ο Αγώνας εν δύσκολος τζ̆αι η Ντραγκέττα εν τέρας που της κόφκεις μιαν κκελλέν τζ̆αι της πολιούσιν δύο.

Καλές επιτυχίες σε μιαν ενωμένην, επι τέλους αριστεράν για μιαν επανενωμένην Κύπρον με Ντραγκέττες αφοπλισμένες τζ̆αι τον καλόν τον κόσμον να δημιουργεί ελεύθερα.
  • February 2nd 2018 at 16:14

Καλημέρα τζ̆αι τα φώτα...

By Aceras Anthropophorum


Εσηκώθηκα τζ̆αι έκοψα την πίτταν των βασιλέων. Είναι για τους Γάλλους το ανάλογον της Βασιλόπιττας.


Ήταν παράξενη χρονιά το 17· νεκατωμένη· οι αποτυχίες πολλές. Όι πους εν είχεν επιτυχίες. Οι επιτυχίες ήταν επίσης πολλές· παραπάνω πιλέ, αλλά οι αποτυχίες τζ̆αι οι επιτυχίες εις την ζωήν δεν έχουν κοινόν νόμισμαν για να αντισταθμίζει η μια την άλλην. Η τελευταία αποτυχία έκατσεν εις τες 31. Όι μόνον έκρουσα την πιτταν, ξ̆ιώντας τα κρουσμένα, εφάνην τζ̆αι το « φλουρίν ». Επήεν το έθιμον άστοχον, από αναξιότηταν, από αμέλειαν, από αππωμάραν. Η αμέλεια είναι κόρη της αππωμάρας τζ̆αι του ττεμπελλιού. Η αναξιότητα εν πιο πολυπαραγοντικόν. Η Βασιλόπιττα εγίνην τελικά κανονικόν ψουμίν, οπόταν ήρταν τα Γαλλικά ήθη με τες galettes des rois σήμμερα Επιφάνια να σωσουν τα έθιμα.


Εσημάθκιασα 6 κομμάθκια, όσος εν ο κόσμος που αγαπώ τούτον τον τζ̆αιρόν. Το πρώτον ήταν για το φκιόρον που αγάπησα, Fleur de Pois, το 2 για τα δεντρούθκια που εφύτεψα, το 3 για την χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν που κατοικά τους κόσμους μου, το 4 ειδικά φέτη για το δάσος τζ̆αι το 5 ειδικά για τα πουλλούθκια που επιλέξαν να φουλιάζουν μες τες φουλιές γυρόν που το σπίτιν μου. Το 6 ήταν για το σπίτιν το ίδιον.


Επαρακάλουν η πετρούα να ππέσει στο έναν.


Φέτη ένωθα την ανάγκην να γιορτάσω την λιτότηταν. Θα είναι βίτσιον του homo sapiens να γυρεύκει το σπάνιον για να ευχαριστηθεί. Στην γενιάν των γονιών μου, ο κόσμος έζ̆ιεν με λλιόττερα, τζ̆αι οι αθρώποι εγυρεύκαν να κάμουν τες ημέρες τες γιορτάρες να ξεχωρίσουν με φουαρταλλίκκια τζ̆αι πολυτέλειες. Ότι εκάμναν οι αρκόντοι εθέλαν μιαν ημέραν του χρόνου πιλέ μου να τα κάμουν τζ̆αι οι φτωσ̆οί. Εφτάσαν σήμμερα στο σημείον να ξησ̆ειλούν τα μαχαζ̆ια τους φτωχούς με κρίσμασκκεϊ τζ̆αι μελομακάρουνα με ευωδίες Givaudin, γαλίνες παραγεμωστές μαζικής παραγωγής τζ̆αι Αηββασίληες να διανέμουν κινέζικα. Η γενιά των γονιών μου εν η γενιά που εκατάστρεψεν τον τόπον. Που την μιάν τα εθνικιλλίκκια, που την άλλην να φάσιν τον τόπον άπου φκάλει λίραν αλοάρκαστα τζ̆αι επεέντιστα για το τί καταστρέφουν, εκάμαν με να αποστραφώ τζ̆αι τα φερσίματα τζ̆αι τες αξίες της γενιάς τούτης.


Επελλέτουν τες προάλλες τα έθιμα των πιό παλιών. Έναν κουταλούιν μέχλεπην που το Βερούτιν, θκυο μουσκοκάρκια  που την Ζανζιμπάρ, τρείς ξαννίες κανέλλα που την Σρι Λάνκαν, μισόν μουσκοκάρυον που τες Ινδίες τζ̆ι έναν αέραν μαυρόκοκκον που το Χαλέπιν, εκανούσαν για να κάμουν τες ημέρες γιορτήν. Το τελευταίον φούρνισμαν πριν τα φώτα εγίνετουν εις τες 23 του Δετζ̆έβρη. Ενεστένναν οι τόποι να χαρούν οι ψυσ̆ές των αθρώπων. Το έναν το ψουμίν, εστολίζαν το με σταυρούθκια κουλλουρένα τζ̆αι κοψίματα όμορφα με το ξ̆ιουράφιν ή με το ψαλλίδιν για να το πουν γεννόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν το Πάσκαν των Γεννών. Του άλλου εβάλλαν του σελίνιν ή τσ̆ιφτέν μέσα για να το πουν βασιλόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν του Αίου Βασιλιού. Ούλλα τα δωδεκάμερα τα ψουμιά ήταν μυρωδάτα. Έτσι ήταν η γιορτή τους.


Ετσι έκαμα τζ̆αι γιω την Βασιλόπιττα που έκρουσα, έτσι τζ̆αι την γκαλέτταν των βασιλέων εψές. Επειδή όμως η γκαλέττα εν Βραγκού, έκαμα την με γαλλικήν σίκαλην. Έψησα την μες τον φούρνον των ξύλων τζ̆αι ενεστάναν οι τόποι να μυρίσουν γιορτήν. Για τριάντα δευτερόλεπτα εχάρηα πους άκουα την φωνήν την καλοσυνάτην της στετές μου όπως την ώραν που φούρνιζεν τότες.


Φέτη έκοψα τζ̆αι το κρέας για να ξεχωρίσουν οι μέρες οι γιορτινές που τες άλλες με λιτότηταν καθαρήν που βάσανα ζώου, καθαρήν που κτηνοτροφικά απόβλητα, καθαρήν που υπερπαραγωγήν αερίων που βαρυνίσκουν την κλιματικήν αλλαγήν.


Η πετρούα εν έππεσεν μες το 1 που έθελα. Έππεσεν στην χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν του κόσμου ούλλην. 



Αφούς η πίτα αποφάσισεν πους εν η χρονιά τους, εξαπόλυσα τα κκομπιούτερ τζ̆ι επήα έξω να ασχοληθώ μαζίν τους. Η μέρα σήμμερα ήταν ποτζ̆είνες της κλιματικής αλλαγής. Εχτές έπερνεν τους τόπους, σήμμερα έφκαλεν νήλλιον με 10 βαθμούς. Ήρτεν η Άννοιξη κατασ̆είμωνα.


Έβαλα τζ̆αι την μουσικήν να κάμνει συντροφκιάν. Έθελα την Barbara. Ήταν η χρονιά της πέρσυ. Επεράσαν τζ̆ιόλας 20 χρόνια.


Έρκεψα να μαζεύκω τα φύλλα που εν επρόλαβα να μαζέψω τζ̆αι ετσιλληθήκαν που το σ̆ιόνιν. Η μελαγχολική φωνή της Barbara τερκάζει άμαν συνάεις φύλλα.



Οι βολβοί αρκέψαν να ξιστρουφίζουν ήδη. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να συνάξω φύλλα χωρίς να τσαλαπατήσω τα τρυφερά που βλαστούν. Το χόρτον εγίνην κούννα. Εκλάδεψα τα σμέουρα. Πέρσι εκάμαν κιλά τζ̆αι κιλά. Ελιμπήσαν οι κοράζινοι τζ̆αι εμοιράζαμεν. Κατ΄ακρίβειαν τζ̆είνοι εφάαν την μερίδαν του λέοντος που εν είχαν άλλην δουλειάν να κάμουν τζ̆αι αφήκαν μου εμέναν τα μιλλοσφοντζ̆ισματα. Χαλάλιν τους, εγώ ήρτα να ζήσω στον τόπον τους. Τζ̆αι αν επολλύναν πολλά, εν οι γειτόνοι που φταίσιν, που αφήννουν ποσκούπια έξω τζ̆αι επόλλυνεν η διαθέσιμη τροφή να συντηρεί έτσι πληθυσμούς. Πον να ξανακαρπίσουν, εν να βάλω δίχτυν να προστατέψω τζ̆αι λλία για λλόου μου.


Φέτη ήταν χρονιά φυθκιάς. Εφύτεψα 10 νέα δεντρούθκια. Τρία έπιασα τα που το pro specie rara με ποικιλίες πον υπό εξαφάνισην. Πέρσυ εγύραν κάτω μια αππιθκιά τζ̆αι μιαν κκεραζιά, εκατοντάχρονες, που εφυτέψαν προηγούμενοι που εζήσαν μες τουν το σπίτιν. Καλά εζήσασιν. Που την αππιθκιάν επρόλαβα τζ̆αι έπιασα αμμάτιν έναν χρόνον πριν να γύρει κάτω τζ̆αι αμμάτισα έναν που τα δεντρούθκια που εφύτεψα. Τα αππίθκια της λίβρας, εκτός που εν μισόν κιλόν το έναν, δεν αρρωστούν τζ̆αι διατηρούνται στην κάβαν ως τον Απρίλλην. Αμμάτισα τζ̆αι τες θκυό μηλιούες που τες παλιές πικοιλίες για να μεν φοούμαι να τες χάσω όταν θα έρτει τζ̆αι τζ̆είνων οι ώρα τους. Οι παλιοί εθκιαλέαν τες να μεν ισκουλουτζ̆ιάζουν. Τα ψεκάσματα πριν 100 χρόνια ήταν για όσους εκρατούσαν να ταΐζουν τες χημικές βιομηχανίες.


Η μοναξιά μες την δουλειάν, με την Barbara συντροφκιάν, μαλαθκιανίσκει ακόμα τζ̆αι συναισθήματα που εγινήκαν πέτρα. Το τηλεφωνούιν έπαιζεν l’aigle noir. Έκλαιεν η ψυσ̆ή μου με  την φωνήν την ταντελλένην που επόνεν. Ετρέχαν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆ι ενεκατώννουνταν τα δάκρυκα με το χώμαν που ετοίμαζα να φυτέψω μιαν τριανταφυλιάν. Εσκέφτουμουν γιατί έσ̆ει πλάσματα που γελούν για να μαλαθκιάνει η ψυσ̆ή τους τζ̆αι πλάσματα που θέλουν να κλαίσιν. Διερωτούμαι αν έσ̆ει πλάσματα που γελούν μόνοι τους άμαν θέλει α χαλαρώσει η ψυσ̆ή τους που σφίγγεται. Ερκουνταν στην σκέψην μου εικόνες που τότες που ήμουν μιτσής τζ̆αι έθελα να κλάψω. Έμαθα να κάμνω την καρκιάν μου πέτραν για να μεν νομίσουν οι άλλοι ότι εππούσ̆τεψα τζ̆αι να προσβαρτεί ο τζ̆ύρης μου. Έμαθα να προσβάλλουμαι που μόνος μου γιατί εφοούμουν πολλά να τον προσβάλω τζ̆αι να θυμώσει. Άμαν έθελα να κλάψω, ελάλεν μου η μάνα μου να μεν κάμνω ππουσ̆τέματα, τζ̆ι εσυνήθησα να κλαίω άμαν είμαι μόνος μου. Πλάσμαν αγέλαστον επί το πλείστον,  agelaste λαλούν οι Γάλλο, άμαν είμαι με άλλους, έμαθα να κλαίω για άλλα πράματα άσχετα. Που εν ελύθην το κυπριακόν, που θωρώ το βαρώσιν να το κατοικούν τα φαντάσματα, που εξιλείψαν τες ορχιδέες πουκάτω που τον άσφαλτον του ππάρκιν εις τους Κόννους ή τους κρίνους του γιαλού που εθαύμαζα κάποτε στο Νίσι Μπιτς̆, που ψεκάζουν τον κόσμον στην Συρίαν με κάζιν σαράν, που σκοτώννουν τους αθρώπους 80 χρόνια στην Παλαιστίνην για να πιάουν τον τόπον οι Οβραίοι...


Que c’est abominable de devoir à choisir entredeux innocences... έτρεμεν θυμωμένη η φωνή της Barbara τζ̆ι εσυγκλόνιζεν μου τες σκέψεις.


Εδάκρυζεν η καρκιά μου με την φωνή την τρυφερήν για τους άλλους στην Ραμάλλαν, για τους άλλους στην Βηθλεέμ, όταν αντιλήφτηκα ότι μια τουρίστρια που έκαμνεν παρπάτημαν μπροστά που τον δρόμον μου κάτω, έκατσεν σκόπημα πας το παγκούιν του δήμου τζ̆αι έκαμνεν πους ερέμβαζεν την θέαν με χρώματα του ουρανού για να κρυφακούει το άιφον που έπαιζεν. Εγώ πίσω που τους θάμνους εθώρουν την που ψηλά αλλά τζ̆είνη δεν εμπόρεν να με δει. Άραγες σου να έκλαιεν τζ̆αι τούτη για κάτι;


Έφκαλα τον λούκκον τζ̆αι έστρωσα τζ̆ερρατόξυσμαν του μονόκερου για να πιάει το χώμαν φωσφόρον οικολογικόν τζ̆αι να δυναμώσουν γλήορα οι ρίζες της τριανταφυλιάς. Δακάτω εμάθαν να ξ̆ούν τα τζ̆έρρατα τζ̆αι να τα ανακυκλώννουν για βιολογικόν φωσφορούχον λίπασμαν . Εν μια αναρριχιτική κότσ̆ινη τριανταφυλιά RAL 3003, που μουσκομυρίζουν τα φκιόρα της. Εν τζ̆αι η αναπλήρωση των παλιών τριανταφυλιών μες το πρόγραμμαν το φετινόν. Οι τριανταφυλιές που καλοσωρίζουν όποιον πλάσμαν έρτει έσσω μου που τον Μάην, ούλλον καλοτζαίριν, εν ούλλες πάνω που τριάντα χρονών. Μόλις Αουσκιάσουν οι κλώνοι μπορείς να κόψεις τζ̆αι να φυτέψεις πάρα τζ̆ει. Εδοτζ̆ίμασα τρεις τρόπους. Άλλες εφύτεψα τες κατάχαμα, άλλες έμπηξα τες μες σε μιαν πατάταν τζ̆αι εφύτεψα τες μαζίν για να εν πάντα υγρές, τζ̆αι άλλες, έβαλα τες μες σε πότσαν πλαστικήν πετ όπως δείχνουν πας το ίντερνετ. Επιάσαν ούλλες, τζ̆αι σήμμερα, αννοιξιάτικην μέραν των θεοφανίων, είπα να την φυτέψω διότι ενόμισεν πους ήρτεν ο τζ̆αιρός της να νεφουλλίσει τζ̆αι επέταξεν θκυό μούττες μες το πλαστικόν.


Εφύτεψα την τζ̆αι ένωσα μιαν χαράν. Αλάφρωσεν τζ̆αι η ψυσιή μου που την συγκίνησην.


Dis, quand reviendras tu ετραούδαν η Barbara,


Au printemps tu verras, je serai de retour,

Au printemps c’est jolie de parler d’amour,


Nos irons voir ensemble, les jardins refleuris...















Τζ̆αι ο οδηγός για πολλαπλασιασμόν της τριανταφυλιάς με πότσαν πετ.

Τέλος Αούστου, κόφκεις κλονίν με 6 αμμάθκια, κόφκεις τα φύλλα τζ̆αι αφήννεις 2-3 μόνον στα 3 αμμάθκια πον να μείνουν έξω που το χώμαν. Κόφκεις την πότσαν στα δύο, βάλλεις κομπόστον (ή χώμαν) φυτεύκεις το κλονίν, τρυπάς τον κώλον της πότσας, ξανακολλάς το πουπάνω, ποτίζεις την τζ̆αι στουππώννεις την. Βάλλεις την σε σκιάν. Κάθε κανέναν μήναν θέλει πότισμαν διότι εξατμήζεται.



Σε μερικούς μήνες το αμμάτιν θα αννοίξει. 

Φκάλλεις λούκκον 30 πόντους. Εγώ έβαλα τζ̆αι τζ̆ερρατόξυσμαν για λίπασμαν αλλά στην Κύπρον που οι μονόκεροι εν κάφκαροι μπορεί να μεν βάλετε.


Θέλει όμως κομπόστον για λίπασμαν τζ̆αι για να αλαφρύνει το χώμαν να αναπτυχτούν γλήορα οι ρίζες.


Προσεχτικά φκάλλεις τα πλαστικά.


Φυτεύκεις


Τζ̆αι επειδή θέλω τον Μάην να έσ̆ει σίουρα τριαντάφυλλα κότσ̆ινα, εκανόνισα τζ̆αι την προστασίαν. O Φερβάρης τζ̆ι ο Μάρτης σε τούτα τα μέρη μπορεί να φέρουν ξυλοπαούραν πλην 15°C.








  • January 8th 2018 at 00:20

Ευτζ̆ές 2018 για τον κόσμον μου

By Aceras Anthropophorum
Στο πιο όμορφον φκιορούιν που εξεχώρισα τζ̆αι άθθισεν μες τον δρόμον της ζωής μου τζ̆αι ομόρφινεν τον κόσμον μου, εύχουμαι του ο κόσμος να του δώκει  ότι ομορκιάν είδεν που λλόου του τζ̆αι κάτι παραπάνω.


Στα δεντρούθκια που εφύτεψα μες την αυλήν μου εύχουμαι να δυναμώσουν οι ρίζες τους τζ̆αι να εντέξουν ότι τους τύχει μέχρι να γινούν αυτόνομα, οι καρποί πον να κάμουν αν καρπίσουν που τα φέτη, ναν γλυτζ̆ιοί τζ̆αι ζουμεροί.


Στην χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν του βιότοπου που με περιβάλλει τζ̆αι που αγαπώ εύχουμαι φκιόρα πολλά τζ̆αι πικοιλίαν πλούσιαν μοναδικήν.


Ειδικές ευτζ̆ές επίσης στα δεντρά του δάσους που περιβάλλει τες περιοχές που αγαπώ, βροσ̆ές πολλές, φωθκιές καθόλου τζ̆αι επιτυχίες στα κράτη που αποφασίσαν να πληρώσουν το κόστος που χρειάζεται για να μειωθεί η κλιματική αλλαγή.


Ειδικές ευτζ̆ές τζ̆αι στα πουλλούθκια που επιλέξαν να φουλιάζουν γυρόν που το δικόν μου το σπίτιν, να προσέχουν που τους κάττους των αθρώπων τζ̆αι που ότι κίνδυνον τα παραμονεύκει όταν θα αποδημήσουν σε κράτη πιο θερμά.



Στο σπίτιν που μου διά βράστην τζ̆αι προστασίαν εύχουμαι του φέτη να αξιωθώ να το κάμω μηδενικής ενέργειας.

  • January 1st 2018 at 10:54

Κύπρος 2017

By Aceras Anthropophorum

Ομοίωμα σταυρόμορφου ειδωλίου χαλκολιθικής περιόδου σε βάση μισή
  • December 24th 2017 at 17:19

Μιαν ημέραν έτσι μέρες

By Aceras Anthropophorum



Μιαν ημέραν έτσι μέρες άννοιξα έναν παναχύριν τζ̆ι εντύχην ο κόσμος μου με πλουμιά του παονιού, τζ̆ι άθθισεν ο κήπος μου με ότι όμορφον ιφκάλλει ο κόσμος, τζ̆αι τα μμάθκια μου είδασιν την αγάπην μες την ομορκιάν, η καρκιά μου ένωσεν την μες την καλοσύνην τζ̆αι μες την αναπνοήν την πονεμένην.


  • November 25th 2017 at 00:45

otto oggi

By Aceras Anthropophorum


:*
  • July 8th 2020 at 22:11

Κρούσματα

By Aceras Anthropophorum


Άλλον έναν κρούσμαν. Άμαν έχεις τον νου σου πουπάνω που την τζ̆εφαλήν σου, το έναν κρούσμαν ακολουθεί το άλλον. Αραδίππου εκατάντησα. Αγγλία του Μπορίς, Αμερική του Τράμπ.

Είπα να κάμω ψουμίν με φαγόπυρον τζ̆αι έφκην μου νέον κρούσμαν. Την ώραν που το εξιφούρνιζα το ράδιον ελάλεν για τον Boris Johnson. Όσον τζ̆αι να κάμνεις μίλλες για το κατάντημαν της Αγγλίας έξω που την Ευρώπην με έναν δεξιόν καραγκιόζην για ηγέτην, άμαν σκεφτείς τον άνθρωπον, λυπάσαι όπως λυπάσαι για κάθε άνθρωπον ευάλωτον που θα κολλήσει ποτούτον τον μαυρογέρημον.
  • April 8th 2020 at 02:05

Αλμπέρ Καμύ

By Aceras Anthropophorum
Τα βιβλία τα χάρτενα δεν είναι είδη πρώτης ανάγκης σύμφωνα με τα διατάγματα. Είναι τα κωλόχαρτα, τα χαρτομάντηλα, τα τσ̆ιπς, τα τσιάρα. Οι βιβλιοθήκες τζ̆αι τα βιβλιοπωλεία είναι αννοιχτά αν είναι περίπτερα.

Έσ̆ει τζ̆αι ψηφιακές λύσεις. Στην αστοσ̆ιαν φελά τζ̆αι το χαλάζιν.

Έτην μιαν δαμαί...

αν θέλεις κάμε κλικ τζ̆αι έχ̆εις το σε pdf


en en Français en livre audio

  • April 4th 2020 at 15:50

Όλα τα ΄χε η Μαριορή...

By Aceras Anthropophorum
Όλα τα ΄χε η Μαριορή, το τραίνον πας τη μούττη του βουνού την εμάρανεν.

Στην χώρα της βίζας, της μίζας τζ̆αι του κακού συναπαντήματος, του κακού συναπαντήματος έκοψεν ο νους του τζ̆ι ο κώλος του να θέλει τρένον πας την μούττην του βουνού. Το τρένον εν με έψιλον οξά με άλφα γιότα;

Στην χώραν που αντί να επενδύσει να απαξαρτηθεί που τους υδρογονάνθρακες τζ̆αι να συνταυτιστεί με την πολιτικήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης τζ̆αι του πολιτισμένου κόσμου να ανακόψει την πορείαν προς την κλιματικήν αλλαγήν, το κακόν συναπάντημαν γοράζει δικαιώματα ρύπανσης διότι τα θεωρεί οικονομικά πιο επικερδή. Τα κακά συναπαντήματα όταν κάτσουν σε θέσεις εξουσίας δεν ισκέφτουνται πως θα απαντήσουν στες ανάγκες της κοινωνίας με τες αποφάσεις τους. Έχουν πέντε ή δέκα χρόνια να αποφασίζουν για να πλουτίσουν τα σόγια τους τζ̆αι τζ̆είνους που εσπονσοράραν την εκλογήν τους.

Ψόφον. Έτσι εκλογείς έτσι κράτος. Υποκριτές θεοφοβούμενοι, θεομπαίχτες άρπαγες ππαραόπιστοι, μια κοινωνία διαπλεκόμενη από τα νύσ̆ια ως την κουρίαν. Τα όρνεα της κκελλές εφάαν τον τόπον με τες Εόκες, με τα κόμματα, με τους συλλόγους με τα κουμπαράτα, με τους δικηγόρους, με τους δικαστές με τες τράπεζες τους ως την τελευταίαν παραλίαν, μέχρι τζ̆αι πας τα κατσάβραχα των θαλασσινών σπηλιών, τζ̆αι τωρά που αρκέψαν τα λίφκουν ετσιππώσαν πας τα βουνά τζ̆αι μες τα πελάγη.

Η στρατηγική για μείωσην των ρύπων είναι οικονομικά ασύμφορη τζ̆αι αναβάλλουσιν τα μέτρα για ενεργειακήν μετάβασην γοράζοντας δικαιώματα ρύπων ενώ να κάμνουσιν τρενούθκια πας τα κάκκαφα τζ̆αι south stream πετάσσοντας τα λεφτά για σωλήνες μες τους βυθούς εν σσυφφέρουσα. Λαμπρόν να κάψει τους υπολογιστές τους τζ̆αι ιός να φάει τα λογισμικά τους που κάμνουν έτσι λοαρκασμούς. Η πελλάρα ζαττίν εν τζ̆ιαι εν πας τα βουνά. Τί κόσμος είσαστιν σε τούτον τον τόπον;

Ενώ η Λευκωσία πνίεται μες την ρύπανσην τζ̆αι το μποτιλιάρισμαν, ενώ η διακίνηση εν υπεύθυνη για το 50% των εκπομπών διοξιδείου του άνθρακα, τα αγγόνια των ματσουκάρηων που εγινήκαν business men θα πα να πετάξουν εκατομμύρια για μιαν κιτς φαντασίωσην να κάμουν τρενάκιν πας τα βουνά. Να καταστρέψουν ακόμα παραπάνω το τοπίον, να κόψουν σ̆σ̆ιλλάες δεντρά, να σ̆ιονώσουν τόνους γλυφοζάτ πας τες ράγιες για να σκοτώννουν τα αγριοχόρτα, για να κουβαλούν πέντε χαζοχαρούμενους τουρίστες. Άππαρον. Με τους τουρίστες σκέφτουνται, με την οικολογίαν. Να δώκουν αύξησην στην αξίαν των χωραφκιών πέντε Μαραθευτών τζ̆αι τριών Τίλληρων, μεταξύ των οποίων τζ̆αι μερικών συγγενών της κυβέρνησης σκεφτουνται, δεν είναι πελλάρα, ή λάθος υπολογισμοί. Διαπλοκή είναι, όπως ότι αποφασίσαν.

Τρένον ή μετρό θέλει πας την γραμμήν Δάλιν, Τσέριν, Στρόβολος, ΓΣΠ, πανεπιστήμιον να φέρνει τον πολίτην που το Δάλιν στην Χώραν σε 15 λεπτά τζ̆αι που τον στρόβολον σε 5. Τζ̆αι  να δεις αν θα πιάννει το αυτοκίνητον ο εργαζομενος ή ο φοιτητής να σκοτώννει την ώραν του τζ̆αι το κορμίν του μες την κίνησην. Τρένον ή μετρό θέλει που την μιάν νάκραν της Λεμεσού ως την άλλην τζ̆αι που την που την Γερμασόγιαν στην Λινόπετραν, στα Πολεμίθκια στο Ζακάτζιν να κατεβαίννει ο Λεμεσιανός κέντρον σε πέντε δέκα λεπτά.

Αυτή η χώρα με έτσι κκελλέν μέλλον δεν έχει. Μια διχοτόμημένη νήσος με μιαν κοινωνίαν της διαφθοράς τζ̆αι του ψεμάτου θα μείνει, με πέντε οικογένειες τζ̆αι έναν τσούρον να κάμνουν κουμάντον τζ̆αι έναν εκατομμύριον εξαρτώμενους εκλογείς να προσεύχουνται τζ̆αι να ελπίζουν ότι θα αρπάξουν κανέναν ψύχουλλον που τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα των αρπάγων που κάμνουν κουμάντον το χοντρόν παιχνιδιν.

Λαλείτε μου έλα Κύπρον...

  • January 19th 2020 at 13:40

Γλυτζ̆ιά μελαγχολία

By Aceras Anthropophorum
  • December 23rd 2019 at 10:40

Ξερανίσκεις τα τζ̆αι τρώεις τα.

By Aceras Anthropophorum
30% των ποσκουπήων είναι φαώσιμα πεταξούμενα. Το να είσαι σφιχτός όταν ψουμνίζεις τζ̆αι να μεν γοράζεις αλοάρκαστα αχρείαστα ή μεγαλλύττερες ποσότητες είναι η βάση. Το να μεν πετάσσεις ότι μείνει τζ̆αι να το βάλλεις στο ψυγείον τζ̆αι να το αξιοποιείς μετά είναι επίσης συστατικόν της βάσης. 

Ακόμα τζ̆αι να κάμνεις τα βασικά με σχολαστικότηταν, άμα αναλύσεις τα ποσκούπηα σου θα έβρεις έναν σωρόν φαώσιμα που τα πετάσσεις όι διότι έν έχουν καλήν γεύσην, όι γιατί εβρωμίσαν, αλλά γιατί εν άσ̆σ̆ημα. Κάτι φίλοι μου, εβάλαν μου στην ιδέαν μιαν άλλην στρατηγικήν εξοικονόμισης που την βρίσκω διασκεδαστικήν αλλά τζ̆αι παραπάνω αποτελεσματικήν από ότι φαίνεται.

1. Ότι λαχανικόν πλήννεις πληννίσκεις το καλά πριν να το καθαρίσεις. Ότι καθαρίσεις τζ̆αι εν σκλερόν, λλίον τατσομένον, άνοστον, κόφκεις το χώρκα τζ̆αι δεν το πετάσσεις κατ΄εύθείας στο κομπόστον. Σύρνεις το μες σε μιαν κουππούν δίπλα. Άμαν τελειώσεις βάλλεις το στην κατάψυξην. Όποτε έχεις φύλλα βάλλεις τα χώρκα τζ̆αι προσθέτεις τα όστι να τα πολλύνεις.

Επολλύνασην λλίες ημέρες ύστερα. Νουρκά της πάμιας, κρομμυόφυλλα, καρροτόφυλλα, μαϊτανοί (όι πολιτικοι, ποτζ̆είνους που βάλλεις στο φαϊν), νούροι του μαϊτανού, ξόφυλλα του μαρουλιού, ακόμα τζ̆αι τα όξινα κόφκω τους το πόξω τους με το άρωμαν τζ̆αι σύρνω τα ούλα μέσα.

Όποτε εν έχεις τίποτε να μαειρέψεις φκάλλεις τα ξόφυλλα που τον θάλαμον τζ̆αι σύρνεις τα μες σε μιαν μαείρισσαν. 


Φακκάς τους καμπόσους χόγλους όστι να ξαπολύσουν τα αρώματα τους. Ότι αρωματικόν έχεις που επάλ̆λ̆ι̮νεν σύρνεις το μέσα, Δαμαί έβαλα ριγανόξιλα που εμείνασιν που έτριψα την ξερήν ρήγανην, κάτι παλιά μπαχάρκα, κάτι παλιά πιπέρκα του Σιτσ̆ουάν, δάφνην, έναν κλωνίν λασμαρίν που τον κήπον.



Άμα χογλάσουν καλά κατεβάζεις τα τζ̆αι κουλιάζεις το ζουμίν. Έσ̆εις έτσι έναν τέλειον ζωμόν (που λαλούν τζ̆αι στες διαφημίσεις οι καλαμαράες) όι Μάντζ̆ι αλλά μαγικόν.


Τα φύλλα χώρκα

Στο κομπόστον με τα ταμπουρόφυλλα τζ̆αι άλλα που εν έχουν καλήν γεύσην για ανακύκλωσην. Τωρά θα μου πείτε, πού ξέρεις αν δεν πάσιν τζ̆αι τα ταμπουρόφυλλα μες την σούππαν. Δεν το δοτζ̆ίμασα για να είμαι ειλικρινής.


Τζ̆αι στον τελικόν τους προορισμόν πας το κομπόστον. Πριν να τσιππώσουν πάνω τους οι γεωσκόληκες, οι μύκητες, τα βακτηρίδια να φάσιν τζ̆αι ν΄αφήκουν το κομπόστον, αφήκαν πίσω τους ένα τέλειον τζ̆αι εύγευστον ζουμίν.


Η βάση για έναν τέλειον ριζόττο, μιαν σούππαν, έναν πουρκούριν, μιαν φατζ̆ήν...


Ριζόττον με πάμιαν του φούρνου


Τζ̆αι ότι εν παραπάνω στο καππακλίν της ΙΚΕΑ για την δουλειάν την επόμενην ή μιαν επόμενην να περιμένει μες τον θάλαμον.


Τα νουρκά της πάμιας εβραστήκαν φρέσκα μαζίν με τα παλιά τα κατεψυγμένα. Έτσι ζουμίν εύγευστον δεν έχει να σου πουλήσει ούτε η Νεστλέ, ούτε η Κνόρ.

Όι πους εν να σώσεις τον κόσμον, αλλά τζ̆αι η διάθεση καθορίζει μιαν στάσην ζωής. Βρίσκεις μιαν χαράν μες την οικονομίαν παρά μες την σπατάλην. Ο άνθρωπος σαν είδος, σαν θυλαστικόν, εκατάφερεν τα να διαχειριστεί την στέρησην (λέμεν τωρά...) αλλά έκαμεν τα μαμμούριν στην διαχείρησην της αυθονίας. 

Όπως έγραψα τζ̆αι στην προηγούμενην ανάρτησην, έκοψα το φέιζπουκ, οπόταν, άν θέλεις κάμε το σ̆έαρ εσύ που είσαι ακόμα μπλεμένος ή μπλεμένη τζ̆ειμέσα. Τα μπλόγκ ελάχιστοι  τα γυρεύκουν πκιον. Έβαλα τα κουμπούθκια πουκάτω για να το κάμεις σ̆έαρ με ένα κλίκ.
  • September 1st 2019 at 15:58

Facebook Πιττίν

By Aceras Anthropophorum
—  Δεν θέλω να είμαι εν γνώσει ή εν αγνοία μου μέρος ενός αλγόριθμου.



—  Δεν θέλω να λαμβάννω κοινοποιήσεις από μιαν ομάδαν ανθρώπων που αποφασίσαν, σαν μέρος κάποιουαλγόριθμου, ότι μια πληροφορία με ενδιαφέρει.



—  Δεν θέλω να συλλέγουν τα προσωπικά μου δεδομένα, τες προτιμήσεις μου, το πού συχνάζω στο διαδίκτυο, ή στον κόσμον, το τί ξέρω τζ̆αι τί ψάχνω στους research browsers τζ̆αι να τα πουλούν σε εμπόρους, πολιτικούς ή διαχειριστές της εξουσίας για να πετύχουν καλλύττερες πωλήσεις, εκλογικά αποτελέσματα, κρατικές ή άλλες επιβουλές…



—   Δεν θέλω να ξοδεύκω άσκοπα τον χρόνον μου, ούτε καν τα πέντε λεπτά στον απόπατον, ττίππι-ττίππι πας το τηλεφωνούιν.



—  Δεν θέλω να είμαι αντικοινωνικός όταν είμαι με κάποιον πλάσμαν τζ̆αι βαρκούμαι λλίον, τζ̆αι κλεφτοκοιτάζω το τηλέφωνο για να περνά η ώρα. 



—  Δεν θέλω να σκοτώννω τες ώρες της procrastination(να αφήννω τα θέρη μου τζ̆αι να ξηκανναουρίζω) με τόσον βλακώδη τρόπο, φρου-φρου να κάμνω σκρολ μιαν οθονούαν να δώ τι εξυπνοκωλιάν έγραψεν ο ένας τζ̆αι ο άλλος.



—  Δεν θέλω να θωρώ πόσον χαμηλά μπορεί να ππέσει έναν πλάσμαν που εκτίθεται δημόσια στα κοινωνικά δίκτυα.



—  Δεν θέλω να είμαι μέλος κανενού δικτύου. Εδώ στην πραγματική ζωή τζ̆αι απόφυγα να δικτυωθώ με τους κυπραίους της χώρας που διαμένω, τί γυρεύκω σε έτσι τόπους, πραγματικούς ή βίρτουαλ;



—   Δεν θέλω να μπαίννει σε πειρασμόν ο ναρκισσισμός μου για την ευχαρίστησην ενός λάϊκ τζ̆αι να χάννει πραγματικές χαρές.



—  Δεν θέλω να έρχομαι σε επαφήν με τόσην ανθρωπίλλαν, τόσην βλακείαν, τόσην αμορφωσιάν, τόσον θρίαμβον της βλακείας που να γίνεται τιμή τζ̆αι καμάρι κάποιων, για να πουλήσει σε τελευταίαν ανάλυσην ο Τσουκκερμπεργκ διαφήμησην τζ̆αι να αστίζει ο αλγόριθμος του ακόμα παραπάνω τούτην την συμπεριφοράν.



—  Δεν θέλω να έχω επαφήν με κουτσομπολιά, φέικ νιους, βλακώδης κοκορομαχίες μεταξύ αγνώστων ονομάτων που μου ονόμασεν το φέιζπουκ φίλους ή μεταξύ αβατάρ.



—  Θέλω να κόψω μούτιν λλίον που την τοξικότηταν της Κύπρου που αγαπώ τζ̆αι που μισώ όσον ο εαυτός μου.

 

 

Εγράφτηκα σε τούτον το Φέιζπουκ διότι εσυνέχιζα να γράφω στο μπλόγκ μου που έγινεν μια πεθαμμένη υπόθεση με καμιάν δεκαρκάν επισκέπτες τον μήναν. Τούτος ο τρόπος έκφρασης επεριθωριοποιήθην, διότι ήβραν άλλον τρόπον να φκάλλουν λεφτά οι διαφημιστές που τους συνδρομητές του ίντερνετ τζ̆αι εβούρησεν ο λαός ποτζ̆εί. Που τότες βάλλω κοινοποιήσεις τζ̆αι έρκουνται καμιάν πεντακοσιάν, καμιάν φοράν τζ̆αι σ̆σ̆ίλια πλάσματα τζ̆αι θκιαβάζουν τες αναρτήσεις μου. 

Πρέπει να είσαι πολλά δυνατόν πλάσμαν για να γράφεις τζ̆αι να μεν σε κόφτει να μεν θκιαβάσει τζ̆αι κανένας το κείμενον σου. Εγώ δεν εκατάφερα ακόμα να δυναμώσω τόσον, τζ̆αι ο ναρκισσισμός μου εν άρρωστος όπως της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων τζ̆αι ψάχνει υποκατάστατα της απόλαυσης. Η κολακία πιάννει ακόμα πάνω μου, άμαν μου λαλεί κάποιος ότι γράφω καλά. Τωρά όμως που μετρώ το κόστος του να είσαι πάνω σε τούτα τα σόσιαλ μίντια, σκέφτομαι ότι είναι ίσως η ώρα να οριμάσω τζ̆αι να κόψω μούτιν όι μόνον που την τοξικήν Κύπρον, αλλά τζ̆αι που τες τοξικές εκφράσεις του ναρκισσισμού. Που τες κοινοποιήσεις λλίον-λλίον εξέφυγεν τζ̆αι εγίνηκα κανονικός πελάτης του φέιζπουκ. Να απαντώ, να γράφω, να μου βάλλουν λάικ (εγώ σπάνια βάλλω). Πιττίν. Δεν θέλω άλλον.


Ποσ̆ερετώ σας που το φέιζπουκ, τζ̆αι αν κάποιος θέλει να θκιαβάζει πότε πότε τί έγραψα, ας κάμει tag acerasanthropophorun.blogspot.com ή ας στείλει μέιλ στην διεύθυνσην του μπλόγκ flou123@bluewin.ch. Τζ̆αι άμαν σας αρέσει καμιά ανάρτηση, κάμνετε την σ̆έαρ στο κοινωνικόν σας δίκτυον. Ότι τζ̆αι να κάμω, νομίζω ότι πάντα θα έχω το αΐπιν να μου αρέσκει να το δκιαβάζουν πολλοί τζ̆είνον πογραψα. Άμαν ηξέρεις τα αΐπια σου όμως κάτι είναι. Προσέχεις πουλλόου τους.


-->
Ορεβουάρ

  • August 23rd 2019 at 11:51

Το Βαρώσιν μου εμέναν.

By Aceras Anthropophorum

Ήμουν πέρσι Κύπρον με πολλά στενούς παρέες, τζ̆αι είχα την πολλά κακήν ιδέαν να τους πάρω στα κατεχόμενα να τους δείξω τον πόνον μου. 


Ήταν σουρούππια φου, όταν εκαταλήξαμεν που τον Απόστολον Αντρέαν στο Βαρώσιν. Εκοντέψαμεν πας τα ττέλλια της πόλης τζ̆αι είδαν τα πλάσματα το πρόσωπον του πολέμου, γέρικον τζ̆αι γέρημον, αλλά εξίσου αηδιαστικόν. “Μα έσ̆ει έτσι πράμαν! Εμείς ούτε που ακούσαμεν πους εγίνην εισβολή. Εξέραμεν ότι είσ̆ετε κάτι φασαρίες με τους Τούρκους, αλλά τούτον εν τρομερόν!”


Εγώ άφηκα τους μόνους τους να φκάλλουν φωτογραφίες με τα τηλεφωνούθκια τζ̆αι ετράβησα πίσω. Εν έμπορα άλλον. Να κάμνεις τον ξεναγόν έτσι, πρέπει να είσαι πολλά μαζόχας. Όταν απομακρύθθηκα σε απόστασην ασφαλείας, στην αρκήν επήεν να με πιάει το κλάμαν. Εκατάπια έναν βρόκκον πίκραν τζ̆αι έσφιξα την καρκιάν μου τζ̆αι δεν έκλαψα. Εκρέπαρεν το συναίσθημαν με μια παράξενην μορφήν. Έπιαεν με ένας θυμός, μια αγανάχτηση, μια αηδία. Άρκεψα να ξιτιμάζω μεγαλοφώνως. Δεν λαλώ συνήθως χοντρές κουβέντες. Η μάνα μας απείλαν μας να μας κόψει την γλώσσαν μας να πούμεν ξιμαρόλοα, τζ̆αι ο τζ̆ύρης μου ότι ήταν να μας, λύσει αν ακούσει ξιμαρισμένα. Ότι δεν εξιστόμησα στην ζωήν μου έφκην σαν το έσ̆κιν. Έσ̆κιν για την Εόκα βήτα που εκατάστρεψεν τον τόπον το 74. Έσ̆κιν για τους εθνικόφρονες, που εξεκινήσαν την καταστροφήν που το 55 τζ̆αι πριν ακόμα. Έσ̆κιν για την γενιάν του 60, που τους εδώκαν κράτος τζ̆αι δεν τα εκαταφέραν να το κυβερνήσουν τζ̆αι βάλαν τον κόσμον να σφαεί, τζ̆αι να σφάζεται ακόμα. Έσ̆κιν για την Τουρκίαν που εξαπόλαν τες πόμπες πουπάνω μας τζ̆αι γέμωσεν την ζωήν μου εφιάλτες που τους κουβαλώ ακόμα τες νύχτες μιτά μου όπου πάω, όπου βρεθώ.


Μετά εξανακοίταξα τες καρκαλαμιές των ψoφισμένων χτιρίων με τα οποία εβιάσαν τον άμμον της πόλης μου οι πρώτοι διδάξαντες καπιταλίστες της χώρας μου, ευνοούμενοι της διαφθοράς του κράτους του Μακαρίου, της Εόκα τζ̆αι των τομεαρχών της επαρχίας. Ούλοι τούτοι που τα έχουν δαμαί, ήταν πουκάτω που την τσ̆ιούππαν του Μακαρίου, είπεν μου ένας ηλικιωμένος συμπολίτης μου. Γλείφτες, μακαριακοί τζ̆αι γριβικοί. Ούλλοι της Εόκα, της νεκκλησ̆ιάς, ανήψια, συμπεθθέροι, γαμπρούες, κόρες, αγγόνισσες, των πέντε αρκόντων, των πέντε αρπάγων που εκάμναν κουμάντον μες τα καπετανάτα τζ̆αι επιάσαν μοιράσιν τον εθνικόν πλούτον που αφκήκαν πίσω τους οι Εγγλέζοι. Πας το τζ̆ύμμαν εχτίζαν οι ππεζεβέγκηες. Πας το τζ̆ύμμαν, τζ̆αι πας τον άμμον της Αμμοχώστου με δίχα αντροπήν εχτίσαν τους πύργους τους να κάμουν την ομορκιάν του τόπου χρήμαν.


Τζ̆αι εφτάσαμεν σήμμερα να τα κάμνουν προσκύνημαν τζ̆αι να γράφουν αφελής Βαρωσιώτες “αννοίξετε τα ττέλια τζ̆αι άφηκα την ψυχήν μου μέσα”.


Πρώτην φοράν αηδίασεν η ψυχή η δική μου τόσον βαθκιά την εθνικόφρονην αστικήν τάξην της πόλης που με γέννησεν. Έφυα τζ̆αι άφηκα την τζ̆αι ήμουν πέμπτην του δημοτικού. Σε τούτες τες πολυκατοικίες πας το τζ̆ύμμαν ποττέ μου δεν επάτησα πριν τον πόλεμον στην θάλασσαν να λουθώ. Ο παπάς μου ενεκάτσ̆ιαν την ξημαρισ̆ιάν της παραλίας τους αρκόντους. Εμείς επααίνναμεν στες Κλαψίδες θάλασσαν, στον άμμον τον ανόθευτόν τον καθαρόν, μακρυά που την ξιμαρισ̆ιάν, τζ̆αι στες Σ̆ελώνες κάθε δεκαπεντάουστον, τζ̆ει που το Ριζοκάρπασον. Την ξιμαρισμένην Αμμόχωστον με τους κατράες που εφήνναν τα πλοία που έρκουνταν στο λιμάνιν, αφήνναμεν τα τους αρκόντους να τα σ̆αίρουνται με την ασ̆σ̆ήμιαν του κουγκριού τους τζ̆αι του αππωμάτου τους.


Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν η οδός Κκένεττι, (άκου Κκενεττι…). Ήταν οι χωματόστρατες που επερνούσαν που μέσα που τα περβόλια τζ̆αι επαρπάτουν τες τα πρώτα χρόνια του σχολείου μου να πάω στο δημοτικόν του Λάξη τζ̆αι ύστερα του Κατωβαρωσιού. Δεν είχεν πεζοδρόμιον τζ̆αι εφορούσαμεν ποϊνούες να πάμε σχολείον τον σ̆ειμώναν, να μεν πιλώννουν τα παπούτσ̆ια μας τζ̆αι να ξημαρίζουν τα παντελονούθκια μας. Έναν παντελονούιν είχαμεν στολήν τζ̆αι έπρεπεν να το κρατούμεν καθαρόν ως το Σάββατον να το πλύννει η μάνα μας. 


Αθθυμούμαι τον ακκαννομούτταν πας τες τζ̆ιτρομηλιές που εφυτέψαν φραμόν του περβολιού με τα πορτοκκάλλια. Εφοητσ̆άζαν μας οι μεγάλοι πως άμαν σε άκκαννεν ο χαμολιός πας την μούττην, έπρεπεν να φκεί γάρος πας τον φούρνον ν΄αγγανίσει για να σε ξαπολίσει. Αθθυμούμαι την πασ̆ιαν την Λευκήν, που μας ελαλούσαν οι μεγάλοι πως ήταν καλή γεναίκα τζ̆αι πους άμαν μας εδάκκαννεν ο ακκαννομούτας, έπρεπεν να της φωνάξουμεν τζ̆είνης να φκεί πας τον φούρνον της να αγγανίσει, που δεν είσ̆εν γάρον η γειτονιά. Τζ̆αι εκάμναμεν πρόβες με την μούττην μας πκιασμένην “θκεια Λευκή, θκειά Λευκή”…


Όποτε μυριστώ αθθόνερον της τζ̆ιτρομηλιάς, μυρίζουμαι το Βαρώσιν μου. Μυρίζουμαι τους παιδικούς μου φόους, τζ̆αι τες παιδικές μου χαρές, τες παλιόστρατες του Κατωβαρωσιού, τες χωράφες με τα μαρτούθκια, τες μέλισσες πας τα μελισσόχορτα, τους ζίζζιρους πας την αθασ̆ιάν μας. Μυρίζομαι τους καλαμιώνες του Φάραγγα. Στον Φάραγγαν επααίνναμεν στον κουμπάρον του τζ̆ιουρού μου, τον Αντρέαν τον Μάντην. Εκάθουνταν με τες ώρες τζ̆αι εδιασκεδάζαν με τρία καραολιά τζ̆αι μια πότσαν Λοέλ 43. Είχαμεν τζ̆αι στο Βαρώσιν μαντογειτονιάν, που ακόμα τζ̆αι που τους φτωχούς, λλίοι εκαταδέχουνταν να πάσιν να τους κοντέψουν. Ήταν οι φτωσ̆οί των φτωχών. Οι ποκαριμμένοι οι τέλλια. Ο τζ̆ύρης μου ελάλεν “άμαν σου αννοίξει ο μάντης την πόρταν του σπιθκιού του, έσ̆εις φίλον μάντην, τζ̆αι άμαν έσ̆εις φίλον μάντην, έσ̆εις φίλον πον φίλος”.


Μυρίζουμαι τα στενά δρομούθκια τζ̆αι τα τζ̆υπαρίσ̆σ̆ια του Άη Λουκά, τους Ευκαλύπτους της λίμνης του τζ̆αι το απέραντον νερόν της μιαν φοράν που έβρεξεν πολλά τζ̆αι γέμωσεν. Στον Άην Λουκάν επααίνναμεν να δούμεν την γιαγιάν την Σιγκλούν που τον Άην Λιάν, τον Κακουλλήν τζ̆αι την Μυροφόραν που την Μηλιάν. Οι Βαρωσιώτες της ηλικίας μου είμαστιν Βαρωσιώτες. Οι γονιοί μας όμως ήταν ούλλοι μετανάστες της αστυφιλίας. Κάθε σαββατοκυρίακον εφτζ̆όρωννεν το Βαρώσιν. Άλλοι στο Αυκόρου, άλλοι στο Βρένναρος, άλλοι στην Καλοψίαν, στους Στύλλους, στο Αρναΐν, στον Γαουράν, στην Έγκωμην, στον Δαυλόν, στες Μάντρες, στην Ακαθθούν, στον Μαραθόβουνον. Προλετάριοι με 30 λίρες μεροκάματον τον μήναν, εσκοτώννουνταν που τον κάματον της δουλειάς, να ζήσουν τες χαρές της ζωής, να μορφωθούσιν, να προοδεύσουν, να φκάλουν παιθκιά προκομμένα. “Έρκουνταν που τα χωρκά χτηνά, ακοινώνητοι, βιβλίον στην ζωήν τους δεν αννοίξαν. Μες τον αγώναν για την διεκδίκησην εκάμναμεν ο ένας τον άλλον άθρωπον, εμορφωννούμαστιν, έρκουνταν οι γραμματιζούμενοι τζ̆αι αννοίαν μας τα μμάθκια μας, τζ̆αι όποιου αννοίαν τα μμάθκια του άννοιεν τα τζ̆αι του διπλανού του”, ιστόραν μου μετά την προσφυγιάν η Βερμαού, η συντρόφισσα που εμόρφωσεν δεκάδες χωρκατούθκια που τα εκατατρέχαν οι εγγλέζοι να μεν συνδικαλίζουνται. “Εμορφωννούμαστιν την νύχταν, στες σχολές του κόμματος τζ̆αι των συντεχνιών, μες την παρανομίαν, τζ̆αι πααίνναμεν εις τα χωρκά μας τζ̆ι εμορφώνναμεν τζ̆αι τους γονιούς μας. Μαρξ, Έγγελς, Λένιν, Καζαντζάκης, Λουντέμης, Νικολάι Οστρόφσκι, Ζολά, Μαξίμ Γκόρκι, Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα. Επιάνναμεν τα βιβλία που τους συλλόγους τζ̆αι εδανίζαμεν τα κρυφά ο ένας του άλλου να μεν ηππέσουν εις τα σ̆έρκα τους εγγλέζους ή στους απεργοσπάστες των νέων συντεχνιών που μας εκαρφώνναν. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν καλλύττερην, έπρεπεν να γινούμεν εμείς καλλύττεροι. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν του αθρωπισμού, έπρεπεν να γινούμεν εμείς πρώτα αθρώποι.”




Εκράτουν πας την ταπέλλαν της πύρας που εβάλαν οι Τούρτζ̆οι να χώννουν που τους τουρίστες τες ξημαρισ̆ές του πολέμου. Εδίκλεισα πάνω τζ̆αι είδα το φεγγάριν. 

Έμπηξα μια τελευταίαν ξητημασ̆ιαν παουριστά να μεν ακούω τες πόμπες που μας εσύρναν τα αεροπλάνα τζ̆ειν την ημέραν. 

— Εφώναξες μας; Αρώτησεν με ο Ζ̆ερόμ. 

— Ναι. Φεύκουμεν. Εν ημπόρω άλλον.

— Καταλάβω.

— “Σιγά που καταλάβεις”. Εσκέφτηκα που μέσα μου.

Εδώ οι Βαρωσιώτες τζ̆αι δεν καταλάβουν.


Είναι τούτον το Βαρώσιν που γεννά Σίμους Ιωάννου. Έχουμεν τζ̆αι εκλογές για τον δήμαρχον την Κυριακήν. 


Εν ο γιατρός του λαού, είπεν μου ένας προχτές. Άμαν συγκόψει κανέναν που δεν κρατεί, αρωτά τον, τζ̆ι εν τζ̆αι πιάννει του ριάλλια. Οι αμόρφωτοι τζ̆αι κάτι δεξιοί που… πού να καταλάβουν…, εκτιμούν το ότι τάχα κάμνει αγαθοεργίες. Στο Βαρώσιν όμως των λαϊκών συνοικιών δεν είμαστιν της θρησκείας να κάμνουμεν το καλόν για να μας δοξάζουν ή για να δοξάζουμεν τον θεόν να πάμεν εις τον παράδεισον, ούτε μορφωννούμαστιν για να φκάλουμεν ριάλλια. Μορφωννούμαστιν για να γινούμεν καλλύττεροι, έτσι όπως μου το περίγραψεν η μακαρίτισσα η Βερμαού. Η αλληλεγγύη προς τον άνθρωπον εν μες το DNA μας. Όταν δεν πιάννει ριάλλια το παιδίν μιας προλετάριας που έναν πλάσμαν που εν εις την ανέχειαν, μπορεί τζ̆αι ναν επειδή σκέφτεται την μάναν του, που εζάωσεν μες τα συσκευαστήρια να εξοικονομήσει πέντε δεκάρες για τες σπουδές, που δεν επλήρωνεν σε προλετάριους το κράτος. Μπορεί ναν που σκέφτεται τον πατέραν του, που έδωκεν την ζωήν του στον αγώναν να έχουν ούλοι, τζ̆αι οι προλετάριοι, οχτάωρον, σαββατοκύρίακον ελεύθερον, σύνταξην τζ̆αι ιατρικήν ασφάλισην.


Όι. Δεν γουστάρω Λόρδον για δήμαρχον της πόλης μου, όσον καλόν παιδίν τζ̆αι να έφκην όπως λέγεται. Θέλω πλάσμαν του λαού, που μόνον αξίες έσ̆ει για κληρονομικόν τζ̆αι που για αξίαν πρώτην το κοινόν σσυφέρον έσ̆ει.


Έχουμεν διαφοράν που τους δεξιούς. Ναι. Τζ̆αι ας μεν εμείναμεν πολλοί που δεν τους εφάαν οι εγωϊσμοί, το χρήμαν ή τα χρέη.

  • August 20th 2019 at 01:45

Τα τέρατα τους Τρούλλους, τα τέρατα της Κύπρου.

By Aceras Anthropophorum
Bullyingλέει το λεξικόν: προσπάθεια να βλάψεις, να φοερίσεις, να εξαναγκάσεις (κάποιον που θεωρείται αδύναμος).


Τί είναι που δεν καταλάβετε κύριε μουχτάρη; Όι, δεν είναι απλά πειράγματα. Τούτη εν η διαφορά της λαϊκής δεξιάς που την λαϊκήν αριστεράν. Όσον χώρκατος τζ̆αι να είναι το πλάσμαν κύριε μουχτάρη, την σήμμερον ημέραν δεν μπορεί να κάμνει πους δεν καταλάβει. Δεν μπορεί να είσαστιν τόσον χοντρόπετσος, μουχτάρης άδρωπος τζ̆ιόλας, που αντίς να ζητήσετε θεσμικά συγνώμην που τα πλάσματα που οποία η κοινωνία που σας έστεψεν μουστάρην εστέρησεν το παιδίν, ανυσηχείτε για το κακόν όνομαν που εφκάλαν οι Τρούλλοι!! Κακόν όνομαν είχατε που παλιά μες τζ̆είν το χωρκόν κύριε μουχτάρη, διότι η πλειψηφία έσ̆ει τα ίδια άσ̆σ̆ημα μυαλά που κουλιαντηρίζετε τζ̆αι σεις.Μέχρι τζ̆αι το απίθανον φυσικόν τοπίον που σας έτυχεν δεν σέβεστε τζ̆αι καταστρέφετε το για να προβάλλετε powerpointτον νούν σας πάνω. 


Με την χοντρόπετσην ευαισθησίαν που σας έκαμεν η εθνικοφροσύνη μες τα κατηχητικά, μες τες νεκκλησιές, μες τα εθνικόφρονα σωματεία, ακόμα τζ̆αι μες τα σχολεία, για όσους εφκάλετε έναν σχολείον μες τζ̆είνον το χωρκόν, δεν καταλάβετε πιλέ τί εγίνην! Άλλον η βία, άλλον το να βλάψεις, άλλον το να φοερίζεις, άλλον το να εξαναγκάζεις κάποιον πον να βρεις απροστάτευτον που τον κοινωνικόν ιστόν τζ̆αι άλλον τα πειράγματα κύριε μουχτάρη. Η διαφορά του νού που το άλλον εν η διαφορά της λαϊκής δεξιάςπου την λαϊκήν αριστεράν.


Έτσι για να το καταλάβετε, φανταστήτε για μιαν στιγμήν να ήταν κάτι “αναρχοκουμμούνια” όπως τα λαλούν κάτι που σας μοιάζουν, που να επιάνναν έναν ποτζ̆είνα τα μωρά του κατηχητικού που τα βάλλετε τες κυριακάες να κρατούν εξαπτέρια μες τες νεκκλησιές τζ̆αι να το εβάλλαν να φωνάζει “ζήτω ο Χριστόφκιας, γαμώ τη Ανόρθωσην”. Έτσι για πείραγμαν, τζ̆αι να το εβάλλαν να πίννει όστι να πεθάνει που τα ξεράσματα του για να δείξει πως “εν άντρας” τζ̆αι λαλεί το η ψυσ̆ή του...


Ήταν να σ̆σ̆ίσετε τον κώλον σας κύριε μουχτάρη τζ̆αι ήσ̆αν να βάλετε τον αστυνόμον φίλον σας να τους συνάξει να τους κάτσει μέσα με δίχα ένταλμαν πιλέ. Ήταν να σας βάλλουν τα μέσα που εγόρασεν η παράταξη που αντιπροσωπεύετε που το πρωΐν ως την νύχταν να οδύρεστε να φκάλλουν τηλεθέασην πας το μνήμαν του ήρωα που έπεσεν από την κομμουνιστικήν βίαν. 


Ούσσουτε τουλάχιστον να μεν βαρυνίσκετε παραπάνω την κατάστασην. Τούτα τα αντράκια που εσκοτώσαν τον συμπολίτην τους ναί κύριε μουχτάρη, πίννουν πολλά για να σας ιμιάσουν τζ̆αι “να γινούν άντρες”. Λαλούν το ανεξάρτητες επιστημονικές έρευνες, δεν ιγρειαζούμαστιν την άποψην σας να μας πείτε εσείς τί εν πολλήν τζ̆αι τί εν λλίον. Τζ̆αι τζ̆είνα που εβάλλαν το μωρόν να φωνάζει για να το ταπεινώσουν, πάλε που σας τα εξησηκώσαν τζ̆αι που τους γονιους που τους ενιώσαν. Εν τζ̆είνα που η παράταξη που σας έκαμεν μουχτάρην, χωρίς να αντρέπεται τζ̆αι χωρίς να φοάται, σαλαβατά στα γήπεδα, στα σόσ̆ιαλ μίντια τζ̆αι στους χώρους διασκέδασης άμαν πιεί τζ̆αι μπει κκέφιν τζ̆αι νοιώσει μιαν στιγμήν “διχτάτορας” η “σατράπης”. Εν τζ̆είνα που εκάμαν σύχρονην πολιτικήν που το 11 τζ̆αι δά οι επικοινωνιολόγοι του αρχηγού σας, για να φανατίζουν εσάς τζ̆αι τους γονιούς των αλητουθκιών που εσκοτώσαν τον φίλον τους να τον ηφκάλετε πρόεδρον.


Ετιμωρηθήκαν α! Εν ανάψαν λαμπρατζ̆αν να χαρούν πάσκαν τζ̆αι να σύρουν τσάκρες όπως άλλες χρονιές ήβρετε να πείτε για να αλαφρύνετε την θέσην τους. Φορούσιν μαύρα. Ζάβαλλι μου! Μαύρα εφόρησεν η Κύπρος ούλλη που τους καπάταηες  του τύπου αντράκια που “γαμούν τον Χριστόφκιαν τζ̆αι την Ομόνοιαν”, που γαμούν τζ̆αι ρέσσουν. Η παράταξη σας ούλλη είναι έναν καρκίνωμαν πας την κοινωνίαν της Κύπρου που βλάφτει, που φοερίζει, που εξαναγκάζει όποιον θεωρεί αδύναμον. Θαρκέται πους ο κόσμος εν δικός της, όπως εμάθαν οι εθνικόφρονες χωρκανοί σας στα αλητούθκια τους που τα 15 τους. Γίνεται δημόσιος κίνδυνος, γίνεται εθνικός κίνδυνος, καταστροφικόν τέρας για τους πολλους, άμαν καυλώσει με αισθήματα παντοδυναμίας.


Τούτοι είσαστιν κύριε Μουχτάρη τους Τρούλλους. Τούτοι. Τζ̆αι τούν τον νούν κουλιαντηρίζετε. Τούτον που γράφετε πας τα βουνά τους Τρούλλους, τούτον που κάμνετε φαρματζ̆ερά λόγια της αναισθησίας μόλις αννοίξετε το στόμαν σας. Τούτον που άμα πάρει τα πάνω του τζ̆αι κόψει ττεναφάν πλάσμαν ανυπεράσπιστον, δεν θα δυστάσει να δράσει όπως ιδράτε που τον τζ̆αιρόν που υπάρχετε σαν πολιτική παράταξη. 


Μεν έσ̆ετε έννοιαν για τα λατζ̆ινάρκα της κοινότητας σας. Του χρόνου εν να άψουν λαμπρατζ̆ιάν, του χρόνου εν να φκάλουν τζ̆αι τα μαύρα, τζ̆αι πον να μεγαλώσουν, αν δεν αλλάξει ο νους τους, τον πιο αρτζ̆ιάτον εν να τον ηφκάλετε τζ̆αι μουχτάρην να σας διαδεχτεί.

Ότι τζ̆αι να πούμεν, ότι τζ̆αι να γράψουμεν, λόγια εν να μείνουν. Έναν τίποτε δίπλα που τον πόνον των πλασμάτων που κλάισιν το πλάσμαν που αγαπήσασιν. Η ζημιά εγίνην. Le monstre a passé à l'act. Πάλε.
  • May 26th 2019 at 15:00

Πρόσφυγες

By Aceras Anthropophorum
Η προσφύγιά εν θάνατος. Στα κοτσ̆ινοχώρκα λαλούσιν για τον θάνατον του πλασμάτου π΄αγαπάς, πους τον πρώτον γρόνον εν λαμπρόν, τον δεύτερον εν κάρβουνα, ύστερα σταχτός.

Έσ̆ει ώρες που η τέχνη γίνεται μάγεισσα τζ̆αι φκάλλει την ψυσ̆ήν που τον χωροχρόνον. Έτσι στιγμές μπορεί να νώσεις τον σταχτόν να κρούζει όπως το λαμπρόν της τέχνης που παίρνει φώκον.

Rebal Alkhodari

  • May 5th 2019 at 11:53

Ψηλαφώντας κλασσικά κυπριακά.

By Aceras Anthropophorum
Άκουα τον δίσκον με την μικρήν μεσαιωνικήν μουσικήν του Γιώργου του Κάρβελλου. Έπαιζεν το κομμάτιν που ονόμασεν Αροδαφνούσα. Ενώ εψηλάφουν την μουσικήν να την αισθανθώ που κοντά, άρπα, πάνω σ΄άνεμον, εξισ̆είλησεν που μέσα μου ένας ποταμός συγκίνησης που δεν εμπόρηα να κουμαντάρω. Ευτυχώς εν είσ̆εν κανέναν έσσω τζ̆αι άφησα ελεύθερην την συγκίνησην να εκφραστεί. Επήρεν την μορφήν μιας αίσθησης ότι κάτι εχόγλαζεν που μέσα τζ̆αι με κάθε εκπνοήν έφκαλλεν έξω λαμπρόν. Εγίνην δάκρυκα που μιλλιανίσκαν τα μμάθκια τζ̆΄επογιαλώσαν. Εγίνην καρκιά που φάκκαν ταχύρυθμα τζ̆΄εψηλώννεν την έντασην μες τον εγκέφαλον. 

Τί εν τούτον;

Ύστερα που τρεις στιγμές απουσίας που τον ορθολογισμόν, ήρταν πίσω οι νότες που τα ακουστικά του τηλεφωνουθκι̮ού που έπαιζεν την μουσικήν που το γιούττιουπ. Άκουα τες νότες τζ̆΄εθώρεν τες η φαντασία μου να ρέσσουν τζ̆αι να περνούν που μπροστά μου, όπως εθώρεν ο μεσαιωνικός τρουβαδούρος τα άθθη να ππέφτουν πας την Αροδαφνούσαν, τζ̆αι να μυρωθκι̮οκοπούν μόλις ιντζ̆ίζουν πάνω της. Κάθε αθθός που εκουβάλούσαν οι νότες που τους αιώνες εγλυκάνισκεν μου την αύραν της συγκίνησης τζ̆΄επραΰνισκεν μου την έντασην. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχουν οι μουσικές με δίχα λόγια να μεταμορφώννουνται τζ̆αι να μεταμορφώννουν δικά σου συναισθήματα. Οι νότες μπορεί να γινούν αθθοί που μουσκομυρίζουν τον κόσμον, μπορεί να γινούν βάλσαμον ν΄απαλυνίσκουν μιαν συγκίνησην, ή φτερά τζ̆αι να σ΄ελευθερώννουν που τα όρια που σου βάλλει η ύλη του κόσμου σου.

Τζ̆ειαμαί εσυνειδητοποιήσα πως ήμουν φορτωμένος με απόγνωσην που μέρες. Μιαν εφτομάδαν έσφιγγα την καρκιάν μου τζ̆΄έκαμνα την πέτραν, να μεν αισθάνεται το γαίμαν το μαρκωμένον που τον φόον, να μεν θωρεί την νοσσιάν του κακού που θα μπορούσεν να ΄ρτει. Η λογική επαράλυεν το συναίσθημαν ώστι να έρτουν τ΄αποτελέσματα της βιοψίας. Μόλις η σικκίρτιση εχαλάρωσεν νάκκον που την μουσικήν, ότι εσυνάχτην τζ̆΄επέτρωσεν, αμαλάθκι̮ανεν τζ̆΄έκαμεν ούλλον έξω σαν τον χόγλον του ηφαιστείου που ξαπολά.

Ήταν τούτην την παράξενην εφτομάδαν που έκατσεν να έβρω τες μουσικές του Γιώργου τζ̆αι να τες ακούω πας το ίντερνετ. Πρώτην φοράν εγνώριζα τον δίσκον τζ̆΄ας εν γραμμένος χρόνια τωρά. Έτσι εν με τα έργα που δεν σου τα φέρνει να σου τα μπουκκώσει η αγορά. Θα τα ακούσεις όποτε έρτει. Άκουα τζ̆΄εξανάκουα τα κομμάθκια πίσω τ΄άλλου, χωρίς να θέλω να κάμνω ερμηνείες τί αισθάνουμαι. Πέραν που τους τίτλους που είσ̆εν πας σε κάθε κομμάτιν τζ̆αι τον γεννικόν τίτλον που έγραφεν πας το σιντί « A little medieval music », η μουσική δεν έφερνεν άλλα μηνύματα σε λόγια. Ήταν ούλλα σε νότες, σε μελωδίες, σε ρυθμόν.

Ήταν μια εφτομάδα που ήμουν μόνος μου, τζ̆αι δουλειάν τζ̆αι σπίτιν. Επερίμενα τα αποτελέσματα. Ο ορθολογισμός υποσχέθηκεν της λογικής να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να μεν κάμνει σενάρια πριν να έχει τα δεδομένα, να μεν μπαίννει σε αγωνίαν αδίκως. Έτσι όπως είχα την ελευθερίαν της κίνησης μόνος μου έσσω, άκουα τζ̆΄επροσπάθουν να κάμω δικές μου τες νότες του Γιώργου αυτοσχεδιάζοντας χορούς. Είναι χορεύκοντας το πρώτον κομμάτιν του δίσκου, που ένωσα για μιαν στιγμήν με δίχα να το καταλάβω, την απόγνωσην του Πέτρου του Α, που ΄μεινεν με την Ρήγαιναν “τζ̆΄έν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν”.

Επόφυα της απόγνωσης με έναν αυτοσχεδιασμόν αποδομημένου πρώτου αντρικού καρτζ̆ιλαμά πας τον ρυθμόν του Ρε Αλέξη, πον το δεύτερον κομμάτιν του δίσκου. Τζ̆αι ο Ρε Αλέξης ένας άντρας σε απόγνωσην ήταν, όι όμως γιατί εν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν, όπως τον Ρήγαν, αλλά γιατί έν είσ̆εν τίποτε. Εξισ̆είλαν μέσα του ο θυμός, να τρων ούλον τον καρπόν οι ευγενείς τζ̆αι να του μεινίσκει τζ̆είνου ο κόπος, η ξημαρισ̆ιά τζ̆αι η υποτίμηση. Τελικά, είτε Ρήγας εν το πλάσμαν, είτε μισταρκός, η διαφορά του πως εν να του κάτσει η απόγνωση, είναι αν ιμπόρει να δράσει η όι. Αν έσ̆ει την δύναμην να κάμει κάτι ή αν πρέπει να θέσει την δράσην σε αναστολήν.

Η μουσική του Ρε Αλέξη πατά τραππηητά πας τον ρυθμόν 9/8 του Κυπριακού καρτζ̆ιλαμά, τζ̆αι διά σου φτερά ν΄αννοίεις τες γαλάτες σου όπως άμαν την χορεύκεις. Διά σου ελευθερίαν να διαφύγεις που τ΄άσ̆σ̆ημα πον να δώκουν πάνω σου. 

Μιαν εφτομάδαν με δίχα να μπορώ να κάμω τίποτε εκτός που ν΄αναμένω, εσύναξα κάγριν του βάρου μου, τζ̆αι το μόνον που εμπόρηα να κάμω για να δράσω, ήταν να ακούω μουσικές τζ̆αι μέσα-μέσα να κάμνω τες νότες κίνησην. Πας τον Γιούττιουπ έσ̆ει τες μουσικές του κόσμου ούλλου, αλλά εγώ εκόλλησα πας το « little medieval music » του Κάρβελλου. Που τον ρυθμόν 9/8 του Ρε Αλέξη, επέρνουν εις τα 2/4 του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου που έρκεται ύστερα που την Αροδαφνούσαν. Το φκιολίν της μουσικής τούτης εδιαπέρναν μου την ύπαρξην τζ̆΄έφερνεν με να επικοινωνήσω με τον άθρωπον που πολέμαν μες τα τεισ̆ιά της πόλης μου 447 χρόνια πριν, καρτερώντας να νεφάνει το καράβιν που την Βενεδκι̮άν να ποσπάσει τον κόσμον που την πολιορκίαν. 

Οι Πάπες τζ̆αι οι Ρηγάες όμως της Ευρώπης, πέμπουν στρατούς εις τον τόπον μου μόνον άμαν εσ̆ει να φάει ή άμαν έσ̆ει να χάσει ο δικός τους θρόνος, όι επειδή συγκινούνται που το ποιός εν να ζήσει, ή ποιός εν να πεθάνει στην νάκραν της Μεσογείου. Έσ̆ει σχέσην τελικά ο Ρε Αλέξης που έβαλεν ο Γιώργος πριν την Αροδαφνούσαν με τον Βραγαδίνον που έβαλεν μετά. Τζ̆αι οι θκυ̮ό επολεμήσαν μέχρι τέλους. Ο πρώτος έχασεν που τον στρατόν που επέψαν οι Ευρωπαίοι να τον ποτελειώσει, όταν τους έπιαεν ο φόος πους εν να κολλήσει τζ̆αι το βασίλειον τους επανάστασην. Ο δεύτερος έχασεν πολεμώντας να καρτερά 11 μήνες τον στρατόν που δεν ήρτεν που την Ευρώπην να τον ποσπάσει που τους οθωμανούς τζ̆΄έππεσεν η Αμμόχωστος στα σ̆έρκα των πολεμιστών του Λαλά Μουσταφά. 

Για κάποιον παράξενον λόγον, γυρεύκοντας κινήσεις που να χορεύκουν τον Βραγαδίνον του Κάρβελλου, ήρτεν μου η εικόνα του Κληρίδη να κάθεται μες το Μεγάλη Βρεττανία στην Αθήναν. 1974, τρεις ημέρες πριν την δεύτερην εισβολήν, μόλις έφκην που το πρωθυπουργικόν γραφείον του Καραμανλή. Εχόρεφκα τον Βραγαδίνον, τζ̆΄εθώρουν τον Κληρίδην την ώραν που έσπασεν για μερικές στιγμές, την ώραν που λούθην το κλάμαν τζ̆΄ελάλεν του συνοδού του “τί θα γινεί ο κόσμος”;  Ίσως εν τζ̆είνην την στιγμήν που εκατάλαβεν ότι πάνω σε καμιάν μακρυνήν χώραν, πάνω σε κανέναν μακρυνόν άρχονταν άλλου τόπου, οι Κυπραίοι δεν μπορούν να βασιστούν. Ίσως να εν τζ̆είνην την στιγμήν που ασπάστην την ομοσπονδίαν, να ζήζουμεν σε ειρήνην με τους Τουρκοκυπρίους να γλυτώσουμεν που τους ξένους. Τρεις ημέρες μετά την απόγνωσην του Κληρίδη, είδα με τα μμάθκια μου «τί θα εγίνετουν ο κόσμος». Τί θα εγίνετουν η πόλη του Βραγαδίνου. Αεροπλάνα να σπέρνουν πόμπες, κολώνες  κόσμος, άλλοι παρπατητοί, άλλοι τίγκα μες τ΄αυτοκίνητα, φορτωμένοι πας τα τράχτα τζ̆αι πας τες καρρότσες, τζ̆΄εγώ καθιστός με τ΄αδέρκι̮α μου πας σε τρεις ποξ̆άες υπάρχοντα. Πάντα Δευτερογιούνην τζ̆΄Άουστον ρίφκει λαμπρόν ο ουρανός της Αμμοχώστου τζ̆αι κρούζει τον κόσμον της. Τί κίνησην να έβρω ρε Γιώρκο να χορέψω την πόλην μου που ππέφτει, όπως την εζωγράφισες με τες νότες που αφιέρωσες του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου;

Εσκέφτουμουν ότι δεν πρέπει να αγωνιώ. Ότι έρτει, αντιμετωπίζεις το. Πως να μεν αγωνιάς όμως, άμαν δεν μπορείς να κάμεις άλλον που να καρτεράς; Κρατεί σε στέκοντα ο ορθολογισμός τζ̆αι παντά που τον ορίζονταν την υστερίαν, σαν υστάτην άμυναν. Γυρεύκεις τρόπον να μεταβολήσεις το συναίσθημαν, ή να το απωθήσεις άμαν έν το σώννει άλλον η ύπαρξη σου. Αλλά μεταβολίζεται η πέτρα; Μεταβολίζεται το μολύβιν; 

Σκέφτουμαι ούλλα τα ζώα που αγάπησα τζ̆αι προσπαθώ να καταλάβω πως διαχειρίζουται την απόγνωσην που δεν έχουν την τέχνην σύντροφον να τους ιστήρίζει, να τους διά δύναμην να αισθανθούν κάτι που να το αντέχουν, να τους διά διέξοδον πράξης την ώραν που σε κατάστασην απόγνωσης δεν ιμπορούν να δράσουν. Σκέφτουμαι τα πλάσματα στον μεσαίωναν, που τον έβαλεν  τίτλον πας τον δίσκον του ο Γιώργος. Τί ζωή ήταν για να θέλεις να την ιζήσεις άμαν ήσουν που τους πουκάτω; Εξανάβαλα τον Ρε Αλέξης, τζ̆αι χόρεψα τον ξανά, να νοιώσω την απάντησην.

Μετά τον Ρε Αλέξην η Αροδαφνούσα πάλε. Άκουα την για νιοστήν φοράν που έκοψεν το γιούτιουπ τζ̆΄έφκην ομπροστά το τηλέφωνον.

— «Εν ούλλα καθαρά. Είδες που δεν άξιζεν τον κόπον να αγωνιάς για το τίποτε; Μιλούμεν πιό ύστερα». Τζ̆΄έκλεισεν.

— «Ευτυχώς», επρόλαβα να πω, τζ̆αι πριν να φτάσω να ρωτήσω “είσαι καλά; τί είπαν οι γιατροί…”, το γιούτιουπ είσ̆εν ήδη ξαναφκεί μπροστά αυτόματα, που το σημείον της μουσικής που είσ̆εν διακοπεί που το τηλεφώνημαν.

Έριφκεν αθθούς με τες νότες του Γιώργου. Αννοίαν φύλλα – φύλλα μες την φαντασίαν μου οι φορεσ̆ιές που φόρησεν η Αροδαφνούσα. “Τέλλια πουπάνω ΄φόρησεν, τα μαρκαριταρένα…” Πουκάτω εθώρουν τα χρυσά τζ̆αι πιο πουκάτω τα πλουμιστά…  Το κορμίν μου εσυχρονίστην που μόνον του με τον ρυθμόν τζ̆αι η κίνηση ακολούθαν την θείαν οπτασίαν: “εσείστην τζ̆΄ελυγίστην τζ̆΄εψιντροκανατζ̆ίστην…”. 

Ακριβώς σε τζ̆είνην την στιγμήν ήταν που η μουσική εμαλάθκιανεν την ψυσ̆ήν μου τζ̆αι άφηκεν την ύπαρξην να αισθανθεί την πετρωμένην απόγνωσην να λιώννει τζ̆αι να τρέσ̆ει έξω σιονωτή να εξαχνωθεί.



  • February 17th 2019 at 20:44
❌