Η ιστοσελίδα της Ομάδας Κύπρος μπορεί να εντοπιστεί στο Wayback Machine πατώντας εδώ.
Διακήρυξη
Μια νέα προσπάθεια για τη λύση του Κυπριακού έχει αρχίσει.
Οι ελπίδες πως μπορεί επιτέλους να υπάρξει μια συμφωνημένη λύση που θα επανενώνει τον τόπο μας στο πλαίσιο μιας Ομόσπονδης Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν αναπτερωθεί. Το όραμα αυτό μοιράζονται οι δύο ηγέτες, μεγάλα πολιτικά κόμματα, ενεργοί πολίτες αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία στις δύο κοινότητες. Το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας είναι δεδομένο και ενισχυμένο. Η τοπική και διεθνής συγκυρία είναι ευνοϊκή.
Η συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων θέλουμε ειλικρινά να υπάρξει συμφωνημένη λύση και κατανοούμε ότι αυτή θα είναι προϊόν αλληλοκατανόησης και συμβιβασμού. Δεν θεωρούμε το στάτους κβο ως τη λύση του προβλήματος. Κανένας δεν προτείνει τη βία και τη σύγκρουση ως μέσο επίλυσης. Το μοντέλο της Ομοσπονδίας είναι ο μόνος κοινός τρόπος για να υπάρξει συμφωνία. Πέρα από τους φόβους και τις ανησυχίες, που είναι φυσιολογικές λόγω του βεβαρημένου ιστορικού, όλοι οι Κύπριοι θέλουμε να εισέλθει ο τόπος σε μια νέα εποχή μακρόχρονης ειρήνης και να μετατραπεί σε πρότυπο δημοκρατίας, πολύ-πολιτισμικότητας, προόδου και ευημερίας. Αυτή η προοπτική είναι αναγκαίο να στηριχθεί και να ενισχυθεί, ώστε, αναλόγως και της πορείας των διαπραγματεύσεων, να μπορεί να αγκαλιαστεί πλειοψηφικά και να οδηγήσει στην Κύπρο που όλοι ονειρευόμαστε.
Είμαστε μια ομάδα πολιτών με δράση στον ευρύ χώρο της κοινωνίας των πολιτών στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, που έχουμε αποφασίσει να συνεργαστούμε για να στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια. Δεν έχουμε τις ίδιες πολιτικές ή ιδεολογικές προσεγγίσεις. Μας ενώνει όμως το όραμα για επανένωση της πατρίδας μας. Ανήκουμε ηλικιακά στη νεότερη γενιά - ο μέσος όρος ηλικίας μας είναι κάτω από 40 - που έζησε και μεγάλωσε μετά τα τραγικά γεγονότα που διαίρεσαν το νησί και το λαό μας. Τόσο εμείς, όσο και πολλοί άλλοι, είμαστε ενθαρρυμένοι από τη βούληση και την αποφασιστικότητα των δύο ηγετών να προχωρήσουν με τόλμη και όραμα, και είμαστε πρόθυμοι να συμβάλουμε, ως εθελοντές, στην ευόδωση της προσπάθειας.
Ο δικός μας ρόλος είναι η παραγωγή και εφαρμογή ιδεών για την επικοινωνιακή στήριξη της ειρηνευτικής διαδικασίας και της διαπραγματευτικής προσπάθειας. Επικεντρωνόμαστε σε θέματα ανάλυσης επικαιρότητας, διεξαγωγής ερευνών κοινής γνώμης, διατύπωσης λόγου και χρήσης των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας. Στις προτεραιότητές μας είναι η αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και των πιο παραδοσιακών Μέσων Ενημέρωσης, προκειμένου να αναδείξουμε και να στηρίξουμε την εν εξελίξει ειρηνευτική διαδικασία, με ενημερωτικό υλικό, απόψεις και αναλύσεις. Τα συμπεράσματα και οι εισηγήσεις μας θα είναι στη διάθεση όλων όσοι προσβλέπουν και εργάζονται για την επανένωση: πολιτική ηγεσία, οργανωμένοι φορείς, κοινωνία πολιτών. Δεν έχουμε απαντήσεις σε όλα τα πιθανά ερωτήματα, έχουμε όμως τη βούληση να αναζητήσουμε εποικοδομητικές απαντήσεις με σεβασμό σε όλες τις ανησυχίες.
Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν είναι στις προθέσεις μας ανάμιξη στις συνομιλίες και στην κομματική πολιτική. Η διαπραγμάτευση του Κυπριακού αποτελεί αρμοδιότητα και ευθύνη των δύο ηγετών και της πολιτικής ηγεσίας. Θεωρούμε, ωστόσο, ότι η ειρηνευτική διαδικασία πρέπει να γίνει πιο κατανοητή στον μέσο πολίτη ως προς τα προσδοκώμενα ευεργετικά της αποτελέσματα, πιο διαφανής, και στο μέτρο του δυνατού να εμπλέκει την κοινωνία η οποία μπορεί και πρέπει να φορτίσει θετικά την ειρηνευτική διαδικασία και τους πρωταγωνιστές της.
Πέραν των ατόμων που απαρτίζουν την Ομάδα, είμαστε ανοιχτοί για συνεργασία με ευρύτερους κύκλους συμπολιτών μας που έχουν γνώσεις και εμπειρίες σε τέτοια θέματα.
Δεν έχουμε ενώπιον μας ένα σχέδιο λύσης. Κατανοούμε και σεβόμαστε ότι ο πολύς κόσμος είναι αμφίθυμος ως προς τη λύση και ότι θα τοποθετηθεί όταν και εφόσον θα έχει μπροστά του ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο. Το ίδιο ισχύει και για εμάς.
Πρόθεσή μας είναι να λειτουργήσουμε νομότυπα και με πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση των δράσεων που πρέπει να διεκπεραιωθούν.
Τέλος, ονομάσαμε την προσπάθεια μας Ομάδα Κύπρος- ΟΚ γιατί βλέπουμε την Κύπρο μας σαν μια Ομάδα. Μια Ομάδα που περιλαμβάνει όλους τους Πολίτες της ισότιμους και συμμέτοχους στον αγώνα για ένα μέλλον αντάξιο των προοπτικών που έχει η Πατρίδα μας. Τα αρχικά Ο και Κ δημιουργούν το γνωστό σε όλους μας ΟΚ. Μια έννοια που αναδεικνύει τη θετικότητά μας στην επιχειρούμενη προσπάθεια για λύση. Λέμε τους ηγέτες «ΟΚ, προχωρήστε! Είμαστε εδώ, στηρίζουμε, ενισχύουμε και, ταυτόχρονα ελέγχουμε!»
Ανεπίσημο αρχείο με τις βασικές αρχές και κείμενα του Κινήματος Κυπριωτισμού από το 2021 τα οποία ανακτήθηκαν μέσω του Wayback Machine.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Ανεπίσημο αρχείο με τις βασικές αρχές και κείμενα του Κινήματος Κυπριωτισμού από το 2021 τα οποία ανακτήθηκαν μέσω του Wayback Machine.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Article can be located on archive.is by pressing here.
—
The Cypriot art community has been shaken within the last week amidst reactions against the programming of Jan Fabre at the Cyprus International Theatre Festival.
With the organisers pulling every known move from the gaslighter’s hand book, what started as expression of outrage for the programming of an individual who has been found guilty for abuse and violence against 5 women from his dance company has somehow turned into a discussion on whether “cancel culture has gone too far”, on “whether artists can repent” and on “keeping an open mind and participate in dialogue”. Something very particular seems to have expanded into something “grey” and “complicated”. But is it?
This is not a matter of freedom of speech it is a matter of worker rights within the art industry
We don’t create art in a vacuum. It is an industry with an employer-worker relationship in place. While moral outrage over Jan Fabre’s continued recognition may be subjective, the foundation of this debate lies in objective realities about working conditions in the arts.
Unlike Renaissance times, the vast majority of artists do not enjoy the patronship of a Medici, they can’t just be taken care of and create art in a vacuum (although no art is ever created in a vacuum). The reality of today’s society is that an artist is more often than not also a worker, an employee or in the case of Fabre an employer who also receives money from a larger entity, in this case the Belgian government. With those benefits come responsibilities.
The Cyprus international Theatre Festival has been anything but forthcoming about Fabre’s problematic past. Initially when his participation in the lineup was announced the festival failed to mention any of the context surrounding him, perhaps hoping that no one would notice. Even when members of the Cyprus art community did notice, an orchestrated effort through identical press releases published in virtually every major outlet tried to convince otherwise; that this is about opening dialogue and freedom of expression. It is worth noting that this has been accompanied by jargon that significantly downplays Fabre’s record, shifting the discourse into more grey, “complicated” discussions about feelings and morality, which both can be subjective.
What is objectively a fact, is that his conviction was not a mere civil lawsuit seeking reparations but a criminal trial where guilt had to be proven beyond reasonable doubt. The court ruled that it was. Fabre received an 18-month suspended sentence and a five-year suspension of his civil rights, including voting and assembly, which remains in effect until 2027. Fabre is not just a “provocative personality”, he is a convicted criminal by the dictionary definition of the term. This doesn’t mean that individuals do not deserve a second chance, that is after all the purpose of a suspended sentence. But if CITF truly believes there is nothing reprehensible about its programming, why wasn’t there any transparency on who this individual is from the get go?
This case underscores systemic failures in the arts: blurred boundaries between creative expression and coercion, a culture of silence fostered by industry precariousness, and the lack of structures to protect workers. Unlike doctors or lawyers, artists face no professional oversight body; in the absence of regulatory deterrents, abuses persist under the guise of the “creative process.”
This issue extends beyond Mr Fabre; it is pervasive across artistic communities, including the Cypriot scene. The biblical saying, “Let he who is without sin cast the first stone,” feels particularly relevant. Boundaries in the creative process can sometimes be subjective, and rumors about colleagues—some of whom have spoken out on this case—circulate widely. Even I, as the writer, am not exempt from differing perceptions on my personal and professional integrity. This lack of a clear framework creates a vacuum, enabling behaviors like Fabre’s to take root in the first place.
Rather than debating Mr Fabre’s personal right to artistic expression, we should focus on the impact of his programming post-conviction—while he is still serving his sentence—on the industry as a whole. If a choreographer of his stature is found unfit to safeguard his employees yet continues to receive exposure that sustains his influence and power, effectively facing no real consequences, how can behaviors like his ever be denormalized?
No one can dictate to an Artistic Director, especially of a festival that is privately funded, what they can or cannot programme. Programmers, audiences and authors alike can celebrate and rejoice the privilege to “artistic expression” all they want. But it is the art workers who collectively have to bear the consequences by continuing to survive in an industry that resists any shifting towards sustainable, healthier and attainable expectations.
The lesson for the Cypriot art community
Fabre is just one piece of a larger issue, and while his art—undeniably compelling—is forever marked by the boundaries he repeatedly crossed, culminating in his conviction. The sold-out shows scheduled for next week are caught in the crossfire of debates that extend far beyond him or any single artist or artwork. That is, of course, if one chooses to prioritise the human factor over the final product, whatever that may be.
Whereas Fabre is a problem, the problem for the Cyprus art community is the vacuum that CITF claims to be filling. A vacuum created by the lack of long term, determined and achievable cultural policy on a state level.
A privately funded festival has found access to a municipal theatre with more ease than any other performing arts organisation or individual artist. With the exception of Diastasis and NEA KINISI when was the last time that Pattihio theatre was offered as an accessible venue for the presentation of any state funded dance performance? Almost 40% of Pattihio Municipal Theatre’s programming from now until October is promoted only in Russian, with no English or Greek descriptions.
This reality is deeply revealing—we are witnessing two parallel worlds on the island, especially in Limassol. In one, historically and culturally significant real estate with immense potential for thoughtful cultural development is steadily being acquired by private stakeholders. This was the case with old factories in Limassol, now housing commercial artistic spaces. These spaces, privately managed and accountable to no one, exert control over cultural affairs by monopolising venues, often offering them at “Russian prices.”
It is within this bubble that CITF finds its place—an event organised entirely by non-natives, seemingly indifferent to the withdrawal of the only native Cypriot productions from its lineup. Even their inclusion in the first place could be seen as decorative rather than integral to the festival’s programming. It does make one wonder if appropriating the name “Cyprus” and “International” comes from a point of audacity or from a point of reflecting a new state affairs on the island.
In a parallel reality, Dance House Lemesos remains without a home, struggling against Limassol’s hyperinflated real estate market—despite being one of the oldest and most dedicated organizations for contemporary dance in Cyprus. The city’s municipal theatre, Pattihio, lacks artistic direction, while in cities where municipal theatres do have leadership—like the Nicosia Municipal Theatre—there is little transparency. Questionable practices persist, such as programming young artists at festivals without a fixed payment fee, expecting them to rely solely on box office earnings in exchange for “exposure.” Just this past week, we learned that the Cyprus Youth Symphony Orchestra—one of the island’s most accomplished ensembles, with domestic and international recognition—has no fixed rehearsal space, and its academy’s budget for affordable, high-quality training has been cut.
The problem isn’t that “foreigners come and alter our culture.” It becomes a problem when private interests override collective needs, limiting the majority’s ability to shape its own future. Consider how MidBrain Ltd intervened in the redevelopment of the Limassol Municipal Garden playground without public consultation. If CITF did not carry a name suggesting it represents the collective Cypriot cultural community, perhaps the backlash wouldn’t have been as strong.
The reason private interests have taken over is because we, collectively, have not stepped up. Cyprus is overflowing with native talent, intelligence, and artistic inspiration. We don’t need to be “taught” culture—but we do need direction, not just in the arts but in governance. A recent poll from the Deputy Ministry of Culture identified the artistic community’s top priorities: increased funding and a legal framework for art workers. Both are essential, but as this case demonstrates, money and legality alone are not enough.
I wouldn’t waste more of my time discussing whether another problematic personality can or cannot express himself. I learnt a lot from his past work, but my personal ethics and logic push me to prioritise things that I deem more important than any kinds of art available out there.
But this is a time for reckoning for our community. Where are we heading at? What do we want culture on this island to look like in 10, 15, 20 years from now?
*Marita Anastasi is a Cypriot born and raised arts administrator and movement artist. She is currently Programming Coordinator at the English National Opera based in London.
Κριτική καταγραφή και σχολιασμός της κάλυψης της Ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία από τη Δέφτερη Ανάγνωση. Γράφτηκε τον Απρίλιο του 2022 και κυκλοφόρησε σε κλειστό κύκλο. Δημοσιεύθηκε ανοιχτά τον Μάρτη του 2025.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Τον Φλεβάρη του 2025 κυκλοφόρησε στη Λευκωσία το βιβλίο της Λέσχης Κινηματικού Αναστοχασμού «Υφαίνοντας το Νήμα: Συγκυρία, Ταξική Σύνθεση και Ανταγωνιστικό Κίνημα στην Κυπριακή Δημοκρατία». Ποιο κάτω ακολουθεί κριτική του βιβλίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για μια τυπική βιβλιοκριτική και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει εκτενής συζήτηση για το περιεχόμενο του βιβλίου, ούτε επαρκής περιγραφή των θετικών συνεισφορών του. Συνεπώς, η παρούσα κριτική προϋποθέτει ότι η αναγνώστρια της έχει διαβάσει το βιβλίο, το οποίο μπορεί να εντοπιστεί προς το παρόν στον κοινωνικό χώρο Καϊμάκκιν. Θα ήθελα επίσης να παροτρύνω τα άτομα που είναι μέρος, ή ασχολούνται με τον κυπριακό ριζοσπαστικό χώρο να διαβάσουν το βιβλίο, τόσο γιατί πρόκειται, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω, για την πρώτη προσπάθεια προσέγγισης της κυπριακής εμπειρίας με αυτόν τον τρόπο, όσο και γιατί το εκδοτικό εγχείρημα του Faura Books, που έχει εκδώσει το βιβλίο, είναι μια αξιόλογη πρωτοβουλία η οποία καλύπτει ένα ιστορικό κενό και αξίζει της υποστήριξης μας.
Το βιβλίο μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη, αν και αυτά δεν αντικατοπτρίζονται από τα κεφάλαια του με ακρίβεια. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται βασικά στοιχεία γύρω από την ταξική σύνθεση της κυπριακής εργατικής τάξης στην Κυπριακή Δημοκρατία, αντλώντας στοιχεία κυρίως από τις διαθέσιμες επίσημες στατιστικές και από μέρος της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας. Η παρουσίαση αυτή χωρίζεται γύρω από τις έννοιες της τεχνικής σύνθεσης, της κοινωνικής σύνθεσης και της πολιτικής σύνθεσης, προσφέροντας μια περιγραφή που κυμαίνεται από το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων, το ρόλο της οικογένειας και το είδος της εργασίας που εκτελείται, μέχρι την ιδιοκατοίκηση, τα μέσα συγκοινωνίας, το πολιτικό τοπίο και τη διάκριση μεταξύ μεταναστευτικής και ντόπιας εργασίας. Αυτό το μέρος του βιβλίου είναι ίσως το ισχυρότερο, συγκεντρώνοντας βασικές πληροφορίες γύρω από την πραγματική, υπάρχουσα εργατική τάξη. Εμπεριέχει, παρόλα αυτά, μια σημαντική αδυναμία, την έλλειψη ιστορικής καταγραφής/ανάλυσης της συγκρότησης και εξέλιξης της κυπριακής εργατικής τάξης. Παρά τις μεμονωμένες ιστορικές αναφορές, έχουμε μια εικόνα του σήμερα χωρίς να ξέρουμε πως ακριβώς φτάσαμε εδώ.
Το δεύτερο μέρος, το οποίο αποτελεί μέσα στο βιβλίο κομμάτι του υποκεφαλαίου σχετικά με την πολιτική σύνθεση, είναι λίγο-πολύ μια καταγραφή διαφόρων πολιτικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών αγώνων των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με μια προσπάθεια παρουσίασης των στιγμών, των πτυχών και των διαστάσεων της ταξικής πάλης που εμπεριέχονται μέσα σε αυτούς τους αγώνες. Η καταγραφή είναι από μόνη της αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι είναι δυστυχώς σπάνιο για τον κυπριακό ριζοσπαστικό χώρο να διατηρεί τη μνήμη της δικής του πολιτικής δραστηριότητας, πόσο μάλλον της δραστηριότητας άλλων υποκειμένων και οργανώσεων, όπως τα συνδικάτα, οι φοιτητές, οι μετανάστριες κλπ. [15]. Το τρίτο μέρος αποτελείται από το τελευταίο κεφάλαιο, όπου παρουσιάζονται τα βασικά συμπεράσματα του βιβλίου.
Εργατικό Κίνημα & Ταυτότητα
Το βιβλίο αναφέρει την ανάλυση των Endnotes σχετικά με την ιστορία του εργατικού κινήματος (υποσημείωση 46), αλλά δεν φαίνεται να έχει αφομοιώσει όλα τα συμπεράσματα αυτής της ανάλυσης, ακόμη και αν επαναλαμβάνει κάποια από αυτά στα συμπεράσματα του. Όπως αναφέρουν οι Endnotes, το εργατικό κίνημα οργανώθηκε γύρω από τους βιομήχανους εργάτες, φτάνοντας σε ένα εσωτερικό φραγμό στην οργάνωση της υπόλοιπης εργατικής τάξης. Με τη σειρά του, το βιομηχανικό προλεταριάτο δεν αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό που να αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού μέσα στον 20ο αιώνα, ενώ μετά τη δεκαετία του ‘70 βλέπουμε την συρρίκνωση του παγκόσμια, και όχι απλώς τη μεταφορά του από τις δυτικές στις ανατολικές χώρες [17]. Η κατάρρευση του εργατικού κινήματος, εν τέλει, συνδέεται με την συρρίκνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου, πάνω στο οποίο και κτίστηκε. Όπως επισημάνουν:
«Οι οργανώσεις αυτές δεν θα είχαν πετύχει στα καθήκοντά τους αν δεν στηρίζονταν, την ίδια στιγμή, σε μια επιβεβαιώσιμη ταξική ταυτότητα. Στον βαθμό που έκαναν θυσίες στο όνομα του εργατικού κινήματος, οι εργάτες δεν ενεργούσαν, γενικά, για τα άμεσα συμφέροντά τους. Το να πει κανείς ότι οι εργάτες επιβεβαίωναν μια κοινή ταυτότητα σημαίνει ότι το κίνημα πέτυχε να τους πείσει να αναστείλουν τα συμφέροντά τους, ως μεμονωμένοι πωλητές σε μια ανταγωνιστική αγορά εργασίας και, αντίθετα, να ενεργήσουν κινούμενοι από μια δέσμευση στο συλλογικό πρόταγμα του εργατικού κινήματος» [14 σελ. 26].
«Οι εργάτες μπορούσαν να γεφυρώσουν τα χάσματα, μεταξύ των συντεχνιακών τους συμφερόντων, μόνο στον βαθμό που πίστευαν, και έπειθαν και άλλους να πιστεύουν, σε μια κοινή ταυτότητα: τον συλλογικό εργάτη. Όμως, η ενότητα, που ονομαζόταν έτσι, δεν ήταν μια “πραγματική” ενότητα, δοσμένη άμεσα από την πλήρη άνθηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ήταν ένας μύθος που τον προϋπέθετε, και τον έθετε, το ίδιο το κίνημα» (έμφαση δική μου) [14 σελ. 79].
Είναι ακριβώς αυτή η αναγνώριση πως η εργατική ταυτότητα (ή ο συλλογικός εργάτης) δεν ήταν ένα φαινόμενο έξω από το εργατικό κίνημα, αλλά παράγωγο του ίδιου του κινήματος – δεν υπήρξε ούτε υπάρχει ανεξάρτητα από αυτό. Η κατάρρευση τόσο του εργατικού κινήματος, όσο και των συνθηκών που το ανέδειξαν, σημαίνει και την κατάρρευση της οργάνωσης της εργατικής τάξης γύρω από την εργατική ταυτότητα καθαυτή. Η ταξική πάλη συνεχίζει, και ενίοτε οι εργάτες εμφανίζονται σαν υποκείμενα μέσα από διάφορες μορφές αγώνα αλλά:
«Δεν μπορούμε, πλέον, να προσφεύγουμε στην έννοια της ταξικής συνείδησης, με ό,τι αυτή συνεπάγεται. Είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι η εργατική τάξη είναι μια τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, που ενοποιείται μόνο στον διαχωρισμό. Φυσικά, υπάρχουν, ακόμα, στιγμές στους αγώνες τους, που οι εργάτες συναντιούνται με έναν τρόπο που διακόπτει την ενότητά τους για το κεφάλαιο, επιτρέποντάς τους να οργανωθούν τόσο εντός, όσο και κατά μήκος, των γραμμών που τους διαχωρίζουν. Όμως, όταν συναντιούνται, σήμερα, αυτό δεν το κάνουν ως τάξη, γιατί το ταξικό ανήκειν είναι αυτό, ακριβώς, που τους χωρίζει» [14 σελ. 82].
Παρόλα αυτά, σε διάφορα σημεία το βιβλίο φαίνεται να υποχωρεί σε παραδοσιακές αναγνώσεις, όπως στη χρήση του όρου της ψευδής συνείδησης, η οποία με τη σειρά του προϋποθέτει μια αυθεντική ταξική συνείδηση η οποία καταπιέζεται:
«[Τ]ο κενό που δημιουργείται από τη συρρίκνωση του κράτους προνοίας καλύπτεται από…την ψευδή συνείδηση και την υλική πραγματικότητα που αυτή δημιουργεί» (σελ. 40).
Σε άλλα σημεία, υπάρχει μια επιστροφή πίσω στη γνώριμη ανάγνωση περί λανθασμένων επιλογών του εργατικού κινήματος, παρά στην καθοριστική επίδραση της εξέλιξης του καπιταλισμού πάνω στο ίδιο το κίνημα:
«Το εργατικό κίνημα πέτυχε μια πύρρειο νίκη στις δυτικές χώρες…έκανε το εργατικό υποκείμενο συνομιλητή των κυβερνήσεων με σημαντικά οφέλη…και με αντάλλαγμα την ενσωμάτωση του στις διαδικασίες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το εργατικό κίνημα ξεδόντιασε τον εαυτό του. Στην πορεία, συνέλαβε στην κατάρρευση της εργατικής ταυτότητας που ήταν η κεντρική προϋπόθεση του…» (σελ. 58).
Τέλος, σε διάφορα σημεία του κειμένου διαφαίνεται μια δυσαρέσκεια συνδυασμένη με αμηχανία για τη δραστηριότητα της τοπικής εργατικής τάξης - μια δυσαρέσκεια που μάλλον κρύβει εκνευρισμό και απογοήτευση για ένα κομμάτι της τάξης που δεν ενεργεί όπως θα έπρεπε, όπου αντί «να επιδιώκεται η συλλογική δράση, συχνά προκρίνεται η οδός της προσωπικής ή οικογενειακής αρπαχτής, η οποία φαίνεται να είναι ποιο ελκυστική» (σελ. 92). Η ουσία εδώ είναι πως δεν φαίνεται ποιο ελκυστική. Είναι ποιο ελκυστική σε σχέση με τα άμεσα συμφέροντά. Είναι σε τέτοια σημεία που μπορούμε να διακρίνουμε στο βιβλίο την παρασκηνιακή διατήρηση ενός μεταφυσικού κοινού ταξικού συμφέροντος ως το σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο κινείται η ανάλυση.
Τα Άμεσα Συμφέροντα
Βασική αδυναμία στην ανάλυσή του βιβλίου σχετίζεται με τα αντιφατικά συμφέροντα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Στο βιβλίο γίνεται μια βασική, αλλά σημαντική καταγραφή των διαιρέσεων στο εσωτερικό της κυπριακής εργατικής τάξης σε σχέση με το φύλο, την εθνικότητα, το καθεστώς εργοδοσίας κτλ. Η συγκέντρωση αυτών των στοιχείων στο βιβλίο και η οργάνωση τους μέσα από το πρίσμα της ταξικής σύνθεσης είναι αδιαμφησβήτητα χρήσιμη. Αυτές οι διαιρέσεις είναι παρόλα αυτά γνωστές. Αυτό που απουσιάζει είναι η ανάλυση του διαχωρισμού των άμεσων συμφερόντων διαφόρων τμημάτων της εργατικής τάξης σε σχέση με άλλα τμήματα της ίδιας τάξης. Υπάρχει η αναγνώριση αυτής της εσωτερικής διαίρεσης, αλλά αντί να μπει στο επίκεντρο της ανάλυσης, η διαίρεση συχνά παρουσιάζεται ως μεταγενέστερη σκέψη.
Για παράδειγμα αναφέρεται πως «παρόλο που περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού της ΚΔ ανήκουν στην εργατική τάξη, υπάρχουν και στο εσωτερικό της διαστρωματώσεις και αντικρουόμενα συμφέροντα» (σελ. 78), αναφέροντας μετέπειτα πως κομμάτι της εργατικής τάξης εκμεταλλεύονται την μεταναστευτική εργασία, μέσα από φτηνό εργατικό δυναμικό στους τομείς της φροντίδας και της οικιακής εργασίας. Σε άλλο σημείο αναφέρεται πως η ιδιοκατοίκηση στην Κύπρο ανέρχεται στο 70% (σελ. 32), αλλά μετέπειτα αναφέρεται πως ενώ «η μεγάλη πλειοψηφία …της εργατικής τάξης τάσσεται κατά των ψηλών ενοικίων…υπάρχει ένα ποσοστό ντόπιων εργαζόμενων που, ενοικιάζοντας παράλληλα διάφορα διαμερίσματα…επιλέγουν να επωφεληθούν από την κερδοσκοπική αγορά ακινήτων» (σελ. 92). Παρόλα αυτά, δεν ακολουθείται μια ανάλυση που να εστιάζει στις επιπτώσεις αυτών των δεδομένων.
Σχετικά με το επίπεδο της ιδιοκατοίκησης μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα: α) Η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει συμφέρον από τη συνεχιζόμενη αύξηση της αξίας των ακινήτων β) η ενοικίαση ακινήτων παραμένει σημαντικό κομμάτι των εισοδημάτων αρκετών εργαζομένων γ) καθώς οι μισθοί μειώθηκαν μετά το 2009, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η εισοδηματική αναλογία που προέρχεται από τα ενοίκια έχει αυξηθεί για αυτό το τμήμα της εργατικής τάξης. Τα άμεσα συμφέροντα αυτού του κομματιού της εργατικής τάξης είναι αντίθετα με τα άμεσα συμφέροντα εργατών οι οποίοι νοικιάζουν. To παράδοξο θα ήταν να υπήρχε μαζική προσέλευση σε διαμαρτυρίες για τα ψηλά νοίκια, όχι το αντίθετο.
Η απασχόληση μεταναστριών οικιακών εργατριών τόσο την οικιακή εργασία, όσο και για την ιδιωτική φροντίδα του ηλικιωμένου πληθυσμού, είναι καθοριστική για την κοινωνική αναπαραγωγή των ντόπιων εργαζομένων. Σημαντικό κομμάτι της εκμετάλλευσης αυτή της εργασίας συμβαίνει επίσης στη μαύρη αγορά, καθώς οι μετανάστριες εργάτριες επισκέπτονται επιπλέον σπίτια στο ρεπό τους (συνήθως τις Κυριακές), και πληρώνονται για την κάθε επίσκεψη. Είναι μέσα από τη μαύρη αγορά που οι περισσότεροι ντόπιοι εργάτες και εργάτριες επωφελούνται από τα φτηνά εργατικά χέρια των μεταναστριών εργατριών. Υπάρχει επίσης η πρακτική του «διαμοιρασμού» των οικιακών εργαζομένων σε πολλά οικογενειακά νοικοκυριά, μέσω της παράνομης υπερεργασίας τους [16]. Αυτές οι δύο πρακτικές είναι τόσο συχνές που δεν χρειαζόμαστε στατιστικά στοιχεία για να τις θεωρήσουμε διάχυτες μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινωνία. Τα άμεσα συμφέροντα όσων εργοδοτούν οικιακές εργάτριες, τόσο επίσημα όσο και περιστασιακά, είναι αντίθετα με τα συμφέροντα των ίδιων των εργατριών, από το μισθό μέχρι και το καθεστώς περιορισμού πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Τα ποιό πάνω καταδεικνύουν μόνο δυο διαστάσεις αντιφατικών άμεσων συμφερόντων στο εσωτερικό της κυπριακής εργατικής τάξης, συμφερόντων που παραμένουν αγεφύρωτα. Χρειαζόμαστε μια εκτεταμένη ανάλυση αυτών ακριβώς των άμεσων συμφερόντων εάν θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά την πολυπλοκότητα της εμπειρίας της εργατικής τάξης στο νησί. Είμαι επίσης πεπεισμένος πως μόνο μέσα από μια τέτοια ανάλυση θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε και να κατανοήσουμε «τις αδυναμίες των κινημάτων επανένωσης τα τελευταία 20 χρόνια στην ΚΔ, σε αντίθεση με την ΤΔΒΚ» (σελ. 69).
Θεωρητικές Ασάφειες
Ο ορισμός που προτάσσεται για τον καπιταλισμό ως «ένα παγκόσμιο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που παράγει δομικές ανισότητες και ιεραρχίες, με κύριο σκοπό την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά μέσω της εκμετάλλευσης της εργασίας» (σελ. 15), χωρίς αναφορά σε μέσα παραγωγής, την παραγωγή εμπορεύματος για ανταλλαγή και την αξιακή μορφή του προϊόντος, παραμένει εξαιρετικά ανεπαρκής, ενώ συγχύζει αποτελέσματα του καπιταλισμού (διεθνοποίηση) με τον ίδιο τον ορισμό του [9]. Το βιβλίο επίσης χρησιμοποιεί αρκετούς όρους, επεξηγώντας όμως ελάχιστους. Όροι όπως «προλεταριάτο», «εργατική τάξη», «μικροαστοί», «μεσοαστοί», «αστοί», «μικροαστική ιδεολογία», «ψευδή συνείδηση», «ταξική πάλη», «έθνος-κράτος» και «μεσαία τάξη» δεν είναι αυτονόητοι, αφού έχουν χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους μέσα στις ριζοσπαστικές θεωρητικές παραδόσεις, και σίγουρα δεν είναι αυτονόητοι για κάθε αναγνώστρια που δεν είναι εξοικειωμένη με τις πολύ συγκεκριμένες ριζοσπαστικές θεωρητικές τάσεις από τις οποίες είναι επηρεασμένο το κείμενο.
Η ανάγνωση του κειμένου ασυνείδητα φέρνει έτσι ένα θεωρητικό-ιδεολογικό γέμισμα από τον αναγνώστη με βάση τις δικές του γνώσεις σχετικά με τους όρους που χρησιμοποιούνται, με το νόημα του κειμένου καθαυτού να παραμένει σε διάφορα σημεία θολό. Είναι κάπως παράδοξο να επιχειρείται ταξική ανάλυση χωρίς διευκρινίσεις σχετικά με τους όρους που χρησιμοποιούνται. Αυτή η θεωρητική ασάφεια έρχεται και δένει με μια γενικότερη θεωρητική έλλειψή που χαρακτηρίζει το βιβλίο – γίνεται π.χ. αναφορές σε ιδεολογία αλλά δεν αναφέρεται ή προτάσσεται θεωρία της ιδεολογίας, αναφέρεται ο εθνικισμός αλλά δεν επιχειρείται ή παρουσιάζεται κάποια θεωρητική ανάγνωση σχετικά με το έθνος, δεν παρουσιάζεται κάποια ιδιαίτερη θεωρία του κράτους κτλ.
Το αποτέλεσμα είναι μια εκτεταμένη απόκλιση μεταξύ του αντικειμένου που επιχειρεί να αναλύσει το βιβλίο και των εργαλείων που χρησιμοποιεί για να το κάνει, καταλήγοντας σε μια περιγραφικού χαρακτήρα καταγραφή, παρά σε αναλυτική εμβάθυνση. Το αναφέρω αυτό γιατί εάν συμφωνήσουμε με τους Endnotes πως οι εργάτες σήμερα όταν «συναντιούνται…δεν το κάνουν ως τάξη», αυτό σημαίνει πως συναντιούνται και οργανώνονται κάτω από άλλες κατηγορίες, ως άλλου τύπου υποκείμενα – ως πολίτες, ως έθνος/λαός, ως γυναίκες, ως η «πλειοψηφία» κτλ. Όπως αναφέρει ο Etienne Balibar σε σχέση με το έθνος:
«Κάθε κοινωνική κοινότητα που αναπαράγεται από τη λειτουργία των θεσμών είναι φαντασιακή, δηλαδή βασίζεται στην προβολή της ατομικής ύπαρξης στο νήμα μιας συλλογικής αφήγησης, στην αναγνώριση ενός κοινού ονόματος και στις παραδόσεις που ζουν ως ίχνη ενός πανάρχαιου παρελθόντος (ακόμη και όταν έχουν κατασκευαστεί και ενσταλαχθεί στο πρόσφατο παρελθόν). Αλλά αυτό καταλήγει στην αποδοχή ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, μόνο οι φαντασιακές κοινότητες είναι πραγματικές (μετάφραση δική μου) [18 σελ. 346].»
Αυτές οι κατηγορίες διαμεσολαβούν μεταξύ τάξεων, κοινωνικών σχέσεων και πολιτικής και δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως αυτονόητες, ούτε ως απλές ιδεολογικές διαστρεβλώσεις που τυφλώνουν τους εργαζόμενους από κάποια πραγματική, ουσιώδη ταυτότητά τους. Εμπεριέχουν την δική τους ιστορικότητα, κοινωνική δυναμική και εξελικτική πορεία. Η ανάλυση λοιπόν πρέπει να αρχίζει από τη θεωρητική ανάκριση των ίδιων των κατηγοριών, αντί να τις βλέπουμε ως απλές ανορθολογικές εκφράσεις των παθολογιών του καπιταλισμού, εξίσου εύκολες στο να εξηγηθούν και να απορριφθούν. Είναι εδώ που συναντάμε την εργατική τάξη ως πολιτικό υποκείμενο στον 21ο αιώνα, όχι όπως εμείς τη θέλουμε, αλλά όπως αυτή συγκροτείται.
Υπάρχει επίσης η τάση μέσα στο βιβλίο να περιγράφεται η ταξική σύνθεση κινημάτων/πολιτικών χώρων χωρίς να παρατίθεται έστω και μια παραπομπή ή στοιχείο που να δίνει βάση στους ισχυρισμούς. Ενδεικτικά, αυτό γίνεται για τον ριζοσπαστικό χώρο (σελ. 66), για το ΕΛΑΜ (σελ. 72) και για το περιβαλλοντικό κίνημα (σελ. 94). Τέτοιου τύπου περιγραφές απλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες. Η όποια επίκληση σε «εμπειρική γνώση από τη συμμετοχή…στα κινήματα» (σελ. 19) που αναφέρεται στην εισαγωγή του βιβλίου έχει με τη σειρά της τα όρια της.
Δευτερεύοντα Σχόλια
Σελίδα 31: Αναφέρεται ότι η «στατιστική είναι η επιστήμη του κράτους», με ένα απολογητικό ύφος για τη χρήση στατιστικών στοιχείων που προέρχονται από επίσημους θεσμούς. Εάν τα δεδομένα είναι ανεπαρκή ή προβληματικά, αυτό δεν οφείλεται στην ίδια τη στατιστική ως επιστήμη, αλλά στα στοιχεία που επιλέγει να συλλέξει ο εκάστοτε κρατικός θεσμός, καθώς και για τους λόγους που αποφασίζει να το κάνει. Για παράδειγμα, υπάρχει η παράδοση της κριτικής εγκληματολογίας, όπου τα δεδομένα που συλλέγει το κράτος αμφισβητούνται τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά, μέσω της συλλογής, καταγραφής και ανάλυσης νέων δεδομένων που εξέρχονται από τη λογική της αστυνόμευσης. Αν συνεχίσουμε να αξιολογούμε μεθόδους και μεθοδολογίες έρευνας με τόσο απλοϊκό τρόπο, στο τέλος θα πρέπει να απορρίψουμε και άλλες επιστημονικές προσεγγίσεις, όπως η εθνογραφία και η αρχειοθέτηση (ως επιστήμες της αποικιοκρατίας), οι συνεντεύξεις και τα focus groups (ως μέθοδοι του marketing), καθώς και την ιστοριογραφία (ως επιστήμη του έθνους-κράτους), για να καταλήξουμε τελικά στη μόνη «αντικειμενική» μέθοδο: την προσωπική εμπειρία. Όσο δεν υπάρχει κατανόηση των διάφορων μεθόδων συλλογής στοιχείων και μεθοδολογιών ανάλυσης, τόσο ο ριζοσπαστικός χώρος θα παραμένει ανίκανος να παράγει τη δική του γνώση, μένοντας εξαρτημένος στην παραγωγή γνώσης από τους υφιστάμενους θεσμούς.
Σελίδα 62: Αναφέρεται πως η ΕΔΕΚ «πάντα είχε κάποιες εθνικές αναφορές αλλά σήμερα έχει μετατραπεί σε συντηρητικό, εθνικιστικό κόμμα με λαϊκές αναφορές». Είναι μια παράδοξη τοποθέτηση για ένα κόμμα του οποίοι οι παραστρατιωτικοί πήραν μέρος στη δικοινοτική βία του 1963-64 με σημαντική συμβολή υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς στις μάχες του Πενταδάκτυλου. Το ότι πήραν επίσης μέρος στη αντίσταση κατά του πραξικοπήματος δεν σημαίνει πως τα μέλη της λειτουργούσαν πέραν της εθνικής φαντασίωσης – η ΕΔΕΚ στήριζε την κυρίαρχη εθνική γραμμή των Μακαριακών ενάντια στην Γριβική και χουντική γραμμή. Η ΕΔΕΚ ήταν εκ γενετής της ένα εθνικιστικό πολιτικό κόμμα, το οποίο ενίοτε χρησιμοποιούσε τη ρητορική του σοσιαλισμού του τρίτου κόσμου, που χαρακτηριζόταν από έναν αριστερού τύπου εθνικισμό, για να αντλήσει εκλογική στήριξη μεσώ της πολιτικής υπεραξίας που απέκτησε μετά την ήττα του πραξικοπήματος. Το ότι στέγασε για μια δεκαετία μια αριστερή νεολαία (η οποία εκδιώχθηκε αρχικά το 1978 [6] και τελειωτικά το 1981 [7]) δεν αλλοίωσε σε καμία περίπτωση τον πολιτικό και ιδεολογικό της προσανατολισμό. Αν μη τι άλλο καταδεικνύει την ιστορική αποτυχία του ισοδισμού στην Κύπρο.
Σελίδα 72: Αναφέρεται πως η πρώτη διαδήλωση του ΕΛΑΜ στη Λευκωσία το 2009 ακυρώθηκε. Αυτό δεν στέκει. H διαδήλωση διοργανώθηκε κανονικά, αλλά το ΕΛΑΜ σταμάτησε λόγο της αντιπορείας στα φώτα του Debenhams. Η αστυνομία κράτησε τις δύο πορείες χωριστά σε αρκετή απόσταση [1].
Σελίδα 80: Δεν καταγράφεται πως η απεργία στη Wolt κατέληξε σε συλλογική σύμβαση, που παρόλες τις αδυναμίες της είναι σημαντικό κατόρθωμα για ένα κλάδο που χαρακτηρίζεται από επισφαλή εργασία, μεταναστευτικό πληθυσμό και τεράστιες δυσκολίες οργάνωσης [2, 3].
Σελίδα 83: Αναφέρεται πως ο Αλέκος Μοδινός «καταδικάστηκε, και αργότερα στο ΕΔΑΔ…δικαιώθηκε». Ο Μοδινός δεν καταδικάστηκε από Κυπριακό δικαστήριο. Έκανε απευθείας προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιχειρηματολογώντας πως η διατήρηση του νόμου κατά της ομοφυλοφιλίας «συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στην δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής» [4, 5]. Μάλιστα, βασικό επιχείρημα της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν πως ο νόμος κατά της ομοφυλοφιλίας σταμάτησε να εφαρμόζεται, επιχείρημα που δεν έγινε αποδεκτό από το ΕΔΑΔ [5].
Σελίδες 84-85: Σχετικά με την ιστορική απουσία ενός φεμινιστικού κινήματος στο νησί, πιθανόν ο ίδιος ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος να αξίζει αναθεώρησης. Παρόλο που δεν υπήρξε φεμινιστικό κίνημα με τον ορισμό που μπορεί να του προσδίδει ο χώρος σήμερα, υπήρξε ιστορικά πολιτική δράση από τις γυναίκες της Κύπρου και από τους διάφορους οργανισμούς, πρωτοβουλίες και ομάδες γυναικών μέσα από τις οποίες οργανώθηκαν. Όπως μιλάμε λοιπόν για το εργατικό κίνημα από τη μια, και την ταξική πάλη από την άλλη, έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για το γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα από τη μια και για τις έμφυλες σχέσεις και την εξέλιξη τους από την άλλη.
Η ιστορία της πολιτικής δράσης γύρω από τις έμφυλες σχέσεις στην Κύπρο δεν έχει ακόμη καταγραφεί, αλλά μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά εδώ, τουλάχιστον σε σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου, τη μάχη για τη νομική κατοχύρωση του συναινετικού πολιτικού διαζυγίου και του πολιτικού γάμου [11], και την πρωτοβουλία «Γυναίκες Επιστρέφουν», η οποία παραμένει η μεγαλύτερη κινητοποίηση γυναικών σε δημόσιο χώρο στην Κυπριακή Δημοκρατία [12]. Υπήρχε επίσης τουλάχιστον μια γυναικεία οργάνωση μέσα στο ριζοσπαστικό χώρο τη δεκαετία του ‘80 (Ομάδα Γυναικών Λευκωσίας, 1979-81) [13], ενώ υπήρξε επίσης κάποια πρωτοβουλία για την ενδοοικογενειακή βία μέσα στη δεκαετία του ‘90. Είμαι βέβαιος πως εάν γίνει μια μεθοδική έρευνα, θα εντοπιστούν όλο και περισσότερες πρωτοβουλίες και δράσεις του παρελθόντος που μας είναι άγνωστες. Μια κριτική ιστορική καταγραφή της πραγματικής εξέλιξης των έµφυλων σχέσεων, αν και δύσκολη, είναι ο μόνος τρόπος μέσα από τον οποίο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τόσο την ιστορική εξέλιξη αυτών των σχέσεων, όσο και τη γυναίκα ως πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο μέσα στο κυπριακό πλαίσιο.
Σελίδα 105: Η απόρριψη από τον ριζοσπαστικό χώρο πως η βόρεια Κύπρος βρίσκεται υπό κατοχή δεν έχει προσφέρει κάποια ιδιαίτερη εναλλακτική ανάγνωση όλα αυτά τα χρόνια, πέραν από μια καταδίκη των δύο εθνικισμών και μια γενικότερη αδιαφορία κατανόησης της ιστορικής εμπειρίας και εξέλιξης της Τουρκοκυπριακής κοινότητας μετά το 1974, καθώς και των κοινωνικών σχέσεων στο βόρειο τμήμα του νησιού. Το ότι το Τούρκικό κράτος ασκεί αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο της βόρειας Κύπρου δεν είναι απλώς κάποιο νομικίστικο σόφισμα, αλλά η υλική πραγματικότητα όσων κατοικούν και ζουν στην περιφέρεια της ΤΔΒΚ, ενός αυτοανακηρυγμένου κράτους του οποίου το σύνταγμα ορίζει πως η εσωτερική και εξωτερική άμυνα ελέγχεται από τις Τούρκικές δυνάμεις [19], με την αστυνομία, τις τουρκοκυπριακές ένοπλες δυνάμεις και την πυροσβεστική υπηρεσία να υπάγονται στον Τούρκικο στρατό [20]. Το ελάχιστο για την ύπαρξη ενός κράτους είναι να μπορεί να ασκεί αποκλειστική νόμιμη βία εντός της επικράτειας που διεκδικεί [21]. Η ΤΔΒΚ δεν πληροί αυτό το κριτήριο. Μαίνεται σε όσους/όσες επιμένουν στην απόρριψη της κατανόησης της βόρειας Κύπρου ως μια διοίκηση ενός γεωγραφικού χώρου υπό τον έλεγχο του Τούρκικού κράτους, να προσφέρουν μια ανάλυση που παρουσιάζει κάποιο αξιόλογο ορισμό του κράτους και εξηγεί τι σχηματισμός είναι εν τέλει η ΤΔΒΚ.
Υποσημείωση 77, σελίδα 105: Αδυνατώ να κατανοήσω με ποια λογική ή ορισμό μπορεί να αναφέρεται η Δυτική Όχθη ως κράτος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί ο όρος «κράτος» στην Παλαιστινιακή Αρχή, καθώς οι στρατιωτικές δυνάμεις του Ισραήλ δρουν ανεξέλεγκτα μέσα στη Ζώνη A (οι επιθέσεις μέσα στην Τζενίν μιλούν από μόνες τους [8]). Οι Ζώνες B & C βρίσκονται υπό επίσημο στρατιωτικό έλεγχο του Ισραήλ.
Delirium
Αναφορές
[1] Charalambous C. (2009) ‘We’ll come at night and find you, traitor’. Cyprus Mail, 29 Δεκέμβρη. Σελίδα 123 στο ‘Φασισμός, Ξενοφοβία, Εκμετάλλευση και Ρατσιστική Βία στην Κύπρο (Έβδομη Έκδοση)’. Διαθέσιμο στο: https://movementsarchive.org/doku.php?id=el:magazines:antifaarchive:no_7 [18/02/25].
[2] IWW Cyprus (2024) Victory(?) in the struggle of delivery drivers! Διαθέσιμο στο: https://www.iww.cy/articles/victory-struggle-delivery-drivers/ [18/02/25].
[3] Karakondylou C. (2024) First collective agreement covering delivery workers to come into force. In-Cyprus, 5 Ιούλη, Διαθέσιμο στο https://in-cyprus.philenews.com/insider/first-collective-agreement-covering-delivery-workers-to-come-into-force/ [18/02/25].
[4] Kamenou N. (2011) ‘Cyprus is the Country of Heroes, Not of Homosexuals’: Sexuality, Gender and Nationhood in Cyprus. Διδακτορική Διατριβή. Λονδίνο: King's College London, σελίδα 153.
[5] European Court of Human Rights (1993) Case of Modinos v. Cyprus (Application no. 15070/89). 22 Απριλίου, σελίδες 6-7.
[6] Θεοδόρου Φ. (1978) Σ.Ν. ΕΔΕΝ: Κρίση - Μια Σύντομη Αναφορά. Δελτίο Συζήτησης, Τεύχος 3, σελίδες 19-22.
[7] Αριστερή Πτέρυγα (1981) Διακήρυξη της Αριστερής Πτέρυγας του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Σοσιαλιστική Έκφραση, Φύλλο 100, σελίδες 2-3.
[8] Al Jazeera (2025) Israeli army’s Jenin raid enters 2nd month; mass displacement in West Bank. Al Jazeera, 19 Φλεβάρη, Διαθέσιμο στο https://www.aljazeera.com/news/2025/2/19/israeli-armys-jenin-raid-enters-2nd-month-mass-displacement-in-west-bank [20/02/25].
[9] Με βάση τη λογική του ορισμού που προτάσσεται, δεν υπήρχε καπιταλισμός π.χ. τον 16ο-18ο αιώνα στην Αγγλία [10] επειδή δεν αποτελούσε ακόμη «παγκόσμιο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης». Προφανώς και δεν υποστηρίζεται τέτοια θέση μέσα στο βιβλίο, αλλά αυτό είναι το λογικό επακόλουθο με βάση τον ορισμό που παρουσιάζεται.
[10] Wood E. M. (2002) The Origin of Capitalism: A Longer View. Verso: Λονδίνο, σελίδες 125-129.
[11] ΙστοριΚων (2023) Κύπρος: Ο πόλεμος για το πολιτικό διαζύγιο. Podcast. Διαθέσιμο στο https://www.listennotes.com/podcasts/ ιστορικων-historicon/112-κύπρος-ο-πόλεμος-για-το-8DCdQq-Yy5a/ [19/02/25].
[12] Hadjipavlou M. & Mertan B. (2010) Cypriot Feminism: An Opportunity to Challenge Gender Inequalities and Promote Women’s Rights and a Different Voice. The Cyprus Review, 22(2), σελ. 247-268, σελίδα 250.
[13] Κυπριακό Κινηματικό Αρχείο (2024) Ομάδα Γυναικών Λευκωσίας. Διαθέσιμο στο https://movementsarchive.org/doku.php?id=el:groups:omadaginekon [19/02/25].
[14] Endnotes (2015) A History of Separation. In: Endnotes Volume 4, Unity in Separation. Διαθέσιμο στο https://endnotes.org.uk/issues/4 [20/02/25]. Ελληνική μετάφραση από qutopic. Διαθέσιμη στο: https://inmediasres.espivblogs.net/files/2016/06/a_history_of_separation_root.pdf [20/02/25].
[15] Κυπριακές Υποσημειώσεις (2022) The Extra-Parliamentary Radical Milieu of Cyprus: Available Sources. Διαθέσιμο στο https://cyfootnotes.blogspot.com/2022/11/the-extra-parliamentary-radical-milieu.html [20/02/25].
[16] Hadjigeorgiou N. (2020) Report on the Status of Foreign Domestic Workers in Cyprus. Σελίδα 22. Διαθέσιμο στο https://ssrn.com/abstract=4396345 [20/02/25].
[17] Benanav A. (2020) Automation and the Future of Work. Λονδίνο: Verso, σελίδα 22.
[18] Balibar E. (1990) The Nation Form: History and Ideology. Review (Fernand Braudel Center), 13(3), σελ. 329-361.
[19] Σύνταγμα ΤΔΒΚ (1985) Transitional Article 10. Διαθέσιμο στο https://ombudsman.gov.ct.tr/Portals/20/Constitution%20of%20TRNC.pdf [20/02/25].
[20] Moudouros N. (2021) State of Exception in the Mediterranean: Turkey and the Turkish Cypriot Community. Λονδίνο: Palgrave Macmillan, σελίδα 21.
[21] Weber M. (2004) Politics as a Vocation. Στο: David Owen & Tracy B. Strong (eds.), The Vocation Lectures. Cambridge: Hackett, σελ. 32-94, σελίδα 33.
'The Cyprus Carve-up', article published in anarchist newspaper 'Freedom' on 22/08/64.
It can be found by pressing here.
Σε αυτή την ψηφιακή συλλογή έχουν οργανωθεί χρονολογικά κείμενα και άρθρα του Φειδία Χριστοδουλίδη, τα οποία δημοσιεύτηκαν από τον Ιούλιο του 2020 μέχρι τον Απρίλιο του 2024.
Η συλλογή μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Articles regarding the experiences of Cypriot women in Britain. Published in Issue 4 (Series 2) of Women's Voice newspaper, in April of 1977.
It can be found by pressing here.
Letter written by the Cyprus Solidarity Committee of Boston and published in issue 19 (December Version, 1979) of the newspaper Socialist Worker (USA).
It can be located by pressing here.
Σειρά αρθρών στο περιοδικό antifa σχετικά με την Κύπρο, που κυκλοφόρησαν το 2018-2019.
Μπορούν να εντοπιστούν πατώντας εδώ.
Το τεύχος 14 του περιοδικού 'Ρήξη'.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ (24.5mb).
Φυλλάδιο κατά λογοκρισίας από το Κινηματογραφικό Κέντρο, που κυκλοφόρησε στις 21/09/78.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Open Letter to Makarios from Cypriot Defence Campaign (Ανοικτή Επιστολή προς τον Μακάριο από την Εκστρατεία Άμυνας Κυπρίων).
Bilingual leaflet from the 1970s, which was published in London.
It can be located by pressing here.
Η πρώτη έκδοση (1957) του Ημερολογίου του Γρίβα, η οποία περιέχει κομμάτι του ημερολογίου που εντόπισε η Βρετάνη αποικιακή διοίκηση της Κύπρου τη δεκαετία του 1950.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ (64mb).
Poetry collection by Kevin Cadwallender.
It can be found by pressing here (14.1mb).
A lower resolution version can be found by pressing here (2.4mb).
Νομοσχέδιο που περιορίζει το δικαίωμα στη διαδήλωση και την ειρηνική διαμαρτυρία στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Ποιητική συλλογή του Μ.Γ. Χειμαρίδη, με υπότιτλο 'Για τον πατέρα μου τον Γιώργη Χειμαρίδη τον Αρκάτη'.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ (28mb).
Μπορούν να εντοπιστούν πατώντας εδώ (219mb).
Το φύλλο 631 της Κυπριακής εφημερίδας 'Χαραυγή', που καταγράφει τη δολοφονία του αριστερού εργάτη Σάββα Μένοικου.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.
Master's thesis at the University of Surrey.
It can be located by pressing here.
Μελέτη που αναδημοσιεύτηκε το 1987 στην εφημερίδα Χαραυγή.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ (19.6mb).
Δημοσιεύτηκε αρχικά στις 28/04/2024 στο blog antidioxi.blackblogs.org
Στις 27/04 με το πέρας της πορείας ενάντια στα ψηλά ενοίκια στη Λεμεσό, έπειτα από κάλεσμα της συνέλευσης ενάντια στη κρατική δολοφονία, 20 περίπου συντρόφια κατευθηνθήκαμε έξω από το ΤΑΕ Λεμεσού για να επικοινωνήσουμε την αλληλεγγύη μας με τους συγκατοίκους του Ανις που δολοφονήθηκε από το κυπριακό κράτος.
Γύρω στις 19:30 έφτασε το σώμα της συγκέντρωσης στο σημείο και με το
που εμφανίστηκαμε στο πεζοδρόμιο της διασταύρωσης των οδών Μυκηνών και
16ης Ιουνίου, πλήθος αστυνομικών ένστολοι και μή, μας απέκλεισαν. Αμέσως
ξεκίνησαν να τραβάνε τον σύντροφο που κρατούσε τον τηλεβόα με σκοπό την
ταυτοποίηση του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αποσπαστεί από το σώμα της
συγκέντρωσης και να περικυκλωθεί από αστυνομικούς. Όταν διαμαρτυρηθήκαμε
για την προκλητική και αναίτια απόσπαση του, οι αστυνομικοί με χυδαίους
χαρακτηρισμούς, δείγμα του πολιτισμού τους, ξεκίνησαν να μας
προπηλακίζουν και να ουρλιάζουν για συλλήψεις.
Ενώ διαμαρτυρόμασταν για αυτή τη κατάσταση και φωνάζαμε πως θα
αποχωρήσουμε μόνο όταν μας δώσουν τον σύντροφο μας πίσω, ο επικεφαλής
της επιχείρησης φώναξε ότι έχουμε 3 λεπτά να διαλυθούμε αμέσως. Σαν μια
κοινή συμμορία, η κυπριακή αστυνομία ξεκίνησε να μας κυνηγά να μας
βρίζει χυδαία και να συλλαμβάνει χωρίς λόγο όποια και όποιο βρισκότανε
στον δρόμο τους. Να σημειώσουμε ότι ενώ υπάρχει πρωτόκολλο διάλυσης
συγκεντρώσεων, δεν τηρήθηκε ούτε στο ελάχιστο, αφού η λύσσα τους να
συλλάβουν και να χτυπήσουν κόσμο υπερέβαινε τους νόμους που οι ίδιοι
λένε πως ακολουθούν. Το κυνήγι από ένστολους αστυνομικούς και μή στους
γύρω δρόμους κράτησε αρκετή ώρα ενώ θα μπορούσε να ήταν επικύνδινο αφού
οι αστυνομικοί έβαζαν τρικλοποδιές σε όσα άτομα έτρεχαν με αποτέλεσμα να
πέφτουν στη μέση του οδοστρώματος την ίδια ώρα που περνούσαν
αυτοκίνητα. Τα άτομα που κρατούσαν κινητό και κατέγραφαν την αστυνομική
βία ήταν οι κύριοι στόχοι με σκοπό να μην υπάρχει αντίλογος στα ψέματα
που θα ειπώνονταν μετά. Έτσι αφού συνέλαβαν ότι μπόρεσαν να συλλάβουν,
ξεκίνησε η δολοφονία της αλήθειας, όπου σε αγαστή συνεργασία με ορισμένα
ΜΜΕ ξεκίνησαν τα γνωστά ψέματα της αστυνομίας για να δικαιολογήσει την
ακόμα μια φορά αναίτια βία που ασκείται. Κορυφαίο ψέμα της αστυνομίας
κύπρου είναι το ότι στην “συμπλοκή” αυτή μέλος τους τραυματίστηκε και
διακομίστηκε στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού για ακτινογραφία. Αν δεν ήταν
επικίνδυνα τα ψέματα τους θα ήτανε αστεία, γιατί με αυτό το ψέμα τους
κατηγορούν άδικα 4 συντρόφια μας για επίθεση κατά αστυνομικού
και έτσι έχουν μια βαρυά επιπλέον κατηγορία. Παράλληλα 2 συλληφθήσες
συντρόφισσες διακομίστηκαν στο γενικό νοσοκομείο για εξετάσεις μετά τη
βίαιη σύλληψη τους. Η μία εκ των δύο είναι εγκυμονούσα και η σύλληψη της
έγινε με τρόπο που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για το έμβρυο.
Τα συντρόφια μας πέρασαν την νύχτα σε διάφορα κρατητήρια απο την Πάφο μέχρι την Κοφίνου ουσιαστικά βασανίζοντας και εξαντλίοντας τα. Το πρωί της Κυριακής 28/04 πέρασαν απο εισαγγελέα με σκοπό την 4ήμερη κράτηση τους. Να σημειωθεί ότι υπήρχε πλήθος πάνοπλων αστυνομικών για να φρουρεί τα 10 συντρόφια μας όπως επίσης και την συγκέντρωση αλληλεγγύης έξω απο τα δικαστήρια η οποία ήταν και ο λόγος που δε επιτράπει σε άτομα μας να εισέλθουν τόσο στη δικαστική αίθουσα όσο και στο περιμετρικό χώρο των δικαστηρίων. Η δίαδικασία κράτησε γύρω στις 6 ώρες. Η αστυνομία με διάφορα παράλογα επιχειρήματα προσπάθησε να διεκδικήσει την 4ήμερη κράτηση τους ενώ ισχυρίστηκε ότι έχει ανοίξει έρευνα για πλήθος ατόμων που συμμετήχαν στην συγκέντρωση όπως επίσης και θα αναρκίνει το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον των συντρόφων μας. Με μια γρήγορη σκέψη μπορεί κανείς να καταλάβει ότι ο σχεδιασμός της αστυνομίας για την χτεσινή μέρα ήταν όχι μόνο να διαλύσει βίαια την συγκέντρωση αλλά μέσω αυτής να ταυτοποιήσει τους πάντες που αγωνίζονται και να τους απειλά με διώξεις όπως επίσής να τρομοκρατήσει το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον τους.Η δικαστής επιφυλάσσει την απόφαση της για αύριο όπου ουσιαστικά κάνει την χάρη στη αστυνομία να κρατηθούν τα συντρόφια μας ακόμα μια μέρα μέσα στα κελιά. Οι κατηγορίες είναι οι εξής :
Η μανία της αστυνομίας απέναντι μας φάνηκε απο την πορεία για τα ψηλά
ενοίκια όπου καθόλη την διάρκεια της πορείας απειλούσαν με συλλήψεις
και ξύλο το σώμα της πορείας ενώ κατα την λήξη της απέκλεισαν τα
κεντρικά πανό στην πλατεία πρυτανείας όπου αν δεν υπήρχε συγκεντρωμένος
κόσμος λόγο ενός φεστιβάλ η βίαιη καταστολή θα λάμβανε χώρο
εκεί. Προφανώς το κράτος θέλει να χτυπά και να δολοφονεί χωρίς μάρτυρες.
Το τελευταίο διάστημα το κράτος είναι σε μια διαδικασία αλλοίωσης της
πραγματικοτητας. Απο τα ψέματα της ΥΑΜ για την έφοδο στο διαμέρισμα του
Ανις, μέχρι τα ψέματα για τα χθεσινά συμβάντα, το κράτος βρίσκεται σε
πανικό και μας αποδεικνύει πως, είναι διατεθημένο να επιστρετεύσει κάθε
λογής ψέμα για να δικαιολογίσει την μανία του απέναντι στους
καταπιεσμένους και τους αγωνιζόμενους.
Το κράτος είναι φανερά ενοχλημένο απο την κινηματική δράση και
ειδικότερα για το ότι δεν έχουμε σκοπό να σιωπίσουμε μπροστά στη κρατική
δολοφονία του Ανις και οτι δε πρόκειτε να τους αφήσουμε σε ησυχία
ώστε να την συγκαλύψουνε με την άνεση τους. Μετά τα ρατσιστικά πογκρόμ
του περασμένου καλοκαιριού όπου έγιναν απο φασίστες με την ανοχή
της αστυνομίας, το κράτος έχει επιδοθεί σε ένα ασταμάτητο κατασταλτικό
σχεδιασμό όπου έχει ως στόχο τον κόσμο του αγώνα και της αλληλεγγύης.
Εμείς απο τη μεριά μας δεν έχουμε σκοπό να σταματήσουμε μπροστά στη
κρατική καταστολή και ούτε είμαστε διατεθημένοι να την δεχόμαστε
αμαχητί. Η αυταρχικοποίηση του κράτους έρχεται σε μια περίοδο άνθησης
των αγώνων στο νησι. Ο κόσμος του αγώνα είναι η μόνη πραγματική απειλή
απέναντι στη κρατική και καπιταλιστική αυθερεσία και αυτό μας το
επιβαιβαιώνουν περιστατικά σαν και αυτό.
Σε μια περίοδο όπου η ζωές μας γίνοντε αβίωτες με το κόστος ζωής,
όπου οι πόλεις μας εχουν γινει αποπνικτικές αφου γέμισαν πύργους του
ξεπλήματος και πολυεθνικές, η ελαχιστη πράξη αντίστασης απέναντι στη
βαρβαρότητα είναι πράξη επιβίωσης σε αυτό τον πόλεμο των αφεντικών
απέναντι στη ταξη μας. Οι νόμοι εφαρμόζονται μόνο στους φτωχούς, στις
εξαθλιωμένες και σε αυτούς και αυτές που θα αντιπαρατεθούν με την
εξουσία. Το κράτος έρχεται να προστατέψει το κεφάλαιο βάζοντας μπροστά
τις κατασταλτικές του δυνάμεις είτε αυτές ονομάζονται σώματα ασφαλείας
είτε παρακράτος και μαφία. Κράτος σημαίνει έλεγχος και περιορισμός.
Έτσι Όσο πιο αδύναμος είναι κάποιος τόσο το κράτος τον πατά ενώ όσο
δυνατότερος τόσο τυγχάνει προστασίας.
Το κράτος έχει την αυταπάτη ότι
με την καταστολή και τα συνεχόμενα δικαστήρια των συντρόφων και των
συντροφισσών μας θα μας εκφοβίσει τόσο που θα σταματήσουμε να
αγωνιζόμαστε. Εμεις ξέρουμε ότι έχουμε το δίκαιο μαζί μας και γιαυτό θα
συνεχίσουμε τους αγώνες μας.
Η αλληλεγγύη είναι η κοινή μας γλώσσα και το
όπλο μας απέναντι στη βία του κράτους και του κεφαλαίου
Άμεση αθώωση των συντροφισσών και συντρόφων μας
Άμεση απελευθέρωση των συγκατοίκων του δολοφονημενου Ανίς
–Πρωτοβουλία υπεράσπισης διοκώμενων Αγωνιστών/-ριών
Interview of Andreas Nicolaides, known as 'The Government Photographer' in Cyprus.
It can be found by pressing here.
Associated Press: Having been awarded 58 Pulitzer Prizes, Associated Press remains one the leading news outlets in the English-speaking world, providing a steady and reliable flow of information. It occasionally also publishes a list of fake news surrounding a given ongoing topic, debunking each piece of misinformation by tracing its origin and clarifying the facts.
Reuters: A media company whose reliability in reporting
rivals that of Associated Press. Maintains stubbornly a neutral language in its
reporting, avoids consciously sensationalism and biased language and aims to contain
in its reporting primarily facts. Reuters is behind a paywall, but its articles are reposted by third-parties online.
Al Jazeera: Reliable network which tends to follow up on the
stories it covers. As Al Jazeera is often portrayed as the definite source for information within left-leaning circles, It should be noted that as Al Jazeera is being funded primarily
by the government of Qatar, it maintains its own biases, with the most evident, explicit example, being the coverage of the 2022 World
Cup hosted by Qatar, in which Al Jazeera whitewashed the crimes committed by the Qatari state
and published consistently propaganda in its favour. On the Israeli-Palestinian conflict, Al Jazeera maintains consistently a bias in support of Palestinian claims. Nonetheless, it is important to also note that having bias
does not mean the publication of false information, and if one remains aware of
Al Jazeera’s position, the network has consistently remained a reliable source of information surrounding
the conflict, often providing more in-depth coverage of incidents and events as they take place.
Haaretz: Left-leaning Israeli newspaper known for its
critical approach to fundamentalism, authoritarianism and expansionist Israeli
policies. Haaretz remains a reliable English-language source originating within Israel,
especially if one wants to follow internal Israeli news and get an understanding
of the different political positions and conflicts existing and evolving within
Israeli society. Like Al Jazeera, Haaretz is not a neutral source of information, containing its own biases in favour of specific Israeli positions, expressing one political viewpoint, among many, within Israel.
Bellingcat: Investigative journalist website specialising in fact-checking and open-source intelligence, having done excellent work so far on the Ukraine-Russian war. It is worth checking what Bellingcat has to say on controversial and/or unclear developments surrounding war crimes, conflictual claims, and propaganda. Bellingcat has not published much on the Israeli-Palestinian as yet, but this could very well change in the near future.
In the occasion that a link is dead, or a website is blocked, use the WaybackMachine to gain access.
Misinformation is widely being spread from both sides of the conflict on social media platforms. Information on both social media and random/less known websites should not be considered reliable unless it is verified from a reliable source. Individuals on such platforms are often unaware that they are spreading misinformation themselves.
![]() |
A detailed critical analysis of the "Rojava revolution". This is a much enlarged version of 'Kurdistan?' written by G.D. and T.L published on Troploin.
It can be located by pressing here.
A PDF version for printing purposes can be found by pressing here.
Η εφημερίδα “Εστιάδες” βγήκε σε 36 φύλλα με δεκαπενθήμερο ρυθμό έκδοσης, από τις 28 Νοεμβρίου 1913, ως την 1η Μαΐου 1915.
Τα φύλλα 28-36 (Έτος Β, 1915) της εφημερίδας 'Εστιάδες' μπορούν να εντοπιστούν πατώντας εδώ.
Φύλλο του Νέου Κυπριακού Φύλαξ για τα Γεγονότα στο Λευκόνοικο που κυκλοφόρησε στις 29/03/45.
Μπορεί να εντοπιστεί σε μορφή PDF πατώντας εδώ.
Conference paper presented by Daphnos Economou at the 1st Historical Materialism Athens Conference at Panteion University, in May 2019.
Introduction
Few materials on the history of the Communist Party of Cyprus were accessible till the mid-1990s.
The Hoover Institution had published a Cold War diatribe in 1971 as part of its “Comparative Communist Party Politics” series. Its author, T.W. Adams, had earlier penned a monograph titled “U.S. Army Area Handbook for Cyprus”, issued by the Government Printing Office in Washington.
The other available source was a celebratory volume published by AKEL – the successor of the KKK – for the 50th anniversary of its founding, in 1976. Here anecdotal story telling substituted for historical and political fact. Through it, the “pioneering communists” were first praised for their selflessness, then excused for “inexperience” and “excessive zeal”, to be ultimately bypassed.
By the mid-1970s, AKEL was a firmly established workers’ party, regularly obtaining 30-35% of the popular vote. However, unlike its influential counterparts in the West, which moved in the direction of “soul-searching” en route to their historic compromise, the ramifications of the Cold War in the north-eastern Mediterranean dictated that AKEL maintained an unflinching pro-Moscow outlook. This goes some way in explaining AKEL’s protracted historiographic inertia.
From the little that trickled down, we knew that the KKK stood for the “complete independence of Cyprus from British imperialism and for the establishment of a workers and peasants government, as part of the nearest democratic soviet federation”. More specifically, “for a free and independent Cyprus incorporated to the Soviet Socialist Federation of the Balkans”.
These statements, detached from their historical context, sounded very much like a mouthful. We did not fully appreciate at the time that prior to WWII, the question of Cyprus was part of the Eastern Question, with its epicentre not in the Middle East, but in Europe itself – in the Balkans.
* * *
Here I will address three episodes in the first career of the KKK:
First, I will try to sketch the social, economic and political conditions prevailing in Cyprus at the time of the emergence of KKK. Second, I will very briefly introduce one of the major influences in the development of the organisation, specifically that emanating from the communist movement in Egypt; and third, I will try to establish the role of the KKK in the island-wide revolt of October 1931.
* * *
Facets of Uneven and Combined Development
Capitalism in Cyprus arrived late and abruptly, on the eve of the 20th century.
In the transference of the island from Ottoman to British rule, changes were introduced to the islands legal framework. While the Ottoman system penalised indebted landholders, it explicitly disallowed the confiscation of land in compensation. Under the British, the legal instrument for the mass expropriation of small landholders was provided. With the outbreak of WWI and the sharp fall in foreign demand for agricultural goods, the merchant moneylenders decimated the peasant population. In the space of a mere decade, the dispossessed peasantry would join the ranks of the working class, now to account for the considerable 10%of the population.
Waged labour was absorbed in tobacco factories, in silk manufacturing, in wineries, in the building industry, in public works, as dockworkers and – in the case of child labour – as apprentices in craft industries. The two largest employers were, by far, the asbestos mine in Amiantos and the copper mine in Skouriotissa, which between them employed some 8,000 workers.
This rapid process of uneven and combined development meant that within a matter of years the labour movement in Cyprus achieved a position that took decades – even centuries – to arrive at in the capitalist heartlands. What is more, the formation of the Cypriot working class as a class “in itself” coincided with the moment of its drive as a class “for itself”. The reverberations of the Russian revolution, revolutionary turmoil in Europe and in the Balkans, and revolutions in the colonial and semi-colonial world – especially in Egypt – meant that the political expression of the aspirations of Cypriot working class sidesteped the long-standing traditions of European Social Democracy, which had hit the rocks on August 4, 1914. In Cyprus Bolshevism would dominate ideologically from the outset. The organisation of the class in labour unions went hand in hand with the establishment of communist cells. To be precise, the communists were the driving force in setting up the first trade unions on the island.
At the centre of this bustling activity was the port city of Limassol, where the first Labour Club (Εργατικό Κέντρο) was set up in 1922. Here also the KKK established its first offices and, soon after, its own print shop – managed by Costas Skeleas. Pyrsos (the Torch) was first published in late 1922 as the party’s regular paper. From January 1925, Neos Anthropos (the New Man) was launched under the editorship of Nicos Yiavopoulos, on his return from Greece, where he was active in SEKE-KKE. In this publishing effort, a team of people, who effectively formed the leadership of the party, supported Yiavopoulos. A few more names are here in order: Charalambos Solomonides, the person legally responsible for the paper, and, as a consequence, for years in and out of prison; Demetros Chrysostomides, the first secretary of the party; Charalambos Skapaneas, industrial organiser; Yiannis Lefkis, Christos Savvides and Leonidas Striggos; as well as Ploutis Servas and Fofo Yiavopoulou-Vassiliou, then high-school students; Charalambos Vatiliotis was a regular correspondent from Egypt (for whom more will be said further down); and Christodoulos Christodoulides and Emilios Hourmouzios.
The latter two – Christodoulides and Hourmouzios – published further a monthly literary review – Avgi (Dawn) – that drew around it the young ,demoticist intelligentsia (δημοτικιστές) of the mid-1920s. People likes Leonidas Pavlides, who had made the acquaintance of Lenin in his Zurich years; Glafcos Alithersis, based in Alexandria, Egypt; Antonis Indianos, Takis Fragoudes, Pavlos Krineos; and Nicos Nicolaides, who was moving to and fro Alexandria and Limassol. Along with their own literary efforts, Avgi published extensive tracts from of works by Henri Barbusse – then leading the Clarté movement – Anatole France and many others, including most notably Victor Serge.
Such was the impact of the KKK, that within five years of the publication of its fortnightly newspaper, it fielded candidates for the Legislative Assembly, to obtain some 12 to 15% of the vote. This figure, big in itself, becomes all the more astonishing when one takes into account that eligible to vote at the time were only men, with property in their name, and, what is more, who had all their tax obligations settled.
Favourable to the efforts of the early communists was one further fact: both wings of the Greek Cypriot political establishment had invested heavily in the joint effort of Greece and Britain to expel Turkey from its European territories; from the Dardanelles to Turkey’s entire costal area on the Aegean, Istanbul included. The ultimate defeat of the Greek expeditionary forces in 1922 by the national revolutionary army of Mustafa Kemal, put paid to Greek expansionist visions for a “Greece on two continents and five seas”.
This bloody affair – which resulted in the mass exchange of populations, involving some 2 million people – signified a major reversal in the enosis aspirations of the Greek Cypriot elite; which anticipated an early and smooth handover of the island from one ally to another, from Britain to Greece.
The Asia Minor disaster informed and gave further impetus to the internationalist proposition advanced by the KKK for an independent – that is to say, a multinational – Cyprus as part of a socialist federation of the Balkans. Given the revolutionary potential of the epoch, this was not mere propaganda, immaculately conceived at some office of the Comintern.
I hasten to add that it was the same revolutionary rationale that gave rise to the proposition for an independent, multinational state of Macedonia and Thrace. After all, the case of Crete – with a Turkish population of 36% at the turn of the century, reduced to 0% by 1930 – constituted a stark warning. Either it would be a socialist multinational federation of the Balkans, or the waves of reaction and ethnic cleansing witnessed in the decades that have since elapsed.
Let me just mention that between 1928 and 1934, the exhausted and crisis-ridden ruling classes of the Balkans would themselves attempt to establish a Balkan Federation of sorts. This was the time when Eleftherios Venizelos and Kemal Attaturk were nominated for a joint Nobel peace prize, if that rings a bell…
Bolsheviks on the Nile
In 1919, three individuals made separately their way to Egypt. Maria Kriezi, on her return from revolutionary Russia to Istanbul, discovered her home city dominated by an ominous atmosphere, and a number of foreign armies. She found work with a Russian company and took off for Alexandria. Iordanis Iordanides, also from Istanbul, moved first to Greece and then Cyprus where he found employment as a high school teacher. He was soon sacked for his espousal of the Greek demotic language and his “Maximalist” views. He would then find work at Victoria College, Alexandria, where he moved. Charalambos Vatiliotis, a graduate of the Agricultural School in Nicosia was already a radicalised young man. He also departed for Alexandria in mid-1919.
All three arrived in a country that was in revolutionary ferment. The three – Kriezi, Iordanides and Vatiliotis – would start working along others to set up the Groupe La Clarte, the Groupe d’Edudes Sociales, the trade union Confederation General du Travail and the Egyptian Communist Party. Vatis worked as a full-timer for the ECP.
After a botched attempt to occupy the factories in Alexandria, many ECP members were arrested and jailed: Kriezi and Iordanedes fled to Athens where they joined the KKE. Vatis left for Moscow to seek help for the ECP and to attend for a year the International Lenin School. Soon after he would move to Greece to join KKE. He would be part of the trials and tribulations of the Stalinist takeover of KKE between 1927 and 1929, especially in relation to the issue of Macedonia. He departed again for Moscow where he stayed for a little more than a year.
Kriezi is none other than Maria Iodrdanidou, the celebrated author of Loxandra, etc., etc.
October 1931
Between October and December 1930 Vatis and the poet Tefkros Anthias returned to Cyprus to plunge themselves in the activity of the KKK. The first arrived from the Soviet Union “for personal reasons” (a reason open to political interpretation); and the second from Athens, in order to escape the anti-communist witch-hunt launched by the government of Eleftherios Venizelos.
Within months of their arrival, Vatis was charged by the colonial government for “incitement to mutiny”, while Anthias was excommunicated by the Holy Synod for his work “The Second Coming”. A few month earlier, in August 1930, the introduction of new press laws forced Neos Anthropos to suspend publication.
Yet, 1931 – the year of Britain’s departure from the Gold Standard, of the Invergordon mutiny and the hunger marches – was a good year for the KKK. Between January and October 1931 fifteen mass meetings were held throughout Cyprus with an average attendance of 500, (some reaching the 800 figure). The topics of these meetings ranged from unemployment, Lenin’s Russia, the latest “tax reform”, and the role of the Greek Orthodox Church. Furthermore, until the outbreak of the October revolt, Anthias was on tour throughout the island – from one village to the next – lecturing with the support of an amateur theatre company.
A few words on the events that led up to the outbreak of the October rising are in order:
In April 1931, the nationalist members of the Legislative Council voted in support of the introduction of new taxation at the detriment of the mass of the poorer layers. When, however, the Governor – Sir Ronald Storrs – promulgated further a taxation on imports from third countries – that is, non-commonwealth countries – to satisfy the all too familiar economic policy fixation for a “balanced budget” – the nationalist leadership, composed largely of merchants, Church prelates and Greek Legislative Council members, attempted to dissent. The National Organisation, was summoned in mid-October to address the issue.
It failed utterly to arrive at any concrete proposal in response. They discussed for hours the possibility of launching an island-wide campaigning to refuse tax payment, only to discover that they themselves had already settled their dues with the tax office. As the virulently anti-communist Greek consul on the island – Alexis Kyrou – reported,
“Constitutionalists and Intransigents accuse and curse each other publicly in the press, with the first being charged by the Intransigents for treachery and of being on London’s payroll – the National Organisation is completely neutralised.”
There was, of course, one further actor to take account of. Pressure from below was mounting.
In an attempt to outwit his “radical nationalist” opponents and save face with his electors, the moderate bishop of Kition, Nicodemos Mylonas, resigned his post on the Legislative Council. Before an audience of 2,000, he urged the island’s population – a mere 350,000 – to strike at the Empire by boycotting British products. Supposedly, in a rhetorical burst he also proclaimed the union of Cyprus with Greece. The Intransigents became terribly upset by Mylonas’ attempt to beat them at their own game. Makarios Myriantheas, Andreas Hadjipavlou and Savvas Loizides called a counter-meeting for the following day to denounce Mylonas for duplicity. Venue, the Business Club of Nicosia.
The uprising of October 1931 begins here. When the bigwig organisers of the meeting announced at its closing that they were to proceed – alone – to petition the Governor, the crowed began mocking them that their true intention was to “have their tea on Government hill”. Chanting “down with the tax endorsers” (κάτω οι φορομπήχτες), the call was raised from the crowd for ALL to march to Government House. As the procession crossed the city, it grew rabidly in numbers, reaching 5,000 on arrival at Government house. Amongst them, members and supporters of the KKK. The members of the Legislative Council attempted to flee the scene but were browbeaten to stay put by the crowed.
One can hardly accuse the KKK for not having joined the initial meeting, called by the ravingly anti-communist “radical” nationalists at the Business Club of Nicosia. However, they were in place when and where it mattered, partaking in the actual blazing of Government House.
In the following days, the revolt spread like wildfire throughout the island. The nationalist leaders abandoned ship one after the other, imploring the populace for a return to order. The KKK met with the Archbishop and proposed a joint united anti-imperialist front, living the issue of Enosis or Independence to be decided by the course of events. Contact had earlier also been established with the Kemalist leaders of the Turkish Cypriot community to join in the revolt. The Archbishop politely declined joint action, to denounce the following day the unfolding revolt in the company of Sir Ronald Storrs. The KKK would now appeal to peasants and workers from a position of vantage to continue on the road of revolution.
The KKK effectively assumed leadership of the uprising – or, to be more precise, it was the only force on the ground attempting to lead and channel the energy released by the uprising. Police Stations were raided throughout the island, and their weapons removed. In the following days, mass militant assemblies were called twice by the Labour Centre of Limassol and once in Nicosia. In Famagusta, the authorities were forced to officially surrender the city. The construction workers union marched from Kaimakli to the centre of Nicosia. In the villages, key organisers were the members of the local Co-operatives (mostly sympathetic towards the KKK) along with the informal network of subscribers to Neos Anthropos.
To cut long story short, British troops flew in from Egypt, which succeeded in suppressing the uprising three weeks later, by mid-November. Three thousand people were thrown into jail – over 1.5% of the total adult population – including some 200 members of the KKK. Sentences ranging from a couple of months to 10 years were inflicted on the “ringleaders”. It is inside jail that the KKK turned to mass recruitment, with its members soon after forming clubs throughout the island, and an influence that has been sustained to date.
The reason of this descriptive – if brief – account is the following:
Since 1948 and the defeat of the Left in the Greek civil war, in Cyprus a myth has been promulgated to the status of dominant narrative: The KKK is portrayed as having failed to take part in the 1931uprising, because of its absence from the “Business Club” on 21 October and because of its opposition to enosis. This is complete nonsense.
However, for this insult to gain credence, injury had to be inflicted from sources closer at home.
The embracing of the stages theory and of the popular front politics of the Stalinised Comintern in the mid-1930s meant that the KKK-AKEL itself would depart from its previous outlook on the Cyprus Question, adopting enosis as the necessary corollary in its pursuance of an alliance with the “national bourgeoisie”. It would tail-end the politics of the “patriotic Right”, which in all essentials, coincided with those of the unforgiving and revanchist Right: of Makarios and his confirmed anti-communist henchman, George Grivas.
In November 1932, Vatis and Skeleas were exiled by the British authorities to London. From there they made their way to Moscow, where they were tried by the Balkan Bureau of the by then completely Stalinised – Communist International. Heading the inquiry was Bela Kun, the one-time comrade of György Lukács, and leader of the failed Hungarian revolution of 1919. They two were found guilty for having attempted to implement the Bolshevik tactic of the united front. In “the third and final period of Capitalism” only the immediate raising of the slogan of “socialist revolution” would do. Vatis was sent to the famished areas of the Soviet Union where he died from typhus in December 1933. Skeleas was executed while WWII was raging in 1942. Christodoulos Cristodoulides – the editor of Rizospastis in the early 1930s and the brother of Costas Skeleas – was also called to Moscow. He was executed in the 1940s. So was Iordanis Iordanides. Bela Kun, the inquisitor, would himself be executed in 1938 for “leading a counter-revolutionary terrorist organisation”. And here we are, nearly a century later, unearthing still our revolutionary traditions.
Short anti-colonial book by E. J., published by the Committee for Cyprus Autonomy in 1942.
It can be found by pressing here (17.6mb).
Συνέντευξη που έδωσε ο τέως Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 20/08/23.
Μπροσούρα με συντηρητικό περιεχόμενο που κυκλοφόρησε το 1971 σχετικά με το παλιό ΓΣΠ στη Λευκωσία.
Μπορεί να εντοπιστεί πατώντας εδώ.