One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

Για την υπόθεση στις Λαϊκές Οργανώσεις Π.Λακατάμιας : υπόμνημα στην αστική δικαιοσύνη που θα έπρεπε να είναι πρωτοσέλιδο

By Weapons of Class Destruction (WCD)

την Κυριακή 29/04/2018 και ενώ απλοί πολίτες βρίσκονταν στο σύλλογο ΑΕΛ Λακατάμιας / Λαϊκές  Οργανώσεις Π.Λακατάμιας (Λευκωσία) για φαγητό, βρέθηκαν εξ απροόπτου κάποια στιγμή περικυκλωμένοι από περίπου 100 αστυνομικούς/ΜΑΟ σε πλήρη εξάρτηση μάχης: ασπίδες, κράνη, ρόπαλα γκλοπς (κάποια στα χέρια και όχι στην ζώνη), άρβυλα και περικνημήδες. Ο λόγος; Έκαναν έρευνα (χωρίς ένταλμα) για ναρκωτικά, ρόπαλα, κροτίδες στο σύνδεσμο φιλάθλων Θύρα 9 (Ομόνοια) που είναι στον ίδιο χώρο. Οι ίδιοι οι αστυνομικοί έλεγαν πως είχαν πληροφορίες για πέτρες σε περαστικούς από κάποιους γείτονες

Όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν οι πληροφορίες τους αλλά δεν βρήκαν τίποτε. ΜΗΔΕΝ. Έτσι μετά άρχισαν να προκαλούν. Αποτέλεσμα ήταν 2 συλλήψεις.

Πρόκειται για πρακτική από άλλες εποχές:

* Μπούκαραν με 100 “robocops” χωρίς ένταλμα σε χώρο που κάθονταν και έτρωγαν οικογένειες (και με παιδιά εκείνη την ώρα) ή έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια.

* Έκαναν παρέλαση στους χώρους του συλλόγου με τα ρόπαλα ανά χείρας.

* Δεν βρήκαν τίποτε και άρχισαν να προκαλούν με προσωπικές ανακρίσεις στην  γωνιά.

* Και πάλι δεν βρήκαν τίποτε και έτσι άρχισαν να δημιουργούν φασαρία.

* Εν τέλη συνέλαβαν δύο άτομα προς συμμόρφωση και εκφοβισμό των υπολοίπων ότι δήθεν έφεραν αντίσταση στη Αρχή.

Για την ιστορία, σχετική ανακοίνωση είχε αναρτήσει και το ΑΚΕΛ.

Η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε αρχικά στο Δικαστήριο Λευκωσίας (πολύ κοντά στο οδόφραγμα Λήδρα Πάλας, κήπος, Βουλή) κτήριο 4, στις 08/05/2018, με τους κατηγορούμενους να μην παραδέχονται τα όσα τους καταλογίστηκαν και τα στοιχεία να μην εμφανίζουν οτιδήποτε το μεμπτό. ο Γενικός Εισαγγελέας διακόπτει την διαδικασία μέχρι να διερευνηθούν τα παράπονα τους στην Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων της Αστυνομίας σχετικά με υπέρμετρη βία και τις ζημιές που προκάλεσαν στο οίκημα των Λαϊκών Οργανώσεων Λακατάμιας (κλώτσησαν και έσπασαν μια πόρτα-τζαμαρία). έτσι θεωρήθηκε πως η ταλαιπωρία είχε τελειώσει παρόλο που εμπεριείχε εκδικητικό χαρακτήρα εκ μέρους της αστυνομίας.

Τον Απρίλη 2019 η Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων της Αστυνομίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το παράπονο τους δεν έχει βάση και απορρίπτεται.

Στο τέλος του Ιούνη, οι συλληφθέντες έλαβαν επιστολή ότι ξεκίνησε νέα διαδικασία, νέα δίκη με νέο αριθμό πρωτοκόλλου αλλά με τις ίδιες κατηγορίες. Ότι δηλαδή παρεμπόδισαν αστυνομικό να κάνει την δουλειά του.

Η πρώτη ακρόαση έγινε στις 23/07/2019 στα Δικαστήρια Λευκωσίας
και με συνοπτικές διαδικασίες η δίκη αναβλήθηκε για τον Οκτώβρη.

Το ερώτημα είναι:

Γιατί αυτό συμβαίνει στις Λαϊκές Οργανώσεις και γιατί αυτό δεν είναι πρωτοσέλιδο σε έντυπα του λαϊκού κινήματος;

Μάλιστα οι αστυνομικοί να μπαίνουν χωρίς κανένα δικαστικό ή άλλο
ένταλμα. Και χωρίς οι ίδιοι να παρατηρήσουν να γίνεται κάτι παράνομο
ή “αντι-κοινωνικό” μέσα ή έξω από τον σύλλογο. Αλλά και να μην βρίσκουν
τίποτε μετά από εξονυχιστικές έρευνες που έκαναν και στον χώρο και σε άτομα, δηλαδή ναρκωτικά, εκρηκτικά/κροτίδες, όπλα, μαχαίρια, κτλ.

Τι ακριβώς εξυπηρετεί το εκ νέου άνοιγμα της υπόθεσης από την στιγμή που δεν υπήρχαν στοιχεία εξ αρχής;

Μήπως ήταν μια πρόβα για “έρευνες χωρίς εντάλματα”;

Μήπως σε αυτό τον τόπο γεμίσαμε αστυνομικούς και δη της Αμεσης Δράσης;

Ο φασισμός (ξανά)επιστρέφει στην Κύπρο;

The post Για την υπόθεση στις Λαϊκές Οργανώσεις Π.Λακατάμιας : υπόμνημα στην αστική δικαιοσύνη που θα έπρεπε να είναι πρωτοσέλιδο appeared first on Αγκάρρα.

Εκλογές, αστικά δίπολα και…καπιταλιστική συνέχεια

By Weapons of Class Destruction (WCD)

Η εξουσία δεν είναι μονοδιάστατη ούτε μονοπολική, καθότι εμπεριέχει διαβαθμίσεις αναφορικά με την ισχύ και την ένταση του κάθε πόλου που την συγκροτεί συνολικά (κεφάλαιο, κράτος, ΜΜΕ κλπ). Υπό αυτή την έννοια, η κυβερνητική εξουσία και η εκλογική κατάληψη της αποτελεί μόνο το ένα σκέλος, το πολιτικό τμήμα που υψώνεται πάνω στο οικονομικό. Γιατί, στις ταξικά προσδιορισμένες αστικές κοινωνίες η εξουσία κατέχεται από εκείνους που ελέγχουν τα κλειδιά της οικονομίας, που έχουν στην ιδιοκτησία τους τα μέσα παραγωγής και τον κοινωνικό πλούτο που παράγεται.

Σε αυτό το πλέγμα κοινωνικών σχέσεων υπάρχουν οι εκμεταλλευτές και οι εκμεταλλευόμενοι, οι κοινωνικές τάξεις (αστική – εργατική) που συγκροτούνται γύρω από την κεντρική σύγκρουση της αντιθετικής σχέσης κεφαλαίου – εργασίας, Μια εκλογική νίκη, ακόμη και ενός κόμματος που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό (όπως του ΣΥΡΙΖΑ το 2015) δεν αρκεί για να μετασχηματιστεί η κοινωνία. Δεν καταργείται η ταξική πάλη, δεν αίρονται οι κοινωνικές τάξεις με την άνοδο του Α ή Β κόμματος στον κυβερνητικό θώκο, ούτε η ταξική σύγκρουση μπορεί απλά να μεταφερθεί από τη οικονομική σφαίρα (χώροι εργασίας, επιχειρήσεις, λιμάνια κ.ά.) στη κρατική σφαίρα (κυβέρνηση, υπουργεία). Το αστικό κράτος δεν μπορεί παρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να συνιστά την εκτελεστική επιτροπή της άρχουσας τάξης (όπως το έθεσε ο Μαρξ) που το διευθύνει, όπως και το κοινοβούλιο δεν μπορεί παρά για τους κομμουνιστές να αποτελεί ένα πεδίο αξιοποίησης για την απογύμνωση του ως αστικού θεσμού. Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η βούληση, η θέληση, η τόλμη κ.ά. μιας «αριστερής» κυβέρνησης για να αλλάξει θεμελιακά η κοινωνία, πόσο μάλλον όταν δεν θέτει καν το ζήτημα εκεί που δημιουργείται, δηλαδή στην παραγωγική διαδικασία (καπιταλισμός), αλλά αποσπασματικά στον τρόπο αναπαραγωγής/διαχείρισης του (αναδιανομή, ανακατανομή).

Σε αυτό το πλαίσιο και στον αστερισμό του επαναπροσδιορισμού του αστικού/καπιταλιστικού διπολισμού όπως χαρτογραφήθηκε στις ελληνικές εθνικές εκλογές μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, με ευρύτερες προεκτάσεις που αφορούν και την Κύπρο, όσον αφορά τη πολιτική ουσία των πραγμάτων:

(α) Το πολιτικό δίπολο (νεοφιλελευθερισμός – σοσιαλδημοκρατία) όπως εξακτινώνεται και σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο διατηρείται με ορισμένες όμως τροποποιήσεις στο εσωτερικό του δεύτερου καθώς αντανακλάται περισσότερο μια μεταμοντέρνα νεοαριστέρα και όχι μια παραδοσιακή-ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία.

(β) Σε ο,τι αφορά την κομματική εκπροσώπηση του δεύτερου πόλου (σοσιαλδημοκρατία) έχουμε μια εδραιωμένη μετατόπιση αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχει οριστικά πάρει τη θέση του παλιού ΠΑΣΟΚ (νυν ΚΙΝΑΛ) και αυτό αποτυπώνεται στα αποτελέσματα του εκλογικού χάρτη. Το νεοκομματικό δίπολο ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ, εκφράζει το πολιτικό δίπολο νεοφιλελευθερισμού/συντηρητισμού – σοσιαλδημοκρατίας/νεοαριστερας που κυριαρχεί σε εκλογικό επίπεδο.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε κατά πόσο οι κινήσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγήσουν σε μια εκ νέου επανεκτίμηση της ταυτότητας του, και μετατροπή του από κινηματική-πολιτισμική νεοαριστερά του «ατομικού δικαιωματισμού», των identity politics, των πλατειών κ.α. (βλ. Ποδέμος, Ντιε Λίνκε) σε μια δεξιά σοσιαλδημοκρατία ευρωπαϊκής κοπής (βλ. συμμαχία S&D σε ευρωκοινοβούλιο). Βέβαια, η κοινωνική βάση στην οποία απευθύνεται παραμένει η ίδια, δηλαδή τα μεσαία αστικά στρώματα θεματοποιώντας κυρίως ζητήματα αισθητικής, ετερότητας, τρόπους ζωής, κατανάλωση κ.ά. και ούτε κατά διάνοια δεν αναφέρεται σε αλλαγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας (ακόμη και μέσω μεταρρυθμίσεων). Πηγαίνοντας ξανά πίσω στο 2015 και ιχνηλατώντας την πορεία του μέχρι σήμερα, καταδεικνύεται ακόμη εμφατικότερα πως δεν τίθεται κανένα ζήτημα του τύπου «ήθελε, αλλά δεν μπορούσε», «προσπάθησε, αλλά συνθηκολόγησε», «αναγκάστηκε να υποχωρήσει» κ.ά.

Επί του πρακτέου, και σε ο,τι αφορά τον «πόλεμο θέσεων» είναι σημαντικό να καταγραφεί ότι η αστική τάξη έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να (επανα)διαμορφώσει και να στήσει το πολιτικό παιχνίδι με τέτοιους όρους όπως καθρεφτίστηκε στις εκλογές ώστε οι κύριοι παίκτες, είτε φορούν ροζ, είτε μπλε, είτε πράσινη φανέλα να βάζουν γκολ για τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ενώ φαινομενικά εμφανίζονται ως να έχουν διαφορές, αυτές δεν αφορούν καμία ουσιαστική διαφοροποίηση σχετικά με την εξυπηρέτηση, προώθηση και υλοποίηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Η αστική τάξη, ως η κυρίαρχη επί των κοινωνικών σχέσεων, έχει οριοθετήσει ηγεμονικά το πεδίο της κοινωνικό-πολιτικής αντιπαράθεσης και κανονικοποιήσει τα όρια του πλαισίου σύγκρουσης, με τρόπο που δεν αμφισβητείται η λογική του καπιταλισμού, ο πυρήνας των εκμεταλλευτικών του σχέσεων (ατομική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής / εμπορευματοποίηση εργατικής δύναμης).

Έχει λοιπόν εδραιώσει και θεμελιώσει το αξίωμα που λέει πως σημασία δεν έχει ποιος ασκεί την εξουσία (π.χ. ΝΔ, ή ΣΥΡΙΖΑ, ή ΚΙΝΑΛ), αλλά το ποιος την κατέχει (αστική τάξη) καταφέρνοντας να προβάλει τα συμφέροντας της τόσο μέσω μιας νεοφιλελεύθερης-συντηρητικής κυβέρνησης όσο και μέσω μια σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης (ακόμη και κυβέρνησης της «ριζοσπαστικής αριστεράς, της ρήξης, της ανατροπής κοκ»). Πρέπει δε να τονιστεί, ότι αυτό το δίπολο στην παρούσα συγκυρία δεν ενσαρκώνει καν μια υποτυπώδη αντίθεση ανάμεσα σε διαφορετικές λογικές διαχείρισης του καπιταλισμού καθότι το εύρος των διαχειριστικών επιλογών έχει ουσιαστικά σμικρυνθεί, ενώ σε ο,τι αφορά το γεωπολιτικό κομμάτι (συμμαχίες με ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, συνεργασία με Ισραήλ, εξωτερική πολιτική) υπάρχει πλήρης και κρυστάλλινη ευθυγράμμιση των αστικών κομμάτων.

Έτσι, είναι επιτακτικό να τονισθεί και να αναδειχθεί ακόμη μια φορά το προφανές (που πολλές φορές μπουρδουκλώνεται από δήθεν «αριστερές ψαγμένες αναλύσεις») πως οι (όποιες) διαφορές ανάμεσα στο πολιτικό/κομματικό προσωπικό της αστικής τάξης είναι αφενός περισσότερο (α) έκφραση ορισμένων μικροδιαφορων ως προς τον τρόπο και την τακτική επιβολής των ταξικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης που ελέγχει τα μέσα παραγωγής και την εξουσία συνολικότερα, και αφετέρου (β) απόρροια ενός ανταγωνισμού σε μικρό-επίπεδο ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό ως προς το δηλαδή ποιο κόμμα θα εξυπηρετήσει καλύτερα το κεφάλαιο (επιχειρηματίες, βιομήχανους, τραπεζίτες, εφοπλιστές κ.α.) διαχειριζόμενο το αστικό κράτος για να απολαύσει και το ίδιο μέρισμα από τη νομή της κυβερνητικής εξουσίας. Δεν υπάρχει καμία, επί της ουσίας, αμφισβήτηση της στρατηγικής του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, καθώς το ζήτημα δεν είναι αν θα βρίσκεσαι στην αριστερή ή τη δεξιά λωρίδα αυτού του δρόμου, αλλά το κατά πόσο θα ακολουθήσεις μια διαφορετική στρατηγική, συνεπώς ένα διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης. Αυτόν που δεν θα εδράζεται στο κέρδος και την αδιάκοπη τάση αναζήτησης κερδοφορίας, αλλά θα τοποθετεί τις σύγχρονες ανθρώπινες ανάγκες στο πυρήνα του σχεδιασμού της οικονομίας.

Δεν είναι τυχαία άλλωστε τα λόγια του κατά πολλούς σκληροπηρυνικά ακροδεξιού Άδωνη Γεωργιάδη στην παράδοση παραλαβή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που ενώ ευχαρίστησε τον Γιάννη Δραγασάκη “για την ωραία συζήτηση που είχαν” ανέφερε, “δεν ερχόμαστε εδώ για να γκρεμίσουμε, ερχόμαστε για να χτίσουμε κι εμείς αυτά που θεωρούμε σωστά” ενώ δεν παρέλειψε να αναφέρει πολύ συγκεκριμένα ότι “πολλές από τις δικές σας πρωτοβουλίες έτυχαν και της δικής μας συναίνεσης στη Βουλή”. Κλείνοντας, ευχήθηκε απευθυνόμενος στον κ. Δραγασάκη “κι εγώ να τύχω της δικής σας συναινέσεως εφόσον το κρίνετε στο μέλλον. Έχουμε πολιτική αλλαγή, αλλά το κράτος πρέπει να έχει συνέχεια, δεν έχουμε σκοπό να βγάλει ο ένας το μάτι του άλλου”.

Κλείνοντας, σε ο,τι αφορά την Ελλάδα, αυτόν τον δρόμο, τη λεωφόρο του μέλλοντος, την αναγκαία προοπτική οικοδόμησης του σοσιαλισμού  – κομμουνισμού μπορεί να εκφράσει ο ιστορικά διαμορφωμένος, εργασιακά ριζωμένος και συλλογικό πολιτικός φορέας (ΚΚΕ) της εργατικής τάξης και των συμμαχικών της λαϊκών στρωμάτων – τάξη που αποτελεί το επαναστατικό κοινωνικό υποκείμενο, και την εν γένει πολιτικά κινητήριο δύναμη, στις παρούσες ιστορικές συνθήκες του καπιταλιστικού συστήματος.

The post Εκλογές, αστικά δίπολα και…καπιταλιστική συνέχεια appeared first on Αγκάρρα.

Έχει δίκιο η κ. Σιούφτα: ο βασικός μας εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα!

By Weapons of Class Destruction (WCD)

Με ένα λόγο από άλλες εποχές αποφάσισε να τιμήσει την 28η Οκτωβρίου δασκάλα-στιχουργός σε χωριό της Λάρνακας. Προσπερνάμε χάριν επιχειρήματος το γεγονός ότι γιορτάζεται σε ένα άλλο, ανεξάρτητο (υποτίθεται) κράτος η αρχή του πολέμου για λόγους εθνικής μυθοπλασίας του Ελληνικού κράτους. Ο εχθρός εντός των τειχών έχει όπως λέει “επιστρατεύσει τα παραισθησιογόνα του”. Κατά το έθνος το οποίο εκπροσοπεί η κ. Σιούφτα, ο εχθρός είναι αυτοί που κοιτάζουν “απαξιωτικά την γαλανόλευκη”, αυτοί που θέλουν την ειρήνη στο νησί, αυτοί που θέλουν κοσμική παιδεία, όσοι συμμετέχουν και οργανώνουν πορείες υπερηφάνειας. Άρα και με βάση αυτά, οι σύμμαχοι της κ. Σιούφτας είναι όσοι γα**νε για να κάνουν παιδιά και μόνο, όσοι θέλουν πόλεμο, ένωση με μια φασιστική Ελλάδα και σκοταδιστική παιδεία. Εμείς συνφωνούμε πως ο εχθρός είναι εντός μας και πως όντως έχει επιστρατεύσει τα παραισθησιογόνα του. Μόνο που δεν είναi ούτε οι αλλόθρησκοι μήτε αυτοί που οργανώνουν τα πράιντ  και όσοι θέλουν ειρήνη και κοσμική παιδεία αλλά η αστική τάξη της χώρας. Η αστική τάξη της χώρας που μας έχει φέρει την διχοτόμηση, που με την ελληνοχριστιανική παιδεία διδάσκει τον σκοταδισμό, που θέλει η εργατική τάξη της χώρας να είναι μοιρασμένη, να μειώσει της απαιτήσεις της για ειρήνη και καλύτερη ζωή, για τα κέρδη μιας χούφτας καπιταλιστών-παρασίτων.

Υποσημείωση: είναι τουλάχιστον υποκριτικός φιλελεύθερος ελιτισμός η προσπάθεια “προοδευτικών” να θεωρούν πως πρέπει να καταστραφεί η δημόσια παιδεία του τόπου και να διαλυθούν τα εργατικά δικαιώματα των εκπαιδευτικών, επειδή η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών είναι εθνικιστές ή επειδή δεν βγήκαν όλοι να καταδικάσουν τον φασιστικό λόγο της κ. Σιούφτα. Πολύ απλά διότι το αστικό σύστημα το οποίο υπερασπίζονται, τέτοιου είδους εκπαιδευτικούς χρειαζόταν και τέτοιους παρήγαγε. Όταν όμως θεωρείς ότι η εργατική τάξη είναι κατηγορία του παρελθόντος, μέχρι εκεί βλέπεις.


Από τον Ριζοσπάστη 

ΛΙΜΠΚΝΕΧΤ – ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ – ΜΕΡΙΝΓΚ – ΤΣΕΤΚΙΝ

«Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα»

Ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου

Κείμενα των Γερμανών κομμουνιστών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Ιούνης 2015

Τα κείμενα της παρούσας Συλλογής είναι γραμμένα την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και είναι χαρακτηριστικά της τοποθέτησης, αλλά και της δράσης των Γερμανών «Διεθνιστών», όπως ήταν γνωστοί τότε οι μετέπειτα «Σπαρτακιστές» και στη συνέχεια πρωτεργάτες της ίδρυσης του ΚΚ Γερμανίας.
Δημοσιεύονται τα εξής κείμενα:

Κλάρα Τσέτκιν, «Γυναίκες προλετάριες, να είστε έτοιμες», Αύγουστος 1914.

Φραντς Μέρινγκ, «Για τη φύση του πολέμου», Νοέμβρης 1914.

Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Το ξαναχτίσιμο της Διεθνούς», 1915.

Καρλ Λίμπκνεχτ, «Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα», Μάης 1915.

Τα κείμενα της Συλλογής αποτελούν μια τοποθέτηση κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού, του πολεμοκάπηλου εθνικισμού, της προδοσίας των συμφερόντων της εργατικής τάξης από την πλειοψηφία των σοσιαλιστικών – εργατικών κομμάτων της εποχής, με φωτεινές εξαιρέσεις το κόμμα των μπολσεβίκων στη Ρωσία και ορισμένους Σέρβους σοσιαλιστές. Επίσης, στη Γερμανία ενάντια στον πόλεμο δραστηριοποιήθηκε μια ομάδα στελεχών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), αποτελούμενη από τους συγγραφείς των κειμένων που δημοσιεύουμε και ονομάστηκε «Η Διεθνής». Η φράση του Λίμπκνεχτ: «Ο βασικός εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα» μαζί με την τοποθέτηση του Λένιν «πάλη για ήττα της δικής μας αστικής τάξης στον πόλεμο», αποτελούν τις πιο ξεκάθαρες ταξικές τοποθετήσεις για τη στάση της εργατικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) αποτελούσε το πιο ισχυρό κόμμα της Β΄Διεθνούς, με μεγάλη επιρροή στους εργάτες. Ετσι, το παράδειγμά του επιδρούσε και στα άλλα κόμματα, για παράδειγμα, το ψηφισμένο το 1891 πρόγραμμά του στην Ερφούρτη αποτέλεσε πρότυπο για τη διαμόρφωση των κομματικών προγραμμάτων και σε άλλες χώρες. Βέβαια, η κατάντια των εργατικών κομμάτων της εποχής δεν ήταν προϊόν εξωτερικής αλληλεπίδρασης, αλλά των εσωτερικών εξελίξεων στα ίδια τα κόμματα. Εξαρτήθηκε από το κατά πόσο μπόρεσαν να αντιπαλέψουν τις διάφορες εκδηλώσεις του οπορτουνισμού στις γραμμές τους, δηλαδή κατά πόσον αντιπάλεψαν και νίκησαν την επίδραση της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής όχι γενικά στην κοινωνία – πράγμα αδύνατο – αλλά στις ίδιες τις γραμμές τους.

Πριν από τον πόλεμο, στο Διεθνές Συνέδριο της Κοπεγχάγης (1910) και στη Διεθνή Συνδιάσκεψη της Βασιλείας (1912) υπό την παρέμβαση του Λένιν, της Λούξεμπουργκ κ.ά., πάρθηκαν αποφάσεις που καλούσαν σε ενεργή δράση την εργατική τάξη ενάντια στον πόλεμο. Η Συνδιάσκεψη της Βασιλείας με υπέρμετρη αισιοδοξία διακήρυξε: «Ο φόβος των κυρίαρχων τάξεων ότι έναν παγκόσμιο πόλεμο θα μπορούσε να τον ακολουθήσει προλεταριακή επανάσταση είναι ουσιαστική εγγύηση της ειρήνης».Η ίδια Συνδιάσκεψη διαπίστωσε πλήρη ομοφωνία στο ζήτημα του πολέμου ενάντια στον πόλεμο. Η ομοφωνία ήταν φαινομενική. Ο Λένιν μονολογούσε για τους οπορτουνιστές που είχαν ψηφίσει τις σχετικές αποφάσεις: «Μας έδωσαν μια μεγάλη συναλλαγματική, να δούμε πώς θα την ξοφλήσουν».

Με το ξέσπασμα του πολέμου, η πλειοψηφία των σοσιαλιστικών κομμάτων πρόδωσε όλες τις προηγούμενες διακηρύξεις της. Τα ηγετικά στελέχη της Διεθνούς, μέλη του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου, βρέθηκαν πλέον να εκπροσωπούν αντίπαλα ιμπεριαλιστικά πολεμικά στρατόπεδα και όχι το ταξικό συμφέρον της εργατικής τάξης, τον προλεταριακό διεθνισμό.

Η προδοσία των εργατικών συμφερόντων από την ηγεσία του SPD, αλλά και η εθνικιστική στάση της πλειοψηφίας του κατά την έκρηξη του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου, στιγματίζονται από την Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κείμενό της «Το ξαναχτίσιμο της Διεθνούς». Η ίδια παραθέτει αρκετά στοιχεία που πιστοποιούν τη στροφή του SPD σε σχέση με τις προηγούμενες διακηρύξεις.

Ο Λένιν την ίδια περίοδο επικροτεί τη στάση των Γερμανών «Διεθνιστών» και του περιοδικού τους Η Διεθνής: «Εχουν απόλυτα δίκιο ο Φρ. Μέρινγκ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ που… αποκαλούν τον Κάουτσκι πόρνη».Ταυτόχρονα, ο Λένιν προβαίνει σε βαθύτερη ανάλυση για την πορεία του SPD και των άλλων κομμάτων που αφορά όλη την προηγούμενη δράση τους στην ειρηνική περίοδο. Ο Λένιν αναδεικνύει πως δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία η προδοσία των ηγετών του SPD και άλλων σοσιαλδημοκρατών ηγετών στις χώρες της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Αναδεικνύει πως το κάλεσμα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών προς τους εργάτες των χωρών τους να πέσουν στην αλληλοσφαγή, δεν ήταν έργο ορισμένων παλιανθρώπων αλλά προϊόν μιας ολόκληρης εποχής και του χρόνιου συμβιβασμού με την αστική τάξη, ήταν προϊόν της χρόνιας επίδρασης του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα.

Ο Λένιν αναδεικνύει πως το ζήτημα δεν ήταν μόνο οι σωστές αποφάσεις και διακηρύξεις αλλά και η ικανότητα των κομμάτων να τις υποστηρίξουν, να σταθούν στο ύψος που απαιτούν αυτές οι αποφάσεις και να πορευτούν σύμφωνα με αυτές στις κρίσιμες καμπές της Ιστορίας, όπως ήταν τότε η έκρηξη ενός παγκόσμιου πολέμου. Η ικανότητα επαναστατικής προσαρμογής – να είναι «παντός καιρού» ένα εργατικό επαναστατικό κόμμα – προσδιορίστηκε από την ικανότητα ταξικής επιστημονικής ανάλυσης των εξελίξεων, από το ανάλογο επίπεδο οργανωτικής ικανότητας του κόμματος, την ταξική σύνθεση των μελών και των καθοδηγητικών οργάνων του, την ταξική επιστημονική και επαναστατική αντίληψη του καθοδηγητικού του πυρήνα, τις ιδιαίτερες συνθήκες όπου είχε συνηθίσει να δρα τα προηγούμενα χρόνια.

Ο Λένιν (όπως και η Λούξεμπουργκ) στιγματίζει και αποκαλύπτει ιδιαιτέρα τη στάση του Κάουτσκι. Με το ξέσπασμα του πολέμου, ο Κάουτσκι δικαιολογούσε πλέον τη στάση του με μαρξιστικά λογάκια δίχως να απορρίπτει τυπικά το μαρξισμό. Ενώ στα λόγια δεν ταυτιζόταν με τους σοβινιστές, στην πράξη συνέπραξε με αυτούς και τους έδινε άλλοθι. Επίσης, ο Κάουτσκι επικαλούνταν την απήχηση που είχε αρχικά στο λαό ο πόλεμος. Ετσι, θεωρούσε αθώα του αίματος την ίδια τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία: «Ποιος όμως θα τολμήσει να υποστηρίξει ότι για τα 4 εκατομμύρια των συνειδητών Γερμανών προλετάριων αρκεί μόνο η διαταγή μια χούφτας βουλευτών, για να κάνουν μέσα σε 24 ώρες στροφή 180 μοιρών προς τα δεξιά, προς μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από τους προηγούμενους σκοπούς τους;»Ο Λένιν γράφει ειρωνικά για τον Κάουτσκι, «τώρα ρίχνει μεγαλόψυχα στις μάζες την προδοσία». Και αναδεικνύει την ανάγκη επαναστατικής – ταξικής στάσης της ίδιας της πρωτοπορίας στο θέμα του πολέμου, όπως και σε όλα τα θέματα – ένα ζήτημα διαχρονικής αξίας.

Σε σχέση με την προπολεμική πορεία του SPD ως εργατικού κόμματος, ο Λένιν αναδεικνύει αρκετά προβλήματα, που στην πλειονότητά τους δεν αφορούν μόνο το SPD. Σταχυολογούμε ορισμένες από τις επισημάνσεις του Λένιν:

Το SPD ήταν εξαρτώμενο από ένα στρώμα εργατών, αυτό της εργατικής αριστοκρατίας και μιας κρατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, πράγμα που το απέτρεπε από το να υπηρετήσει το γενικό συμφέρον της εργατικής τάξης. Αυτό το πρόβλημα εκδηλώθηκε και στον πόλεμο: «… η οικονομική βάση του σοβινισμού και του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα είναι μία και η αυτή: Συμμαχία των ολιγάριθμων ανώτερων στρωμάτων του προλεταριάτου και των μικροαστών, που απολαμβάνουν τα ψίχουλα από τα προνόμια του εθνικού “τους” κεφαλαίου ενάντια στη μάζα των προλετάριων, στη μάζα των εργαζομένων και των καταπιεζόμενων γενικά».

Το SPD γνώρισε ορισμένες δεκαετίες κοινοβουλευτικής ανόδου, πράγμα που καλλιέργησε έντονα το κοινοβουλευτικό κριτήριο στη λειτουργία του. Δηλαδή, την αυταπάτη για αυτοαναπαραγωγή και αύξηση της εκλογικής του δύναμης. Επιπλέον, το SPD, λειτουργώντας με κοινοβουλευτικά κριτήρια, είχε καταστήσει αυτοτελή τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής του ομάδας, δηλαδή διέθετε μια ομάδα που δεν υποτασσόταν απόλυτα στην Κεντρική Επιτροπή.

Στο πλαίσιο του λεγκαλισμού, της ανάγκης ύπαρξης νόμιμου κομματικού φορέα, επικράτησε η αντίληψη πως για να εξασφαλίζει αυτήν τη νομιμότητα είναι αναγκασμένο το κόμμα να μασάει τα λόγια του, να ελίσσεται, αν και δεν επρόκειτο απλώς για ένα φραστικό συμβιβασμό. Ο Λένιν αναφέρεται στη φράση ενός Γερμανού βουλευτή, ο οποίος, αφού είχε ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις στη Βουλή, σε μια εργατική συγκέντρωση δικαιολογήθηκε πως «θα μας έπιαναν», για να πάρει πληρωμένη απάντηση από έναν εργάτη «ε, και τι μ’ αυτό, τι το άσχημο;». Ο Λένιν εξηγεί για την επαναστατική στάση πως: «Η σύλληψη ενός βουλευτή για τον τολμηρό λόγο του θα έπαιζε ωφέλιμο ρόλο, σαν προσκλητήριο σάλπισμα για την ένωση μέσα στην επαναστατική δουλειά των προλετάριων των διαφόρων χωρών».

Το δυστύχημα για τους Γερμανούς κομμουνιστές είναι ότι δε διαχωρίστηκαν οργανωτικά έγκαιρα από τον οπορτουνισμό, στη συγκρότηση επαναστατικού εργατικού κόμματος – κόμματος νέου τύπου με αυτοτελή δράση και οργάνωση στις εργατικές μάζες. Ετσι, παρόλο που οι Λίμπκνεχτ, Λούξεμπουργκ κ.ά. έγραφαν το δελτίο Η Διεθνής και στη συνέχεια συγκρότησαν το «Σύνδεσμο Σπάρτακος» παρέμεναν οργανωτικά στο SPD και όταν το 1917, με διάσπαση του SPD, ιδρύθηκε το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (USPD) εντάχτηκαν σε αυτό μαζί με τους Μπέρνσταϊν, Κάουτσκι κ.ά. Η έλλειψη ενός πραγματικά επαναστατικού κόμματος φάνηκε το 1918 – 1919, όταν κατά την επανάσταση υπερίσχυσαν οι σοσιαλδημοκράτες και κατάφεραν να σταθεροποιήσουν τον καπιταλισμό στη Γερμανία, ορκιζόμενοι υποκριτικά στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στις κρίσιμες εκείνες μέρες, μόλις την πρωτοχρονιά του 1919 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, ενώ στις 19 Γενάρη 1919 οι Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν από αντεπαναστατικές στρατιωτικές ομάδες, που καθοδηγούνταν από το υπουργείο Αμυνας με υπουργό το σοσιαλδημοκράτη Γκούσταβ Νόσκε.

The post Έχει δίκιο η κ. Σιούφτα: ο βασικός μας εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας τη χώρα! appeared first on Αγκάρρα.

❌