One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayThe Trim

"Ο θείος Γιάννης" του Αντώνη Γεωργίου

By nicostrim
Image may contain: 5 people, people sitting, table and indoor

Image may contain: 2 people

Είδαμε απόψε το έργο - πραγματικά εξαιρετικό. Μια τομή στη κοινωνία που αλλάζει ριζικά, όχι μεγαλόστομες αναλύσεις, αλλά μέσα από τη καυστική και διεισδυτική οπτική των ανθρωπίνων σχέσεων και αντιφάσεων. Μια παρέα «μεγάλων» στο ρηχό μικροαστικό τους κόσμο-κουβούκλιο συναντάται κάπως με τον αβέβαιο κόσμο ενός νέου και νέων αστάθμητων αβεβαιοτήτων, όπου όλα είναι τόσο διαφορετικά. Κι όμως οι «μεγάλοι» απλώς τα βλέπουν ίδια με αυτά που έζησαν κι αυτοί κάποτε – καχύποπτοι ομφαλοσκόποι δε βλέπουν ή δε θέλουν να βλέπουν τι αλλάζει. Όλα είναι εκεί, ανάκατα: ματαιοδοξία, εγωισμοί, μοναξιά, φόβος και ανασφάλεια, botox, προκαταλήψεις, σεξουαλικότητα, συγκρούσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα και έρωτας, ψέματα κι προδοσίες. Κι αυτοί γαντζωμένου στη δική τους «φουσκάλα», τον «κύκλο τους», ενώ η υπόκρουση προαναγγέλλει το αποκρουστικό ήχο ενός υφέρποντα φασισμού. Από τη ρηχότητα και το ανάλαφρο κενό περνούμε στο σπαραγμό της αίσθησης ότι γερνάνε. Κι αυτά όλα υφαίνονται και κυλάνε στο έργο αφήνοντας στο τέλος μια όμορφη νότα και γέλιο. Ο Θείος Γιάννης, ή Θέιος Βάνιας του Τσέχωφ μπαίνει στη καθημερινή ζωή της Λεμεσού μας έρχεται Λευκωσία. Γοητευτικές και έξυπνες είναι οι αναφορές στο Τσέχωφ, ενώ η εναλλαγή της κλασσικής με τα σκυλλέ και χρήση της Κυπριακής δουλεύει σα θαύμα για να αποδώσει το Κυπριακό σκηνικό του σήμερα.
  • March 16th 2019 at 22:24

The Proliferation of Cypriot States of Exception: The Erosion of Fundamental Rights as Collateral Damage of the Cyprus Problem

By nicostrim
The Cyprus Review, Vol. 30:2 Fall 2018.

Abstract

This paper argues that, despite some promising signs in the early 2000s that the ‘Cypriot states of exception’ might be superseded with a rights-based normality via the resolution of the Cyprus Problem together with accession to the EU, we instead have witnessed a proliferation of regimes of exception and derogation of rights. After briefly discussing the diminishing potential for solving the Cyprus Problem and the faltering EU integration process as a rights-based democratic space, the paper focuses on developments within the Republic of Cyprus. It demonstrates that, despite some welcome developments in the institutional frame as a result of acceding to the EU as well as implementing the Charter of Fundamental Rights, there are two tiers of problems the Republic of Cyprus faces. As an EU member, it is plagued by a triple crisis undermining fundamental rights in the Union and its members: securitisation, particularly after 9/11 and recent terrorist attacks; austerity measures following the financial crisis; and the post-2015 ‘refugee crisis’, which has unleashed disintegration processes, rightwing anti-Europeanism and leaving the EU. This second tier of problems relate to the Cypriot states of exception. The paper illustrates that these processes have intensified the deteriorating situation at the expense of fundamental rights, particularly since the financial crisis-and-austerity packages in post-2013, into four distinct areas: (1) many aspects involving Turkish-Cypriots; (2) migration and free movement; (3) economic and financial aspects relating to the causation and management of the financial crisis; and (4) environmental issues. Finally, it proposes a schematic theoretical critique of how to go beyond the logic of ‘states of exception’.
  • March 14th 2019 at 23:21

Αποτυπώνοντας θραύσματα του θαυμαστού και συνάμα φοβερού μας κόσμου

By nicostrim
 
ΔΑΦΝΗ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗ ΤΡΙΜΙΚΛΙΝΙΩΤΗ
  • Αποτυπώνοντας στιγμές-θραύσματα του θαυμαστού και συνάμα φοβερού μας κόσμου
  • Η Τέχνη ανοίγει ένα  συνεχή διάλογο με την ίδια τη ζωή.

Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου
Ύστερα από 12 χρόνια απουσίας, η Δάφνη Μαυροβουνιώτη Τριμικλινιώτη παρουσιάζει από την 1η Μαρτίου στην γκαλερί Αποκάλυψη, στη Λευκωσία τη νέα της εικαστική πρόταση με τίτλο What a wonderful world – Fragments.  Ξεκίνησε αυτή τη σειρά έργων, «αποτυπώνοντας κάποιες όμορφες στιγμές ακούοντας το τραγούδι What a wonderful world» αλλά ταυτόχρονα αποτύπωσε «στιγμές απόγνωσης από εικόνες οδύνης και δυστυχίας που είναι τόσο πλησίον μας».  Η Δάφνη Τριμικλινιώτη «όσο θυμάται  το όνειρο της ήταν πάντοτε να γίνει ζωγράφος και όπως μας λέει «μέσα από την τέχνη και τα έργα μου  εκφράζω τις ανησυχίες μου για το σήμερα αλλά και την ελπίδα για το αύριο». Διετέλεσε  μεταξύ άλλων Πρόεδρος του ΕΚΑΤΕ αλλά και γενικότερα ασχολήθηκε δραστήρια με την διεκδίκηση δικαιωμάτων των καλλιτεχνών. Η Τέχνη για την ίδια «λειτούργει σαν αντίβαρο ισορροπίας και ανοίγει ένα συνεχή διάλογο με τη ζωή»

Από πότε ασχολείστε με την ζωγραφική/ εικαστικά;
Και οι δύο αυτές ερωτήσεις με παίρνουν πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Όσο θυμάμαι το όνειρο μου ήταν πάντοτε να γίνω ζωγράφος. Ποτέ δε διανοήθηκα κάτι διαφορετικό. Ζωγράφιζα πριν ακόμη πάω στο δημοτικό σχολείο και όταν ο δάσκαλος στο χωριό Φασούλα απ’ όπου κατάγονταν οι γονείς μου είδε ένα σκίτσο που ζωγράφισα βλέποντας το σκίτσο του Πικάσο «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»,  ήταν τότε στη δίκη του Μπελογιάννη, θεώρησε ότι είχα ταλέντο και με έβαζε σε ένα θρανίο στη γωνιά της τάξης να ζωγραφίζω. Από τότε μου έμεινε αυτό το μεράκι.
Σκέφτομαι επίσης πόσο οι τότε συνθήκες βοήθησαν στην ανάπτυξη της δικής μου δημιουργικότητας όπως και άλλων παιδιών της εποχής εκείνης. Δύσκολοι καιροί, λιγοστά τα παιγνίδια, έπρεπε να βρούμε τρόπους ψυχαγωγίας και παιγνιδιού. Δημιουργούσαμε μόνοι τα παιγνίδια μας Φιγούρες για θέατρο σκιών – καραγκιόζη, αυτό ήταν αποκλειστικότητα δικιά μου. Χρησιμοποιούσαμε τη φαντασία μας παντού. Κάτι που σκοτώνεται σήμερα στα παιδιά με τα κινητά τηλέφωνα, tablet και τηλεόραση. Τα βομβαρδίζουμε με πληροφορίες και γνώσεις αλλά σκοτώνουμε τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Επίσης στην πρώτη γυμνασίου μου έτυχε μια αγαπημένη καθηγήτρια η κυρία Αλίκη Λιμνάτη, που πίστεψε στο ταλέντο μου και με ενεθάρρυνε πολύ στο να ακολουθήσω σπουδές.
Πότε ήταν η πρώτη σας έκθεση;
Φεύγοντας από την Κύπρο στην ηλικία των δώδεκα χρόνων προς Λονδίνο είχε πλέον διαμορφωθεί για μένα πια πορεία να συνεχίσω. Ακολούθησα σπουδές στο Λονδίνο και έκτοτε ασχολούμαι με την τέχνη. Δούλεψα μερικά χρόνια στον εμπορικό τομέα, διαφημίσεις, απεικονίσεις σε περιοδικά, εξώφυλλα βιβλίων κλπ. Το 1966 είχα την τιμή να φιλοτεχνήσω το εξώφυλλο μιας σειράς ποιημάτων του μεγάλου πνευματικού ανθρώπου Τεύκρου Ανθία με τίτλο Σ ’αγαπώ. Γνώρισα τον εξαίρετο αυτόν άνθρωπο στα πρώτα μου βήματα στην τέχνη και μου έδωσε φτερά να πετάξω με την ενθάρρυνση και την αγάπη που μου έδειξε.
Είχα τις πρώτες μου εκθέσεις ομαδικές και ατομικές πολύ νωρίς μετά τις σπουδές μου στο Λονδίνο στα πλαίσια των εκδηλώσεων της παροικίας. Στη Κύπρο είχα την πρώτη μου έκθεση το 1980 και από τότε ακολούθησαν 15 συνολικά ατομικές στην Κύπρο και διάφορες χώρες του εξωτερικού.
Τι είναι αυτό που σας ωθεί στην Τέχνη;
Πρώτα απ’ όλα είναι το πάθος μου για την τέχνη. Είναι μια αδήριτη ανάγκη έκφρασης και εξωτερίκευσής των σκέψεων και πεποιθήσεων μου. Μέσα από την τέχνη και τα έργα μου εκφράζω τις ανησυχίες μου για το σήμερα αλλά και την ελπίδα για το αύριο. Η ιστορία και τα πάθη του τόπου μου, στοιχεία και καταστάσεις του άμεσου περιβάλλοντος επηρεάζουν την ψυχική  μου διάθεση και σπρώχνουν προς τα έξω και βρίσκουν διέξοδο μέσω της τέχνης.
Η Τέχνη λειτουργεί σαν αντίβαρο ισορροπίας. Ανοίγει ένα  συνεχή διάλογο με την ίδια την ζωή. Μας σπρώχνει να κοιτάξουμε τη ζωή μας να ανακαλύψουμε εκείνα που μας  κάνουν να συναισθανόμαστε ποιοι είμαστε. Να καταλάβουμε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας.
  Έχετε διατελέσει μεταξύ άλλων Πρόεδρος του ΕΚΑΤΕ αλλά και γενικότερα ασχοληθήκατε με την διεκδίκηση δικαιωμάτων των καλλιτεχνών. 
Η ίδρυση του Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών Κύπρου – ΕΚΑΤΕ το 1964 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνών στη Κύπρο. Αυτή η απόφαση των πρωτοπόρων δημιουργών εκείνης της εποχής, όπως ο Διαμαντής, Κάνθος Χριστόφορος Σάββα και άλλοι έβαλαν τα θεμέλια για την προαγωγή της τέχνης και της δημιουργίας σε όλους τους τομείς.
Το ΕΚΑΤΕ υπήρξε πόλος έλξης και χώρος συνάντησης, συζήτησης,  προβληματισμού και διεκδίκησης των καλλιτεχνών σε κλίμα συνεργασίας δημιουργίας κι εμπιστοσύνης. Έδωσε υπόσταση στον κάθε καλλιτέχνη και βοήθησε στη συμμετοχή της Κύπρου σε σημαντικές  εκθέσεις εντός και εκτός Κύπρου, όπως Μπιενάλε, συνέδρια κλπ. Έθεσε τους πρωταρχικούς στόχους του επιμελητηρίου που παραμένουν μέχρι σήμερα και είναι η προαγωγή της τέχνης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε όλους τους τομείς, και η διασφάλιση του δικαιώματος της ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης.  όπως επίσης  και η προώθηση των δικαιωμάτων και συμφερόντων των καλλιτεχνών.
Ένα μεγάλο επίτευγμα του ΕΚΑΤΕ υπήρξε η επιτυχία της ψήφισης του νόμου περί του ελάχιστου ποσοστού του 1% για εμπλουτισμό δημοσίων κτηρίων με έργα τέχνης μέσω διαγωνισμών. Νόμος του 1992, ο οποίος εφαρμόστηκε  δυστυχώς  σε ελάχιστες περιπτώσεις. Και παρ’ όλες τις προσπάθειες για τη σωστή εφαρμογή του, ακόμη και της τροποποίησης της όλης διαδικασίας για καλύτερη εφαρμογή συνεχίζει να μην εφαρμόζεται.
Ποια θεωρείτε πως είναι σήμερα η θέση του πολιτισμού και των τεχνών όπως και του καλλιτέχνη στην κυπριακή κοινωνία;
Ο πολιτισμός κάθε τόπου αποτελεί προϊόν της διανοητικής και πολιτισμικής ανάπτυξης της κοινωνίας του. Είναι επίσης ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η πολιτιστική ανάπτυξη αποτελεί ένα από τους πιο σημαντικούς παράγοντες σένα ισορροπημένο κράτος.
Οι Κύπριοι καλλιτέχνες χάραξαν οι ίδιοι μια μεγάλη πορεία μέσα από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Κατάφεραν όμως να επιβιώσουν και να επιβληθούν στο σύγχρονο εικαστικό γίγνεσθαι,  έχοντας  πίσω τους ένα σημαντικό έργο άξιο κάθε εκτίμησης και προβολής.
Ποια όμως είναι η θέση τους στην κοινωνία και πως αντιμετωπίζονται; Η εκτίμηση προς τους ίδιους τους δημιουργούς  και πολιτιστικούς παράγοντες αντικατοπτρίζει το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνίας.
Γι’ αυτό  θεωρώ ατυχή εάν όχι απαράδεκτη την κατάργηση του θεσμού που αφορούσε στα τιμητικά χορηγήματα. Ήταν  η μόνη πράξη εκ μέρους της Πολιτείας  που  φανέρωνε εκτίμηση προς τους ίδιους τους καλλιτέχνες αλλά και  πίστη προς την αξία του έργου των δημιουργών. Για ένα διάστημα μερικών χρόνων υπήρχαν όπως ξέρουμε τα τιμητικά χορηγήματα, και στη  περίπτωση του μηνιαίου χορηγήματος αφορούσε  καλλιτέχνες με πολύ χαμηλό εισόδημα μετά την σύνταξη τους. Αυτό το βοήθημα  των 500 ευρώ το μήνα δινόταν σε μια χούφτα ηλικιωμένους πνευματικούς ανθρώπους που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας δίνοντας τους το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης  στα τελευταία δύσκολα χρόνια τους.  Δυστυχώς καταργήθηκε το 2013.
Βέβαια όταν το αναφέρει κάποιος, μας λένε ότι υπάρχει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, αλλά αυτό καμία σχέση δεν έχει με τιμητική πράξη.   Κάθε άλλο, το θεωρώ τον απόλυτο εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ενός καλλιτέχνη. Το έργο των καλλιτεχνών μένει για πολλά χρόνια μετά τον θάνατο τους για να το αξιοποιεί και να το χαίρεται η πολιτεία. Πιστεύω ότι είναι υποχρέωση της Κοινωνίας και της  Πολιτείας να παρέχει στους δημιουργούς την ανάλογη τιμή, στην πράξη, όσο βρίσκονται στη ζωή και όχι μετά θάνατο.
Ποιος ο ρόλος της τέχνης σήμερα;
Σ’ ένα  κόσμο που διαρκώς αλλάζει, όπου  αντιλήψεις, σκέψεις, ιδανικά και αξίες διαφοροποιούνται συνεχώς,  ένα κόσμο που αναδομείται και αυτό-αμφισβητείται, η Τέχνη παραμένει πάντα μια σταθερή αξία. Είναι αδιαμφισβήτητα  αποδεδειγμένο ότι η τέχνη αντανακλά το πνεύμα και τις ιδέες της κάθε εποχής, με τις διάφορες κοσμοθεωρητικές και κοινωνικές αλλαγές να επηρεάζουν καθοριστικά την καλλιτεχνική έκφραση. Εάν κοιτάξουμε την εξέλιξη της κυπριακής τέχνης, ιδιαίτερα από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας θα δούμε ότι μέσα από τα έργα των καλλιτεχνών, καταγράφεται η ίδια  η πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ζωή, ο πόνος, οι αγώνες και η ιστορία του λαού της Κύπρου καταγράφονται με τον πιο άμεσο τρόπο, από τους ίδιους τους καλλιτέχνες σε στενή σχέση με τις ευρύτερες ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις της ίδιας εποχής.
Χώρες όπως η δική μας η οποία δεν διαθέτει μεγάλη πολιτική και στρατιωτική ισχύ, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένες να ενισχύσουν κάθε δυνατότητα πολιτισμικής δημιουργίας και διπλωματίας η οποία μπορεί να προβάλει την φύση του πολιτικού μας προβλήματος στο εξωτερικό. Η Τέχνη προσφέρει από μόνη της αυτή τη δυνατότητα. Έχει τη δύναμη να φέρει πιο κοντά τους ανθρώπους δημιουργώντας γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ  ανθρώπων, κοινοτήτων και λαών. Μέσα από τη τέχνη και μέσα από το καλλιτεχνικό έργο των δημιουργών του τόπου μας προβάλλεται η κουλτούρα του τόπου μας, πιστοποιείται παράλληλα μια βαθιά αίσθηση της διαχρονικής συνέχειας της ιστορίας και του πολιτισμού μας.
Μέσα από τις προκλήσεις και αντιφάσεις της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας η Τέχνη λειτουργεί σαν αντίβαρο ισορροπίας. Ανοίγει ένα  συνεχή διάλογο με την ίδια την ζωή. Μας σπρώχνει να κοιτάξουμε τη ζωή μας να ανακαλύψουμε εκείνα που μας  κάνουν να συναισθανόμαστε ποιοι είμαστε. Να καταλάβουμε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας και ατενίζοντας  το μέλλον που χαράζει δρόμους μπροστά μας   να μπορέσουμε τελικά να ξανασκεφτούμε ή να ξανά ονειρευτούμε.

  • February 25th 2019 at 15:31

ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ: Καταγγελια ότι ο δημοσιογράφος Πάρης Ποταμίτης και ΔΣ ΡΙΚ, με το

By nicostrim
Θεωρώ λανθασμένη ενέργεια εκ μέρους της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας  να μην βγάλει απόφαση. Δίνονται εσφαλμένα μηνύματα. Ενώ η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας συμφωνεί με την ουσία της καταγγελίας, αποφάσισε με  πρόφαση ότι έχει παρέλθει χρόνος από τότε που έλαβε χώρα το πρόγραμμα (δηλ. κατά τη προεκλογική περίοδο) να μη βάλει απόφαση. Πότε εισάχθηκε κανονισμός ή νόμος που παραγράφει το έγκλημα του ρατσισμού; Δεν υπάρχει τέτοιος κανονισμός πουθενά. Είναι λυπηρό ότι η Επιτροπή αρνείται ουσιαστικά να παίξει τον ρόλο τον οποίο καλείται να επιτελέσει, ιδίως στις μέρες που παρουσιάζεται αυξητική τάση με κρούσματα νεοφασιστικού, ακροδεξιού και ρατσιστικού λόγου.


Παραθέτω ολόκληρη την απόφαση τη Επιτροπής.

--------------------------------------------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ


Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (5/13/2/2018) από τον Επικεφαλής της Κυπριακής ομάδας εμπειρογνωμόνων για τα θεμελιώδη δικαιώματα και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Νίκο Τριμικλινιώτη για το περιεχόμενο της ραδιοφωνικής εκπομπής του ΡΙΚ «Πρόσωπο με Πρόσωπο» στις 19.11.2017 με φιλοξενούμενο τον αρχηγό του ΕΛΑΜ Χρίστο Χρίστου, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές 2018.

Το παράπονο αφορά αποκλειστικά το περιεχόμενο της εκπομπής και υποβλήθηκε μετά την απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επί προηγούμενου παραπόνου (34/2017) για το γεγονός ότι το ΡΙΚ και ο παρουσιαστής Πάρης Ποταμίτης φιλοξένησαν το Χρίστο Χρίστου γνωρίζοντας τις πεποιθήσεις του ιδίου και του κόμματός του και τις σχέσεις του με τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα και τους ιθύνοντες της. Στο παράπονο αυτό, η Επιτροπή είχε αποφασίσει πως το ΡΙΚ ήταν υποχρεωμένο από το Νόμο να δώσει ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό χρόνο σε όλους τους υποψηφίους προέδρους.

Ο κ. Τριμικλινιώτης, στο νέο παράπονό του, ανέφερε ότι ο δημοσιογράφος Πάρης Ποταμίτης και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ, με τον τρόπο που παρουσίασαν τον Χρίστο Χρίστου στην εκπομπή, συμμετείχαν ενεργά στην προαγωγή σε ρατσιστικό μίσος και στη δικαιολόγηση της ρατσιστικής βίας και εγκλημάτων,

Περαιτέρω επανέλαβε τα όσα ανέφερε στο προηγούμενο παράπονό του για τις σχέσεις του Χρίστου Χρίστου με τον αρχηγό της χρυσής Αυγής Νικόλαο Μιχαλολιάκο και την εκκρεμούσα δίκη στελεχών της ενώπιον της Ελληνικής δικαιοσύνης και τα όσα είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα του κόμματος.

Επίσης ανέφερε ότι «ο τρόπος με τον οποίο το ΡΙΚ  και ο δημοσιογράφος επέλεξαν να προβάλουν τον Χρ. Χρίστου με πρόφαση ότι είναι υποψήφιος πρόεδρος, «προωθεί, θεληματικά ή μη τη ρατσιστική νεοναζιστική ιδεολογία πράγμα που  αποτελεί ύβρη στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας».

Ο κ. Τριμικλινιώτης στηρίζει το παράπονό του αυτό στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενάντια στο Ρατσισμό και Μισαλλοδοξία (ECRI) του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία αναφέρεται στο ΕΛΑΜ ως «το ακροδεξιό στρατιωτικού τύπου πολιτικό κίνημα», όπως και στα όσα η Χρυσή Αυγή και το ΕΛΑΜ, που χαρακτηρίζεται ως η Χρυσή Αυγή της Κύπρου, διακηρύσσουν, δηλώνουν, ή έπραξαν σε διάφορε περιπτώσεις, υποδαυλίζοντας το ρατσισμό.

Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το ΡΙΚ και ο Πάρης Ποταμίτης, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τα πιο πάνω, παρουσίασαν τον αρχηγό του κόμματος αυτού χωρίς να να θέσουν στον φιλοξενούμενο τους τα προαναφερθέντα, ώστε να είναι ενήμερο το Κυπριακό κοινό.

Επίσης ανέφερε περαιτέρω ότι επέτρεψαν στον Χρ. Χρίστου και στους διάφορους ομοϊδεάτες μέσω τηλεφωνικών παρεμβάσεών τους, να προωθούν το ρατσιστικό μίσος και τη ρατσιστική ιδεολογία μέσα από το κρατικό κανάλι.

Πρόσθεσε πως «αν το ΡΙΚ συμμετέχει στην προαγωγή του ρατσιστικού λόγου, τότε συμμετέχει, εσκεμμένα ή μη στην απόπειρα νομιμοποίησης και κανονικοποίησης του παράνομου αυτού εγκλήματος».

Το παράπονο καταλήγει αναφέροντας πως αποτελεί αρχή ότι «τα ΜΜΕ δεν δικαιούνται να προάγουν και να υποθάλπουν το φυλετικό μίσος, τον ρατσισμό και τη ξενοφοβία» καλεί την Επιτροπή Δεοντολογίας «να παρέμβει για να αναχαιτιστεί η ρατσιστική λαίλαπα».

Στο παράπονο απάντησε ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ Μιχάλης Μαραθεύτης, ενώ ο Πάρης Ποταμίτης πληροφόρησε την Επιτροπή ότι ο Γ.Δ. του ΡΙΚ θα απαντούσε και εκ μέρους του.

Ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ ανέφερε στην απάντησή του ότι «απορρίπτει κατηγορηματικά και εκφράζει την έντονη ένστασή του στις καταγγελίες…ότι το ΡΙΚ και ο δημοσιογράφος ΓΙάρης Ποταμίτης «συμμετείχαν ενεργά στην προαγωγή σε ρατσιστικό μίσος και στη δικαιολόγηση της ρατσιστικής βίας και εγκλημάτων», «προώθησαν τη ρατσιστική, νεοναζιστική ιδεολογία, πράγμα που αποτελεί ύβρη στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας», «υπέθαλψαν το φυλετικό μίσος, το ρατσισμό και την ξενοφοβία» λόγω της φιλοξενίας και της (δημοσιογραφικής) αντιμετώπισης του προέδρου του ΕΛΑΜ στη συγκεκριμένη εκπομπή.»

Εξ άλλου, αναφέρθηκε σε πόρισμα έρευνας της EBU ότι η απαγόρευση της κάλυψης του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία συνέβαλε στην αύξηση της υποστήριξης των ψηφοφόρων προς το εξτρεμιστικό αυτό κόμμα..

Περαιτέρω,  ανέφερε ότι η έκθεση αυτή υποστηρίζει πως η προβολή ξενοφοβικών κομμάτων δεν αποτελεί στροφή προς τη δεξιά αλλά προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η δυνητική στροφή ατόμων που τα υποστηρίζουν από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση προς λιγότερο υπεύθυνες πηγές.

Επίσης επανέλαβε τη θέση ότι το ΡΙΚ ήταν υποχρεωμένο να φιλοξενήσει στις εκπομπές του το ΕΛΑΜ και σημείωσε ότι το παράπονο υποβλήθηκε τρεις μήνες μετά την εκπομπή.

Η Επιτροπή αποδέχθηκε το παράπονο ως υποβληθέν εντός των χρονικών ορίων που προβλέπει ο Κώδικας, λαμβάνοντας ως αφετηρία παραγραφής το χρόνο της έκδοσης και κοινοποίησης της απόφασής της επί του προηγούμενου παραπόνου (34/2017) του κ. Τριμικλινιώτη.

Εξετάζοντας επισταμένα το περιεχόμενο της εκπομπής, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στη διάρκεια της, και απαντώντας σε ερώτηση για τις σχέσεις του με τη Χρυσή Αυγή, ο Χρίστος Χρίστου, αφού ανέφερε πως η οργάνωση αυτή δεν είναι παράνομη και ότι δεν υπήρξαν καταδίκες μελών της, αρνήθηκε ότι ήταν φρουρός του αρχηγού της Μιχαλολιάκου, αλλά παραδέχθηκε ότι υπήρξε στέλεχός της.

Απαντώντας για τις θέσεις του σχετικά με το ρατσισμό και της στάση του κόμματός του απέναντι σε ειδικές ομάδες, ο Χρίστος Χρίστου ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Η Κύπρος είναι ένας μικρός τόπος. Χρειάζεται σωστή μεταναστευτική πολιτική και εφαρμογή της νομοθεσίας. Είναι προκλητικό κάποιος που έρχεται τη στιγμή αυτή στην Κύπρο ως παράνομος μετανάστης να παίρνει επιδόματα που αγγίζουν μερικές χιλιάδες ευρώ ανάλογα με την κατάσταση και ταυτόχρονα ένας Έλληνας της Κύπρου ο οποίος μπορεί για τριάντα-σαράντα χρόνια να εργάζεται στον τόπο του, να έχει πληρώσει όλες τις οφειλές του προς το κράτος, έχει καταβάλει όλους τους φόρους, να παίρνει σύνταξη 350 και 400 ευρώ. Αυτό συμβαίνει και αυτό είναι προκλητικό. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θέλουμε να σκοτώσουμε όλους τους ξένους. Αυτό που θέλουμε είναι μια σωστή μεταναστευτική πολιτική. Η Κύπρος μπορεί να αντέξει συγκεκριμένο αριθμό ξένων εργατών. Αυτούς τους οποίους έχει ανάγκη η κυπριακή οικονομία καλώς να ορίσουν».

Απαντώντας σε ερώτηση σε σχέση με την πορεία που οργάνωσε το ΕΛΑΜ στην Πάφο, ο Χρίστος Χρίστου ανέφερε ότι αυτό ήταν πραγματικότητα και είπε:

«Το ΕΛΑΜ έκαμε εκδήλωση για τον εξισλαμισμό της Κύπρου…Μεγάλη μερίδα των ξένων που έρχονται στην Κύπρο δεν έχει ελεγχθεί αν το προηγούμενο διάστημα ήταν στη Συρία ή οπουδήποτε αλλού και υπάρχουν αυτή την ώρα στην Κύπρο δραστηριότητες ισλαμικών πυρήνων με τη δημιουργία παράνομων χώρων λατρείας. Αυτοί οι παράνομοι χώροι λατρείας δεν έχουν πάρει τις ανάλογες άδειες από τα αρμόδια όργανα της Κυπριακής δημοκρατίας και εν πάση περιπτώσει είναι η πολιτεία που καθορίζει το ποιος δικαιούται και ποιος όχι να δημιουργήσει νέους χώρους λατρείας και υπάρχει πραγματικά ο κίνδυνος εξισλαμισμού, διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι μεγάλο μέρος αυτών των οργανώσεων οι οποίες έχουν σπείρει τον όλεθρο σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις έχουν άμεση σχέση  με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες».

Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Πάρης Ποταμίτης λέγοντας:

«…επικαλείστε τον ελληνισμό από τη μία, τη θρησκεία από την άλλη, το χριστιανισμό δηλαδή. Ο Ελληνισμός έχει,  μία από τις μεγάλες του αρετές παραδόσεις του, είναι η δημοκρατία και η συνύπαρξη με τους ξένους, η φιλοξενία και ο χριστιανισμός είναι η αγάπη για όλους. Δεν εμπιστεύεστε δηλαδή τον εαυτό σας...τις χριστιανικές μας αξίες και ότι αυτές θα αντέξουν και δεν θα τύχουν εξισλαμισμού;»

Ο φιλοξενούμενος απάντησε ότι αναφερόταν σε ένα κίνδυνο, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, είναι υπαρκτός και πραγματικός και επικαλέστηκε το τι έγινε στο Παρίσι και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Επίσης είπε ότι το ανησυχητικό στοιχείο είναι η σύνδεση αυτών των πυρήνων με την Τουρκία και επανέλαβε τις θέσεις του περί παράνομων χώρων λατρείας που έχουν δημιουργήσει οι ξένοι, προσθέτοντας πως ο τρόπος χρηματοδότησής τους ήταν κάτι για το οποίο το κόμμα του έχει καλέσει και το Υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει.

Σε άλλο σημείο της εκπομπής και σε σχέση με τη μετανάστευση και τους πολιτικούς πρόσφυγες αναφέρθηκε για δεύτερη φορά στα επιδόματα χιλιάδων ευρώ, που κατ’ ισχυρισμό λαμβάνουν οι πρόσφυγες., σε σύγκριση με τις μηδαμινές συντάξεις των Κυπρίων.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι προαναφερθείσες αναφορές του φιλοξενουμένου του ΡΙΚ αναντίρρητα συνιστούσαν ρητορική μίσους και ξενοφοβίας, απευθυνόμενες σε ανθρώπινα ένστικτα και φοβίες.

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο παρουσιαστής της εκπομπής Πάρις Ποταμίτης παρενέβη σε μία περίπτωση, για να αμφισβητήσει θέσεις του φιλοξενούμενού του, με την παρατήρηση "εσείς που επικαλείστε τον Ελληνισμό από τη μια και τη θρησκεία από την άλλη, δηλαδή το Χριστιανισμό, δεν εμπιστεύεστε τον εαυτό σας;»

Ωστόσο, ο παρουσιαστής δεν παρενέβη με κανένα τρόπο ή παρατήρηση όταν σε δύο περιπτώσεις ο φιλοξενούμενός του διατύπωσε τον ισχυρισμό περί παράνομων χώρων λατρείας και υπονοούμενα περί χρηματοδοτών, ή διασυνδέσεις των μεταναστών με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και ότι οι μετανάστες που φθάνουν στην Κύπρο παίρνουν χιλιάδες Ευρώ σε επιδόματα, ενώ οι πολίτες που έχουν καταβάλει εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις και έχουν εκπληρώσει τις άλλες οικονομικές υποχρεώσεις τους προς το κράτος παίρνουν 350 και 400 ευρώ.

Ο ισχυρισμός περί παχυλών επιδομάτων προς τους μετανάστες συνιστούσε επανάληψη των ίδιων ισχυρισμών που διατυπώθηκαν κατά την ίδια περίοδο, με αφορμή μια και μόνηπερίπτωση μετανάστη που πήρε αυξημένο επίδομα. Οι αρμόδιες αρχές έδωσαν εξηγήσεις, δηλαδή ότι ο μετανάστης που κατονομάστηκε πήρε μεγάλο ποσό γιατί του οφείλονταν καθυστερημένα και γιατί είχε πολλά ανήλικα τέκνα, και ότι όσα πήρε προβλέπονταν από το νόμο με βάση τις οικογενειακές του συνθήκες.

Σε σχέση με την επίκληση είτε διεθνών μελετών είτε διακηρύξεων και από τις δύο πλευρές, η Επιτροπή επισήμανε ότι αποστολή της είναι να εφαρμόζει τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και όχι οποιουσδήποτε νόμους, εγχώριους ή ξένους, ή διεθνείς διακηρύξεις, που επικαλέστηκαν είτε ο παραπονούμενος είτε το ΡΙΚ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τις λαμβάνει υπόψη ως καθοδήγηση.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της εκπομπής, της υποβολής του παραπόνου και του χρόνου εξέτασής του, θα ήταν περισσότερο πρόσφορο αντί να εκδώσει απόφαση, να επισημάνει και υπομνήσει προς τους καθ’ ων το παράπονο και γενικότερα προς όλους, τις υποχρεώσεις των δημοσιογράφων σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 11 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας απαγορεύει «οποιαδήποτε ενέργεια που εμπεριέχει στοιχεία προκατάληψης με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, την περιουσία, την καταγωγή, την ηλικία, το φύλο και το προσωπικό καθεστώς, περιλαμβανομένης της φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή αναπηρίας».

Περαιτέρω ο Κώδικας απαγορεύει ως ανεπίτρεπτο το χλευασμό, τη διαπόμπευση και το διασυρμό ατόμων ή  ομάδων.


Περαιτέρω, σημειώνει ότι στο ερμηνευτικό παράρτημα του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ορίζεται με σαφή και απερίφραστο τρόπο ότι οι δημοσιογράφοι-παρουσιαστές οφείλουν να παρεμβαίνουν «άμεσα και αποτελεσματικά» προκειμένου να διαχωρίσουν τη θέση τους και του μέσου στο οποίο εργάζονται αν κάποιος από τους καλεσμένους προβεί σε δηλώσεις που εμπεριέχουν το στοιχείο της εχθρότητας ή της προκατάληψης εναντίον των μεταναστών και να αποδοκιμάζουν τέτοιες δηλώσεις «όταν προέρχονται από δημόσια πρόσωπα, από άτομα σε θέσεις εξουσίας και από άτομα που λόγω ιδιότητας ασκούν επιρροή στην κοινή γνώμη».

  • August 20th 2018 at 09:44

Ομιλία Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 19 Ιουλίου 1974: "Πρόκειται σαφώς για εισβολή εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρ

By nicostrim
Θα ήθελα πρώτα να εκφράσω τις θερμότερες ευχαριστίες μου προς τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, για το έντονο ενδιαφέρον τους ως προς την κρίσιμη κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα, που οργάνωσε το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας και που υλοποίησαν οι Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούν και διοικούν την κυπριακή εθνοφρουρά. Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων στο Συμβούλιο Ασφαλείας για τη συμφωνία του να αναβάλει τη συνεδρίαση αυτή μέχρι την άφιξή μου δίνοντας μου έτσι την ευκαιρία να παρουσιασθώ ενώπιον του και να αναφερθώ στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα της Κύπρου. Τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο από την περασμένη Δευτέρα το πρωί, είναι μια πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε κατάφωρα την ανεξαρτησία της Κύπρου. Χωρίς ίχνος σεβασμού για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού για την ;ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κύπρου, η ελληνική χούντα επεξέτεινε τη δικτατορία στο κυπριακό έδαφος. Είναι γεγονός, ότι εδώ και λίγο καιρό η πρόθεσή τους είχε γίνει φανερή. Ο κυπριακός λαός είχε την αίσθηση, εδώ και πολύ καιρό, ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα από την ελληνική χούντα, και η αίσθηση αυτή έγινε ακόμα εντονότερη τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η τρομοκρατική οργάνωση «ΕΟΚΑ Β΄», υποκινούμενη από την Αθήνα, πολλαπλασίασε τις βιαιότητές της. Ανέκαθεν γνώριζα, ότι η παράνομη αυτή οργάνωση είχε τις ρίζες και τις πηγές ανεφοδιασμού της στην Αθήνα. Εδώ και καιρό αντιλήφθηκα, ότι οι Έλληνες που υπηρετούσαν και διοικούσαν την εθνοφρουρά, στρατολογούσαν μέλη της οργάνωσης αυτής και την υποστήριζαν με διάφορους τρόπους, μέχρι που τη βοηθούσαν να έχει πρόσβαση στις αποθήκες πυρομαχικών της εθνοφρουράς. Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί έκαναν ανοικτή προπαγάνδα υπέρ της παράνομης αυτής οργάνωσης και μετέτρεψαν την εθνοφρουρά, από κρατικό όργανο, σε όργανο ανατροπής της εξουσίας. Κάθε φορά που, κατά καιρούς, παραπονέθηκα στην Αθήνα για την ανάρμοστη συμπεριφορά των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς, η απάντηση ήταν ότι, εάν παρουσίαζα ισχυρές αποδείξεις, οι ένοχοι θα ανακαλούντο στην Ελλάδα. Από την όλη στάση της μου δημιουργήθηκε η ορθή εντύπωση, ότι η μόνιμη απάντησή της αποτελούσε προσποίηση αθωότητας εδώ και λίγες ημέρες έφθασαν έγγραφα στα χέρια της αστυνομίας, που αποδεικνύουν σαφέστατα ότι η «ΕΟΚΑ Β΄» δεν ήταν παρά παράρτημα του καθεστώτος των Αθηνών.

Η κυβέρνηση των Αθηνών χορηγούσε οικονομική βοήθεια για τη συντήρηση της οργάνωσης, και της έδινε λεπτομερείς οδηγίες για τις δραστηριότητές της. Θεώρησα αναγκαίο να στείλω μια επιστολή στον πρόεδρο της Ελλάδας, στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας του να δώσει εντολή για την κατάπαυση της βίας και της αιματοχυσίας και τη διάλυση της «ΕΟΚΑ Β». Επίσης, του ζητούσα να ανακληθούν οι Έλληνες της κυπριακής εθνοφρουράς, προσθέτοντας ότι σκοπεύω να μειώσω την αριθμητική δύναμη του σώματος αυτού και να το μεταφέρω σε κρατικό όργανο. Είχα την εντύπωση, ότι το καθεστώς των Αθηνών δεν επιθυμούσε τη μείωση των μελών της εθνοφρουράς, ούτε βέβαια την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών. 1

Ακολούθως με επισκέφθηκε ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο, κατόπιν εντολής της κυβερνήσεώς του, για να μου εξηγήσει, ότι η αριθμητική μείωση των μελών της εθνοφρουράς ή η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών θα οδηγούσαν στην εξασθένιση της κυπριακής άμυνας, σε περίπτωση τουρκικού κινδύνου. Αυτό το επιχείρημα, παρόλο που φαινόταν λογικό, δεν ήταν καθόλου πειστικό, διότι γνώριζα, ότι πίσω από αυτό εκρύβοντο άλλα συμφέροντα. Απάντησα ότι, όπως έδειχναν να εξελίσσονται τα πράγματα, θεωρούσα τον τουρκικό κίνδυνο πιο ασήμαντο από τον ελληνικό. Και. Όπως αποδείχθηκε, οι φόβοι μου ήσαν δικαιολογημένοι.

Το Σάββατο, 13 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνάντηση υπό την προεδρία του στρατηγού Γκιζίκη, η οποία διήρκεσε πολλές ώρες. Παρόντες ήσαν ο Έλληνας διοικητής των ενόπλων δυνάμεων, ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κύπρο, ο διοικητής της Εθνοφρουράς και άλλοι αξιωματούχοι. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να συζητηθεί το περιεχόμενο της επιστολής μου. Το σχετικό ανακοινωθέν, που εξεδόθη στο τέλος της συνάντησης ανέφερε ότι η συνάντηση θα επαναληφθεί στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα. Αυτή η αναφορά ήταν παραπλανητική. Διότι, ενώ τη Δευτέρα περίμενα την απάντηση στην επιστολή μου, η απάντηση ήρθε ήταν το πραξικόπημα. Την ημέρα εκείνη επέστρεψα από την εξοχική μου κατοικία στο βουνό Τρόοδος, όπου βρισκόμουν το Σαββατοκύριακο, και στις 8.00 π.μ. έφθασα στο γραφείο μου, στο προεδρικό μέγαρο. Μισή ώρα αργότερα υποδέχθηκα στην αίθουσα δεξιώσεων μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών, μελών της Ελληνικής Ορθόδοξης Νεολαίας Καΐρου, που είχαν έρθει στην Κύπρο ως προσκεκλημένοι μου, για λίγες ημέρες. Καλά-καλά δεν πρόλαβα να τους καλωσορίσω, όταν ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι πυροβολισμοί πολλαπλασιάσθηκαν, και ένα μέλος της προεδρικής φρουράς με πληροφόρησε ότι τεθωρακισμένα άρματα και οχήματα είχαν περάσει την έξω πύλη και βρίσκοντο ήδη στο προαύλιο του προεδρικού μεγάλου, που εσείετο από τους βομβαρδισμούς. Σύντομα η κατάσταση έγινε κρίσιμη. Προσπάθησαν να συνδεθώ τηλεφωνικά με το κτίριο της Κυπριακής Ραδιοφωνίας, για να στείλω ειδική ανακοίνωση ότι γινόταν επίθεση στο προεδρικό μέγαρο, αλλά αντιλήφθηκα ότι οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν διακοπεί. Οι πυροβολισμοί αυξάνοντο συνεχώς. Νομίζω ότι σώθηκα ως εκ θαύματος της θείας πρόνοιας. Όταν πλέον βρέθηκα στην περιοχή της Πάφου, απέστειλα ραδιοφωνικό μήνυμα στο λαό από έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, πληροφορώντας τον ότι είμαι ζωντανός και ότι θα αγωνισθώ μαζί του ενάντια στη δικτατορία, που προσπαθεί να επιβάλει το ελληνικό καθεστώς.

Δεν σκοπεύω να απασχολήσω περισσότερα τα αξιότιμα μέλη του Συμβουλίου με την προσωπική μου περιπέτεια. Απλώς θα ήθελα να προσθέσω, ότι τη δεύτερη ημέρα της ένοπλης επίθεσης τα τεθωρακισμένα κατευθύνθηκαν προς την Πάφο, ενώ ταυτόχρονα ένα μικρό πολεμικό πλοίο της εθνοφρουράς άρχισε να βομβαρδίζει τη μητρόπολη της Πάφου, όπου έμενα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θεώρησα φρονιμότερο να εγκαταλείψω την Κύπρο παρά να πέσω στα χέρια της ελληνικής χούντας. 2

Είμαι ευγνώμων στη βρετανική κυβέρνηση που μου χορήγησε ελικόπτερο, το οποίο με μετέφερε από την Πάφο στις βρετανικές βάσεις, και αεροπλάνο από τις βάσεις στο Λονδίνο, μέσω Μάλτας. Είμαι επίσης ευγνώμων στον ειδικό αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα και στο διοικητήν των ειδικών ειρηνευτικών δυνάμεων του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο, για το ενδιαφέρον που έδειξαν για την ασφάλεία μου. Η παρουσία μου στην αίθουσα αυτή κατέστη δυνατή χάρις στη βοήθεια της βρεττανικής κυβέρνησης και των εκπροσώπων του Γενικού Γραμματέα, δρος Βαλντχάιμ. Το ενδιαφέρον τους για το άτομό μου, και για την κρίσιμη κατάσταση την οποία βρίσκεται η Κύπρος, με συγκινεί ως τα μύχια της ψυχής μου.

Δεν γνωρίζω ακόμα όλες τις λεπτομέρειες της κρίσης που δημιούργησε η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση στην Κύπρο. Φοβούμαι, ότι ο αριθμός των νεκρών είναι μεγάλος και οι υλικές φθορές ανυπολόγιστες. Ωστόσο, πρωταρχικό μας μέλημα, τη στιγμή αυτή, είναι να δοθεί ένα τέλος στην τραγωδία.

Όταν έφθασα στο Λονδίνο, πληροφορήθηκα το περιεχόμενο της ομιλίας του εκπροσώπου της ελληνικής χούντας στα Ηνωμένα Έθνη. Εξεπλάγην, με τον τρόπο που προσπαθούν να εξαπατήσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη. Χωρίς καν να κοκκινίζει από ντροπή, η ελληνική χούντα προσπαθεί να απλοποιήσει την κατάσταση, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει ανάμειξη στην ένοπλη επίθεση και ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών αποτελούν ενδοκοινοτική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι, που πιστεύουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό συνθήκες τέτοιες, που να το καθιστούν εσωτερικό ελληνοκυπριακό ζήτημα. Πρόκειται σαφώς για εισβολή εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Το λεγόμενο πραξικόπημα είναι δημιούργημα των Ελλήνων αξιωματικών, που αποτελούν και διοικούν την εθνοφρουρά. Πρέπει, επίσης να τονίσω το ότι η ελληνική δύναμη που αποτελείται από 950 αξιωματικούς και στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο δυνάμει της Συνθήκης Συμμαχίας, διεδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στην επιθετική υπόθεση κατά της Κύπρου. Η κατάληψη του αεροδρομίου έγινε από αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης, που έχει το στρατόπεδό της κοντά στο αεροδρόμιο. Αρκεί να πούμε στο σημείο αυτό, πως ορισμένες φωτογραφίες, που δημοσίευσε ο παγκόσμιος τύπος, έδειχναν τεθωρακισμένα που ανήκουν στην ελληνική δύναμη. Από την άλλη πλευρά, Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούσαν στην εθνοφρουρά, διηύθυναν τις επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις αυτές στρατολογούσαν μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης «ΕΟΚΑ Β΄» , τα οποία εξόπλιζαν με όπλα της εθνοφρουράς.

Εάν δεχθούμε πως δεν είχαν ανάμειξη οι Έλληνες αξιωματικοί της εθνοφρουράς, τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι μεταξύ των νεκρών υπήρχαν και Έλληνες αξιωματικοί, που η σορός τους μεταφέρθηκε και κηδεύθηκε στην Ελλάδα; Εάν δεχθούμε πως το πραξικόπημα δεν έγινε από Έλληνες αξιωματικούς, πώς εξηγούνται οι νυκτερινές πτήσεις των ελληνικών αεροσκαφών, που μετέφεραν στην Κύπρο προσωπικό με πολιτικά και επέστρεφαν με νεκρούς και πληγωμένους; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από την ελληνική χούντα και εκτελέστηκε από 3 αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης στην Κύπρο. Άλλωστε, όλος ο παγκόσμιος τύπος περιέγραψε το πραξικόπημα ακριβώς έτσι.

Το πραξικόπημα προκάλεσε μεγάλη αιματοχυσία και αφαίρεσε τη ζωή πολλών ανθρώπων. Αντιμετωπίσθηκε με την αποφασιστική αντίσταση των νομίμων δυνάμεων ασφαλείας και του ελληνοκυπριακού λαού. Μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι η αντίσταση και η αντίδραση του ελληνοκυπριακού λαού ενάντια στους συνωμότες θα συνεχισθεί, μέχρι να αποκατασταθούν η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα. Ο Κυπριακός λαός ποτέ δεν θα υποκύψει στη δικτατορία, ακόμα κι’ αν, προς το παρόν, υπερισχύει η βάρβαρη βία των τεθωρακισμένων.

Μετά το πραξικόπημα, οι πράκτορες του ελληνικού καθεστώτος στην Κύπρο διόρισαν πρόεδρο έναν πασίγνωστο κακοποιό, το Νίκο Σαμψών, ο οποίος με τη σειρά του, διόρισε υπουργούς γνωστά κακοποιά στοιχεία και οπαδούς της τρομοκρατικής οργάνωσης «ΕΟΚΑ Β΄»

Μπορεί να ισχυρίζονται μερικοί ότι όσα συνέβησαν στην Κύπρο αποτελούν επανάσταση και ότι η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε με βάση τον επαναστατικό νόμο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Δεν υπήρξε επανάσταση στην Κύπρο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερική υπόθεση. Υπήρξε εισβολή, που παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται. Και θα συνεχίζεται όσο θα υπάρχουν Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο. Οι συνέπειες της εισβολής αυτής θα είναι καταλυτικές για την Κύπρο, εάν δεν επανέλθουμε στη συνταγματική ομαλότητα και εάν δεν αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες. 

Με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης, το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας ανακοίνωσε χθες τη βαθμιαία αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς. Το θέμα όμως, δεν είναι η αντικατάστασή τους, αλλά η αποχώρησή τους. Η κίνηση αντικατάστασής τους σημαίνει παραδοχή ότι οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούν τώρα στην εθνοφρουρά, είναι οι ίδιοι με κείνους που έκαναν το πραξικόπημα. Όμως οι αξιωματικοί αυτοί δεν ενήργησαν με δική τους πρωτοβουλίας, αλλά κατόπιν εντολής των Αθηνών, και η αντικατάστασή τους θα γίνει πάλι με εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Κατ’ αυτόν τον τρόποι, η εθνοφρουρά θα παραμείνει για πάντα όργανο του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Είμαι βέβαιος ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας αντιλαμβάνονται το τέχνασμα αυτό.

Μπορεί να λεχθεί, πως η κυπριακή κυβέρνηση ήταν αυτή που ζήτησε από τους Έλληνες αξιωματικούς να επανδρώσουν την εθνοφρουρά. Μετά λύπης μου ομολογώ, ότι ήταν λάθος μου να τους εμπιστευθώ τόσο πολύ, διότι έκαναν κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου αυτής και, αντί να βοηθήσουν στην προάσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, έγιναν οι ίδιοι εισβολείς.

Επί μακρό χρονικό διάστημα διεξήχθησαν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με σκοπό την εξεύρεση ειρηνικής λύσης για το Κυπριακό, πράγμα που επανειλημμένως έχει απασχολήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και 4 την ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών. Ο αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα και δύο συνταγματολόγοι από την Ελλάδα και την Τουρκία παρακολούθησαν τις συνομιλίες αυτές. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δύο φορές τον χρόνο ανανέωσε τη θητεία της ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο, εκφράζοντας κάθε φορά την ελπίδα του για τη σύντομη εξεύρεση λύσεως του προβλήματος. Δεν μπορούμε να πούμε, ότι μέχρι σήμερα σημειώθηκε ικανοποιητική πρόοδος στις συνομιλίες. Πώς μπορούσε, όμως, να υπάρξει πρόοδος, όταν η πολιτικής της Αθήνας για την Κύπρο ήταν διπρόσωπη; Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει, πως οι συνομιλίες διεξήγοντο με βάση την ανεξαρτησία. Το καθεστώς των Αθηνών συμφώνησε σ’ αυτό, και επανειλημμένα ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, ότι η θέση της Ελλάδας στο ζήτημα είναι σαφής.

Αν αυτό ήταν αλήθεια, γιατί τότε το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας δημιούργησε και υποστήριξε την τρομοκρατική οργάνωση «ΕΟΚΑ Β΄», που είχε στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και της οποίας τα μέλη αυτοαποκαλούντο «ενωτικοί»; Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί με κατηγορούσαν συνεχώς πως, ενώ η Ένωση ήταν δυνατή, εγώ υπονόμευα στην πραγματοποίηση της. Όταν κάποιος τους υπενθύμιζε πως η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της πάνω σ’ αυτό το θέμα, και ότι υποστήριζε την ανεξαρτησία, η απάντησή τους ήταν ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς σημασία στα λόγια των διπλωματικών. Υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς μπορούσαν οι συνομιλίες να φθάσουν σε θετικό αποτέλεσμα; Η διπρόσωπη πολιτική του ελληνικού καθεστώτος ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην πρόοδο των συνομιλιών.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, που επικρατούν στην Κύπρο, δεν δύναμαι να προβλέψω το μέλλον των συνομιλιών. Θα έλεγα, μάλλον, πως δεν υπάρχει μέλλον. Οποιαδήποτε συμφωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί δεν θα ήταν έγκυρη, διότι δεν υπάρχει εκλεγμένη ηγεσία για να χειρισθεί το θέμα. Το πραξικόπημα του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας αποτελεί ανάσχεση της πορείας των συνομιλιών προς μία λύση. Επίσης, θα δημιουργήσει μία μόνιμη πηγή ανωμαλίας στην Κύπρο, οι συνέπειες της οποίας θα είναι βαθύτατες και μακροχρόνιες, εάν επιτραπεί η κατάσταση αυτή να συνεχισθεί έστω και για βραχύ χρονικό διάστημα. Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.

Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου. Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους τουρκοκυπρίους. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.  Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο. Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό συνθήκες πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο. Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιόν σας, να σας έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού.  

Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους τουρκοκυπρίους. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους
  • July 15th 2018 at 11:45

The Speech by Makarios Delivered before the UN Security Council on 19 July 1974

By nicostrim
Archbishop Makarios
 Please click to listen to President Makarios' speech  
 President Makarios: I would like at the outset to express my warmest thanks to the members of the Security Council for the keen interest they have shown in the critical situation created in Cyprus after the coup, which was organised by the military regime of Greece and was put into effect by the Greek officers serving in and commanding the Cyprus National Guard. I am particularly grateful that the Security Council has agreed to postpone its meeting until my arrival here to give me the opportunity of addressing it on the recent dramatic events in Cyprus.
What has been happening in Cyprus since last Monday morning is a real tragedy. The military regime of Greece has callously violated the independence of Cyprus. Without trace of respect for the democratic rights of the Cypriot people, without trace of respect for the independence and sovereignty of the Republic of Cyprus, the Greek junta has extended its dictatorship to Cyprus. It is indeed a fact that for some time now their intention was becoming obvious. The people of Cyprus had for a long time feeling that a coup by the Greek junta was brewing, and this feeling became more intense during the recent weeks when the terrorist organisation 'EOKA B', directed from Athens, had renewed its wave of violence.
I knew all along that the illegal organisation had its roots and supply resources in Athens. I became aware that the Greek officers staffing and commanding the National Guard were recruiting members for that organisation, and they supported it in various ways to the point of access to the munition supply stores of the National Guard. In the camps of the National Guard, the Greek officers were conducting open propaganda in favour of that illegal organisation and turned the National Guard from an organ of the state into an instrument of subversion. Whenever, from time to time, I complained to Athens about unbecoming conduct by Greek officers of the National Guard, the reply was that if I had concrete evidence in proof thereof those found guilty would be recalled. From the whole tenor of their attitude, I received the unmistakable impression that their standard response was a pretence of innocence. A few days ago documents came into the hands of the Cyprus police clearly proving that 'EOKA B' was an appendage of the Athens regime.
Funds were being remitted from Athens for the upkeep of this organisation and detailed directives regarding its actions were also given to it. I then found it necessary myself to address a letter to the President of the Greek regime, General Gizikis, asking him to give orders for the cessation of the violence and bloodshed by 'EOKA B' and for its dissolution. I also requested him to recall the Greek officers serving with the National Guard, adding that my intention was to reduce the numerical strength of this force and to turn it into an organ of the Cyprus State. I was waiting for a reply. My impression was that the Athens regime did not favour the reduction of the force, much less the withdrawal of the Greek officers.
The Greek Ambassador in Cyprus called on me, on instructions from his Government, in order to explain to me that the decrease in the numerical strength of the National Guard or the withdrawal of the Greek officers would weaken the defence of Cyprus in case of danger from Turkey. This was an argument which, even though it appeared logical, was not convincing because I knew that behind this argument other interests were hidden. I replied that as things developed I consider the danger from Turkey of a lesser degree than the danger from them. And it was proved that my fears were justified.
On Saturday, 13 July, a conference under the presidency of General Gizikis was held in Athens, which lasted for many hours. It was attended by the Greek Chief of Staff of the armed forces, the Ambassador of Greece to Cyprus, the commander of the National Guard with the purpose of discussing the content of my letter. As was stated in a relevant communiqué' issued at the end of this conference, it was to be reconvened on Monday, 15 July. The reference in the communiqué' to a second conference was deceiving. For a while on Monday I was waiting for a reply to my letter, the reply came, and it was the coup.
On that day, I returned from my summerhouse on the Troodos Mountains, where I had spent the weekend, and by 8 a.m. I was at my office at the Presidential Palace. Half an hour later I was welcoming in the reception room a group of boys and girls, members of the Greek Orthodox Youth from Cairo who came to Cyprus as my guests for a five days. Hardly had I greeted them when the first shots were heard. Within seconds the shots became more frequent and a member of the Presidential Guard informed me that armoured cars and tanks had passed the fence and were already in the yard of the Presidential Palace, which was shaking from mortar shells. The situation soon became critical I tried to call the Cyprus radio station for the purpose of issuing a special broadcast announcing that the Presidential Palace was under attack, but I realised that the lines were cut off. Heavy shelling was ever increasing. How my life was saved seemed like a providential miracle. When I eventually found myself in the area of Paphos, I addressed the people of Cyprus from a local radio station informing them that I am alive and that will struggle with them against the dictatorship, which the Greek regime is trying to impose.
I do not intend to occupy the time of the members of the Security Council with my personal adventure. I simply wish to add that during the second day of the armed attack the armoured cars and tanks were moving towards Paphos, while at the same time a small warship of the National Guard began shelling the Bishophric of Paphos where I was staying. Under the circumstances, I found it advisable to leave Cyprus rather than fall into the hands of the Greek junta.
I am grateful to the British Government, which made available a helicopter to pick me up from Paphos, transfer me to the British bases, and from there by plane to Malta and London. I am also grateful to the Special Representative of the Secretary-General and to the Commander of the Peace-Keeping Force in Cyprus for the interest, which they had shown for my safety. My presence in this room of the Security Council was made possible thanks to the help given to me by the British Government and the representatives of the Secretary-General, Dr. Waldheim, whose keen concern for me and for the critical situation which developed in Cyprus moves every fibre of my heart.
I do not know as yet all the details of the Cyprus crisis caused by the Greek military regime. I am afraid that the number of casualties is large and that the material destruction is heavy. What is, however, our primary concern at present is the ending of the tragedy.
When I reached London, I was informed of the content of the speech of the representative of the Greek junta to the United Nations. I was surprised at the way they are trying to deceive world public opinion. Without a blush, the Greek junta is making efforts to simplify the situation, claiming that it is not involved in the armed attack and that the developments of the last few days are an internal matter of the Greek Cypriots.
I do not believe that there are people who accept the allegations of the Greek military regime. The coup did not come about under such circumstances as to he considered an internal matter of the Greek Cypriots. It is clearly an invasion from outside, in flagrant violation of the independence and sovereignty of the Republic of Cyprus. The so-called coup was the work of the Greek officers staffing and commanding the National Guard. I must also underline the fact that the Greek contingent, composed of 950 officers and men stationed in Cyprus by virtue of the Treaty of Alliance, played a predominant role in this aggressive affair against Cyprus. The capture of the airport outside the capital was carried out by officers and men of the Greek contingent campaign near the airport.
It is enough to state on this point that certain photographs appearing in the world press show armoured vehicles and tanks belonging to the Greek contingent in Cyprus. On the other hand, the Greek officers serving with the National Guard were directing the operations. In these operations, they recruited many members of the terrorist organisation 'EOKA B', whom they armed with weapons of the National Guard.
If the Greek officers serving in the National Guard were not involved, how does one explain the fact that among the casualties in battle were Greek officers whose remains were transported to Greece and buried there? If Greek officers did not carry out the coup, how does one explain the fact of night flights of Greek aircraft transporting to Cyprus personnel in civilian clothes and taking back to Greece dead and wounded men? There is no doubt that the coup was organised by the Greek junta and was carried out by the Greek officers commanding the National Guard and by the officers and men of the Greek contingent stationed in Cyprus - and it was reported as such by the press around the globe.
The coup caused much bloodshed and took a great toll of human lives. It was faced with the determined resistance of the legal security forces and the resistance of the Greek people of Cyprus. I can say with certainty that the resistance and the reaction of the Greek Cypriot people against the conspirators will not end until there is a restoration of their freedom and democratic rights. The Cypriot people will never bow to dictatorship, even though for the moment the brutal force of the armoured cars and tanks may have prevailed.
After the coup, the agents of the Greek regime in Cyprus appointed a well-known gun-man, Nicos Samson as President, who in turn appointed as ministers known elements and supporters of the terrorist organisation 'EOKA B'.
It may be alleged that what took place in Cyprus is a revolution and that a Government was established based on revolutionary law. This is not the case. No revolution took place in Cyprus, which could be considered as an internal matter. It was an invasion, which violated the independence and the sovereignty of the Republic. And the invasion is continuing so long as there are Greek officers in Cyprus. The results of this invasion will be catalytic for Cyprus if there is no return to constitutional normality and if democratic freedoms are not restored.
For the purpose of misleading world public opinion, the military regime of Greece announced yesterday the gradual replacement of the Greek officers of the National Guard. But the issue is not their replacement; the issue is their withdrawal. The gesture of replacement has the meaning of admission that the Greek officers now serving in the National Guard were those who carried out the coup. Those officers, however, did not act on their own initiative but upon instructions from Athens, and their replacements will also follow instructions from the Athens regime. Thus the National Guard will always remain an instrument of the Greek military regime, and I am certain that the members of the Security Council understand this ploy.
It may be said that it was the Cyprus Government, which invited the Greek officers to staff the National Guard. I regret to say that it was a mistake on my part to bestow upon them so much trust and confidence. They abused that trust and confidence and, instead of helping in the defence of the Island's independence, sovereignty and territorial integrity, they themselves became the aggressors.
I am obliged to say that the policy of the military regime in Greece towards Cyprus, and particularly towards the Greek Cypriots, has been insincere. I wish to stress that it was a policy of duplicity.
For some time talks were going on between the Greek and Turkish Cypriots in search of a peaceful solution to the Cyprus problem, which on many occasions has occupied the time of the Security Council and the General Assembly of the United Nations. The representative of the Secretary General and two constitutional experts from Greece and Turkey have been attending the talks. The Security Council has repeatedly renewed, twice yearly, the mandate of the peace-keeping force in Cyprus, expressing every time hope for a speedy solution of the problem.
It cannot be said that up to now the progress of the talks has been satisfactory. But how could there be any progress in the talks while the policy on Cyprus of the regime in Athens has been double-faced? It was agreed by all the parties concerned that the talks were taking place on the basis of independence. The regime of Athens also agreed to that, and time and again the Greek Ministry of Foreign Affairs declared that the position of Greece on this issue was clear. If that were the case, why had the military regime of Greece created and supported the terrorist organisation 'EOKA B', whose purpose was stated to be the union of Cyprus with Greece and whose members called themselves 'unionists'?
Inside the camps of the National Guard, the Greek officers continually charged that while Enosis was feasible its realisation was undermined by me. When reminded that Greece had made its position clear on this and that it supported independence, their reply was that no attention should be given to the words of diplomats. Under such circumstances how was it possible for the talks to arrive at a positive result? The double-faced policy of the Greek regime was one of the main obstacles to the progress of the talks.
In the circumstances that have now been created in Cyprus, I cannot foresee the prospects of the talks. I would rather say that there are no prospects at all. An agreement that may be reached by the talks would be devoid of any value because there is no elected leadership to deal with the matter. The coup d'etat of the military regime of Greece constitutes an arrest of the progress of the talks towards a solution.
Moreover, it will be a continuous source of anomaly in Cyprus, the repercussions of which will be very grave and far reaching, if this situation is permitted to continue even for a short time.
I appeal to the members of the Security Council to do their utmost to put an end to this anomalous situation, which was created by the coup of Athens. I call upon the Security Council to use all ways and means at its disposal so that the constitutional order in Cyprus and the democratic rights of the people of Cyprus can be reinstated without delay.
As I have already stated, the events in Cyprus do not constitute an internal matter of the Greeks of Cyprus. The Turks of Cyprus are also affected. The coup of the Greek junta is an invasion, and from its consequences the whole people of Cyprus suffers, both Greeks and Turks. The United Nations has a peace-keeping force stationed in Cyprus. It is not possible for the role of that peace-keeping force to be effective under conditions of a military coup. The Security Council should call upon the military regime of Greece to withdraw from Cyprus the Greek officers serving in the National Guard, and to put an end to its invasion of Cyprus.
I think that, with what I have placed before you, I have given a picture of the situation. I have no doubt that an appropriate decision of the Security Council will put an end to the invasion and restore the violated independence of Cyprus and the democratic rights of the Cypriot people
  • July 15th 2018 at 11:27

Book review: Mobile commons, migrant digitalities and the right to the city by Leila Whitley

By nicostrim
Mobile Commons, migrant digitalities and the right to the city
by Trimikliniotis Nicos,Parsanoglou Dimitris & Tsianos Vassilis S. , Mobile commons, migrant digitalities and the right to the city. New York, NYPalgrave Macmillan Pivot2015; 144 pp. ISBN 978-1-349-48953-4, 60.98 Euros (softcover)

Trimikliniotis, Parsanoglou, and Tsianos’ co-authored book, Migrant Commons, Migrant Digitalities and the Right to the City, blends fieldwork in Istanbul, Athens, and Nicosia with theoretical discussion of capitalism, digitalities, and the right to the city. The book works with what it calls a multiple southern perspective, referring to its desire to work with migrants to understand how cities take shape, and to draw on feminist, critical race, and postcolonial theory. It also points to the gap which often opens between theory and praxis, and through its engagement with Istanbul, Athens, and Nicosia, attempts to, in the words of the authors “take a theoretical step forward by thinking beyond the narrow confines of anti-theoretical empiricism without however losing track of its grounding in social reality and social action” (Trimikliniotis, Parsanoglou, & Tsianos, 2015, p. 13).
The book covers an impressive range of contemporary critical theory and major debates in the broad field of critical migration and border studies. The first chapter sets out a theoretical overview, moving through a range of debates across the field, touching upon critical discussions around citizenship, autonomy of migration scholarship, bordering, and the production of space. The proposal made in this chapter is that the book shifts theoretically from an autonomy of migration perspective toward mobile commons. The emphasis here, like in autonomy of migration scholarship, is on mobility before control—or, in other words, on what migrants do, and how they actively engage in their lives and environments, as opposed to the power exerted by states through practices of bordering to interrupt these political acts. In this context, the introduction of commoning is a means to turn toward how migrants occupy and make use of spaces beyond state control.
Across the book’s following three chapters, the conception of mobile commoning is put into dialogue with discussion of the histories, spatialities, and “snapshots” taken from current day Istanbul, Athens, and Nicosia. These snapshots look at how city space is occupied, and what tactics migrants engage in while occupying this urban space. One example given of mobile commoning within these snapshots is a description of a tactic used during police raids on migrant groups in Nicosia: those who have their residence permission in order are the first to run, so that they are the ones chased by police, relieving pressure for those who do not have the same type of documentation. As the authors write, in their understanding, “this remarkable but so simple street-practice is in fact a common; it is an act of resistance-and-solidarity that has allowed many irregular migrants to avoid getting caught” (Trimikliniotis et al., 2015, p. 71, emphasis in original).
The digital seems to appear within the book as one means, among others, that knowledge can be shared between migrants. The authors are clear that they do not see digitality either as purely revolutionary in its own right, or purely subsumed under state projects of surveillance and control. Instead, in keeping in line with the book’s commitment to attending to what migrants do, the book understands technology not as deterministic, but as a tool that is put to use. This means the authors are interested in how new technologies intersect with human agency, sociality, and social struggles. With that in mind, I would have been interested to learn more across the book about the specific role of the digital, and the implications of this digitality. If digital technologies can be understood, as the authors argue, as a means to produce mobile commons, then how precisely are these digital technologies used by migrants, and how are the effects of using digital means to share knowledge different than sharing knowledge in person? For instance, to return to the reference to the “mobile commons” described above and the sharing of knowledge it entails, I was interested in what significance the authors saw in different modes of knowledge sharing. What might be different about utilizing digital networks, or specific to their uses?
Another point of interest for me in the book was its relationship to critical and feminist postcolonial theory. As has been pointed out across the broad field of border and migration studies in recent years, engagement with feminist and postcolonial work can sometimes be slim across the field (Basham & Vaughan-Williams, 2013Walters, 2015). In addition to the explicit claim that the book locates itself in relation to these bodies of work, certain choices across the book gesture toward its location in relation to these fields. For instance, one choice the authors make is to refer to migrants as “subaltern migrant,” thus gesturing toward theories of subalterity, though not explicitly discussing the relation of this terminological choice to these theories. This raised questions for me. More specifically, though not located through referencing in the book in more than an elliptical way, it called to mind the work of Gayatri Spivak as an important theorist of subalternity, and for whom migrants are not subalterns. She is quite clear about this:
Subalternity is the name I borrow for the space out of any serious touch with the logic of capitalism or socialism. Please do not confuse it with unorganized labour, women as such, the proletarian, the colonized, [. . .] migrant labour, political refugees, etc. (Spivak, 1995, p. 115)
As Nikita Dhawan has explained, for Spivak, the “very definition of the subaltern entails ‘immobility,’ whereby the cultural space of subalternity is cut off from the lines of mobility” (Dhawan, 2007, np). Instances such as this one left me wondering how precisely the book positioned itself in terms of feminist and postcolonial theory, or what role it saw this body of work playing in the overall theoretical framework.
As a whole, Migrant Commons, Migrant Digitalities and the Right to the City takes on the challenging task of both engaging extensively with theoretical work in the broad field of border and migration studies and engaging in fieldwork in three distinct cities. It is published within the “pivot series” of Palgrave Macmillan, meaning that it is a publication scaled to be a shorter overall piece of work than a traditional monograph (or, in this case, “trigraph”) and published much more quickly. The goal of this model is to allow contemporary research out into the world so that it can speak to the urgent themes of our times. And this is precisely what this book takes up.

Interview With the Authors

  • 1. My first question is about your usage of “mobile commons,” which is also related to the role of digitality in your book. There is one sense in which it’s possible to read “mobile commons” as a commons on the move, echoing the movements of the migrants who produce these commons (p. 9). At other points, you suggest that “mobile commons” references knowledges that may be communicated by digital means, though these knowledges might also be communicated by word of mouth (p. 64). In that your approach to migrants and the digital is in part directed by the recognition that migrants do use and engage with digital technologies, and that the digital is not only about totalizing surveillance, I wondered to what extent it is thissecond sense of “mobile commons” (communication by digital means) which is most important to your argument? Another way to phrase this might be to ask, in what ways is your discussion of “mobile commons” a means to describe the ways that migrants make use of the digital in their movements? And what unique role do these migrant digitalities play in the production of the mobile commons you describe?
You have rightly spotted the “mobility” element in the very definition of “mobile commons,” which raises analytical-theoretical, as well as empirical issues, when studying movements-in-the-making and attempting a sociology of praxis. The commons is a product of this motion, mobility, movement, and the encounters produced. It cannot be static. Commons emerge as spaces and trails generated in the context of digital materialities, which are cognitive, knowledge-based, communicative action, as much as they are practical and live. We therefore cannot distinguish between the “first,” ‘second’, or “third” definitions that derive from sedentary paradigms of social theorizing. Our concepts derive from studying migrant and mobile groups in action utilizing John Urry’s “mobilities paradigm” in a world characterised by “global complexity.” As critical scholars, we define these spaces of mobility as the polar opposite of neoliberal projects which appropriate “mobility” by defining it within the austerity-and-deregulation paradigms to counter the so-called “labor rigidities” to make factors of production “mobile” and “flexible.” Moreover, we take seriously the production of knowledge, by us as scholars but more significantly by our subjects themselves. The very terms used and how they are understood cannot be detached from the way they are derived and practiced. Concepts cannot be superimposed from above or from outside; hence we insist that this is a dialogue that overcomes the East-West and North-South binaries. Neither do we pretend that we are mere “mouthpieces” without our views and ideas, which is shaped by our academic, political, ideological and active engagement: let’s not forget Henri Lefebvre here when reading how subaltern migrants and movements redefine “the right to the city.” As Ari Sitas reminds us “ordinary lives” of these people tell us loads about modes of livelihoods, socialities, solidarities and connectivities long experienced in the Global South and the East. We have tried to capture something from this by studying and connecting it to digitalities-on-the move. “Mobile commons” is not something invented out of the blue—it derives from a collective engagement with our subject and is the result of communities of scholars; we have given our own reading but acknowledge that this “knowledge” derives from a “common.” Migrant digitalities are the modality upon which the mobile commons are produced, practiced and developed.
  • 2. My second question is about your description of migrants as “subaltern migrants.” What are your reasons for choosing this language, what are the political effects of naming migrants in this way, and how do you locate your choice in relation to postcolonial literature on subalternity?
We chose this term for practical-analytical as well as for political reasons. In practice, we were not studying “elite migrants” but those at the bottom: the unwelcome, the irregular, the sans-papiers. Yet, it is also a conscious choice of taking a stance and acknowledging the contribution of Postcolonial thinking and Southern theory and praxis. It is impossible to make sense of what these migrants themselves are articulating, practicing and seeking. The “subaltern” are not only “speaking” but they are actually ‘doing’; they are a vital force in the process of changing the world. They bring their own knowledge, experience, forms of resisting, theorizing and sharing when they are encountering the parts of the world designated as “the West,” “the North,” Europe, and so on. Thus, they are engaging in the redefinition of the world. We are not idealizing here; we are studying. As scholars, all three of us, who studied at Universities in European Capitals, “imperial metropolises,” we have had encounters with spaces of migrant and movement of commons, and we had read various other important studies which shaped us. However, it was our study on movements in Athens-Istanbul-Nicosia, a boundary-triangle par excellence, which pushed us to theorize matters in this particular way. It is at this intersection that was in practice the importance of postcolonial thinking. Hence, as critical migration scholars, if anything we identify with the South by acknowledging a knowledge-debt, drawing ideas and inspiration from the encounters with modes of knowledge that derive from migrants’ own experiences, once they encounter and defy “border regimes,” surveillance and control. Moreover their entry, residing, moving in the arrival cities generates new socialities, solidarities and contestations. The world is not mimicking the West or the North, as Modernisation theory had it. To use Stuart Hall, “the Rest” are not copying “the West.” The world is in a mess and to make sense of this complex system requires labor and serious rethinking. Sitas allow us to see how we are witnessing modes of livelihoods which are kinds of socialities, solidarities and connectivities long experienced in the Global South, the East and what was thought of as “backward Rest” and Well, there is something crucial here: these poor and unwanted migrants do not come from a forgotten past, but from the future. In our own modest way, this is part of what we are trying to say—the subaltern are speaking in ways never perhaps expected.
  • 3. Finally, I wondered if you could say a bit more about how you understand gender and race, specifically in their intersection with what you call austerity citizenship, the forces of gentrification you describe, and their relationship to the “multiple matrix of contestations and social struggles” (p. 110)? And what role do you see postcolonial theory, critical theory and gender or feminist theory playing in your theoretical work to attend to these intersections?
We allude to such issues but to properly develop them we must do another study. Theorizing such complex issues of the poles of differentiation, division, contestations, relations of oppression and exploitation, or solidarities as concrete social relations is no easy matter. Gender, race, class, and so on must be properly integrated in the analysis. Lately, the notion of intersectionality is in vogue attempting to capture the interaction of these modes. This innovative is welcome in many ways to capture these complex issues. However, we must not be trapped in schemas that are unreal and problematic—Floya Anthias suggests that we must move toward other formulations proposing “translocational positionality” instead. In our book we do consider intersections, but in a concrete manner: for instance, in the study of Nicosia, we examine how relations are both racialized and gendered and how such relations, perceptions, modes of power, and so on feed into the spaces frequented by migrant women, with all sorts of patriarchal and demeaning and sexualized connotations and practice, in the intersection between “citizenship” and “labor.” You can find these intersections in the instances we discuss in Athens and Istanbul. However, it is vital we locate the specific social relations which connect them and differentiate them from other types of racialized and gendered relations. As Angela Davis insists, what we need is “intersectionality of struggles” and “not so much intersectionality of identities.” It is our thesis that the central concept here is austerity citizenship: relations of race and gender and other differentiations pivot around this notion, that is, the relationship between sovereignty and labor. Once this is recognized, we can construct intersectional relations as they are built upon them. We can pin the intersections on austerity citizenship and the capitalistic forces of gentrification by placing them within a highly complex relations, which we call multiple matrix of contestations and social struggles. This is how the migration processes for subaltern migrants works—as elite migrants have different options and routes: race, gender, class are defined by the transformations of these two: (a) Sovereignty, and its particular manifestation in the production and reproduction of the “subject” with or without rights with all the struggles these entail, as Wendy Brown reminds us. (b) Labor, around which struggle occur for survival, subsistence, betterment and the exploitative relations in an unequal society. As you see we draw on Marxism, the autonomist traditions, postcolonial theory, critical theory and gender and feminist theory to make sense, so as to theorize a highly complex and unruly “world out of joint,” as Wallerstein calls it.

References

Basham, V., Vaughan-Williams, N. (2013). Gender, race and border security practices: A profane reading of “muscular liberalism.” The British Journal of Politics and International Relations, 15, 509527Google ScholarLinkISI
Dhawan, N. (2007). Can the subaltern speak German? And other risky questions. Retrieved from: http://translate.eipcp.net/strands/03/dhawan-strands01en#redir Google Scholar
Spivak, G. C. (1995). Supplementing marxism. In Magnus, B., Cullenberg, S. (Eds.), Whither Marxism? Global Crises in International Perspective (pp. 109120). London, EnglandRoutledgeGoogle Scholar
Trimikliniotis, N., Parsanoglou, D., Tsianos, V. S. (2015). Mobile commons, migrant digitalities and the right to the city. London, EnglandPalgrave Macmillan PivotGoogle ScholarCrossref
Walters, W. (2015). Reflections on migration and governmentality. Movements: Journal Für Kritische Migrations- Und Grenzregimeforschung. Retrieved from http://movements-journal.org/issues/01.grenzregime/04.walters–migration.governmentality.html Google Scholar
  • March 29th 2018 at 23:29

Τουμάζος Τσιελεπής: Όσα ακολούθησαν το Κραν Μοντανά και εξακολουθούν να συμβαίνουν μας πικραίνουν, αλλά δεν μας εκπλήσσουν

By nicostrim
25 Φλεβάρη 2018, «ΧΑΡΑΥΓΗ»

Τουμάζος Τσιελεπής: Όσα ακολούθησαν το Κραν Μοντανά και εξακολουθούν να συμβαίνουν μας πικραίνουν, αλλά δεν μας εκπλήσσουν

1.   Με όλες αυτές τις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι το φυσικό αέριο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για λύση του Κυπριακού;

Πάντα πιστεύαμε ότι το φυσικό αέριο μπορεί να αποδειχθεί ευλογία ή κατάρα. Καθήκον μας είναι να συνεχίσουμε, ανεξαρτήτως δυσκολιών και επιπλοκών, να αξιοποιούμε το φυσικό αέριο ως καταλύτη για λύση του Κυπριακού. Γι' αυτό άλλωστε φροντίσαμε έγκαιρα, και δη από τις αρχές του 2010, να κάνουμε κάτι σε αυτό το ζήτημα. Ασφαλώς το θέμα των υδρογονανθράκων ποτέ δεν ήταν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Υπάρχουν, όμως, στοιχεία της διαπραγμάτευσης που έχουν έμμεση πλην σαφή σχέση με το φυσικό αέριο. Συζητώντας τις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες καταλήξαμε ότι η ΑΟΖ θα πρέπει να περιλαμβάνεται σε αυτές. Συμφωνήσαμε επίσης ότι στο ζήτημα της οριοθέτησης θα προχωρούμε όπως προνοεί η Συνθήκη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιπλέον, στις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες θα ανήκουν και οι φυσικοί πόροι. Στο δε κεφάλαιο της Οικονομίας καταλήξαμε στον τρόπο διαμοιρασμού των ομοσπονδιακών εσόδων ανάμεσα στο κέντρο και τις συνιστώσες πολιτείες. Αυτές οι συγκλίσεις, τις οποίες υπενθυμίζει και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στην πρόσφατη έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ουσιαστικά επιλύουν το ζήτημα του φυσικού αερίου ταυτόχρονα με τη λύση του Κυπριακού. Έτσι μπορέσαμε απρόσκοπτα να προχωρήσουμε στην πρώτη επιτυχή γεώτρηση στο οικόπεδο «Αφροδίτη» χωρίς η Τουρκία να μπορέσει να μας παρεμποδίσει.

2.   Κάποιοι εκτιμούν ότι η χλιαρή αντίδραση της διεθνούς κοινότητας στις τουρκικές προκλήσεις ήταν και ένα μήνυμα ότι ευθύνεται και η ε/κ πλευρά για την αποτυχία του Κραν Μοντανά. Πώς το σχολιάζετε;

Οι τουρκικές προκλήσεις παραβιάζουν κατάφωρα τόσο το συμβατικό όσο και το εθιμικό Δίκαιο της Θάλασσας και ως τέτοιες θα έπρεπε να τύχουν πολύ πιο αποφασιστικής αντίδρασης εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει, κάτι που πρέπει να πω ότι δεν μας εκπλήσσει. Η ιστορία του Κυπριακού από το 1974 και μετά διδάσκει ότι τα πιο σοβαρά τετελεσμένα επιχειρούνταν σε περιόδους όπου δεν υπήρχε διαπραγματευτική διαδικασία χωρίς να φαίνεται και να καταγράφεται -όχι από εμάς αλλά από τα Ηνωμένα Έθνη- η αποκλειστική τουρκική υπαιτιότητα. Μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Έκθεσή του ουσιαστικά επαινεί την Τουρκία για τη στάση της και επιρρίπτει τις ευθύνες στους δύο ηγέτες. Όσα ακολούθησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν μας πικραίνουν, αλλά δεν μας εκπλήσσουν. Το ζήτημα πλέον είναι τι κάνουμε από δω και πέρα με δεδομένο ότι μόνο διπλωματικά μπορούμε να αντιδράσουμε και ότι η στάση του ΟΗΕ, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς κοινότητας είναι χλιαρή.

3.   Πώς μπορεί να επαναρχίσουν οι συνομιλίες χωρίς να αφήνονται περιθώρια για την ακραία θέση της τουρκικής πλευράς για συνομιλίες εκτός των παραμέτρων του ΟΗΕ;


Οι συνομιλίες δεν μπορούν να επαναρχίσουν σε συνθήκες κρίσης. Το πρώτο που επιβάλλεται να γίνει είναι η εκτόνωση της κρίσης και αμέσως μετά να αρχίσει η προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών. Όμως, δεν είναι αρκετή η φραστική διακήρυξη ότι είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε σε διαπραγμάτευση. Ο Γ.Γ. δεν πείθεται ότι όντως υπάρχουν τέτοιες προϋποθέσεις και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στις δύο Εκθέσεις του μετά το Κραν Μοντανά. Πολύ φοβούμαστε ότι αν ο κ. Γκουτέρες δεν εξασφαλίσει διαβεβαιώσεις ότι οι δύο ηγέτες είναι έτοιμοι να προχωρήσουν από κοινού σε μια διαπραγματευτική διαδικασία με διαφύλαξη των μέχρι σήμερα συγκλίσεων, του πλαισίου Γκουτέρες και του μηχανισμού εφαρμογής της λύσης και με πακετοποιημένη διαπραγμάτευση των βασικών εκκρεμούντων θεμάτων, πολύ δύσκολα θα πειστεί να εμπλακεί σε επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Όσο για την τουρκική πλευρά, πολλά και απαράδεκτα είναι αυτά που διακηρύσσει, αλλά αν η ελληνοκυπριακή πλευρά δείξει ετοιμότητα να προχωρήσει με τον πιο πάνω τρόπο και αρνηθούν να ακολουθήσουν, εκείνοι είναι που θα βρεθούν εκτεθειμένοι. Συμπερασματικά, το ερευνητικό πρόγραμμα πρέπει να συνεχιστεί, με πλήρη επίγνωση πως ενόσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, και μάλιστα χωρίς να καταγράφεται η τουρκική αδιαλλαξία, θα βρίσκουμε συνεχή εμπόδια και κλιμάκωση των προκλήσεων από την πλευρά της Τουρκίας. Και σε όσους λένε ότι αν προχωρήσουμε τώρα με το Κυπριακό η Τουρκία θα επιβάλει τους δικούς της όρους, υπενθυμίζουμε ότι η δια- πραγμάτευση δεν θα αρχίσει από το μηδέν, αλλά με διαφύλαξη του κεκτημένου των συνομιλιών. Το οποίο περιλαμβάνει κατάργηση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων, μόνο συμβουλευτικό ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων κατά την περίοδο εφαρμογής της λύσης, επιστροφή της Μόρφου και πολλά άλλα.

  • February 27th 2018 at 10:14

H κατάρρευση της πολιτικής των "ενεργειακών ηφαιστείων" μετά την αποκαθήλωση στο Γκραν Μοντανά : Ας παμε για λύση του Κυπριακού!

By nicostrim

Συνέντευξη με τον Νίκο Τριμικλινιώτη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

συνεντευξη στην Εφημεριδά Εποχή IN ΔΙΕΘΝΗ / BY  / ON FEBRUARY 25, 2018 AT 11:36 PM /
Το ενεργειακό παιχνίδι τού Αναστασιάδη δεν αποδίδει
kypros1
Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Κοντές
Οι πληροφορίες για συνάντηση μεταξύ τουρκοκύπριων αξιωματούχων και της ιταλικής ENI φαίνεται ότι τελικά δεν επιβεβαιώνονται. Ωστόσο, υπάρχει μια ποιοτική αναβάθμιση της πίεσης που ασκείται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα και την Τουρκία με αφορμή την τρέχουσα κρίση της ΑΟΖ. Είναι όντως έτσι;
Οι συναντήσεις αυτές, είτε επιβεβαιωθούν είτε όχι, καταδεικνύουν το προφανές: οι εταιρείες θέλουν να έρθουν σε κάποια συνεννόηση για το ζήτημα. Στην παρούσα κατάσταση, η Τουρκία παίζει ως η εκ των πραγμάτων υπερδύναμη της ανατολικής Μεσογείου. Εφόσον η πολιτική της απόφαση είναι να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο, ο ευκολότερος τρόπος για να εκφράσει έμπρακτα αυτή την απόφαση είναι δείχνοντας πυγμή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς σ’ αυτό το παιχνίδι ο αδύναμος κρίκος είναι η Κύπρος.
Η Τουρκία οφελείται
Αδύναμος κρίκος με ποια λογική;
Με τη λογική ότι είναι μια χώρα μικρή, διαιρεμένη, με τουρκικά στρατεύματα και ταυτόχρονα το παγκόσμιο πλυντήριο των ρωσικών και άλλων κεφαλαίων. Επίσης, υπάρχει αποδοχή από όλους ότι οι τουρκοκύπριοι με τη λύση έχουν κι αυτοί δικαιώματα στα κοιτάσματα. Η Κύπρος βρίσκεται σε ευάλωτη γεωπολιτική θέση και λόγω της συγκυρίας, καθώς, μετά το ναυάγιο των συνομιλιών για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, κανείς δεν φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνη την Τουρκία γι’ αυτό. Οι χειρισμοί του κ. Αναστασιάδη, ιδίως μετά τη κατάρρευση στο Κραν Μοντανά πέρυσι, έδωσαν την ευκαιρία στην Τουρκία να μιλάει εκ μέρους των τουρκοκυπρίων ή εν πάσι περιπτώσει να τους εκπροσωπεί με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν φαίνεται να προωθεί τη λύση. Η Τουρκία, όπως άλλες χώρες της περιοχής, για παράδειγμα το Ισραήλ ή και οι ΗΠΑ, δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση του ΟΗΕ για τη θάλασσα. Θεωρεί ότι έχει νομικό έρεισμα —εξάλλου δεν έχει οριοθετηθεί η ΑΟΖ που γειτνιάζει με την Τουρκία—, ενώ με την εκκρεμότητα του κυπριακού και ανοικτό το θέμα της διασφάλισης των δικαιωμάτων των τουρκοκυπρίων χρησιμοποιεί τη δύναμη που έχει στη ανατολική Μεσόγειο προς όφελός της. Ας μη ξεχνούμε ότι ο ίδιος ο Αναστασιάδης, κατά την προεκλογική περίοδο, μίλησε για την ΑΟΖ της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», δηλαδή των κατεχομένων εδαφών, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα στη Κύπρο. Η κατάσταση αυτή αποτελεί δείγμα των κινδύνων της διαιώνισης της διχοτόμησης, της μη λύσης του κυπριακού.
Επιλέγει, ωστόσο, η Τουρκία την αντιπαράθεση σε μια περίοδο με ανοιχτά πολλά μέτωπα στην εξωτερική της πολιτική. Θεωρεί ότι τα οφέλη στο κυπριακό ζήτημα θα είναι τόσο μεγάλα, ώστε να αξίζει το ρίσκο της εμπλοκής και του αμερικανικού παράγοντα, μέσω της Exxon, με δεδομένη και την τριβή που υπάρχει στο ζήτημα της Συρίας;
Κάνουμε πολλές φορές ένα συμψηφισμό αναμεσά σε πολυεθνικές και κράτη. Είναι στα πλαίσια μιας τουλάχιστον αφελούς άποψης που θεωρεί ότι μπαίνοντας «στον ενεργειακό χάρτη» αλλάζει και αυτομάτως η γεωπολιτική θέση της Κύπρου. Πρόκειται για την «ενεργειακή» γεωπολιτική φιλολογία που τροφοδοτεί νέους ή αναβιώνει παλιούς καταστροφικούς μεγαλοϊδεατισμούς και άλλες φαντασιώσεις. Γίνεται κατανοητό ότι χωρίς λύση του κυπριακού, η όποια απόπειρα εξόρυξης καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, καθώς το ενεργειακό παιγνίδι δεν αποδίδει. Πρόκειται για ένα παιγνίδι το οποίο ευθύς εξαρχής ήταν ριψοκίνδυνο και αβέβαιο. Θυμάστε και προηγουμένως, όταν ανέλαβε ο Αναστασιάδης την εξουσία το 2013, η Άγκυρα κλιμάκωσε τις αντιδράσεις στη προετοιμασία των προϋποθέσεων για εξόρυξη με το «Μπαρμπαρός».
Είναι κατά τη γνώμη μου εσφαλμένη η λογική που έχει αναπτυχθεί από την ελληνική πλευρά, πέραν της πολιτικής που ακολουθεί ο Αναστασιάδης, ότι όταν μιλάμε για τις συγκεκριμένες εταιρείες αναφερόμαστε σε «κολοσσούς», λες κι έχουν δικό τους στρατό. Πρόκειται, όντως, για μεγάλες εταιρίες, πολυεθνικές, με έδρες σε διάφορα μέρη του κόσμου, αλλά είναι εταιρίες. Ξέρουν να διαπραγματεύονται με τις κυβερνήσεις της περιοχής, έχουν τα δικά τους συμφέροντα. Δεν είναι κράτη, ούτε έχουν δικό τους στρατό, ώστε να θεωρήσει κανείς ότι αν συμφωνήσει με την τάδε ή τη δείνα εταιρία έχει θωρακίσει και την επιτυχία του. Εφόσον η Τουρκία είναι παίχτης στην περιοχή, θα διαπραγματευτούν μαζί της. Αυτό, άλλωστε, κάνουν: διαπραγματεύονται με όποιον παίζει ρόλο στην περιοχή για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους. Επομένως, η Τουρκία δεν έρχεται σε άμεση σύγκρουση με την Γαλλία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ, αλλά με τη σκληρή της αυτή συμπεριφορά στέλνει «μήνυμα» ότι κυριαρχεί· με την Κύπρο έχει αντιπαράθεση, ούτε με την Ιταλία, ούτε με τις ΗΠΑ.
Υπάρχει σκλήρυνση της πολιτικής της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα, αλλά ο Ερντογάν ξέρει ότι δεν απειλείται στα άλλα μέτωπα από αυτό της Κύπρου, γιατί απλά δεν έχει κόστος. Δείτε τι αντίδραση υπήρξε για τη παράνομη NAVTEX εντός της Κυπριακής ΑΟΖ. Ήταν χλιαρή η αντίδραση, χωρίς αντίκρισμα. Η Τουρκία έδειξε την πυγμή της χωρίς κόστος, με δεδομένη και την αδύναμη θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνοκυπριακή πλευρά, λόγω της πολιτικής που ακολούθησε μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά. Θυμάστε τι είπε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, στη λήξη της συνόδου τότε; Ευχήθηκε καλή τύχη στους «Κυπρίους του Βορρά» και του «Νότου». Μετά έθεσε ως προϋπόθεση για τη συνέχιση των συνομιλιών την αποδοχή του πλαισίου που έθεσε, για να ξεκινήσουν συνομιλίες από το σημείο που τις αφήσαμε. Ο Αναστασιάδης αντί να κάνει ότι μπορεί για να επαναρχίσουν οι συνομιλίες, ερωτοτροπεί με τους απορριπτικούς —τώρα μόνο θυμήθηκε τις συνομιλίες—, ωστόσο πρέπει να ικανοποιηθούν αυτές οι προϋποθέσεις. Ας το κάνει έστω και τώρα. Προφανώς το τρυπάνι της ΕΝΙ θα φύγει και θα τελειώσει και η NAVTEX, άρα ντε φάκτο θα έχουμε μια περίοδο για αποκλιμάκωση της κατάστασης. Ας δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση των συνομιλιών. Η ανακόλουθη, όμως, προσέγγιση της ελληνοκυπριακής πλευράς στο κυπριακό, με τη κατάρρευση της γεωπολιτικής φαντασίωσης ότι θα μετατραπεί η Κύπρος σε ενεργειακό παίκτη στη περιοχή ευνόησε τους σχεδιασμούς της Τουρκίας. Αν δεν έχουμε λύση, η Άγκυρα προγραμματίζει και γεώτρηση στην περιοχή, κάτι που θα δημιουργήσει περισσότερα τετελεσμένα και παγίωση της διχοτόμησης. Να θυμηθούμε ότι η πιθανότητα της από κοινού με τους τουρκοκύπριους εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου ήταν αυτό που έδωσε ώθηση στις συνομιλίες μετά την καταστροφική προεδρία του Τάσσου Παπαδόπουλου. Όταν χαθεί αυτή η πιθανότητα χάνεται και η δυναμική της λύσης.
Πρόκειται επομένως για μια άλλη πλευρά του κυπριακού ζητήματος.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν ήθελε να τεθεί το θέμα αυτό στις συνομιλίες για το κυπριακό. Εξάλλου, υπάρχει η σύγκληση που επιτεύχθηκε από τους Χρίστοφια και Ταλάτ, που καθόρισε ότι με τη λύση του κυπριακού όλος ο υποθαλάσσιος πλούτος της περιοχής θα περάσει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και επομένως δημιουργείται η προϋπόθεση για να μην υπάρξει σύγκρουση σ’ αυτό το θέμα. Σίγουρα, έτσι λύνεται το πρόβλημα με τις πλευρές που δεν γειτνιάζουν με την Τουρκία, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα της οριοθέτησης ΑΟΖ μ’ αυτή. Θα πρέπει στο πλαίσιο της λύσης να σκεφτούμε τι θα γίνει και με αυτό το ζήτημα.
Βάση το πλαίσιο Γκουτέρες
Η πρόνοια που υπήρχε για τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου αξιοποίησης των κερδών από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δεν αποτελεί μια δικλείδα ασφαλείας για την τουρκοκυπριακή πλευρά;
Είμαστε πολύ μακριά από αυτό το σημείο. Βρισκόμαστε στη φάση της έρευνας και της επιβεβαίωσης των κοιτασμάτων και όχι στη φάση της εξόρυξης, στην περίπτωση που τα αποθέματα, το κόστος και η τιμή, το επιτρέψουν. Τώρα, όμως, η τουρκοκυπριακή πλευρά θέτει άμεσα θέμα για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων με τον εξής τρόπο: από τη στιγμή που η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν φαίνεται έτοιμη να συζητήσει λύση τώρα, θα πρέπει να βρεθεί μια «ενδιάμεση λύση» σχετικά με τους υδρογονάνθρακες για το μεσοδιάστημα. Η απλή απάντηση είναι ότι μπορούμε και οφείλουμε να προχωρήσουμε άμεσα για λύση, ώστε το ζήτημα της εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής να είναι κομμάτι της. Είναι ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με δεδομένες τις συζητήσεις που γίνονται για τους αγωγούς της γύρω περιοχής. Η λογική της κωλυσιεργίας στις συνομιλίες, με βάση την υπόθεση ότι ανεξάρτητα από την επίλυση του κυπριακού θα γίνουν τέτοιες συμμαχίες με χώρες στη γύρω περιοχή και με μεγάλες εταιρίες-κολοσσούς, που θα αλλάξουν τα γεωπολιτικά δεδομένα προς όφελος της ελληνοκυπριακής πλευράς, τώρα καταρρέει.
Τα απαραίτητα βήματα για την έξοδο από την τρέχουσα κρίση, με σκοπό να ξαναξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις ποια είναι;
Το πρώτο βήμα είναι η αποκλιμάκωση της έντασης, κι αυτό εκ των πραγμάτων θα γίνει μετά την αποχώρηση του τρυπανιού και την λήξη της NAVTEX. Σ’ αυτή την περίοδο απαιτείται να ξεκαθαριστεί στα Ηνωμένα Έθνη ότι αποδεχόμαστε το πλαίσιο Γκουτέρες, κι αυτό είναι το καλύτερο πλαίσιο για λύση. Όταν θα γίνει αυτό, παρά τις σκληρές δηλώσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς, ευελπιστώ ότι θα επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εκεί μπορούμε να επιτύχουμε την αποδεκτή από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις λύση, αυτή της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Στη συνέχεια, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε με την εκμετάλλευση των νοτίων κοιτασμάτων, που δεν γειτνιάζουν με την Τουρκία. Με τη λύση μπορεί δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα και για να τα βρούμε με τη Τουρκία για τα υπόλοιπα.
Λαϊκή πλειοψηφία υπέρ του συμβιβασμού
Η κρίση αυτή και το πλαίσιο επίλυσης έχει παγιδευτεί στα όρια του «εθνικού θέματος» στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής πλευράς;
Αυτό ισχύει ήδη από την προεκλογική περίοδο. Όσοι όμως υποστήριξαν την πιο σκληρή, εθνικιστική πολιτική ηττηθήκαν, δεν πέρασαν καν στο δεύτερο γύρο. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχασε όταν προέταξε «Νέα Στρατηγική» στο Κυπριακό και προσέδωσε δημοψηφισματικό χαρακτήρα στις προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, ο Αναστασιάδης υιοθέτησε ένα τμήμα αυτής της ρητορικής για ψηφοθηρικούς λόγους. Τώρα καταρρέει και η λογική της γεωπολιτικής ενεργειακής πολιτικής. Θυμάστε τι έγινε με τη πυραυλολογία των S300 και τα ενιαία αμυντικά δόγματα επί Γλαύκου Κληρίδη; Για να μη πάμε στο 1974 —η εισβολή έγινε μετά από απόπειρα πραξικοπήματος για ένωση με την Ελλάδα Παρατηρούνται, δυστυχώς, παρόμοιες επαναλαμβανόμενες καταστροφικές προσεγγίσεις. Έχουμε μνήμες: μόνο με ένα σωστό συμβιβασμό θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Θεωρώ ότι ο εθνικισμός δεν πουλάει με τον ίδιο τρόπο που πουλάει αυτή την περίοδο στην Ελλάδα με αφορμή το μακεδονικό. Εμείς εδώ πληρώνουμε συνεχώς.
Η είσοδος του υποψηφίου που υποστήριξε το ΑΚΕΛ στο δεύτερο γύρο και η αύξηση της επιρροής του στην κυπριακή κοινωνία αποτελεί μια δικλείδα ασφαλείας για την εξεύρεση μιας λύσης κοντά στα όσα συζητήσαμε;
Ναι, η δύναμη της Αριστεράς είναι μια δικλείδα ασφαλείας. Το ΑΚΕΛ είναι το μόνο πολιτικό κόμμα που διαχρονικά και συστηματικά εκφράζει και την προοπτική της επανένωσης, καθώς είναι το μόνο κόμμα που έχει δεσμούς με του τουρκοκύπριους. Το πρόβλημα είναι ότι με το προεδρικό σύστημα ο πρόεδρος συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες και χειρίζεται αυτοβούλως το κυπριακό, ακόμα και σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων. Η αντιπολίτευση έχει μόνο την επιρροή στη Βουλή, αλλά και τη συμβολική δύναμη στο λαό, επομένως ο μόνος τρόπος για να πετύχει κάτι είναι μέσα από την κινητοποίηση, με ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών με τους τουρκοκύπριους. Είναι σημαντικό να δημιουργηθεί δυναμική υπέρ της λύσης, γιατί ο λαός είναι αυτός που θα κληθεί να εγκρίνει τη λύση που θα συναρμολογηθεί από τους αρχηγούς των δύο κοινοτήτων. Η αριστερά, όλο το λαϊκό κίνημα, το κίνημα της επαναπροσέγγισης και της συμφιλίωσης αποτελούν τη μόνη δικλείδα ασφαλείας και ό,τι ελπιδοφόρο υπάρχει για να μπορέσουμε να καταλήξουμε όχι απλώς σε μια διπλωματική συμφωνία σε επίπεδο ηγεσίας, αλλά σε μια ουσιαστική προώθηση της λύσης του κυπριακού. Να μην ξεχνούμε ότι από το 2003 που άνοιξαν τα οδοφράγματα έχουν αναπτυχθεί σχέσεις και δεσμοί ανάμεσα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, το 1/4 των ελληνοκυπρίων έχουν Τουρκοκύπριους φίλους. Όλες οι έρευνες δείχνουν ότι ακόμα και σ’ αυτό το άσχημο κλίμα η μαζική πλειοψηφία του πληθυσμού θέλει λύση συμβιβασμού.
kypros2
Να σταματήσουν τα ριψοκίνδυνα παιχνίδια
Η απειλητική κίνηση εναντίον του τρυπανιού της ΕΝΙ από το τουρκικό ναυτικό την Παρασκευή το πρωί αποτελεί περαιτέρω κλιμάκωση ή εντάσσεται στην στρατηγική έντασης που έχουμε ήδη περιγράψει;
Η κατάσταση παραμένει επικίνδυνη και σ’ αυτές τις συγκυρίες μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε. Η εξέλιξη της Παρασκευής μπορεί να φαίνεται εικονική, αλλά όσο υπάρχει κλιμάκωση, όσο η κρίση συνεχίζεται κάτι μπορεί να πάει στραβά και να οδηγηθούμε σε μια πραγματικά πολύ δύσκολη κατάσταση.
Η κίνηση του γεωτρύπανου ήταν προγραμματισμένη;
Οι πληροφορίες του Τύπου έλεγαν ότι προτού αποπλεύσει για το Μαρόκο θα δοκιμάσει άλλη μια φορά να φτάσει στην τοποθεσία «Σουπιά». Νομίζω ότι η Τουρκία ανέμενε την κίνηση αυτή, και σε αυτό το πλαίσιο αντέδρασε με το συγκεκριμένο τρόπο.
Η αντίδραση της ελληνοκυπριακής πλευράς ποια θα είναι;
Για λόγους γοήτρου νομίζω ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να δηλώνει ότι οι ενεργειακοί σχεδιασμοί θα προχωρήσουν κανονικά, ότι η ΕΝΙ δεν τα παρατάει κ.λπ.
Το στάδιο της αποκλιμάκωσης στο οποίο έχουμε αναφερθεί δυσκολεύει μετά από την εξέλιξη αυτή;
Αν δεν συμβεί κάτι πραγματικά επικίνδυνο, νομίζω ότι θα μπούμε σ’ αυτό το στάδιο αποκλιμάκωσης. Δεν υπάρχει κι άλλος τρόπος, καθώς δεν συμφέρει κανέναν οποιαδήποτε άλλη έκβαση. Το σημαντικό είναι ότι αν δεν προχωρήσουμε για τη λύση του κυπριακού, μπορεί να έχουμε διαφόρων ειδών προβλήματα. Είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνο να συνεχίσουμε σαν να μην συνέβη τίποτα και πρέπει να σκεφτούμε πως θα πορευτούμε από εδώ και πέρα. Τα παχνίδια γοήτρου πρέπει να σταματήσουν.
  • February 27th 2018 at 09:35

Συζητήθηκαν στην Επιτροπή Απασχόλησης του ευρωκοινοβουλίου τα δικαιώματα των ειδικών επιστημόνων στο Παν.Κυπ

By nicostrim


«Η επισφάλεια του επαγγέλματος των «ειδικών επιστημόνων» στην Κύπρο, οι οποίοι συμμετέχουν συχνά και σε ευρωπαϊκά προγράμματα, ήταν ο λόγος που καταθέσαμε γραπτή ερώτηση στην Κομισιόν στις 30 Νοεμβρίου του 2017. Τα δικαιώματα τους προστατεύονται εν μέρη από τη Χάρτα του Ερευνητή της ΕΕ και το EURAXESS, τα οποία φαίνεται να παραβιάζονται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η ερώτηση μας αναφερόταν στα βήματα που προτίθεται να κάνει η Κομισιόν για να διασφαλίσει τα δικαιώματα των ΔΕΔΕ και να αντιμετωπίσει τις μή τυπικές μορφές εργασίας αυτού του είδους, ειδικά μέσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Λόγω της μη έγκαιρης απάντησης αλλά και της σημασίας του θέματος, αποφασίσαμε να κάνουμε χρήση του δικαιώματος μας να θέσουμε το θέμα στην επιτροπή απασχόλησης του κοινοβουλίου.»

Αυτά είπε στην εισαγωγή του για το θέμα της παραβίασης των εργασιακών θεσμίων στην περίπτωση των Μεταδιδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ Νεοκλής Συλικιώτης. Ο κύριος Συλικιώτης μιλούσε στην Επιτροπή Απασχόλησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου και ήγηρε το θέμα των εργασιακών συνθηκών των ΔΕΔΕ.

Εκφράζοντας την στήριξη του στα δίκαια αιτήματα της συντεχνίας ΔΕΔΕ, ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ δήλωσε πως «οι εργοδοτούμενοι ειδικοί επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, δεν απολαμβάνουν κοινωνικά ωφελήματα όπως άδεια ασθενείας, άδεια ανάπαυσης, άδεια μητρότητας και πατρότητας.  Δεν υπάρχει συνεισφορά του εργοδότη σε σχέδιο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης , και περιορίζεται η επανα-πρόσληψη των ατόμων που εκτέλεσαν καθήκοντα διδασκαλίας 30 μήνες σε διάστημα 5 ετών.»

Η Κομισιόν εκπροσωπήθηκε από μια εκπρόσωπο της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας, και μία της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης. Στην απάντηση της η εκπρόσωπος της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας κατά τη διάρκεια της συνεδρίας υπογράμμισε πως υπάρχει σύσταση προς τα κράτη μέλη αναφορικά με καλές εργασιακές συνθήκες για τους ερευνητές ήδη από το 2005. Εναπόκειται στο κάθε πανεπιστήμιο να την εφαρμόσει. Αντίστοιχα η εκπρόσωπος της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης γνωστοποίησε πως προετοιμάζεται πρωτοβουλία για την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία για άτυπες μορφές εργασίας και για αυτοεργοδοτούμενους. Η πρωτοβουλία που θα δημοσιοποιηθεί τον Μάρτιο, είναι βασισμένη στην αρχή 12 του Χάρτη Κοινωνικών Δικαιωμάτων, και το δικαίωμα όλων των εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση ανεξάρτητα από τη διάρκεια εργασίας τους.

Σε ανταπάντηση του ο κύριος Συλικιώτης είπε πως περιμένει την γραπτή απάντηση της Κομισιόν για περαιτέρω ενέργειες ούτως ώστε εφαρμοστεί άμεσα ο Χάρτης Κοινωνικών Δικαιωμάτων και η Χάρτα του Ερευνητή. 


Γραφείο ευρωβουλευτή
22/02/2018
follow on twitter @sylikiotis

  • February 22nd 2018 at 19:53

Δεν υπάρχει περιθώριο για νέες ατέρμονες συζητήσεις.

By nicostrim
 

Τάκης Χατζηδμητρίου

Πολιτική και Οικονομική Επιθεώρηση « ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»
Μετά τις εκλογές
Ένα μη βιώσιμο  Status quo
Η Κύπρος από το 1959 και μετα αριθμεί στην ιστορία της δώδεκα προεδρικές εκλογές. Και όλες ταυτισμένες με κρίσεις και εντάσεις που ορίζουν την Κύπρο ως πρόβλημα. Ο Νίκος Αναστασιάδης είναι ο έβδομος πρόεδρος. Με εξαίρεση την εβδομάδα της διακυβέρνησης από τη χούντα, ύστερα από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το σύστημα λειτούργησε μέσα σε δημοκρατικά πλαίσια, τουλάχιστο σε ό,τι συνιστά την  υποβολή υποψηφιοτήτων και την ύπαρξη σχετικής, στην πρώτη περίοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ελευθερίας του τύπου. Δεν έλειψαν και εκλογές που αμαυρώθηκαν από τραμπουκισμούς από φιλομακαριακά στοιχεία κάτω από την εποπτεία του ίδιου του Υπουργού Εσωτερικών, όπως συνέβη στις εκλογές του 1968 και από τρομοκρατία, όπως στην εκλογή του 1973, με τη χούντα και την ΕΟΚΑ β’.
Η αναμέτρηση με το Μακάριο ήταν άνιση. Η προβολή της προσωπικότητας και του σχήματος του Αρχιεπισκόπου λειτουργούσε καθοριστικά μέσα στην κοινωνία. Η επιδίωξη του ψηλότερου δυνατού ποσοστού, για λόγους γοήτρου, επιστράτευσε, ιδιαίτερα στις δυο πρώτες αναμετρήσεις, μεθόδους που δεν προσιδίαζαν με την έννοια της αδιάβλητης πορείας προς τις κάλπες.
Από το 1978 και μετά αρχίζουν τα κόμματα να διαδραματίζουν ρόλο στην  εκλογή του προέδρου και προβάλλεται η ανάγκη για εφαρμογή ίσων όρων αναμέτρησης μεταξύ των υποψηφίων.
Το πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα, το 1974, λειτούργησε όλο και σε πιο πολιτικοποιημένο κλίμα, με προβολή προγραμμάτων και θέσεων έναντι του πολιτικού προβλήματος και της εσωτερικής διακυβέρνησης. Οι δημοκρατικές διαδικασίες κερδίζουν έδαφος και οι εκλογές διεξάγονται μέσα σε κλίμα μετριοπάθειας. Το αποτέλεσμα, ακόμη και στις περιπτώσεις που κρίθηκε από διαφορά λίγων εκατοντάδων ψήφων, ουδέποτε αμφισβητήθηκε.
Μετά από μια σειρά αλληλοδιάδοχων εκλογών, συνδεδεμένων και με τις εξελίξεις στο Κυπριακό και τους μύθους που το περιβάλλουν, φτάσαμε στις εκλογές του 2018. Το κύριο χαρακτηριστικό των εκλογών του 2018 ήταν η σαφής αναμέτρηση μεταξύ δύο γραμμών, που στο παρελθόν υπονοούντο αλλά που δεν πήραν ποτέ συγκεκριμένη έκφραση και εκπροσώπηση.  Η αποσαφήνιση αφορούσε την αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηρικτών της συμβιβαστικής λύσης στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) με πολιτική ισότητα,  και της άλλης που απέρριπτε  τη ΔΔΟ και αποκήρυσσε τις μέχρι στιγμής επιτευχθείσες συμφωνίες ως απαράδεκτες. Η επικράτηση στον πρώτο γύρο και τελικά η  επανεκλογή του Νίκου Αναστασιάδη στο δεύτερο, με την υποστήριξη του συντηρητικού ΔΗΣΥ, αλλά και η ισχυρή παρουσία του Σταύρου Μαλά που υποστηρίχτηκε, βασικά,  από το ΑΚΕΛ, το κόμμα της αριστεράς,  απέδειξαν σαφή επικράτηση της μετριοπαθούς γραμμής . Και οι δύο υποψήφιοι μαζί συγκέντρωσαν 66%.  Αντίθετα ο Νικόλας Παπαδόπουλος, υποψήφιος της απορριπτικής γραμμής, συγκέντρωσε μόνο 25% των ψήφων, ενώ τα κόμματα του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου, που τον υποστήριξαν, είχαν συγκεντρώσει το 35% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές το 2016. Τελικά, στο δεύτερο γύρο των εκλογών, αυτό το 25% του Νικόλα Παπαδόπουλου κατανεμήθηκε από μισό στον κάθε ένα από τους δύο τελικούς διεκδικητές της προεδρίας, ένδειξη ύπαρξης διαφορετικών τάσεων και μέσα στο 25%.
Τι μάθαμε οι Κύπριοι
Σε όλα αυτά τα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Κύπριοι έμαθαν πολλά στην οικονομία, στο εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών. Πέτυχαν ένταξη στο παγκόσμιο σύστημα, ιδιαίτερα μέσα από τον υπεράκτιο τομέα, σημείωσαν αξιοσημείωτη παρουσία στην εμπορική ναυτιλία,  στον τουρισμό, στη διαχείριση των υδάτων, στην κατασκευή έργων, στην ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, στη δημιουργία μεγάλων εργοληπτικών  οργανισμών με διεθνή δραστηριότητα. Ανέπτυξαν στενές σχέσεις με τους γειτονικές τους χώρες και πήραν σημαντική θέση σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκορύφωμα η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση της Κυβέρνησης Σημίτη, με την υπογραφή της σύμβασης το 2003 στη Στοά του Αττάλου και επίσημα το 2004.
Έδειξαν, ακόμη, αυτοσυγκράτηση , μεθοδικότητα, και μετριοπάθεια στην αντιμετώπιση της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2013, κάτι που βοήθησε στη διαφύλαξη, όσο τούτο ήταν δυνατό, του βιοτικού τους επιπέδου. Το πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα το ώριμο συντεχνιακό κίνημα, απέφυγε τις ακρότητες και τις διχαστικές τακτικές. Μέσα από συμφωνημένες ή ανεκτικές διαδικασίες βοήθησαν στο ξεπέρασμα της κρίσης το ταχύτερο δυνατό. 
Και τι δε μάθαμε
Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα που οι Κύπριοι δε μάθαμε, δεν καταλάβαμε, δεν τολμήσαμε. Δεν εννοήσαμε τι σημαίνει άγονη πάροδος του χρόνου με διαιώνιση του Κυπριακού προβλήματος . Το πολιτικό σύστημα αποδείχτηκε ανίκανο να πάρει αποφάσεις όταν οι συγκυρίες έβαζαν ενώπιόν του κρίσιμα διλήμματα. Απέκρουε την έννοια του συμβιβασμού στο πολιτικό θέμα, αναζητώντας είτε την τέλεια ρύθμιση, είτε τη νομοθετική και με ακρίβεια διευθέτηση όλων των ζητημάτων. Νομίζαμε ότι μόνο έτσι θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε την ασφάλεια του κράτους μας και παραγνώρισαμε την  έννοια της συνεννόησης, της αλληλοκατανόησης , των κοινών στόχων και της καλής πίστης, ακόμη και όταν υπήρχαν συγκεκριμένες ενδείξεις από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων. Στο μεταξύ εδραιώνονται τα τετελεσμένα της κατοχής και σε κάθε περίπτωση νέας διαπραγμάτευσης  αρχίζουμε από υποδεέστερη θέση.
Διατηρούμε κλίμα αντιπαράθεσης με το βορρά λόγω της κατοχής και του παράνομου καθεστώτος, που περιλαμβάνει και τους Τουρκοκύπριους, ενώ θα έπρεπε με συγκεκριμένα μέτρα και συνεχή ανοίγματα να δημιουργούσαμε μαζί τους δίαυλους επικοινωνίας και συνεργασίας. Θα έπρεπε να λογαριάζαμε τους Τουρκοκύπριους, πολίτες άλλωστε της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως στρατηγικούς φίλους και  δυνητικούς συνεργάτες για την αυριανή πολυεθνική  πολυπολιτισμική Κύπρο. Ιδιαίτερα τώρα που υφίστανται και αυτοί την επιθετική εθνικιστική τακτική του Ερντογάν, που είναι ολοκληρωτικά αντίθετη με την ιστορία και την παράδοσή τους. Οι έποικοι, κάτω από την καθοδήγηση της Άγκυρας κινούνται πια επιθετικά επισείοντας τη σημαία του Παντουρανισμού, ενέργεια που προκάλεσε την έντονη και μαζική αντίδραση των Τουρκοκυπρίων.   
Είναι γι’ αυτό που θα πρέπει να επιλέξουμε πολιτική υπέρβασης των κρίσεων. Ως πρώτο μας βήμα δεν μπορεί να είναι άλλο από την βελτίωση των σχέσεων με τους Τουρκοκυπρίους. Υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν για τη βελτίωση των μεταξύ μας σχέσεων, με την από κοινού αντιμετώπιση  προβλημάτων της καθημερινής ζωής, μέχρι την εμπέδωση αμοιβαίου σεβασμού που θα μας επιτρέψει να έχουμε κοινούς στόχους.
Για να γίνουν αυτά χρειάζεται ψηλό αίσθημα ευθύνης και εγκατάλειψης μικρόψυχων συμπεριφορών, που δυστυχώς δηλητηριάζουν ακόμη τις διακοινοτικές σχέσεις.
Δε μάθαμε  και κάτι άλλο, που συνδέεται πιο άμεσα με την ίδια την ύπαρξή μας, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος ανεξάρτητο , ότι έχει την αυθυπαρξία της. Αντί να αναπτύσσουμε τις δικές μας πρωτοβουλίες προστρέχουμε στις μητέρες πατρίδες. Μας λείπει η αυτοπεποίθηση. Φοβούμαστε την ανάληψη ευθυνών για την ίδια την τύχη της πατρίδας μας. Νομίζουμε ότι ακόμα συνεχίζουμε το χαμένο για πάντα αλυτρωτικό αγώνα. Η ανακήρυξη  του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε και φέτος μέσα σε θάλασσα ελληνικών σημαιών. Όταν ακούγεται το ερώτημα, γιατί; Σου λένε: «Είμαστε Έλληνες» . Μα η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελείται μόνο από Έλληνες . Πώς θα πεισθεί η άλλη πλευρά ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα υποστηρίζει την κυπριακή ανεξαρτησία και επιθυμεί τη λύση; Ότι μας διακατέχει έναντί τους ο αναγκαίος σεβασμός; Γιατί καλείται στο Εθνικό Συμβούλιο ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας για να ενημερώσει τα κόμματα για τις κυπριακές εξελίξεις; Αν είχε να προσφέρει μια υπηρεσία η Ελληνική Κυβέρνηση στην Κύπρο, αυτή την κρίσιμη ώρα της ιστορίας της, θα έπρεπε να σέβεται έμπρακτα την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας  και να ενεργεί με διακριτικότητα.
Μόνο όταν αναζητηθούν τα σημεία της ενότητας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην κρατική μας  υπόσταση θα μπορέσουμε   να βάλουμε  θεμέλια ειρήνης στην Κύπρο . Το Κράτος είναι πολυεθνικό, η μία κοινότητα είναι ελληνική και η άλλη είναι τουρκική και πάλι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν είμαστε μόνοι. Συνυπάρχουμε με τους Μαρωνίτες τους Αρμένιους και τους Λατίνους. Όλοι μαζί είμαστε ο κυπριακός λαός, είμαστε Κύπριοι. Η σχέση της Κύπρου με την Ελλάδα και την Τουρκία πρέπει να είναι σχέσεις κρατικές, όπως με όλα τα άλλα κράτη του κόσμου.
Η επανεκλογή του Νίκου Αναστασιάδη
Οι  εκλογές τέλειωσαν και ο Νίκος  Αναστασιάδης επανεξελέγη Πρόεδρος. Πρόβαλε ως πιο δυνατό του χαρτί την οικονομία. Στο Κυπριακό, παρόλο που επέμενε στη ΔΔΟ και στις συνομιλίες, έδωσε μόνο περιορισμένη, ως περιθωριακή, σημασία. Δεν απευθύνθηκε προς τους Τουρκοκύπριους  και απέφυγε συνάντηση με τον Ακιντσί,  ακόμη και όταν οι συνθήκες την επέβαλλαν.
Υπήρξε αντιπαλότητα με τους ανθυποψηφίους του σε διάφορα ζητήματα, όπως και αμφισβήτηση των επιτυχιών του στην οικονομία. Επίκεντρο στις συζητήσεις ήταν  η άνιση κατανομή των βαρών και η μεγέθυνση του χάσματος μεταξύ των διαφόρων τάξεων του λαού.  Στο Κυπριακό, χωρίς να υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση της ΔΔΟ, ο υποψήφιος του ΑΚΕΛ, Σταύρος Μαλάς επεξέτεινε την κριτική στους χειρισμούς του στο Κυπριακό. Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν στο θέμα της διακοπής των συνομιλιών στο Μοντ Πελεράν. Εκείνη τη στιγμή, με την κατάθεση από μέρους του Ακιντσί χάρτη στα πλαίσια, σχεδόν, των Ελληνοκυπριακών προσδοκιών,  οι δύο πλευρές είχαν προσεγγίσει τη δυνατότητα της επίλυσης του προβλήματος όσο ποτέ προηγουμένως. Κριτική ασκήθηκε στον Αναστασιάδη και για τη στάση του στο Γκραν  Μοντάνα, ότι εκεί άφησε αναξιοποίητο το πλαίσιο Γκουτέρες. Σ’ αυτό περιλαμβάνονταν  ικανοποιητικές λύσεις πάνω στα θέματα που παρέμεναν διαφορές, όπως στο θέμα των Εγγυήσεων που προνοούσε «τερματισμό των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων και τερματισμό της Συνθήκης Εγγυήσεων»  και την αντικατάστασή της από «ένα νέο πολυμερές σύστημα ασφάλειας». Στο σημείο αυτό διατυπώθηκε η διαφωνία για συμμετοχή της Τουρκίας σε αυτό το πολυμερές σύστημα και παραγνωρίστηκαν όλα τα άλλα ουσιώδη μέρη που ανταποκρίνονταν προς τις ελληνοκυπριακές προσδοκίες . Παραγνωρίστηκε ακόμη η πρόνοια για αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και η παραμονή μόνο των αποσπασμάτων που προέβλεπε η Συμφωνία Ζυρίχης Λονδίνου με 950 Έλληνες στρατιώτες και 650 Τούρκους, γιατί δεν είχε σαφή ημερομηνία λήξης της παρουσίας τους, αλλά πρόνοια για επανεξέταση της συμφωνίας μετα από κάποιο χρονικό διάστημα.
Στο έγγραφο του Γκουτέρες γινόταν και αναφορά στην παραχώρηση της Μόρφου. Ικανοποιητικές ρυθμίσεις προσφέρονταν και στα θέματα της ιδιοκτησίας. Διευκρινιζόταν ακόμη το θέμα της αναποτελεσματικής συμμέτοχης των Τουρκοκυπρίων στα ομοσπονδιακά όργανα . Μια αναφορά που δεν απείχε , εν πολλοίς, από τα ήδη συμφωνηθέντα μεταξύ των ηγετών . Δινόταν ακόμη και απάντηση για ισότιμη μεταχείριση Τούρκων κα Ελλήνων υπηκόων.
Συμφωνημένη εθεωρείτο και η εκ περιτροπής προεδρία με διασταυρούμενη και σταθμισμένη ψήφο. Μια πρόνοια που για πρώτη φορά θα εγκαθιστούσε την πολιτική συνάφεια και ενότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Παρέμενε η διαφορά   για αποδοχή της αξίωσης της τουρκοκυπριακής ηγεσίας για μια θετική ψήφο στα ομοσπονδιακά όργανα ανεξάρτητων αρχών και οργανισμών. Ένα δευτερεύον θέμα, που μόνο μέσα στα πλαίσια της καλής θέλησης θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί για να ξεπεραστούν οι όποιες ανασφάλειες και φοβίες. Άλλωστε, η αυστηρή νομική ρύθμιση της κάθε λεπτομέρειας αυξάνει αντί να ελαττώνει τη δυσπιστία και την αντιπαλότητα τη στιγμή που χρειάζεται η  συνεργασία και η  συμπόρευση.
Η ανοικτή αντιπαράθεση με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών στο θέμα των εγγυήσεων εξουδετέρωσε την παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα και οδήγησε σε αδιέξοδο τις συνομιλίες.
Κυπριακό, εκλογές  και συνομιλίες
Καρδιά του προβλήματος της πολιτικής ζωής εξακολουθεί να παραμένει το Κυπριακό, ανεξάρτητα από ποιες προτεραιότητες βάζει το κάθε κόμμα, ή ποια συμφέροντα προτάσσει σε μια απροσανατόλιστη κοινωνία η κάθε ομάδα ή ο κάθε ιδιώτης.
Το εκλογικό κλίμα ήταν βεβαρυμμένο  από τις ανοικτές πληγές που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση, αλλά κύρια από την αποτυχία των συνομιλίων στο Γκραν Μοντάνα. Μετά από τη  δραματική απόρριψη στο δημοψήφισμα του 2004 του σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, Κόφι Ανάν, χρειάστηκε να περάσουν άλλα δεκατρία χρόνια για να βρεθούμε και πάλι τον Ιούλιο του 2017 στον προθάλαμο της λύσης, «στο τελευταίο μίλι», στο Γκραν Μοντάνα. Σε αυτή την περίπτωση δεν αφήσαμε το ζήτημα να φτάσει σε δημοψήφισμα . Επελέγη το αδιέξοδο.
Οι εκλογές δεν ήταν ο καλύτερος σύμμαχος για απεγκλωβισμό από το αδιέξοδο και φυσικά για μια πορεία λύσης.  Ο Αναστασιάδης απέδωσε  την ευθύνη για το αδιέξοδο στην Τουρκία και στο συνομιλητή του.  Δεν ήταν δύσκολο να πεισθεί, σχετικά, ο ψηφοφόρος όταν είχε κατά νου και τις άλλες συμπεριφορές του Ερντογάν. Η τακτική αυτή τον διευκόλυνε στο να καταφύγει  στο συναίσθημα και να διεγείρει το εθνικιστικό  φρόνημα, που είναι  τόσο πρόσφορο, στο ψηφοφοριακό δυναμικό του κόμματός του. Ένα κόμμα συντηρητικό, με ρίζες στην ΕΟΚΑ αλλά και στην ΕΟΚΑ β’. 
Διαφοροποιημένη ήταν η πολιτική του Σταύρου Μαλά, υποψήφιου που υποστηρίχτηκε από το ΑΚΕΛ. Άσκησε κριτική στον Προέδρο και υποστήριξε ότι με την τακτική του άφησε εκτεθειμένη την ελληνοκυπριακή πλευρά, ενώ απάλλασσε από κάθε ευθύνη την Τουρκία. Προχώρησε ακόμη πάρα πέρα, διεύρυνε το ακροατήριο του απευθυνόμενος προς τους Τουρκοκύπριους . Ο συναινετικός του λόγος είχε ευνοϊκό αντίκτυπο στο σύνοικο στοιχείο. Εκεί όμως που υστερούσε ήταν η πειστικότητα του λόγου του στα οικονομικά  ζητήματα.
Το αδιέξοδο στο Κυπριακό εξόπλισε με επιχειρήματα την πολίτικη του Νικόλα Παπαδόπουλου για απόρριψη των συμφωνηθέντων και ενίσχυσε το ΕΛΑΜ, αδελφικό της Χρυσής Αυγής κόμμα, με ακραία εθνικιστική του γραμμή.
Παρόλα αυτά παρέμενε ανοικτό στις εκλογές  το ζήτημα της επιλογής γραμμής: Συμβιβαστική λύση στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, ή απόρριψη των συμφωνηθέντων με φανερή ή κρυφή αποκήρυξη της ΔΔΟ; Μιας πολιτικής, που με μικρές διαφοροποιήσεις υποστηρίχτηκε μόνο από το ΔΗΣΥ  και το ΑΚΕΛ . Από το Μαλά και τον Αναστασιάδη.
Μετά τις εκλογές όμως θα  απαιτηθούν πρωτοβουλίες για απάβλυνση των διαφορών μεταξύ των δυο κομμάτων. Στην προεκλογική περίοδο ο Αναστασιάδης μίλησε για  οπαδούς της «όποιας λύσης» και το ΑΚΕΛ για αναξιόπιστο πρόεδρο.  Μια  αντιπαράθεση που επεκτάθηκε και στη βάση και δημιούργησε ρήξεις και εκεί που προηγούμενα δεν υπήρχαν. Σε περίπτωση όμως θετικών εξελίξεων θα χρειαστεί προσπάθεια και συγκεκριμένα μέτρα για να εγκατασταθεί σημείο επαφής και συμπόρευσης  μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ.
Πιο κρίσιμος ακόμη είναι ο διαπιστωμένος κλονισμός εμπιστοσύνης με όσα προηγήθηκαν  και όσα, στο μεταξύ, λέχθηκαν μεταξύ των δύο ηγετών,  Αναστασιάδη και Ακιντσί,. Μια κατάσταση άκρως δυσάρεστη για τη διαμόρφωση  συνθηκών λύσης, που απαιτεί εμπιστοσύνη , συνεργασία και συμπόρευση. Και σε περίπτωση συμφωνίας θα πρέπει να εμφανιστούν οι δύο ηγέτες από κοινού για να την στηρίξουν.
Για την επανέναρξη των συνομιλίων παρουσιάζονται δισταγμοί και διαφορετικές προσεγγίσεις. Ο Αναστασιάδης θέλει προεργασία και ο Ακιντσί χρονοδιάγραμμα. Πότε και πώς θα γεφυρωθούν οι δύο θέσεις είναι ακόμη πρόωρο να υποθέσει κάνεις. Ακόμη και στην περίπτωση που προωθούνται οι συνομιλίες, τούτο είναι αρκετό για ν’ ανοίξει το δρόμο της λύσης;  Είναι μόνο υπόθεση ηγετών η πρόοδος στις συνομιλίες;
Στη φάση που τώρα περνούμε εκείνο που προέχει είναι να αναληφθούν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των διακοινοτικών σχέσεων. Πέραν των όσων προϋπήρχαν μετά το αδιέξοδο του Ιουλίου του 2017, επήλθε δραματική επιδείνωση των δικοινοτικών σχέσεων. Μέτρα που λήφθηκαν και από τις  δύο πλευρές ενέτειναν την ένταση και το διαχωρισμό. Δεν είναι τυχαίο που ακούστηκαν αυτή την περίοδο σκέψεις ή και εκφράστηκαν διαπιστώσεις για λύση δύο κρατών. Η δεξιά εθνικιστική διακυβέρνηση που βρισκόταν στην εξουσία στο βορρά, εκείνη την εποχή, επέβαλε δασμούς στη βοήθεια που στέλνεται στους Ελληνοκύπριους εγκλωβισμένους στην Καρπασία. Το συμβάν αυτό προκάλεσε αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις με ευρύτερες επιπτώσεις. Δεν έλειψαν όμως και αρνητικά μέτρα από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ζήτησε από την ΕΕ να αποσύρει την ομάδα των εμπειρογνωμόνων που βοηθούσαν την τουρκοκυπριακή πλευρά στην εναρμόνιση της με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αν η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η επίλυση του προβλήματος, γιατί έπρεπε να τερματιστεί η προσπάθεια των Τουρκοκυπρίων για εναρμόνιση;
Παραμένουμε σε αυτά τα δύο μείζονα περιστατικά ως χαρακτηριστικά παραδείγματα επιδείνωσης στις διακοινοτικές σχέσεις. Υπάρχουν δυστυχώς και πολλά άλλα, που αγγίζουν τη ζωή των απλών ανθρώπων και μεγεθύνουν τη ρήξη και τα χάσματα μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Κάποια από αυτά είναι ευτελή και προδίδουν μικρόνοια και μικροψυχία. Είναι επώδυνο ακόμη και να τα αναφέρει κανείς, γνωστά όμως σε όλους , στους διπλωματικούς κύκλους και στον ΟΗΕ. Το αδιέξοδο συνόδευσαν μέτρα, τακτικές και ενέργειες που αφήνουν εκτεθειμένες και τις δύο πλευρές, αλλά κύρια την ελληνοκυπριακή, που θέλει να εμφανίζεται ως το νόμιμο κράτος και που θεωρητικά, ως Κυπριακή Δημοκρατία, εκπροσωπεί ολόκληρη την Κύπρο και όλο το λαό της. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι τελευταίες εκθέσεις του ΓΓ του ΟΗΕ, πέραν των αναφορών για ανεύρεση κοινού εδάφους μεταξύ των ηγετών, αποδίδει κύρια σημασία στις διακοινοτικές σχέσεις. Ζητά ενίσχυση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ( ΜΟΕ) ως βασική προϋπόθεση για την έναρξη και την ευόδωση των συνομιλιών.
Ο ΓΓ προχωρεί σε συγκεκριμένες αναφορές και ζητά άρση των γραφειοκρατικών μεθοδεύσεων που εμποδίζουν το έργο των Τεχνικών Επιτροπών. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν αρκέστηκαν μόνο στη διατύπωση των θέσεών τους μέσα από την έκθεση του ΓΓ, αλλά προχώρησαν στην  συμπερίληψη όλων αυτών των παρατηρήσεων και εισηγήσεων στην τελευταία απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Πότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι η διεθνής αναγνώριση της ΚΔ δεν προσφέρεται εν λευκώ; Όσο περισσότερο μεταχειριζόμαστε, όχι μόνο το καθεστώς του βορρά, αλλά και τους Τουρκοκύπριους ως παράνομους, με μειωμένα ή καθόλου  δικαιώματα, τόσο εξασθενούμε τη θέση μας . Ήδη ο ΓΓ του ΟΗΕ μας προειδοποίησε από το Γενάρη του 2017 ότι δεν μπορούν οι ΤΚ να παραμένουν σε απομόνωση και αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον αθλητισμό και τον πολιτισμό. Τι άλλο είναι η αναφορά αυτή από προειδοποίηση παράκαμψης των ελληνοκυπριακών ενστάσεων για συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε διεθνείς διοργανώσεις; Όταν  η  Β. και Ν. Κορέα  βρίσκουν τρόπους συνεργασίας, εμάς τι μας εμποδίζει άλλο από ένας νοσηρός εθνικισμός που στρέφεται και εναντίον των δικών  μας συμφερόντων;
Όλα αυτά τα αδόκιμα και πρωτόγνωρα συμβαίνουν όταν η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ. Ένα κράτος  που προσπαθεί με διπλωματικούς τρόπους να απαλλαγεί από την κατοχή και να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας πολιτείας πέραν από τους εθνικισμούς, να εδραιώσει ένα  μεταεθνικό κράτος, πολυπολιτισμικό που να χωράει μέσα του όλους τους κατοίκους του, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία.
Τα χρονικά περιθώρια που προσφέρονται στον Αναστασιάδη είναι περιορισμένα . Μόνο αν μπορέσει να διαπραγματευτεί τους πρώτους μήνες της νέας του θητείας θα μπορέσει να πετύχει το στόχο που δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λύση. Με πρόσφατη την επανεκλογή του και μάλιστα με ψηλό ποσοστό και με ηττημένη την αδιάλλακτη γραμμή, έχει την ευχέρεια να πάρει πρωτοβουλίες και αποφάσεις. Ο κύκλος των ατέρμονων συνομιλιών έχει πια ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Το πλαίσιο λύσης είναι περίπου καθορισμένο και μάλιστα σε μεγάλη λεπτομέρεια από τις συγκλίσεις και συμφωνίες, παλαιότερα στις συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ και πρόσφατα στις συνομιλίες Αναστασιάδη – Ακιντσί . Η παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ πρόσφερε τη βάση και τη μεθόδευση επίτευξης τελικής διαπραγμάτευσης και λύσης . Εκείνο πια που απομένει είναι η λήψη πολιτικών αποφάσεων με γνώμονα, όχι τα χειροκροτήματα, αλλά το μέλλον του νησιού και του λαού του.
Οι Τουρκοκύπριοι περνούν τη δική τους περίοδο έντονων εξελίξεων . To TK πολιτικό μόρφωμα, όσο και να το λέμε παράνομο, έχει πια εδραιωμένη πολιτική υπόσταση και έχει επιτελέσει σημαντικές προόδους σε διάφορους τομείς. Ο προϋπολογισμός του είναι πια πλεονασματικός, έχει 1, 5 εκ τουρισμό και 100.000 ξένους φοιτητές σε 18 πανεπιστήμια . Έρχεται νερό από την Τουρκία και σύντομα ηλεκτρική ενέργεια σε πολύ χαμηλότερη τιμή από αυτή που παράγεται στην ΚΔ.
Σταδιακά και ας μην έχει τους επίσημους τίτλους, επεκτείνει τη διεθνή του παρουσία. Οι εκπρόσωποί του, μάλιστα, τυγχάνουν οιωνοί διπλωματικής αναγνώρισης και μεταχείρισης. Πρεσβείες διαπιστευμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία  διατηρούν γραφεία και στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας.  Ως κοινότατα αναγνωρίζονται από τα Ηνωμένα Έθνη και την ΕΕ . Στο Συμβούλιο της Ευρώπης η Κύπρος αντιπροσωπεύεται με δύο αντιπροσωπείες, μία ελληνοκυπριακή και μια τουρκοκυπριακή. Σε παλαιότερες προσφυγές της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας το σώμα καλούσε αντιπροσώπους και των δύο κοινοτήτων. Χρήσιμο να το γνωρίζουν και όσοι σήμερα ζητούν προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας για τις τουρκικές προκλήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ.
Στις τελευταίες εκλογές το εθνικιστικό κόμμα διατήρησε ηγεμονική θέση αναμεσά στους Τουρκοκύπριους. Κυριότερος λόγος γι’ αυτή του την επιτυχία ήταν και η αποτυχία του Γκραν Μοντάνα. Μπροστά στην απειλή της συνέχισης μιας ακραίας εθνικιστικής πολιτικής και της ανεμπόδιστης διείσδυσης της Τουρκίας, τα άλλα τουρκοκυπριακά κόμματα συνασπίστηκαν και σχημάτισαν «κυβέρνηση» που δε θα παρεμβάλλει εμπόδια στον Ακιντσί και που δε θα συμβάλλει σε επιδείνωση των σχέσεων με την ελληνοκυπριακή πλευρά. Χωρίς τούτο να σημαίνει και κάποια δραματική αλλαγή.
Πολλοί είναι οι Τουρκοκύπριοι που ανησυχούν για το ίδιο το μέλλον της κοινότητάς τους. Η διείσδυση της Τουρκίας στα κατεχόμενα είναι τέτοια που έρχεται σε σύγκρουση με τον κοσμικό και ευρωπαϊκό χαρακτήρα των Τουρκοκυπρίων. Οι έποικοι αυξάνονται και έχουν πια φωνή στη «βουλή» τους. Δέχονται απ’ ευθείας οδηγίες από την Άγκυρα και τον Ερντογάν και επιτίθενται εναντίον των Τουρκοκυπρίων όταν εκφράζουν αντίθετη άποψη. Κτίζονται παντού τζαμιά και ιδρύονται θρησκευτικά σχολεία. Πρόσφατα εγκαινιάστηκε τεράστιο τζαμί και παραπλέυρως μεγάλο κτιριακό συγκρότημα με πανεπιστημιακή θρησκευτική σχολή. Φανερή είναι ακόμη η διείσδυση του τουρκικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα στον τουρισμό. Ενώ τα καζίνα απαγορεύονται στην Τουρκία, στην κατεχομένη Κύπρο αφθονούν, όπως επίσης και κάθε άλλης λογής δραστηριότητα της τουρκικής μαφίας.
Το δίλημμα για τους δημοκρατικούς Τουρκοκύπριους, αλλά και όλους τους άλλους που θέλουν να προστατέψουν την πολιτιστική τους φυσιογνωμία, είναι είτε με λύση και στην Ευρώπη, είτε χωρίς λύση και στην Ασία. Η προβαλλόμενη αντίσταση ή έστω η διαφοροποιημένη γραμμή των συνεργαζόμενων στο βορρά τουρκοκυπριακών κομμάτων είναι ευάλωτη κι επισφαλής. Η εθνικιστική αντιπολίτευση, βασισμένη στην Τουρκία και στις οικονομικές της διασυνδέσεις, θα υπονομεύει συνεχώς τη θέση τους. Αντίθετα, άμεσες θετικές εξελίξεις θα ενισχύσουν τη θέση τους. Εξελίξεις που μπορούν να συντελεστούν τώρα πριν λήξει η θητεία του Μουσταφά Ακιντζί.
Τα δεδομένα αυτά ορίζουν και τα χρονικά περιθώρια ρύθμισης του Κυπριακού. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι , ίσως πιο πιεστικοί. Το 2019 η Τουρκία θα έχει προεδρικές εκλογές. Χρόνος, δηλαδή, τελείως ακατάλληλος για συζήτηση θεμάτων που άπτονται του τουρκικού εθνικισμού.
Η  μετεκλογική   κρίση των υδρογονανθράκων
Την επομένη των προεδρικών εκλογών η Κύπρος μπήκε μέσα σε νέο κυκεώνα κρίσης με επίκεντρο τις διατρήσεις για φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Τουρκικά πολεμικά παρεμπόδισαν το πλωτό γεωτρύπανο της ιταλικής εταιρείας ΕΝΙ να προχωρήσει σε διάτρηση για φυσικό αέριο στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ. Ένα εύκολο εγχείρημα για την Τουρκία σε βάρος ενός μικρού κράτους, που μάλιστα το 35% του εδάφους του βρίσκεται κάτω από την κατοχή του τούρκικου στρατού.  Εύκολο, ακόμη, το πρόσχημα ότι ενεργεί για να προστατεύσει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία προχώρησε σε αυτή την προκλητική ενέργεια σε μια εποχή που ο πολεμικός της πυρετός βρίσκεται σε πρωτοφανές επίπεδο. Στρέφεται εναντίον όλων. Η γλώσσα που οι Τούρκοι επίσημοι χρησιμοποιούν είναι βάναυση και ακραία, υπεροπτική και ρατσιστική, μύγα η Ελλάδα , ελέφαντας η Τουρκία. Ο Ερντογάν συνδέει τη δράση του στο Αιγαίο και στη Ανατολική Μεσόγειο, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην γειτονική Αφρίν της Συρίας. Μια ένταση που τυχόν κλιμάκωσή της, ακόμη και τυχαία, μπορεί να βυθίσει στην καταστροφή τις γειτονικές χώρες και τον ίδιο τον τούρκικο λαό. Οι χώρες της περιοχής έχουμε μέλλον μόνο μέσα σε συνθήκες ειρήνης. Πολεμικοί παιάνες και στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να λύνουν προβλήματα, φέρνουν φέρετρα και καταστροφές. Η Τουρκία άρχισε μάλιστα να εισπράττει τα δικά της φέρετρα.  Έχει και η δύναμη τα όριά της, έχει και τις δικές της αδυναμίες. Δίπλα σε κάθε δυνατό υπάρχει ένας δυνατότερος, με τα δικά του συμφέροντα και επιδιώξεις. Μπορούν ως ένα σημείο να συμπίπτουν, όταν όμως διαφέρουν τι γίνεται; Τώρα μπορεί να συμπίπτουν τα ρωσικά με τα τούρκικα συμφέροντα στην παρεμπόδιση της αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Όμως συμφέρει στην Τουρκία να αποξενωθεί από την περιοχή ή να έχει μόνο αρνητικό ρόλο; Μπορεί να εκβιάσει την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και η ίδια αποστερείται από παρουσία και συμμετοχή στον πλούτο της περιοχής.
Όταν πρωτοξεκίνησε η υπόθεση ων υδρογονανθράκων υποστηρίχτηκε ότι θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο εργαλείο για την προώθηση λύσης, μέσα στα πλαίσια της εξυπηρέτησης των συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων μερών. Υπήρξε και η αντίθετη άποψη,  ότι θα μπορούσε να γίνει αιτία και λόγος εντάσεων ή ανεξέλεγκτων καταστάσεων, αν  γινόταν αντικείμενο ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών της περιοχής και ιδιαίτερα με την Τουρκία.
Στις συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού παραγνωρίστηκαν τα γεωστρατηγικά δεδομένα. Απουσίασε η συναίσθηση ότι ζούμε στην πιο κρίσιμη περιοχή της γης, όπου η αστάθεια, οι εντάσεις και οι τοπικοί πόλεμοι θέτουν σε κίνδυνο την περιφερειακή και την παγκόσμια ασφάλεια και ειρήνη. Παρέμειναν οι συζητήσεις περιορισμένες σε επί μέρους νομικά ζητήματα και παραγνωρίστηκαν οι κίνδυνοι από τη διαιώνιση του πολιτικού προβλήματος .
Τελικά οι διαδικασίες για τη λύση ναυάγησαν, αλλά οι ενεργειακοί σχεδιασμοί συνεχίστηκαν και μάλιστα με τρόπο που αναπότρεπτα οδηγούσαν σε κρίση. Υποστηρίχτηκε ότι με την ανεύρεση πλούσιων κοιτασμάτων αερίου η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς θα ενισχυόταν στις διαπραγματεύσεις.  Έγιναν υπολογισμοί στη βάση ότι θα προχωρούσαμε ανεμπόδιστοι στην υλοποίηση των προγραμμάτων, βασισμένοι στην παντοδυναμία των εταιρειών αλλά και των κρατών που ήταν πίσω απ’ αυτές. Τώρα λέγεται ότι πίσω από την ΕΝΙ είναι μόνο η Ιταλία ενώ πίσω από την ΕΧΧΟΝ-ΜΟΒΙείναι οι ΗΠΑ.
Έγιναν όμως και άλλα. Προχώρησε η Κύπρος σε διμερείς και τριμερείς επαφές με χώρες της περιοχής, δίνοντας την εντύπωση της ανεξάρτητης πορείας και του ρυθμιστή του ενεργειακού δυναμικού της περιοχής. Θεωρητικές αναφορές ότι οι διμερείς ή τριμερείς συνεργασίες της Κύπρου δε στρέφονται εναντίον άλλων κρατών, με υπονοούμενη την Τουρκία, παρέμεναν χωρίς αντίκρισμα. Αντίθετα, ενεργοποιούσαν το ενδεχόμενο της κρίσης. Παραγνωρίστηκε η πικρή εμπειρία ότι όποτε αφέθηκαν τα πράγματα να οδηγηθούν στη βία, τα όπλα ή ακόμη και στην απειλή βίας, τούτο απέβαινε σε βάρος της Κύπρου και του κυπριακού προβλήματος.
Αν η Κυπριακή  Δημοκρατία έχει μια προτεραιότητα είναι να βρει τα κοινά συμφέροντα με τον εχθρό της . Μέσα από αυτή την κοπιώδη και επώδυνη διαδικασία μπορούμε να εδραιώσουμε την ειρήνη και να αξιοποιήσουμε, προς όφελος όλων μας, τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου. Αντίθετα, η συντήρηση κλίματος έντασης και σύγκρουσης μπορεί να ικανοποιεί το συναίσθημά και να τονώνει τον εθνικισμό, όμως το αποτέλεσμα είναι γνωστό, νέες κρίσεις και νέα χάσματα.
Μας εγκλωβίζει στο ελληνικό κρατίδιο του νότου, χωρίς ελπίδες και προοπτική. Σε ένα, δηλαδή, κρατίδιο  που θα έχει στο μεταξύ απαρνηθεί την πατρώα γη στο βορρά και διαγράψει ένα μεγάλο κομμάτι του λαού μας, κοινό κληρονόμο της φυσιογνωμίας, της ιστορίας και της παράδοσης του νησιού μας. Μια τέτοια μίζερη ζωή τι μέλλον εξασφαλίζει για τις κατοπινές γενιές; 
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πόσο μας αρέσει να ζούμε σε ψευδαισθήσεις.. Οι διεθνείς δραστηριότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί πραγματοποιούνταν ωσάν να  ήταν το στάτους κβο σταθερό, απρόσβλητο και αμετακίνητο. Ήρθε, όμως, η κρίση στην ΑΟΖ ως ένα πρόσθετο στοιχείο για να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει στάτους κβο και ότι η διαιώνιση του Κυπριακού αυξάνει και τους κινδύνους .
Σαφής είναι η αναφορά του τελευταίου ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας που λέγει: « Επαναλαμβάνοντας τη σπουδαιότητα που η διεθνής κοινότητα αποδίδει απευθύνεται προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα καλεί να δείξουν ευελιξία και να εμπλακούν πλήρως και εποκοδομητικά στις συνομιλίες, για να διασφαλίσουν μια διευθέτηση. Η διάσκεψη για την Κύπρο του περασμένου χρόνου δεν κατέληξε σε διαρκή, συνολική και δίκαιη διευθέτηση, βασισμένη στη Δικοινοτική , Διζωνική,  Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας . Συνιστά εις τα μέλη να ανανεώσουν τη δέσμευση τους για μια τέτοια διευθέτηση και τονίζουν ότι το στάτους κβο δεν είναι βιώσιμο»,
Η κρίση μας οδήγησε στην πεπατημένη. Διαβήματα και διαμαρτυρίες. Ίσως να έγιναν και προς την πλευρά της Τουρκίας από κυβερνήσεις ή και διεθνείς οργανισμούς. Όμως όλοι καταλήγουν στον κοινό παρονομαστή, που λέγεται επίλυση του Κυπριακού. Την προσέγγιση των διαφόρων πλευρών συνοψίζει ο ΓΓ του ΟΗΕ κος Γκουτέρες όταν μέσω του εκπροσώπου του λέγει : «η λύση του Κυπριακού προβλήματος αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για την οριστική επίλυση του ζητήματος (της ΑΟΖ και των υδρογονανθράκων) και την απελευθέρωση συνεργατικών κα αμοιβαία επωφελών λύσεων». Συμπέρασμα: Η επίλυση του Κυπριακού μπορεί να εκλογικεύσει τις καταστάσεις
Όσο δίκαιο και να έχουμε, πόσο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το τουρκικό ναυτικό; Τι θα κάνουμε αν αύριο η Τουρκία εγκαταστήσει δικό της γεωτρύπανο στην κυπριακή ΑΟΖ; Και πώς απαντούμε στο επιχείρημα ότι δικαιούνται και οι Τουρκοκύπριοι μερίδιο από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου; Θα πούμε μετά από τη λύση; Ποια λύση και πότε; 
Πως διαχειριζόμαστε τις περιφερειακές και τις διεθνείς μας σχέσεις ;  Τις εντάσεις και τα συγκρουόμενα μεταξύ των χωρών της περιοχής συμφέροντα; Το μέλλον της Κύπρου προδιαγράφεται όσο ποτέ να αιωρείται μεταξύ ενός ελληνοκυπριακού κρατιδίου στη νότια Κύπρο, υπό τουρκική ηγεμονία ή ένα ανεξάρτητο στα πλαίσια του δυνατού, μέσα στις συνθήκες που περνούμε. Ένα ανεξάρτητο κράτος μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ,  ειρηνικό  με επαφές με όλες τις χώρες της περιοχής και με τους Τουρκοκύπριους, γέφυρα επικοινωνίας με την ίδια την Τουρκία.
Από όπου ξεκινήσουμε καταλήγουμε στο ίδιο σημείο : στην ανάγκη διευθέτησης του Κυπριακού. Δεν υπάρχει περιθώριο για νέες ατέρμονες συζητήσεις .
Ο χρόνος που απομένει είναι περιορισμένος και τα προβλήματα στο εσωτερικό και γύρω από την Κύπρο μεγεθύνονται. Ας μη τα αφήσουμε να πάρουν ένα χωρίς επιστροφή δρόμο.
  • February 22nd 2018 at 16:27

The resignation of Jacob Zuma: Lessons for Cyprus

By nicostrim
  
FrankK
 From Defteri Anagnosi

From the very beginning of his presidency, Zuma was deeply embroiled in corruption.  The corruption took many forms but was mainly based around his relationship with the Gupta brothers.  In return for favouritism with the allocation of lucrative government and other business contracts as well as access to key ministries, the Guptas rewarded Zuma and his close circle of friends and political allies with generous payments. The stench of corruption reached a stage where it could no longer be covered up or tolerated.


Does some of this sound familiar in the context of Cyprus? I say ‘some’ because there are obvious differences between the sources of the corruption, how it spread and how the media covered it in the two countries. However, the starkest difference is the response of Disy compared with that of the ANC. In the case of the latter, large sections of the rank and file and, importantly, a significant number of ANC members of parliament and senior party officials had become repulsed and disillusioned by the excesses of their president. However, it wasn’t all about an altruistic belief in clean government and high moral principles. The response was also partly driven by realpolitik and the need for self-preservation; in other words, the ANC’s fear of losing the next election. Eventually, they forced Zuma to resign. A victory for South Africa’s democracy?  It’s too early to tell but I remain cautiously optimistic.



The reaction of Disy to the well-known corruption surrounding Anastasiades and other senior figures within the party couldn’t be more striking. Not only have there been no calls for the corruption to end but there has been active collusion to ensure that everyone within the party gets a share of the pie. This, of course, is helped by an equally corrupt and self-serving media whose proprietors are more concerned with protecting their financial interests than in exposing the truth. In the long-term, the impact on Cyprus’s democracy and institutions will be corrosive.  The signs are already there. Let’s remind ourselves that in the recent presidential elections, out of 550.876 registered voters 143.400 didn’t vote at all and just under 23.000 voted blank or spoilt there vote. Anastasiades and his cronies may be laughing all the way to the bank (in Switzerland or wherever) but the rest of us need to be more vociferous. 

  • February 20th 2018 at 07:52

Far-Right in Politics in Europe, by Jean-Yves Camus and Nicolas Lebourg

By nicostrim

Matthew Feldman on a timely history that roams over the Continent

April 13, 2017
A historic Alleanza Nazionale election campaign event in Rome
Source: Alamy
Lurch from the Left: coalition government can be the kiss of death for the far Right, as it was for Italy’s Alleanza Nazionale
Far-Right Politics in Europe is timely, important and frustrating in equal measure. The timely bit is easy: just look around. A “radicalized conservative right” rules the Polish and Hungarian capitals; “far-right electoralist parties” in France, the Netherlands and elsewhere are nationally competitive; while “Islamophobia, which is at the heart of neopopulism” is an issue with troubling appeal to mainstream voters that has derived from what Jean-Yves Camus and Nicolas Lebourg call the “far right field”.
This is a field that should not be understood simply as “to the right of the conservative and liberal parties”, although the authors dismiss such taxonomic debates as “mere quibbles”. Likewise, they argue that ideologically focused analysis of these phenomena can cause “unnecessary confusion”, although they later hold up ideological “transgression” as a key subcultural appeal for neo-Nazism. Cue frustration, then, as early on as a 50-page introduction in which Camus and Lebourg seem less interested in dispelling confusion than narrating 19th-century reactions to the French Revolution. The authors argue that the First World War was but a “turning point” for the far Right, rather than – as most scholars contend – the violent catalyst for fascist ideology, which, post-1945, morphed into a post-fascism that eventually became known as the European far Right.
In addition to its hit-and-miss approach to terminology and a needlessly looongue durée, the book often overplays its Francocentric hand. As befits the authors’ national context, their French examples are excellent – particularly regarding the development of the Front National over the past generation, and in their analysis of the more culturalist, “metapolitical” agenda of Nouvelle Droite intellectuals. Yet their comfort with discussing the French far Right sometimes seems to come at the expense of other geographical areas, as the final chapter’s whistle-stop tour of Central-Eastern Europe reveals.
For all that, however, there are important insights offered here. The first two chapters range across the often mutually exclusive ways that neo-fascists dealt with the “necessity of reinventing their radicalism” in the immediate post-war decades. Some doubled down, such as the World Union of National Socialists, founded in 1962, while others turned to euphemisms such as Oswald Mosley’s “European socialism” and Alain de Benoist’s “ethnopluralism”. The latter, which is well covered here, is a kind of intellectual judo that broadly casts multiculturalism as a kind of racist insensitivity to “difference” (since racial mixing dilutes both – allegedly equally valued – ethnic groups). Expect to hear more of this backdoor “white affirmationism”, in the authors’ useful phrase, in the coming years.
Camus and Lebourg also handle the far Right’s approach to racial difference skilfully. Immigration is a much greater issue for Western Europe’s far Right than it is among such groups in post-Soviet states, with the latter tending to more overt anti-Semitism and anti-Roma prejudice. Even if a family resemblance places, say, the Serbian Radical Party in the same frame as the True Finns in Scandinavia, the authors are alive to key differences and contexts that could, at least in these two cases, be summed up in a word: Russia.
Perhaps most important (and surely most reassuring for anxious liberals) is the authors’ identification of the Achilles heel of “national populism” – namely, that “an antisystem position is more tenable without power”. True, coalition government can be the kiss of death for the far Right, as it was for Italy’s Alleanza Nazionale. But Camus and Lebourg also characterise the turn of the 21st century as “the height of neopopulism”, and that conclusion may soon seem optimistically premature.
Matthew Feldman is professor of contemporary history and co-director of the Centre for Fascist, Anti-Fascist and Post-Fascist Studies, Teesside University.

Far-Right Politics in Europe
By Jean-Yves Camus and Nicolas Lebourg, translated by Jane Marie Todd
Harvard University Press 320pp, £23.95
ISBN 9780674971530
Published 30 March 2017
  • February 9th 2018 at 11:29

Πρώτη ανάγνωση των εκλογών: Αναστοχασμός για ένα κούφιο λόγο σε ένα μισοάδειο γήπεδο

By nicostrim

Άκουσα τις δύο ομιλίες του επανεκλεγέντα προέδρου Αναστασιάδη, του Σταύρου Μαλά, των πολιτικών και των διαφόρων σχολιαστών μετά τα αποτελέσματα. Ήταν ασφαλώς αναμενόμενο ότι θα επικρατούσαν οι ευχαριστίες σ’ όσους συμμετείχαν, κάποιες συναισθηματικές αντιδράσεις και οι αναλύσεις περί μετακινήσεις ψήφων απ’ εδώ προς τα εκεί. Δεν είδα όμως ακόμα ουσιαστική διάθεση για προβληματισμό και αναστοχασμό. Γι’ αυτό και θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες πρώτες σκέψεις.


1.      Κέρδισε με διαφορά ο Αναστασιάδης. Ανάμενα ότι θα ήταν μικρότερη η διαφορά – σε κάποια στιγμή μάλιστα είδα την πιθανότητα ανατροπής: Πόνταρα ότι θα εκφραστεί πολιτικά η κοινωνική δυσαρέσκεια π.χ. ότι  το 1./3 των κυπρίων είναι κάτω από το όριο της φτώχιας, την συνεχιζόμενη ψηλή νεανική ανεργία κι αποδήμηση, ότι ο Αναστασιάδης έκανε κούρεμα, ενώ είχε προεκλογικά δεσμευτεί για ακριβώς το αντίθετο και εφάρμοσε αυτό το πρόγραμμα σκληρής λιτότητας. Θεώρησα ότι ορθολογιστικά δεν θα του έβγαινε το πολιτικό παιγνίδι που έπαιξε στο κυπριακό κι ότι αυτό θα οδηγούσε σε πολιτική δυσαρέσκεια, ιδίως μετά την αποκάλυψη των παλινωδιών του στο κυπριακό, το γεγονός ότι συστρατεύτηκε με το ΕΛΑΜ για το ενωτικό δημοψήφισμα που άφησε την ε/κ πλευρά εκτεθειμένη, ενώ μόνο πριν από μερικούς λίγους μήνες οδήγησε στο ναυάγιο την προοπτική λύσης στο Γκραν Μοντανά. Θεώρησα ότι θα του στοίχιζε πολιτικά η αποκάλυψη ότι είπε ψέματα στον ΟΗΕ κι ότι απέκρυψε από τον κόσμο ότι αποσύρθηκε ο χάρτης από τους τ/κ.  όταν είδα τις πιο σκοταδιστικές και διεφθαρμένες δυνάμεις (π.χ. αρχιεπίσκοπος) να τον στηρίζουν, θεώρησα ότι θα γυρίσει μπούμερανγκ.  Όλα αυτά, δεν μπορεί σκέφτηκα, θα τον άφηναν εκτεθειμένο και στο κόσμο που θέλει λύση: Πόνταρα ότι αυτό θα κινητοποιούσε μια η μάζα του κόσμου που θα έφευγε από την αποχή  και θα εκφραζόταν στην κάλπη υπέρ του Μαλά.


2.      Όλα τα πιο πάνω λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό στο πρώτο γύρο υπέρ του Μαλά: Εκεί που είχαν ξεγραμμένη την Αριστερά και το δημοκρατικό προοδευτικό χώρο  ο Μαλάς πήρε 30.5% κι ο Αναστασιάδης 35.5%. Ναι, υπάρχουν προφανών πολιτικές και κοινωνικές αντιστάσεις. Στάθηκε όρθια η Αριστερά. Το πρωί της δεύτερης Κυριακής είδαμε ενθουσιασμό στο κόσμο της υποψηφιότητας Μαλά γιατί υπήρχαν ενδείξεις ότι πράγματι ήρθε κόσμος από την Αριστεράς που δεν ψήφισε την πρώτη Κυριακή. Ωστόσο, μέχρι το απόγευμα ήταν φανερό πως δεν είχε επαρκή στήριξη από άλλους χώρους - μοίρασαν οι ψήφοι του ΔΗΚΟ και των άλλων ανάμεσα στους δύο υποψηφίους, ενώ ο Αναστασιάδης είχε μαζεμένους του ΕΛΑΜ και της άκρας Δεξιάς - σε αυτούς εξάλλου απευθύνεται ο αρχιεπίσκοπος διότι κατά βάση είναι σήμερα ο «πνευματικός» ηγέτης των Χρυσαυγιτών. Η δυσαρέσκεια έμεινε στην αποχή, δεν εκφράστηκε στην κάλπη. Η μιντιακή ηγεμονία με τα περί επιτυχίας στην οικονομία με 3% μεγέθυνση, μείωση ανεργίας ενώ η στήριξη που πήρε από το οικονομικό κατεστημένο φαίνεται να επέτρεψαν στον Αναστασιάδη να συγκρατήσει τους ψήφους του. Κράτησε τους φοβικούς μικροαστούς του «embourgeoisement» (εξαστισμού) της πρότερης περιόδου που μάχονται να περισώσουν ότι μάζεψαν τώρα την εποχή των «ισχνών αγελάδων», κράτησε τις μάζες με διάφορα μέσα (π.χ. φουστανέλα  στα παραδοσιακά του προπύργια της Δεξιάς, μοίραζε αβέρτα υποσχέσεις κτλ.), ενώ με τη κυριαρχία στα παραδοσιακά ΜΜΕ αλλά και στα social media κατάφερε να περάσει το προφανώς  επαρκώς το αφήγημα περί «εκσυγχρονισμού» και «συνέχειας». Τα μακιαβελικά παιγνίδια του βγήκαν – κατάφερε επιτυχώς να «αρθρώσει» τα διάφορα παρά τις αντιφάσεις και την καταστροφική από λάθη του προεκλογική εκστρατεία: απλά στη συγκυρία μας δεν του στοίχησε η ανεπάρκεια του. Καλά θα ήταν ξαναδιαβάσουμε τι έγραφε παλιά  ο Στούαρτ Χωλ για την Θάτσερ κι ο Λακλάου για τον λαϊκισμό και να αναγνώσουμε τις συμβαίνει τον κόσμο με την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού σήμερα.


3.      Όσο για το κοινωνικό ζήτημα, ξέρουμε ότι δεν οδηγεί αυτόματα ούτε στην αύξηση της ιδεολογικές αντίστασης μέσα από μετωπικές πολιτικές συγκρούσεις, ούτε σε άνοδο της Αριστεράς – υπό κάποιες προϋποθέσεις αυτό είναι δυνατό, αλλά πρέπει να αναλυθεί στο συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό, ιστορικό, πολιτιστικό και κοινωνικό πλαίσιο. Πολλές φορές το κοινωνικό ζήτημα μετατοπίζεται. Μπορεί να οδηγηθούν οι μάζες σε απόγνωση και εγκατάλειψη της πολιτικής συλλήβδην. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με αποχή και απαξίωση. Ας μη ξεχνούμε και τον παράγοντα  αποδήμηση: απλά πολλοί φεύγουν από τη χώρα – βέβαια πολλοί ψήφισαν. Άλλοι μπορεί ακόμα κάποιο να οδηγηθούν σε αντιδραστικές πολιτικές και ιδεολογικές κατευθύνσεις. Τελικά, αυτά όλα οδηγούν στο «πάσο» επιτρέποντας στην εξουσία να συνεχίσει στο «business as usual». Κι όμως καθόλου δεν εξαλείφονται οι αντιφάσεις καθώς περιπλέκεται όλο και περισσότερο το κοινωνικό ζήτημα και ανοίγονται νέα κοινωνικά και πολίτικά ζητήματα. Εξ ου και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι εκποιήσεις και όλο το πράμα με την κρίση των τραπεζών θα μας περιμένουν αμέσως μετά τις εκλογές.    


4.      Κέρδισε ο Αναστασιάδης. Ωστόσο, το μισοάδειο γήπεδο σκέφτομαι μπορεί να μην είναι καθόλου τυχαίο κι ασήμαντο γεγονός: Για πρώτη φορά στη ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας από τότε που εγώ θυμούμαι δεν γέμισε το γήπεδο στην ανακήρυξη προέδρου δεν είναι τυχαίο. Μήπως γυρνούν τις πλάτες οι πολίτες στη πολιτική;  Σε μια μετεκλογική συζήτηση με ένα φίλο συμφωνήσαμε ότι στις εκλογές τούτες ο κ. Αναστασιάδης ίσως σπατάλησε όσο «πολιτικό κεφάλαιο» του είχε απομείνει και δεν θα έχει καμία δυνατότητα να αντιμετωπίσει:


- Έχοντας απωλέσει όλο το πολιτικό του κεφάλαιο, ένας αναξιόπιστος ηγέτης που έχει πλέον πιαστεί να ψεύδεται στον ΟΗΕ, στους τ/κ και στο λαό, πως θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας; Σαν το βοσκό το ψεύτη γιατί να το πιστέψει κανείς ότι θέλει να λύσει το κυπριακό;

- Θα έχει σοβαρότατα καθημερινά προβλήματα «διαχείρισης» - θα έχει πλειοψηφίες στη βουλή; Ποιο πρόγραμμα και ποια «ισχυρή εντολή» έχει λάβει για να κυβερνήσει;  Δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοεί όταν λέει «συνεχίζουμε».

-Το βασικό αφήγημα της προεκλογικής του εκστρατεία ήταν το εξής: «Πέτυχαμε πολλά, σώσαμε την οικονομία κι έχουμε επιτέλους ανάπτυξη: δώστε μας εντολή να συνεχίσουμε». Μας είπε ότι αντιμετώπισε επιτυχώς τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα π.χ. έχει λύσει το πρόβλημα της φτώχιας με το «επαναστατικό» όπως το έλεγε ΕΕΕ που οδήγησε στην εξαθλίωση και ξήλωμα του ισχνού κοινωνικού κράτους και στην μετεκλογική του ομιλία μίλησε για προστασία των «ευάλωτων ομάδων»: Γιατί λοιπόν να τον πιστέψει κάνεις;


Τα μεγάλα προβλήματα κάθε άλλο παρά λύθηκαν - οξύνονται σε ένα κόσμο γεμάτο αντιφάσεις. Ο κούφιος λόγος του προέδρου σε ένα μισοάδειο γήπεδο ας γίνει η αρχή για να προβληματιστούν κόμματα, σχολιαστές, σκεπτόμενοι πολίτες και κοινωνία.



  • February 5th 2018 at 00:09

Aνάγνωση των Τουρκοκυπριακών εκλογών: Γιατί μας αφορούν και τί κάνουμε

By nicostrim

Χαραυγή,14.1.2018 

Πρώτη  ανάγνωση

Μια πρώτη ανάγνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών των Τουρκοκυπρίων καταδεικνύει την άνοδος του Δεξιού  UBP κι η είσοδος του Δεξιού σχήματος του Οζερσάϊ έπληξε την Αριστερά (Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, CTP)  και τη Δεξιά του Ντεκτάς του νεότερου, ενώ η Τ/Κ Αριστερά υπέστη καθίζηση. Σε έδρες ωστόσο τα αποτελέσματα είναι οριακά και μάλλον θα έχουμε ένα ασταθές κυβερνητικό σχήμα στο καθεστώς.

Ας τα δούμε τις τάσεις πιο αναλυτικά:

(α) Καταγράφεται η απογοήτευση μετά το Γκραν Μοντανά (τα τούμπαρε ο Αναστασιάδης βασικά, ενώ αυτή λειτουργεί θετικά για την Δεξιά, τα εθνικιστικά σχήματα και τον συντηρητισμό (35,7% πήρε το UBP το 2018 από 27,3 το 2013).  Σίγουρα η επικράτηση του αυταρχισμού του Ερτογάν από-συσπειρώνουν την Αριστερά στους Τ/Κ.

(β) Παρατηρείται όμως μια πιο μακροπρόθεσμη διεργασία φθοράς και απογοήτευσης από τη συνεχιζόμενη διχοτομική κατάσταση, αλλά και τη διαχείριση της εξουσίας από το Αριστερό CTP: Μετά το μεγάλο κίνημα του 2000-2004 που εκδίωξε τον Ντεκτάς κι έφερε τον Ταλάτ στο πηδάλιο είχαμε την παλινδρόμησης με τον Έρογλου το 2010. Ωστόσο,  είχε ξανακτιστεί η ελπίδα με την άνοδο του Ακκινσί στο πηδάλιο αλλά και τα καλά εκλογικά αποτελέσματα το 2013όταν το CTP τότε πήρε 38%). Το 2018 έχουμε το ξεφούσκωμα στο 21% για το CTP. Το εκκρεμές κινείται δυστυχώς προς τα Δεξιά σε αυτή τη φάση.

(γ) Η παρουσία του «Κόμματος του Λαού» του Οζερσάϊ (17%) που αντί για τη λύση του Κυπριακού έθετε μόνο ζητήματα εκσυγχρονισμού και τοπικές-θεσμικές λύσεις, ώθησε το CTP (Αριστερά) να μπει σε αυτή τη λογική, αντί να κινητοποιηθεί προς τη κατεύθυνση της δυναμικής για λύση κι έχασε ψήφους σε ένα κόμμα όπου ηγείται ένας τεχνοκράτης δεξιός.

(δ) Ένας παράγοντας για την αποτυχία είναι και η μαζική αποχή που έφτασε το 33,5%. Η διαφορά σε έδρες είναι 1-2 έδρες άρα η στάση κάποιων στην άκρα αριστερά για αποχή ήταν λάθος, όπως φαίνεται να παραδέχεται και ο Σενέρ Λεβεντ.

Βαθύτερες κοινωνικές μετατοπίσεις;

Το ζήτημα είναι αν στο εκλογικό αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει κάποιες βαθύτερες κοινωνικές μετατοπίσεις που παρατηρούνται στη Τ/Κ κοινωνία ή αν είναι πρόσκαιρο και συγκυριακό. Η απάντηση είναι σύνθετη. Κάτι μας λέει για τις πολιτικές μετατοπίσεις – το  CTP έχασε 45% των ψήφων που πήρε το πριν 4 χρόνια, ενώ ο Οζερσάϊ από το πουθενά πήρε 17%. Ασφαλώς η ρευστότητα του πολιτικού τοπίου στου Τ/Κ είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό τα κατά την μετά-Ντεκτάς εποχή, με το έμπα του 21ουαιώνα. Μήπως λοιπόν καταγράφεται σήμερα το τέλος της μετα-Ανάν εποχής με την σταθεροποίηση και συντηρικοποίηση της κοινωνίας; Εν μέρει ναι, αλλά εν μέρει όχι. Σε θεσμικό επίπεδο η Δεξιά θα έχει ο πάνω χέρι στο ασταθές σχήμα για να συνεχίσει το ρουσφέτι, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη υποτέλεια στη Άγκυρα, τους λαϊκισμό και προκλήσεις και τα εθνικιστικά της αδιέξοδα.  Ωστόσο, αυτό που καταγράφεται είναι κυρίως τα φαινόμενα κατατεμαχισμού με την αναζωπύρωση παλαιών αλλά και τη δημιουργία νέων πολώσεων που δείχνουν ότι οδηγούμαστε  νέα κοινωνικό και πολιτικά δεδομένα. Αυτά μπορούν αν αναλυθούν ως  εξής:

(α) Παρατηρείται μια τάση σκλήρυνσης και συντηρικοποίησης: Ανασύνταξη της παλιάς Δεξιάς και του κατεστημένου στο UBP και κατάρρευσης του προσωποπαγούς Ντεκτασικού κόμματος

(β) Υπάρχει μια ισχυρή τάση πολιτικής «κόπωσης» και κρίση της πολιτικής μέσα από την αποστροφή της πολιτικής σε σημαντική μερίδα του πληθυσμού, κυρίως νέων.

(γ) Παρατηρείται μια τάση «τεχνοκρατισμού» που εναποθέτει ελπίδα για γραφειοκρατικές και «εκσυγχρονιστικές» λύσεις α-λ-α Μακρόν.

(δ) Παρατηρούνται κάποιες μικρές αλλά ρυθμιστικές τάσεις πολιτικοποίησης των εποίκων. Πιθανόν να υπάρξει και στροφή προς πιο θρησκευτικές λύσεις στο μέλλον αλλά αυτό δεν διαφαίνεται ακόμα.


Οι έρευνες για τις κοινωνικές μετατοπίσεις και τις σχέσεις ε/κ και τκ

Ο Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Χάρης Ψάλτης, αναλύει τα αποτελέσματα τριών ερευνών την τελευταία δεκαετία (2007, 2010 και 2017) με τις οποίες εξέτασε τις τάσεις μετατόπισης στο πώς οι δύο κοινότητες βλέπουν η μία την άλλη και τη λύση του Κυπριακού (Βλ. Έρευνα: Αισθητά πιο θετική εικόνα για τους Ελληνοκύπριους έχουν οι Τουρκοκύπριοι, 6.1.2017). Οι έρευνες καταδεικνύουν μια διάσταση η οποία δεν έχει ακόμα μεταφραστεί σε πολιτικά-θεσμικά δεδομένα. Καταλήγει ότι η επαφή μεταξύ Ε/Κ και Τ/Κ φέρνει σημαντικές αλλαγές – κάτι αδύνατο πριν το 2003-  και  έχει καταρρίψει πολλές προκαταλήψεις, πολιτικά και ιστορικά αφηγήματα. Μια σημαντική μερίδα Τ/Κ βλέπουν θετικότερα πλέον την ελληνοκυπριακή κοινότητα ενώ στο Κυπριακό τάσσονται μεν υπέρ της ομοσπονδίας, ωστόσο δεν θέλουν συγχώνευση ή αφομοίωση. Εκεί είναι το στοίχημα όμως: Φαίνεται να αυξάνεται παράλληλα και η αποδοχή της ιδέας των δύο χωριστών κρατών ανάμεσα στου Τ/Κ – αλλά και ανάμεσα στους Ε/Κ ως μια ρεαλιστική πραγματικότητα που βιώνεται τόσα χρόνια. Εξ ου και η επιτυχία του Οζερσάϊ. Διαχωρίζει «τις  απειλές χωρίζονται σε δύο τύπους, δηλαδή του «ρεαλιστικού», όπου νιώθουν πραγματική απειλή για την ευημερία, την οικονομία, τα συμφέροντα, την πολιτική και συμβολικού τύπου, που αφορά μια διαφορετική κοσμοθεωρία, ταυτότητα και χάσμα αξιών. Παρατηρεί ότι «υπάρχει μια σημαντική πτώση στους Τ/κ που ασπάζονταν τέτοιες σκέψεις εδώ και 10 χρόνια: το 2007 το 88% των Τ/κ ασπάζονταν τη θέση ότι οι Ε/κ και οι Τ/κ έχουν πολύ διαφορετικές αξίες, ενώ σήμερα έπεσε στο 56%.» 

Το βασικό όμως ο καθηγητής Ψάλτης καταλήγει:

«Μέσα σε 7 χρόνια, το ποσοστό των Τ/κ που θεωρεί την λύση δύο κρατών ικανοποιητική έχει διπλασιαστεί και ταυτόχρονα υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των Τ/κ που θεωρούν την διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως λύση επίσης ικανοποιητική. Στην παρατήρηση ότι φαίνεται να είναι σε σύγχυση οι Τ/κ, ο Αναπληρωτής Καθηγητής του ΠΚ ερμήνευσε το αποτέλεσμα ως ετοιμότητα των Τ/κ για λύση ανάλογα με το τί θέλουν οι Ε/κ. «Εμάς περιμένουν».

Παρά τα αποτελέσματα λοιπόν των εκλογών, οι κοινωνικές μετατοπίσεις ανάμεσα στους Τ/Κ περιέχουν σημαντικά θετικά στοιχεία. Το ερώτημα είναι γιατί η θετικότερη στάση ανάμεσα σε ένα σημαντικότατο ρεύμα Τ/Κ, κυρίως νεότερων ατόμων, όπως καταγράφουν οι έρευνες, δε μεταφράζεται σε πολιτική αντιπροσώπευση. Το κλειδί ίσως βρίσκεται στην αποτυχία και φθορά των θεσμών που εγγράφει μια τάση παρακμής της δημοκρατίας γενικά. Αυτό καταγράφεται ξανά και ξανά με αυξητική τάση στην μαζική αποστροφή από την πολιτική και την αποχή. Αυτό δεν αφορά μόνο τους Τ/Κ. Αφορά κυρίως τους Ε/Κ, τα κινήματα αλλά  και τις πολιτικές αυτών που βρίσκονται στην εξουσία στη  Κυπριακή Δημοκρατία.

Ας αποφασίσουμε τι θέλουμε.




  • January 14th 2018 at 16:16

Τάκης Χατζηγεωρίου: Eργασιακά δικαιώματα υπό κατάρρευση; - Η επιρροή των μεγαλοεταιρειών στις διαπραγματεύσεις για το Brexit

By nicostrim

Οι μέχρι στιγμής συζητήσεις αλλά και οι διαπραγματεύσεις γύρω από το Brexit εστιάζονται στο πιθανό οικονομικό και πολιτικό κόστος που θα έχει στην ενότητα της ΕΕ, τις διατλαντικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αυτό που απουσιάζει είναι μια συζήτηση για τον πιθανό ακρωτηριασμό  των εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων εκατομμυρίων ευρωπαίων. Βρεττανών και μη. Κατακτήσεων που αφορούν σημαντικά ζητήματα/δικαιώματα όπως οι μισθοί, το ωράριο, η πρόβλεψη/πρόνοια γονικής άδειας, διακρίσεις. Επιπλέον, τα δικαιώματα αυτά, τα οποία βασίζονται στις υφιστάμενες τώρα σχέσεις της Βρετανίας με την Ε.Ε, θα τεθούν σε επαναδιαπραγμάτευση στο μέλλον. Δημιουργώντας έτσι ένα επικίνδυνο προηγούμενο.

Η διασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι βασικό συστατικό και επιδίωξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να δοθεί βήμα και φωνή στα οργανωμένα σύνολα, ΜΚΟ και φορείς που εκπροσωπούν αυτά τα δικαιώματα. Αντί αυτού τι βλέπουμε;

Από τον Οκτώβριο του 2016 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2017, επτά (7) στις δέκα (10) συναντήσεις της ομάδας (Task Force)  του Michel Barnier (επικεφαλής διαπραγματευτή της ΕΕ στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το Brexit) έγιναν με μεγάλες εταιρείες ή φορείς που εκπροσωπούν συμφέροντα μεγαλοεταιρειών! Σε ποσοστό 72.35% για να είμαστε ακριβείς.  Οι συναντήσεις με ΜΚΟ ήταν της τάξης του  9.65%, με δημόσιες αρχές στο 1.93%, με συντεχνίες στο 4.18% και με Δεξαμενές σκέψεις/ακαδημία στο 10.93%! (Πηγή: https://corporateeurope.org/power-lobbies/2017/12/big-business-brexit-corporate-interests-still-dominate-brexit-and-trade ).

Οι συναντήσεις έρχονται σε πλήρη αντίφαση με την επίσημη πολιτική  του Προέδρου Juncker o οποίος άμα την ανάληψη των καθηκόντων του ζήτησε από του Επιτρόπους του  όπως οι συναντήσεις τους (αλλά και όλων των θεσμικών οργάνων) διέπονται από διαφάνεια αλλά και την ίση εκπροσώπηση όλων των οργανωμένων συνόλων/συμφερόντων (https://ec.europa.eu/transparency/regdoc/rep/3/2014/EN/3-2014-9004-EN-F1-1.Pdf). Είναι σαφές ότι αυτή η φιλοδοξία του Προέδρου Juncker δεν ακολουθείται!

Την αντίφαση αυτή έθεσε ενώπιον της Κομισιόν ο Ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ Τάκης Χατζηγεωργίου με γραπτή ερώτηση με προτεραιότητα που κατέθεσε σήμερα. Ζήτησε να μάθει πως διασφαλίζονται τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων στις συναντήσεις αυτές όταν οι εκπρόσωποι τους απουσιάζουν ή υποαντιπροσωπεύονται. Ζήτησε επίσης να μάθει γιατί οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι εμπορικές ενώσεις που εκπροσωπούν τα μεγάλα εταιρικά συμφέροντα αποκτούν πολύ περισσότερη πρόσβαση και επιρροή στην διαπραγματευτική Ομάδα του Michel Barnier από ό, τι οποιοσδήποτε άλλος.

Επισυνάπτεται η σχετική ερώτηση.

Follow on TWITTER @ thadjigeorgiou
  • January 11th 2018 at 14:53

THE POSTHUMAN AND POSTWAR ERA MOVIES (5/7): Robot-like Obedience, Communism, and a State of Trance

By nicostrim

Robot-like Obedience, Communism, and a State of Trance

The Manchurian Candidate plays upon the motif of zombies in relation to the robotlike obedience of Communists, which, according to Schrecker, was an all too familiar commonality(28).
              Just like a contagion on a physical level, Katrina Mann explains, during the postwar era, there was a viable belief that a psychic contagion could spread to others as well(29). Like the common cold, brainwashing was seen as a contagious disease during the postwar era. Indeed, Mann continues, “Just as communists and other minorities were perceived to be experts at deception and infiltration, national enemies showed evidence of expertise in witch-doctoring or, more pointedly, alienation of the mind. Most alarming, this perceived mental manipulation was successfully accomplished in American men, soldiers at that”(30).
             This idea was exacerbated by the continuous revelations of POWs who brought back reports and news from the Korean front(31). In particular, several POWs – some fairly high-ranked as well – confessed that germ warfare had taken place. Indeed, something had been done to the American boys that edged on contagion. Exactly that was what Americans supposed had happened. Communist sympathies could only have been pathological; nothing less than Pavlovian conditioning could have changed these American troops.
             Nevertheless, the idea of brainwashing as an irresistible process was reinforced by the 21 Americans who refused to accept repatriation of the Ops. ‘Little Switch’ (April 1953) and ‘Big Switch’ (August-September 1953)(32). These soldiers refused to accept repatriation into a country with ‘the highest standard of living that the earth had ever seen’ in favor of ‘an extremely backward, dreadfully impoverished country, supposedly out of preference for its way of life’.
Yen Lo
             In The Manchurian Candidate, it is this Pavlovian conditioning, not the pod inhabitation, that destroys an individual’s autonomy and in turn the liberal humanist subject. By means of certain cues, a zombielike state is triggered in which the subject is completely open to any order of any kind, much like the robot-like obedience characteristic of Communist party members.
             In Candidate, Raymond Shaw, one of the POWs, has been subjected to brainwashing in the truest sense of the word. After their capture in battle during the Korean War, Shaw and his patrol are subjected to a fair amount of brainwashing. In a series of nightmares, details are shown of a Chinese Communist explaining to a room full of “comrades” how he has “conditioned them”.
             As Yen Lo exhibits his work to his Chinese and Russian colleagues, he explains how a ‘Normally conditioned American, having killed and then unable to remember’ is quite easily brainwashed. The created image here reflects the exact fear that the Communists had decoded the workings of the mind, likened to some, as Carruthers notes, to the splitting of the atom.
Commie gathering Manchurian

            The heightened tension of this scene comes to a conclusion when Shaw is ordered to kill two of his fellow patrolmen. He does so without hesitation, refuting any belief by other present Communists that no man ‘shall act so against his nature’. Arguably, this is the point by which most fear is induced: A man mindlessly following orders that go against his nature, never questioning, never doubting. The true American has become the true Communist.
             How, then, is this state of total control established? Shaw’s zombielike state is induced when it is suggested to him that he should “play a game of solitaire”. During the game, whenever he stumbles upon the queen of diamonds, he is able to receive instructions, which he will then execute without question.
             Even though the zombie-state of Manchurian share some similarities with that of Invasion, the philosophical background differs greatly. For instance, Thacker’s theory of different modes of change suggests that zombies change through passing-away and coming-to-be(33). Yet, in Manchurian there is no sign change of physical substance. Indeed, in Shaw’s case one must consider the idea of alteration, the constancy of physicality but change of properties. In Shaw’s case, he is altered to have an internal system of zombielike obedience.
            Furthermore, Shaw’s trance-state is a perfect example of the concept of consciousness as an epiphenomenon. Rather than being the whole system, consciousness is a mere part of it. In Manchurian, the Communists found a way to turn this specific system off for a certain period of time. Moreover, they believe they found a way to turn off every form of humanity in the subject. There are three significant scenes to illustrate this.
Playing Solitaire with a Fake Deck
Playing Solitaire with a Fake Deck

            First, it seems as though Shaw loses all memories of his act after fulfilling his task. When he is randomly assigned to “go to Central Park and go jump in the lake” he does so immediately. But when asked “what the hell are you doing”, he does not know. Moreover, he does not even remember playing the game of solitaire. In short, his state of full hypnosis implies a temporary amnesia, a complete loss of his brain function.
           Second, it is the complete loss of emotion that comes over Shaw when he is in the zombielike state. A scene of significant importance is that in which Shaw has to kill his father-in-law and “all other witnesses of the crime”,  which is his wife. Just like Yen Lo promised, the American veteran kills both of them in cold blood without even blinking.
However, his blood is not so cold as one might initially suspect. When leaving the scene of the crime, the viewer is shown that Shaw has been crying the entire time. This implies that even though he fulfilled his purpose, he knew what he did and experienced the emotions along with the act.
After killing Manchurian

          Third, he fully remembers this gruesome act when he is once again induced into a zombielike state, this time by Major Bennett Marco. When he first calls Marco to ask him for help, in total despair, Shaw cannot fathom why anyone would do such a thing. However, when Marco puts him into the state of trance, he is able to completely explain what happened. In other words, his American persona and his ‘Communist’ persona are to entirely different entities.
            And even then, his consciousness is not fully turned off. he fully remembers this gruesome act when he is once again induced into a zombielike state, this time by Major Bennett Marco. When he first calls Marco to ask him for help, in total despair, Shaw cannot fathom why anyone would do such a thing. However, when Marco puts him into the state of trance, he is able to completely explain what happened. In other words, his American persona and his ‘Communist’ persona are two entirely different entities.
            And these postwar era fears and uncertainties, that someone can have an American persona and a Communist persona and be a sleeper cell as well, are captured in Manchurian wonderfully.
  • January 9th 2018 at 14:59

THE POSTHUMAN AND POSTWAR ERA MOVIES (3/7)

By nicostrim

Paranoia and Hysteria in "Invasion of the Body Snatchers"

American anticommunism enjoyed its heyday in the 1940s and 1950s, reverberating with anxieties of many kinds(18). Its impact was so deep that even today, the subject evokes a considerable emotional response. As Schrecker remarks, the concept of McCarthyism is often accompanied with nouns as “paranoia, delirium, frenzy, or hysteria” (19).
            In Invasion of the Body Snatchers (1956), in the eyes of the returning doctor Miles Bennell, the town of Santa Mira has caught a bad case of mass hysteria. Even though the intent of the original writer of The Body Snatchers, the book on which the movie is based, was not to write anything politically loaded, many scholars see this movie as a perfect example of the mass hysteria of the postwar era(20).
Miles Bennell Drives into Town
Miles Bennell Drives into Town

            After being away for almost a month, Miles returns to his hometown of Santa Mira, and while driving into town he almost hits Jimmy Grimaldi. Jimmy who runs into the road, fleeing from his mother. His mother claims that “he just doesn’t want to go to school”, but Miles is skeptical. He feels that he should have known something more was going on – ironically a particular attitude many postwar Americans had.
            And indeed, some scenes later more light is shed on the case, when Wilma Lentz is truly convinced that her Uncle Ira is not her uncle. “There is no difference you can actually see. He looks, sounds, and remembers like Uncle Ira…but he isn’t, there is something missing.” The same goes for young Jimmy Grimaldi, who “has got the most crazy idea that (his mother) isn’t his mother”.
            In consequence, Miles and the town psychiatrist, dr. Kauffman, come to the conclusion that the town is suffering from “A strange neurosis, evidently contagious. an epidemic of mass hysteria.” Katrina Mann explains that “Because of cultural developments in the postwar era, there was a growing belief that psychic contagion could spread”(21). The malady in Invasion is also approached this way. However, what happened to Santa Mira is no mere malady. Actually, the town has been invaded. Obviously, by body snatchers or, allegorically, by Communist subversives.
            Invasion presents many challenges to contemporary society. Firstly, it does so by employing oppositions and presenting them together in many situations. The greatest challenges of the movie is the idea of conformity versus non-conformity. Within this spectrum of conformity, Becky and Miles present the non-conformist and are constantly on the run from conformist society. They are given emotions whereas the conformist aliens believe emotions are obsolete. Indeed, it is the entire idea of humanity versus ‘alienity’ that underscores the movie.
The Main Characters Discover the Pods in the Greenhouse
The Main Characters Discover the Pods in the Greenhouse

           Secondly, the movie searches for the many losses of boundaries. During a neighborly barbecue between the four main characters, four pods are discovered in the greenhouse next to Miles’s house. Inside the pods are replica-bodies of the four main characters. This encounter is the direct opposition of human life and creation of Unhuman animation. Here, lines begin to blur. Indeed, as Miles remarks: “When the process is complete the original object is probably destroyed”. Note that he is referring to the human original as already being an “object” that is replicable and replaceable.
           As a result, Miles hesitates in killing the bodies. Standing over Becky’s body, he starts to tremble, he starts to doubt himself. However, standing over his own body, he has no problem in ending its pre-life. The only thing he can be certain of is that his own body is human, that he has not yet become the posthuman. Yet, the similarities remain striking between the human and posthuman.
           Rightfully, Theodora Belicec asked Miles: “When the change does take place, will there be any difference?” Indeed, will there be any difference between the human and that unknown entity they become? According to Miles, there is. When Becky and Miles are hiding in the cave, a change comes over Becky the moment she falls asleep for a second. During Miles’s last kiss with real-Becky, she had fallen asleep, if only for a brief moment, and changed. Indeed, there is a thin line between being human and being alien, the boundaries are almost negligible.
            These losses of boundaries have their reflections in the posthumanist perspective, and looking at this movie through this perspective gives an interesting argument that the aliens in Invasion of the Body Snatchers are representational for the posthumanist perspective.
            Thinking along the lines of conformism versus non-conformism, the humans, specifically Becky and Miles, struggle to keep the liberal humanist idea alive that “the human essence is freedom from the wills of others” (22). On the one hand, the non-conformist idea that agency and autonomy lie within human individuality is embodied by Becky and Miles, who struggle to keep it alive.
            Whereas, on the other hand, the idea that there agency, desire or will that belongs to the self and is clearly distinguishable from the “wills of others” is undercut in the posthuman (23). For, as Hayles argues, the posthuman’s quality of collectivity and heterogeneity implies an allocated cognition located in different parts but that are in connection with one another. As is clear, the alien community is a collective with the goal of assimilating all humankind in its ranks. Their intelligence is shared as fast as possible, through either personal communication or over the ether,  just like in the scene where all police are called to look out for Becky and Miles leaving Santa Mira.
The Snatchers and Their Pods
The Snatchers and Their Pods

            Thacker might argue that the aliens in Invasion represent a kind of zombielike initiative; an emotionless, almost mindless collective with the sole purpose of assimilating humanity into their ranks (and in the meantime feed themselves)(24). He analyzes the concept of a zombie as life-after-life. In his analysis of modalities of change he assigned the zombie both a passing-away and a coming-to-be, a modification of substance(25). The same happens to humanity in Invasion, their substance is inherently changed to serve a greater purpose.
            Moreover, Thacker notes that in popular culture zombies are portrayed as either a contagion or in legion(26). How at first the malady of Santa Mira is ascribed to a manageable mass hysteria, which was considered contagious in the postwar era, the threat becomes legion once the contagion is consciously being spread.
            Indeed, the threat only becomes legion the moment Miles wants to inform the authorities, the F.B.I. – coincidentally the ones performing most of the Communist witch-hunt investigations – that an alien force is taking over. Only when the operator keeps Miles on hold and repetitively informs him that all lines to any F.B.I.-office in the entire United States are busy or unreachable, that it dawns on him that the external threat has become legion. It is no longer a case of individuals, the threat has taken over key positions in society.

            By using a zombielike motif to portray the aliens, the idea of consciousness is undermined. The implication is that consciousness is a significant aspect of the human condition.
            And yet, a point may be made how both humans and aliens preserve their consciousness. Becky and Miles choose to run away from the aliens, they choose to protect their humanity rather than fall prey to the legion and conform. In their turn, the aliens consciously wish to persuade, verbally or forcefully, the human to join them. “It’s not so bad once you go through it” Becky tells Miles.
            Nonetheless, Hayles would argue that neither of them need consciousness to prove that they are alive. In Hayles’s perspective, consciousness is an epiphenomenon, it’s “cheap trick” that is an emergent property that adds functionality to the entire system but is not a prerequisite for the system’s architecture(27). The posthumanist perspective once again reinforces the idea that boundaries are blurred in Invasion and that is how the movie greatly appealed to the fear and interest of postwar era Americans.
  • January 9th 2018 at 14:54

The Postwar Era, Anti-Communism, and Posthumanism 1

By nicostrim

The Postwar Era, Anti-Communism, and Posthumanism

“They’re already here, you’re next!", one simple line from the classic sci-fi movie Invasion of the Body Snatchers was able to capture one of the greatest fears during the 1940s and the 1950s; the idea that Communist spies or subversives were already scattered throughout society and were taking over step by step. And not just taking over the country, but slowly turning the country into one of theirs as well.
            As a consequence, a countermovement suddenly found greater support than ever. McCarthyism flourished for ten years, between 1946 and 1956(2). Wisconsin Senator Joe McCarthy became a household name after his announcement at a women’s club in Wheeling, West-Virginia, that 205 communists held office at the state department. The ensuing witch-hunt for Communist subversives shook the country to its core, involving every political sphere from left to right(3).
           Indeed, as Michael Rogin identified, this countersubversive imagination or tradition had its hay-day during the postwar era. The notion existed that “some kind of alien external force had entered the body politic and threatened to destroy it from within”(4). Needless to say, this trend did not go unnoticed and many artists, moviemakers and writers, criticized the hysteria. As Bryan Vizzini argues, this deep-seated social and political conservatism shaped the decade along with its cinematic productions (5).
            Specifically, many political critics found a voice in the science fiction genre. Peter Nicholls argues that because of its insignificance, sci-fi allowed for political criticism that elsewhere might have drawn the House Un-American Activities’ attention (6). The genre was still seen as an underground movement with no base for mainstream audience yet. However, partly because of the support it received during the postwar era, the science fiction genre flourished and produced some of its landmark movies.
            As a result of this anti-Communist policy, a long line of science fiction movies containing subtle – or sometimes even not so subtle – criticism of the anti-communist policy came into being. Schrecker explains that Communists “were stigmatized, portrayed as members of an illegal conspiracy that somehow threatened America’s very existence. Stereotypes prevailed, turning individual Communists into alien beings whose destruction was, therefore, easy to justify”(7). Yes, the Communist became an alien entity that was for the most part unhuman and even slowly edged into the realm of the posthuman.
N. Katherine Hayles, author of \"How We Became Posthuman\"
N. Katherine Hayles, author of "How We Became Posthuman"

            In her book, How We Became Posthuman, N, Katherine Hayles gives a historical overview of how we as a society grew slowly more posthuman (8). According to Hayles, the posthumanist perspective considers embodiment in a biological substrate as an accident of history, not a consequence of life. Furthermore, the posthuman view sees consciousness as an epiphenomenon, that is only a minor sideshow rather than the major sign of life. Also, the posthuman view thinks of the body as the original prosthesis we all learn to manipulate. Extending or replacing parts of the body with other prostheses is a continuation of a process that began before we were born.
           In addition, the posthuman perspective challenges the liberal humanist subject that has dominated scientific thinking for centuries (9). Hayles cites C.B. Macpherson’s analysis of possessive individualism to provide a clear example of this challenge. According to Macpherson, “Its possessive quality is found in its conception of the individual as essentially the proprietor of his own person or capacities, owing nothing to society for them… The human essence is freedom from the wills of others, and freedom is a function of possession.”
            Therefore, human essence is considered freedom from others’ will. The posthuman is “post” because there is no a priori way to clearly distinguish a self-will from an other-will.
            Echoingly, 1950s society feared a loss of freedom and autonomy. The posthuman perspective is a direct opposite from the values of postwar America. Rather than impeding on the autonomy and liberalism of the American citizen, the posthumanist view believes there is nothing to impede on. Whereas postwar America felt safe in a boundary-volatile society, posthumanism is a destroyer of boundaries.
Eugene Thacker, author of \"In the Dust of This Planet\"
Eugene Thacker, author of "In the Dust of This Planet"

            The loss of boundaries was only one of the many things postwar Americans were fearful of. Indeed, it felt as if their entire civilization was falling apart(10). Eugene Thacker, in his analysis of philosophy in the supernatural horror genre, looks into and beyond the boundaries of human subjectivity(11). He believes that “in spite of our daily concerns, wants, and desires, it is increasingly difficult to comprehend the world in which we live and of which we are a part”. Postwar society could not be better portrayed.
           Furthermore, Thacker argues that this world beyond the subjective knowable world is a place of horror, a place he refers to as “the unthinkable world”(12). To dwell on this invokes a sense of horror, a sense of vulnerability. And whereas in olden times people would respond to the idea of, for lack of a better name, post-human by creating mythology or looking at theology, in modernity the response is “primarily existential – a questioning of the role of human individuals and human groups in light of modern science, high technology, industrial and post-industrial capitalism, and world wars”(13).
           Moreover, Thacker suggests that “some disasters are “natural” while others are not implies a hypothetical line between the disaster that can be prevented (and thus controlled) and the disaster that cannot”(14). The Communist threat both externally as well as internally plays on such a level that it is hard to control. Attempts were made, through for example HUAC-hearings, but the idea that the threat was so deep-rooted was terrifying.
            And indeed, movie-makers of the postwar era used this existential fear as political criticism on the anti-communist policy. What was the human individual, the true citizen of the United States to do against a threat like Communism?
Invasion of the Body Snatchers(1956)  movie poster
Invasion of the Body Snatchers(1956) movie poster

            In two of the era’s most landmark motion pictures, two of the most recognized 1950s fears were portrayed. In Invasion of the Body Snatchers (1956), the idea of societal invasion, and specifically bodily invasion, is probed. During the high tide of McCarthyism, citizens were afraid of their neighbors, and even asked to report any suspicious behavior that would indicate Communist party sympathy(15). Even though the initial production of the movie did not intend to portray this, many scholars find it a fitting example of the contemporary paranoia(16), and that is why this movie will be used to examine the phenomenon of fear of bodily invasion.        
          In The Manchurian Candidate (1962), a rational fear of mental invasion is examined.
It was not unusual for Communist party members to blindly act on instructions from Moscow (17). But in The Manchurian Candidate, several POWs in the Korean war of 1954 are brainwashed into becoming sleeper weapons. This paranoia. that anyone may receive instructions from the Communist party and act as a weapon in the name of Communism, was rational during the 1950s.
The Manchurian Candidate (1962) Movie Poster
The Manchurian Candidate (1962) Movie Poster

          The following chapters will look into the use of bodily and mental invasion in Invasion and Manchurian Candidate as criticism on the 1950s hysteria regarding external and internal Communist invasion. Specifically, it argues that the Communists are portrayed as Unhuman zombies to emphasize their Otherness. It will also look into aspects of the posthumanist perspective that opposes the liberal humanist subject and the loss of boundaries.
 

Version 9 of this page, updated 5/31/2017 | All versions | Metadata
  • January 9th 2018 at 14:51

Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Χάρης Ψάλτης: ΒΛΕΠΟΥΝ ΘΕΤΙΚΟΤΕΡΑ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΛΥΣΗ

By nicostrim
Έρευνα: Αισθητά πιο θετική εικόνα για τους Ελληνοκύπριους έχουν οι Τουρκοκύπριοι
Η επαφή των δύο κοινοτήτων έχει καταρρίψει πολλές προκαταλήψεις, πολιτικά και ιστορικά αφηγήματα και οι Τουρκοκύπριοι βλέπουν θετικότερα πλέον την ελληνοκυπριακή κοινότητα ενώ στο Κυπριακό τάσσονται μεν υπέρ της ομοσπονδίας αλλά δεν θέλουν σμίξη στη διαβίωση, διαπιστώνει ο Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, Χάρης Ψάλτης, αναλύοντας στο ΚΥΠΕ τα αποτελέσματα τριών ερευνών την τελευταία δεκαετία. 
Πρόκειται για τρεις έρευνες το 2007, το 2010 και το 2017, με τις οποίες ο κ. Ψάλτης μελέτησε τις τάσεις μετατόπισης στο πώς οι δύο κοινότητες βλέπουν η μία την άλλη αλλά και τη λύση του Κυπριακού. Όπως εξήγησε, και στις τρεις έρευνες έγιναν οι ίδιες ερωτήσεις στους συμμετέχοντες και στις δύο κοινότητες, στη δική τους γλώσσα, οπότε μπορεί κάποιος να δει τις μετατοπίσεις στην κάθε κοινότητα όσον αφορά τις «δι-ομαδικές σχέσεις», πώς βλέπουν δηλαδή τα μέλη μιας ομάδας τα μέλη μιας άλλης ομάδας. 
Όπως ανέφερε ο Χάρης Ψάλτης, στην ερώτηση – τοποθέτηση «Δεν εμπιστεύομαι τους Ε/κ πολιτικούς ότι θα εφαρμόσουν μια συμφωνημένη λύση στο Κυπριακό», το 2007 το 73% συμφωνούσε με αυτή τη θέση ενώ το 2017 το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε στο 52%. 
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις ερωτήσεις περί απειλών που στην κοινωνική ψυχολογία χωρίζονται σε δύο τύπους: ρεαλιστικού, όπου νιώθουν πραγματική απειλή για την ευημερία, την οικονομία, τα συμφέροντα, την πολιτική και συμβολικού τύπου, που αφορά μια διαφορετική κοσμοθεωρία, ταυτότητα και χάσμα αξιών. «Υπάρχει μια σημαντική πτώση στους Τ/κ που ασπάζονταν τέτοιες σκέψεις εδώ και 10 χρόνια». Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι το 2007 το 88% των Τ/κ ασπάζονταν τη θέση ότι οι Ε/κ και οι Τ/κ έχουν πολύ διαφορετικές αξίες, ενώ σήμερα έπεσε στο 56%. 
«Όση περισσότερη δύναμη αποκτούν οι Ε/κ σε αυτή τη χώρα, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα για μας», ήταν μια άλλη θέση με την οποία το 2007 το 90% συμφωνούσε ενώ το 2017 συμφωνούσε το 58%. 
Γείτονες και ομοσπονδιακή λύση
Ο Χάρης Ψάλτης βλέπει ότι οι Τ/κ διάκεινται θετικά προς την ομοσπονδιακή λύση, αλλά δεν πλειοψηφεί σε αυτούς η ιδέα της διαβίωσης μαζί. Στην ερώτηση – θέση «Νιώθω ότι μπορώ να ζήσω μαζί με τους Ε/κ», είπε ότι το 2007 το 12% μόνο συμφωνούσε με αυτό και το 2017 22%. Επίσης στο ερώτημα «Δεν θα με πείραζε να είχα γείτονα Ε/κ» το 2007 το 32% συμφωνούσε με αυτή τη θέση και το 2018 ανέβηκε το ποσοστό αυτό στο 36%. «Όμως τα ποσοστά αυτά είναι μειοψηφικά και θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε ότι στο μυαλό των Τ/κ υπάρχει μια σκληρή διζωνικότητα». 
Στην ερώτηση εάν απορρίπτουν, δέχονται ως λύση ανάγκης ή θεωρούν ικανοποιητική τη λύση ΔΔΟ, το 2010 το 21% την απέρριπτε, 51% την αποδέχονταν ως λύση ανάγκης και 25% τη θεωρούσαν ικανοποιητική. Το 2017 την ΔΔΟ ως λύση απέρριψε στους Τ/κ το 14%, την αποδέχονταν ως λύση ανάγκης το 22% και τη θεωρεί ικανοποιητική λύση το 64%. «Να σημειώσουμε ότι τα ποσοστά του 2017 ήταν χρονικά μετά το Κραν Μοντανά». 
Σε αντίστοιχο ερώτημα για τη λύση δύο κρατών, ο κ. Ψάλτης είπε ότι το 2007 το 68% των Τ/κ την αποδέχονταν ως λύση ανάγκης ή ιδεατή, το 2007 το 25% την απέρριπτε, το 44% την αποδέχονταν ως λύση ανάγκης και το 31% την αποδέχονταν ως ικανοποιητική. «Που σημαίνει ότι το 2010 το 75% αποδέχονταν τα δύο κράτη ως λύση ανάγκης ή ικανοποιητική, δηλαδή τρεις στους τέσσερις». Το 2017, ανέφερε, μετά το Κραν Μοντανά το 13% την απορρίπτει, το 26% την αποδέχεται ως λύση ανάγκης και ανέβηκε στο 61% το ποσοστό στους Τ/κ που την θεωρούν ικανοποιητική λύση. 
Μέσα σε 7 χρόνια, παρατήρησε ο κ. Ψάλτης, το ποσοστό των Τ/κ που θεωρεί την λύση δύο κρατών ικανοποιητική έχει διπλασιαστεί και ταυτόχρονα υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των Τ/κ που θεωρούν την διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως λύση επίσης ικανοποιητική. Στην παρατήρηση ότι φαίνεται να είναι σε σύγχυση οι Τ/κ, ο Αναπληρωτής Καθηγητής του ΠΚ ερμήνευσε το αποτέλεσμα ως ετοιμότητα των Τ/κ για λύση ανάλογα με το τί θέλουν οι Ε/κ. «Εμάς περιμένουν». 
«Η επαφή καταρρίπτει την προκατάληψη και χτίζει εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων»
Οι ερωτήσεις στις έρευνες αφορούσαν τα συναισθήματα προκατάληψης, το βαθμό εμπιστοσύνης, τις αναπαραστάσεις της ιστορίας στη ρύθμιση των «δι-ομαδικών σχέσεων» - πώς και ποιος δημιούργησε το Κυπριακό – τον αριθμό και τη συχνότητα επαφών και σχέσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων, την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων και πόσο η επαφή αυτή επηρεάζει την ποιότητα των «δι-ομαδικών σχέσεων». Αυτό που έχουν βρει και στις δύο κοινότητες, είπε ο κ. Ψάλτης, είναι ότι η επαφή, αποδεδειγμένα πλέον, μειώνει την προκατάληψη και χτίζει εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η επίδραση μάλιστα είναι διπλάσια από εκείνη που βρίσκουν ερευνητές σε αντίστοιχες έρευνες στο εξωτερικό, πρόσθεσε εξηγώντας ότι η επίδραση των επαφών στη μείωση των προκαταλήψεων και στις δύο κοινότητες στην Κύπρο είναι στα ίδια επίπεδα και σε ποσοστά σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη σε άλλες περιπτώσεις στο εξωτερικό. 
Οι δύο κοινότητες, είπε, στην Κύπρο λειτουργούν χωριστά με διαφορετικές αναπαραστάσεις της ιστορίας αφού υπάρχουν δύο διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, γλώσσες κά, οπότε με μια επαφή και μόνο οι Τ/κ αισθάνονται ότι μοιάζουν ή έχουν περισσότερα κοινά με τους Ε/κ παρά με άλλους, ακόμα και τους Τούρκους. Βλέπουν τις ομοιότητες και αν αποκτήσουν σχέσεις φιλικές με τους Ε/κ μπορεί να αποδομήσουν στερεότυπα, να χτίσουν εμπιστοσύνη και να μάθουν περισσότερα για την ε/κ κοινότητα. 
Οι Τ/κ, ανέφερε ο Αναπληρωτής Καθηγητής του ΠΚ, έχουν θετικότερη αντίληψη για τους Ε/κ σε θέματα προκατάληψης και εμπιστοσύνης καθώς μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με Ε/κ και αποδόμησαν το αφήγημα της εθνικιστικής πολιτικής που κυριαρχούσε κυρίως επί Ραούφ Ντενκτάς πως «οι Ε/κ είναι οι εχθροί μας». 
Παρέπεμψε δηκτικά στην ερώτηση - τοποθέτηση «Δεν μπορώ να εμπιστευτώ τους Ε/κ γιατί θέλουν εκδίκηση για πράγματα που η κοινότητά μας έκανε στο παρελθόν», με την οποία το 2007 το 67% των Τ/κ συμφωνούσε, ενώ το 2017 αυτό το ποσοστό έπεσε στο 28%. Επίσης, σήμερα ένας στους τρεις Τ/κ έχει δηλώσει πως έχει τουλάχιστον έναν Ε/κ φίλο και οι μισοί εξ αυτών δήλωσαν ότι έχουν συστηματική επαφή. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και οι επαφές μετά το 2003 , σημείωσε ο κ. Ψάλτης, έχουν βοηθήσει στην κατάρριψη των στερεότυπων και την δημιουργία επαφών και η πλειοψηφία των Τ/κ (55%) διαφωνούν με τη θέση να κλείσουν τα οδοφράγματα και θέλουν να παραμείνουν ανοικτά.
Ταυτότητα και θρησκεία
Από τις απαντήσεις σε ερώτηση για την ταυτότητα των Τ/κ, ανέφερε ο Χάρης Ψάλτης, φαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει άνοδος ενός πιο κυπροκεντρικού προσανατολισμού. Σε μια πενταβάθμια κλίμακα που ξεκινά με το «νιώθω μόνο Τούρκος και καθόλου Κύπριος», συνεχίζει με το «νιώθω περισσότερο Τούρκος παρά Κύπριος», στη μέση «νιώθω το ίδιο Τούρκος και Κύπριος», μετά «νιώθω περισσότερο Κύπριος παρά Τούρκος» και τελειώνει με το «νιώθω μόνο Κύπριος και όχι Τούρκος», οι Τ/κ το 2007 κατά 13% τοποθετούσαν τους εαυτούς τους στις δύο τελευταίες επιλογές («νιώθω περισσότερο Κύπριος παρά Τούρκος» - «νιώθω μόνο Κύπριος και όχι Τούρκος»), το 2010 το ποσοστό αυτό είχε ανέβει στο 23% και το 2017 37%.
Αυτό, σημείωσε, μπορεί να εκληφθεί και ως αντίδραση των Τ/κ στην επιβολή της Άγκυρας και σε θέματα θρησκευτικής αντίληψης, παρατηρώντας ότι οι Τ/κ δεν είναι θρήσκοι, κυρίως οι Τ/κ της νέας γενιάς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνών και τις απαντήσεις στην ερώτηση «πόσο σημαντική είναι για σένα η θρησκεία;», το 2007 οι Τ/κ που δήλωναν καθόλου ή ελάχιστα σημαντική έφταναν το 21%, κάπως σημαντική 32%, πολύ ή πάρα πολύ σημαντική 46%. Ωστόσο, σημείωσε, το 2017 και παρά την προσπάθεια περισσότερης ισλαμοποίησης, υπάρχει αντιστροφή της κατάστασης. Οι Τ/κ που δήλωσαν την χρονιά που πέρασε ότι η θρησκεία γι’ αυτούς είναι καθόλου ή ελάχιστα σημαντική ανέβηκε στο 53%, κάπως σημαντική 29% και το πολύ ή πάρα πολύ σημαντική 18%. 
Στην ερώτηση «πόσο συχνά πάτε σε τζαμί;» το 2007 ποτέ ή μία φορά πήγαινε το 60%, μία φορά το μήνα το 20% και μία φορά την εβδομάδα το 20%. Οι αντίστοιχες απαντήσεις στο ερώτημα το 2017 ήταν 77%, 12% και 11%. «Βλέπουμε ότι η πιο κυπροκεντρική θέση συναρτάται με την αντίδραση προς την προσπάθεια εξισλαμισμού και απομάκρυνση από την εκκοσμίκευση». 
Οι τρεις έρευνες
Η πιο πρόσφατη έρευνα ονομάστηκε «The Internally Displaced in Cyprus and Return Intentions: Social Psychological, Sociological and Political Determinants» και έχει χρηματοδοτηθεί από το Ίδρυμα Α. Λεβέντης μετά από εσωτερικό διαγωνισμό στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αφορά έρευνα με αντιπροσωπευτικό δείγμα 800 ατόμων στην κάθε κοινότητα με συνεντεύξεις από σπίτι σε σπίτι. Όπως διευκρίνισε ο κ. Ψάλτης είχε ολοκληρωθεί νωρίτερα η έρευνα στην τ/κ κοινότητα ενώ τα αποτελέσματα για την ε/κ θα είναι γνωστά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες. 
Η έρευνα του 2007 έχει χρηματοδοτηθεί από το Nuffield Foundation και την οποία επέβλεψε ο κ. Ψάλτης σε συνεργασία με το Oxford Centre for the Study of Intergroup Conflict. Η έρευνα του 2010 έγινε από τον Όμιλο Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας και χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Πηγή: ΚΥΠΕ
  • January 9th 2018 at 00:14

Η δημοκρατία στα χρόνια της χολέρας: απολογισμός μιας πενταετίας

By nicostrim
Του Νίκου Τριμικλινιώτη* 
Χαραυγή 31.12.2017

, Το 2017 ήταν από τις χειρότερες χρονιές μιας πενταετίας μείζονων υποχωρήσεων στα δημοκρατικά και κοινωνικά κεκτημένα. Ζήσαμε σοβαρές παλινδρομήσεις στο πρόταγμα για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία παγκοσμίως, περιφερειακά αλλά και στη Κύπρο. Υπήρξε μια πενταετία καταβαράθρωσης και κένωσης της δημοκρατίας και όξυνσης των ανισοτήτων ενός κόσμου που κλυδωνίζεται από αντιφάσεις. Κορυφαία στιγμή της εποχής της χολέρας, ήταν η εκλογή του Τραμπ, ο οποίος δυστυχώς για τον κόσμο θα μας ταλανίζει μέχρι τέλους.

Στη Κύπρο ζήσαμε μια από τις πιο αντιδραστικές και διεφθαρμένες διακυβερνήσεις από την ανεξαρτησία. Πρώτη Κυβερνητική πράξη του Αναστασιάδη ήταν το κούρεμα καταθέσεων× τελευταία του ήταν το θάψιμο του Κυπριακού όταν φόρεσε τη παλιά φουστανέλα του πατέρα του σέρνοντας μας σε μια σοβινιστική κατρακύλα χωρίς πάτο. Στο μεσοδιάστημα, με σωσίβιο το μικρό και ανώριμο Ν. Παπαδόπουλο, τον άλλο βραχίονα του κατεστημένου και της διαπλοκής,  η παράταξη του άλωσε ότι μπορούσε, διαλύοντας το ισχνό κοινωνικό κράτος και εξαπολύοντας γιουρούσι κατά των εργαζομένων, φτωχών κι αδυνάτων.

Κερασάκι στη τούρτα ήταν το Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του αρχιεπισκόπου. Διαβάζει μήπως το «Mein Kampf» («Ο Αγώνας μου») του Χίτλερ τελευταία ο Μακαριότατος; Διότι τα περί ανωτερότητας της φυλής, χιλιετίες πολιτισμού, αλλοιώσεως του έθνους από ξένους δάκτυλους και το μίσος για τους μετανάστες μοιάζει να τα έχει πάρει αυτούσια από εκεί. Ίσως γι’ αυτό θεωρεί «καλά παιδιά με τεκμηριωμένες θέσεις» το Κυπριακό παράρτημα της Χρυσής Αυγής (ΕΛΑΜ). Ωστόσο, η αποθράσυνση του «Χρυσόστομου» δεν είναι μόνο αποτέλεσμα χρόνιας μωρίας ή άνοιας. Αισθάνεται να έχει τη κυβέρνηση στο τσεπάκι του: Πριν μερικές μόνο βδομάδες απείλησε ότι αν δεν αποχαρακτηριστεί από «αρχαία» η περιοχή που θα κτίσει ξενοδοχεία, θα πάρει τρακτέρ να τα καταστρέψει. Κι αντί να του προσαχθούν κατηγορίες, την επομένη κιόλας η κυβέρνηση έσπευσε να αποχαρακτηρίσει τη περιοχή. Παλιότερα όταν οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζήτησαν δίωξη του για προαγωγή ρατσιστικού μίσους, για δηλώσεις ξεστόμισε, ο Γενικός Εισαγγελέας απείλησε να στραφεί κατά  των ΜΚΟ!    

Η διακυβέρνηση Αναστασιάδη υπήρξε ρεβανσιστική. Επιχείρησε με κάθε τρόπο να εκδικηθεί την Αριστερά που για πρώτη φορά κυβέρνησε τη προηγούμενη πενταετία για να διαχειριστεί τη κατάρρευση των τραπεζών αντιμετωπίζοντας πρωτόγνωρη επίθεση από το κατεστημένο. Ο Αναστασιάδης, εκφραστής της προνομιούχας ελίτ, λόγω αλαζονείας και κομπραδόρικης ημιμάθειας, τελούσε υπό την αυταπάτη ότι οι «φίλοι» του στη ΕΕ θα καλύψουν ότι για χρόνια θησαύριζαν από το βρώμικο χρήμα που ξέπλεναν. Αντ’ αυτού, οι Τροϊκανοί φίλοι τον εξευτελίζουν με κούρεμα καταθέσεων. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση της πρότασης του ιδίου του Αναστασιάδη για παράνομο καθολικό κούρεμα μετά από μαζική κινητοποίηση στη Λευκωσία.

Ακολούθησε όμως χειρότερο. Επέβαλε ένα εκδικητικό κούρεμα των μισθών, δικαιωμάτων και κοινωνικών κεκτημένων, όπου οι εργαζόμενοι πληρώνουν τα σπασμένα για τη διεφθαρμένη χρηματοπιστωτική ελίτ, μετατρέποντας την Κύπρο σε χώρα μαζικής ανεργίας και φυγής των νέων, με την Κύπρο να κατέχει τα «σκήπτρα» στην Ευρώπη, στην φτώχεια, ανισότητα και διαρροής των πιο μορφωμένων. Ζήσαμε πρωτοφανή σκάνδαλα με διορισμούς ημετέρων και εξαιρέσεις από κουρέματα για συμπεθέρους και κουμπάρους, συγκαλύπτοντας  τις τράπεζες-πλυντήρια. Δεν είναι απλώς κακοήθεια ή συνομωσία ότι στα «Έγγραφα του Παναμά» (“Panama Papers”) γίνονται 530.937 αναφορές στη Κύπρο και 4.657 στη Τράπεζα Κύπρου, τη μεγαλύτερη τράπεζα(-ζόμπι) της χώρας. Το «success story» του Χάρη Γεωργιάδη για δήθεν «εξυγίανση» και «διάσωση» της οικονομίας απλά προστατεύει το χρηματοπιστωτικό  σύστημα που έχει κατ’ ουσία καταρρεύσει.

Στα γεωπολιτικά παιγνίδια με τους υδρογονάνθρακες τον έφεραν τον πρόεδρο Αναστασιάδη να ποζάρει με τους δικτατορίσκους της περιοχής (Νετανιάχου, Σίσι κά), αλλά και συμβόλαια με τις μίζες που αυτά συνεπάγονται. Στο μεταξύ ουσιαστικά καταλύονται τα ανεξάρτητα κρατικά όργανα× τελικά ένας εκ των «αρίστων» που διόρισε βοηθό Γενικό Εισαγγελέα καταλήγει πίσω απ’ τα σίδερα. Με την αποκαθήλωση στο Γκραν Μοντανά αμολιόνται οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις στη κοινωνία.

Οποιοσδήποτε απολογισμός της κατάστασης της τελευταίας πενταετίας καταδεικνύει μια τοξική αποθράσυνση αντιδραστικών δυνάμεων στο κόσμο, αύξηση των πολέμων και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ας τελειώνουμε  με το κύκλο  του αυταρχισμού, της διαπλοκής και της δημοκρατικής παλινδρόμησης, τερματίζοντας τα χρόνια της χολέρας.

*Καθηγητής, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας



  • January 2nd 2018 at 11:29

Cyprus is at the center of a circle of corruption surrounding Trump

By nicostrim
Dallas News
The country of Cyprus has a long history as a laundromat for dirty money, particularly from Russia. Cyprus is referenced 530,937 times in the Panama Papers, and the Bank of Cyprus, the country's largest bank, is referenced 4,657 times. And the cast of characters linked to the bank and President Donald Trump is troubling.
-When Oleg Deripaska, the founder of Russian aluminum company Rusal, began paying Paul Manafort $10 million a year in 2006 to act as a secret emissary for Russian President Vladimir Putin with Western governments, he paid Manafort through the Bank of Cyprus. Records handed over to special counsel Robert Mueller's investigative team show that Manafort and his partner, Rick Gateshad at least 15 accounts at the Bank of Cyprus and a bank that it took over in 2013, Cyprus Popular Bank, according to the National Herald. Mueller's 12-count indictment against Manafort and Gates charged the two men with money laundering and conspiracy against the United States.
-Commerce Secretary Wilbur Ross led a group of U.S. and European investors to purchase a $1.3 billion stake in Bank of Cyprus in July 2014 when the bank was on the verge of failing.  This investment bought Ross the largest ownership share in the bank, 17 percent, and the vice chairmanship. Ross was co-chair of the bank from 2014 until early 2017 when he relinquished his position to join Trump's cabinet. Ross's first co-chair was Putin appointee Vladimir Strzhalkovsky, a former KGB agent and long-time associate of Putin. In 2015, Strzhalkovsky was replaced by Maksim Goldman, is director of strategic projects at Viktor Vekselberg's Renova Group and sits on the board of Rusal.
Touch chart to see info:
-Viktor Vekselberg, one of the richest men in Russia, is the largest shareholder in the Bank of Cyprus holding a 9.3 percent stake as of early 2017, according to DCReport.org.
-Dmitry Rybolovlev, Russia's "Fertilizer King," owns a 3.3 percent stake in the bank. Rybolovlev purchased Trump's mega mansion in Palm Beach for $95 million, which allowed Trump to more than double his $41 million investment in the property in four years. The timing of the purchase was essentially a Trump rescue package Trump was suing Deutsche Bank, his one remaining creditor, to try to avoid repaying a $40 million real estate loan. He lost.
-Josef Ackermann, chief executive of Deutsche Bank from 2002 to 2012, replaced Ross as co-chair of the bank. Like co-chair Goldman, Ackermann currently works for Viktor Vekselberg. He joined the board of Vekselberg's Zurich-based holding company, Renova Management AG, in 2014 to manage Renova's international assets. Clearly, Vekselberg's interests are fully represented at the Bank of Cyprus.
Touch chart to see info:
After being blackballed by U.S. banks for failure to pay his loans, Trump turned to Deutsche Bank for liquidity. Deutsche Bank is estimated to have loaned Trump as much as $3 billion since the 1990s.  Trump's financial disclosures show that he has $364 million in loans from the bank that will mature in 2024. On December 5, German newspaper Handelsblatt broke the news that Deutsche Bank received a subpoena from Robert Mueller for bank records.
During Ackermann's tenure as chief executive, Deutsche Bank engaged in a wide range of financial misconduct including, according to the New Yorker, laundering $10 billion of Russian money through its offices in New York, Cyprus and Moscow. Through November of 2017, the bank had paid over $670 million in civil penalties to the U.S. and the U.K. related to its Russian trades. Deutsche Bank's Moscow office was run by Andrey Kostin Jr. until 2011 when he died in an ATV crash in a forest in northern Russia. Kostin's father, Andrey Kostin Sr., is chief executive of VTB, the second largest state-controlled bank in Russia that is currently under U.S. sanctions. In an interview with CNBC Kostin said, "We are sick and tired of what's happening in America and this anti-Russian stance."
<br>(PeterHermesFurian/Getty Images/iStockphoto)

(PeterHermesFurian/Getty Images/iStockphoto)
-The Guardian recently reported that VTB was the source of $191 millionthat Yuri Milner, a Russian billionaire in Silicon Valley, used to fund a major stake in Twitter in 2011 through his investment fund, DST. Milner also channeled $920 million into Facebook funded by the investment arm of Russia's state-controlled gas monopoly, Gazprom. The money was transferred from Gazprom to DST through an offshore company in the Isle of Man, Kanton Services. The investment by Gazprom funded $1 billion worth of Facebook shares.
-Gazprom's investment subsidiary is managed by Alisher Usmanov, an Uzbek-Russian billionaire with close ties to the Kremlin. Carter Page, who served as a foreign policy advisor to the Trump campaign and made several trips to Russia in 2016, TalkingPointsMemo.com reported, has deep financial ties to Gazprom.
Yuri Milner also invested $850,000 of his personal funds into a real estate startup, Cadre, which Jared Kushner co-owns with his brother. Kushner failed to disclose his association with Cadre when he joined the Trump White House.
Ruth May is a global business professor at the University of Dallas. She wrote this column for The Dallas Morning News. Email: rmay@udallas.edu


  • December 29th 2017 at 15:07

A New Europe: Anti-Semitism, Islamophobia, and the Nation-State

By nicostrim

Monthly Review

Posted Aug 23, 2006 by 
Topics: 
Places:  ,  ,  ,  ,  , 
Matti Bunzl‘s work entitled “Between Anti-Semitism and Islamophobia: Some Thoughts on the New Europe,” published in American Ethnologist (Vol. 32, No. 4, November 2005), is groundbreaking.  It is evident from the article, as well as the commentaries on it that appeared in the same issue, that, to understand contemporary Europe, we need to rethink some of our assumptions about it and grasp the changing landscape of the rest of the world.
The common method of comparing anti-Semitism and Islamophobia, especially among leftists, is to analogize them and to see both as the “Other” of Christianity.  Bunzl argues against that method, given the decisive secularization of Europe.  He, instead, draws an analytical framework that situates these two in different projects of exclusion.  According to Bunzl, anti-Semitism was invented in the late 19th century to police the ethnically pure nation-state.  On the other hand, Islamophobia is a recent formation that seeks to make the supranational European Union a fortress against migrants.  He goes further: traditional anti-Semitism has run its historical course with the end of the nation-state, and, consequently, Islamophobia is becoming the defining condition of the “new Europe.”
Bunzl discusses two views on anti-Semitism that are dominant in Europe.  The alarmist view, often found on the right side of the political spectrum, sees a resurgence of anti-Semitism as an immediate threat to the worldwide Jewish community.  For them, anti-Zionism is indistinguishable from anti-Semitism: any critique of the Jewish state carries “potential residues” of anti-Semitism.  The other view, on the left, rejects the idea that criticism of Israel is inherently anti-Semitic.  The left view points to the relatively small number of acts of violence against Jews and the degree of comfort Jews enjoy in the continent.  Even though those who hold the latter view do recognize that Jewish institutions and communities have increasingly become victims of abuse, they tend to see those cases as part of the larger patterns of racist violence against all minorities initiated by the extreme right.
Bunzl asserts that both alarmists and leftists are wrong.  Europe is not a hotbed of unbridled anti-Semitism.  Nor can all anti-Semitic incidents be categorized under right-wing violence.  He claims that both sides rely on static views of history: the former sees anti-Semitism as a constant and the latter, the right-wing ideology.  Bunzl cites examples from Austria, among others, to illustrate historical change.  In the period before WW II, there were three political factions that resorted to anti-Semitism: a) German national parties, which sought the exclusion of Jews on racial grounds; b) Christian factions, which fought the Jewish presence out of a mixture of religious anti-Judaism and reactionary anti-modernism; and c) even socialists and communists who regularly deployed anti-Semitism in their critiques of capitalism, even though many of their leaders were Jews.  He argues that Austria today is still dominated by these three factions but anti-Semitism is nevertheless fading.  Under of leadership of Jörg Haider, the Freedom Party opposed Austria’s membership in the EU on nationalist grounds.  However, in 1995, after Austria’s inclusion in the EU, the politics of the party changed.  The party began to accept Jews as potential leaders.  According to Bunzl, this change is common among Europe’s far right-wing movements.  He contrasts it with the dynamics of Islamophobia.  He argues that Islamophobia is a genuine political issue, part of a wide-open debate on the future of Muslim presence in Europe.  In contrast, there is no debate on the legitimacy of Jewish presence in Europe.
Bunzl recognizes some validity of the analogy between anti-Semitism and Islamophobia: “Both, after all, are exclusionary ideologies mobilized in the interest of collective engineering.”  But similarities end there.  Anti-Semitism was designed to protect the purity of the ethnic nation-state, whereas Islamophobia is a project to “safeguard the future of European civilization.”
Even though Bunzl’s concern about growing anti-Islamic attitudes throughout Europe provides substantial insights, critics of his article raise some important issues.  One commentator on the article, John Bowen, takes issue with the neutrality of the term “Islamophobia”: the term is more polemical than analytical.  Bowen claims that anti-Arab racism is hard to distinguish from fear of Islam and both are mixed up with racism against Black Africans in the minds of many.  He also thinks that Bunzl’s portrayal of Islamophobia as a recent phenomenon is not well grounded, reminding the reader, for instance, of French attitudes toward Muslims that stemmed from the colonization of Algeria and the Algerian War.  At the end of the commentary, Bowen asks whether or not limiting Europe to a set of nations with a shared heritage, e.g., excluding Turkey from the EU, is necessarily anti-Islamic.  He doesn’t answer the question, nor does he argue for the exclusion of Turkey himself, but he asserts that a person who makes such a statement is not “ipso facto” an Islamophobe.
Nina Glick Schiller, another commentator, argues that Bunzl portrays contemporary Europe and its Islamophobia in such a way that makes it difficult to understand the global context in which they exist.  She shows that Bunzl disregards the current global movement to revive a Christian identity, though she admits it is still marginal in countries like Germany.  According to her, such a global movement, which seeks to merge intersecting identities of “Christian” and “European” as well as racialized national identities in Europe, must be understood within the context of worldwide neoliberal reforms that have caused a generalized sense of insecurity. “What is happening at the level of localities, nation-states and Europe as a whole cannot be separated from the global economy and its political fault lines.  To talk about Europe and Islamophobia without talking about more global forces is to miss the triangulation and contention of U.S. and European interests over sources of oil in the Middle East, Africa, and central Asia,” she argues.
Glick Schiller’s criticism of the gaps in Bunzl’s article draws upon her analysis of various nation-state building projects and comparative fieldworks in small cities in eastern Germany and in the New England region of the United States.  Based on her research on the “born-again” movement, she found that there is a strong networking of evangelical Christian bases among nation-states.  Their usage of websites, common texts, and traveling preachers has allowed the movement to successfully reach the height of political power in the United States.  She points out that, in USA, the anti-Muslim rhetoric of Christian crusade runs rampant.  Even though the number of people who espouse this form of Christianity is still small in Europe today, it is growing.  She points out that “Christianity was not vanquished as a category of identity by the growth of nation-states but came hand in hand with the penetration of capitalism, modernity, and nationalism.  And that heritage has not been abandoned in the core states of the European Union or in its newest members.  Most people in Europe may not be very religious, but enough of constituency equates civilization, Europe, and Christianity that the issue of acknowledging Christianity within the E.U. constitution was hotly debated rather than readily dismissed as an outdated and discredited idea.”  She emphasizes the anti-Islamic rhetoric that is growing in force in Europe is simultaneously a discourse about religion and a racialized discourse about culture.  Bunzl’s insistence on the end of  nationalism prevents him from noting that, by constructing the Other, people in each European state also display their nationalism.
This entire issue of American Ethnologist, a major anthropology journal published by the American Anthropological Association, in which the above articles appeared raised some important questions about contemporary Europe.  As described by Virginia Dominguez in the issue’s foreword, these articles are all about “exclusionary projects.”  The contributors deal with how such projects work, how they are sustained, and under what conditions they become more visible.  Bunzl’s article examines anti-Semitism and Islamophobia through the lens that focuses on their respective relations to contemporary supranationalism in Europe.  The commentaries on his work point out the need to connect his analysis with the dynamic global landscape.  I only discussed three articles from this issue, but the rest of the articles are also intriguing and definitely worth debating.  Juxtaposing these discussions not only with exclusionary European projects but with other exclusionary ideologies from rest of the world should prove illuminating.
References:
Bowen, John.  “Commentary on Bunzl.” American Ethnologist 32.4 (2005): 524-525.
Bunzl, Matti. “Between Anti-Semitism and Islamophobia: Some Thoughts on the New Europe.” American Ethnologist 32.4 (2005): 499-508.
Glick Schiller, Nina (2005). “Racialized Nations, Evangelizing Christianity, Police States, and Imperial Power: Missing in Action in Bunzl’s New Europe.”  American Ethnologist 32.4 (2005): 526-532.

Sharif Islam is a Research Programmer at the University of Illinois Library Systems Office.  Read his blog: Khepa Baul
  • December 28th 2017 at 16:03
❌