One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

Για την ιμπεριαλιστική σήψη και παρασιτεία και τη σημασία τους σήμερα

By stasis1

 

Για την ιμπεριαλιστική σήψη και παρασιτεία και τη σημασία τους σήμερα

Συχνές αναφορές γίνονται, στους κόλπους των μαρξιστών-λενινιστών, στην ιδέα ότι ο σημερινός καπιταλισμός, ως μονοπωλιακός καπιταλισμός, “έχει σαπίσει”, “βρίσκεται σε σήψη” και τα παρόμοια. Προσπερνάμε εδώ εντελώς το ερώτημα αν αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο, αν αφορά με τον ίδιο τρόπο κάθε καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομία (την τεράστια πλειοψηφία, δηλαδή, αν όχι και το σύνολο, σύμφωνα με κάποιους, των οικονομιών του πλανήτη). Είναι ένα ερώτημα που χρήζει αναλυτικότερης επεξεργασίας στο μέλλον. Ό,τι μας απασχολεί εδώ είναι απλώς: τι σημαίνει αυτή η συχνά χρησιμοποιούμενη φράση; Γιατί το τι σημαίνει είτε δεν επεξηγείται σχεδόν ποτέ, είτε επεξηγείται αποπροσανατολιστικά, έτσι ώστε να έχει καταλήξει μια ηθικολογικού χαρακτήρα καταδίκη του σημερινού καπιταλισμού, μάλλον, παρά ένα αναλυτικό και θεωρητικό εργαλείο.

Η παρούσα ανάλυση θα εστιάσει, πρώτον, στις βασικές διαστάσεις που προσδίδει στη σήψη και στην συναρτώμενη έννοια του παρασιτισμού ο Λένιν· δεύτερον, θα επεξηγήσουμε τη σημασία που έχει για την ανάλυσή του το πέρασμα από την έννοια του “γενικού ποσοστού κέρδους” στον Μαρξ στην αντίληψη των μονοπωλιακών υπερκερδών, και άρα και τη σημασία, σε ό,τι αφορά το ζήτημά μας εδώ, του περάσματος από τον φιλελεύθερο στον μονοπωλιακό χαρακτήρα του καπιταλισμού· τρίτον, θα εξετάσουμε απτά παραδείγματα της σήψης και του παρασιτισμού που προσιδιάζουν στον τρόπο ανάπτυξης του μονοπωλιακού κεφαλαίου· τέταρτον, θα αναδείξουμε τις μεθόδους με τις οποίες το μονοπωλιακό κεφάλαιο παράγει παρασιτικό υπερκέρδος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο σε βάρος του ελεύθερου ανταγωνισμού και των οικονομικών νομοτελειών που απορρέουν απ’ αυτόν· και τέλος, θα αναλογιστούμε τη σημασία των ευρημάτων μας για την ανάγνωση του χαρακτήρα της εποχής μας, μιας εποχής που αφενός βρίσκεται εντός του ιμπεριαλιστικού σταδίου, αφετέρου όμως μας εισαγάγει στη διάσταση της “υπερωριμότητας” αυτού του σταδίου και των συνεπειών της.

Ο Β.Ι. Λένιν εισαγάγει την έννοια του “παρασιτισμού και του σαπίσματος του (μονοπωλιακού) καπιταλισμού” στο όγδοο κεφάλαιο του Ιμπεριαλισμού του 1916. Ευθύς αμέσως, και απ’ τον ίδιο τον τίτλο, γίνεται φανερό ότι η “σήψη” του μονοπωλιακού καπιταλισμού συνυφαίνεται με τον “παρασιτισμό” του. Ακριβέστερα, “σήψη” και “παρασιτισμός” αποτελούν επιπτώσεις, συνέπειες, του μονοπωλιακού χαρακτήρα του καπιταλισμού, και μάλιστα συνέπειες που, όπως παρατηρεί ο Λένιν εισαγωγικά, “αποτελούν μια πολύ σπουδαία πλευρά του ιμπεριαλισμού” που “δεν προσέχεται όσο χρειάζεται”.[1]

Ποια είναι λοιπόν η ιδιομορφία που κάνει το Λένιν να αποδίδει σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί “νεότατο καπιταλισμό” την φαινομενικά παράδοξη ιδιότητα της “σήψης”; Ή, με άλλα λόγια, τι είναι αυτό το οποίο καθιστά την σε ανώτερη βαθμίδα εξέλιξη ταυτόσημη με την παρακμή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής; Πού ακριβώς συνίσταται αυτή η παρακμή με δεδομένο ότι η συσσώρευση κεφαλαίου, το κέρδος, η ένταση εκμετάλλευσης της εργασίας είναι σαφέστατο ότι όχι απλά δεν παρεμποδίζονται απ’ αυτή τη “σήψη” αλλά αντίθετα αυξάνονται;

Η βασική απάντηση δίνεται από τις πρώτες κιόλας γραμμές του όγδοου κεφαλαίου. Αν και τα μονοπώλια, λέει ο Λένιν, είναι καπιταλιστικά, και συνεπώς αναπτύσσονται εντός των γενικών συνθηκών του καπιταλισμού, βρίσκονται ωστόσο σε “μόνιμη και αδιέξοδη αντίθεση μ’ αυτές τις γενικές συνθήκες.”[2]Και αυτό γιατί, αν και ο γενικευμένος συναγωνισμός αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό αυτών των συνθηκών, τα μονοπώλια τείνουν να τον περιορίσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενισχύσουν “αναπόφευκτα”, σύμφωνα με τον Λένιν, “την τάση προς τη στασιμότητα”. Τη στασιμότητα σε τι πράγμα; Τη στασιμότητα στην εξέλιξη της τεχνικής προόδου και κάθε άλλης προόδου και κίνησης προς τα μπρος, είναι η απάντηση του Λένιν, ο οποίος δίνει ως πρώτο παράδειγμα του τι εννοεί με τον όρο “σήψη” την εξαγορά πατέντας από μονοπωλιακή εταιρία με σκοπό όχι τη χρησιμοποίησή της για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, αλλά την καταστροφή της.[3]

Για να κατανοήσει όμως κάποιος γιατί η στασιμότητα μετατρέπεται σε κάτι που εξυπηρετεί την κερδοφορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου θα πρέπει πρώτα να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στους νόμους που διέπουν την κερδοφορία ανάμεσα στα στάδια του φιλελεύθερου και του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπως αυτοί διερευνώνται αντίστοιχα από τους Μαρξ και Λένιν. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (κεφ. 9), ο Μαρξ αναλύει “το σχηματισμό ενός γενικού ποσοστού κέρδους”, το οποίο διαμορφώνεται παρά τις μεγάλες διαφορές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου που επενδύεται στις διαφορετικές σφαίρες παραγωγής και παρατηρεί:

(…) παρ’ όλο που οι κεφαλαιοκράτες των διαφόρων σφαιρών παραγωγής, όταν πουλούν τα εμπορεύματά τους, αποσύρουν τις κεφαλαιακές αξίες, που έχουν καταναλωθεί κατά την παραγωγή των εμπορευμάτων αυτών, ωστόσο, δεν εισπράτουν την υπεραξία, άρα και το κέρδος, που έχει παραχθεί στη δική τους σφαίρα κατά την παραγωγή αυτών των εμπορευμάτων, αλλά μόνον τόση υπεραξία, άρα και κέρδος, που αναλογεί σε κάθε αντίστοιχο υποπολλαπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου κατά την εξίσου κατανομή της συνολικής υπεραξίας ή του συνολικού κέρδους που παράγεται σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα από το συνολικό κεφάλαιο της κοινωνίας σε όλες τις σφαίρες παραγωγής, μαζί παρμένες. (…) Οι διάφοροι κεφαλαιοκράτες φέρονται εδώ, όσον αφορά το κέρδος, σαν απλοί μέτοχοι μιας μετοχικής εταιρίας, στην οποία τα μερίδια του κέρδους μοιράζονται ισόμετρα ανά 100 και, γι’ αυτό, για τους διάφορους κεφαλαιοκράτες τα μερίδια αυτά διαφέρουν μεταξύ τους, σύμφωνα με το μέγεθος του κεφαλαίου που έβαλε ο καθένας στη συνολική επιχείρηση, δηλαδή σύμφωνα με τη συμμετοχή του στη συνολική επιχείρηση, σύμφωνα με τον αριθμό των μετοχών που έχει. Ενώ, λοιπόν, το μέρος αυτής της τιμής των εμπορευμάτων που αναπληρώνει τα μέρη εκείνα της αξίας του κεφαλαίου, που καταναλώθηκαν κατά την παραγωγή των εμπορευμάτων, και με το οποίο, επομένως, πρέπει να ξαναγοραστούν αυτές οι καταναλωμένες κεφαλαιακές αξίες, ενώ αυτό το μέρος, που δεν είναι άλλο από την τιμή κόστους, καθορίζεται πέρα για πέρα από τη δαπάνη που έγινε μέσα στις αντίστοιχες σφαίρες παραγωγής, το άλλο συστατικό της τιμής του εμπορεύματος, που δεν είναι άλλο από το κέρδος που προστίθεται σ’ αυτή την τιμή κόστους, δεν καθορίζεται από τη μάζα του κέρδους, που παράγεται απ’ αυτό το καθορισμένο κεφάλαιο σ’ αυτή την καθορισμένη σφαίρα παραγωγής στη διάρκεια ενός δοσμένου χρονικού διαστήματος, αλλά από τη μάζα του κέρδους που αναλογεί κατά μέσο όρο σε κάθε επενδυμένο κεφάλαιο, σαν υποπολλαπάσιο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, που είναι επενδυμένο στη συνολική παραγωγή, κατά τη διάρκεια ενός δοσμένου χρονικού διαστήματος.[4]

Η τιμή λοιπόν κάθε εμπορεύματος διαμορφώνεται βάσει δύο συστατικών ή μερών: ενός που αφορά την αναπλήρωση της αξίας του δαπανημένου κατά την παραγωγή του εμπορεύματος κεφαλαίου, το οποίο καθορίζεται πλήρως από τις δαπάνες εντός της αντίστοιχης σφαίρας παραγωγής (π.χ, τις δαπάνες στη σφαίρα της παραγωγής χάλυβα ή βάμβακος)· και ενός δεύτερου, που είναι το κέρδος πάνω από την τιμή κόστους, και το οποίο δεν καθορίζεται από το κέρδος εντός της σφαίρας παραγωγής, αλλά από το αναλογικό μέρισμα του κεφαλαιοκράτη επί του μέσου όρου κέρδους εντός της συνολικής παραγωγής. Αυτό σημαίνει βέβαια ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός παράγει ως πρωταρχικό αποτέλεσμα μια τάση εξίσωσης μεταξύ άνισων κεφαλαίων, της οποίας η μορφή είναι ακριβώς “το γενικό ποσοστό κέρδους” ως μάζα κέρδους που μοιράζεται σε κάθε κεφαλαιοκράτη ανάλογα με το μέγεθος της συμμετοχής του στη συνολική παραγωγή κεφαλαιακών αξιών.

Σε ένα δεύτερο όμως στάδιο, η μερικά εξισωτική αυτή τάση αποτελεί, αναπόφευκτα, τροχοπέδη στη διαρκή αναζήτηση πλεονεκτήματος κερδοφορίας του κάθε ατομικού κεφαλαιοκράτη που συναγωνίζεται με άλλους στην ελεύθερη αγορά. Ο σχηματισμός του μονοπωλίου αποτελεί διάρρηξη του φράγματος που δημιουργείται από τη διαμόρφωση του γενικού ποσοστού κέδρους· με άλλα λόγια, το μονοπώλιο ορίζεται επί της ουσίας όχι ως αποκλειστικό δικαίωμα στην παραγωγή ενός εμπορεύματος αλλά ως παραγωγή που εξασφαλίζει, με μια σειρά μεθόδων παρεμπόδισης του ελεύθερου συναγωνισμού, ποσοστά κέρδους πάνω από το μέσο όρο, πέρα από το “γενικό ποσοστό κέρδους”. Αναφερόμενος στη μελέτη των Baran και Sweezyο John Bellamy Foster παρατηρεί λοιπόν σχετικά: 

Κεντρικής σημασίας στη θέση του Μονοπωλιακού κεφαλαίου ήταν η έννοια ότι η τάση για διαμόρφωση μέσου ποσοστού κέρδους σε όλο το εύρος του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, όπως αυτή περιγράφηκε στα κλασικά και νεοκλασικά οικονομικά, είχε χάσει την πρότερη σημασία της. Η πραγματικότητα ήταν πλέον η “ιεραρχία ποσοστών κέρδους”, που ήταν ψηλότερα σε αυτές τις βιομηχανίες όπου οι εταιρίες ήταν μεγάλες και συγκεντρωμένες, κα χαμηλότερα στις βιομηχανίες αυτές όπου υπήρχε μεγαλύτερος ατομικός συναγωνισμός. (…) η αύξηση του μεγέθους των εταιριών και της μονοπωλιακής ισχύος πήγαινε χέρι-χέρι με την ορμή για μεγαλύτερη συσσώρευση.[5] 

Η δυνατότητα όμως εξασφάλισης κέρδους πάνω από τον γενικό μέσο όρο ανεξάρτητα από τη βελτίωση των υλικοτεχνικών μέσων παραγωγής, ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα της εργασίας, ανεξάρτητα από την εισαγωγή καινοτομιών, σημαίνει ότι στο μονοπωλιακό στάδιο δημιουργείται τάση αποσύνδεσης της κερδοφορίας από τις επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, αποσύνδεσης από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της παραγωγής. Αυτό είναι το περιεχόμενο της έννοιας της “σήψης” ως στασιμότητας, επιβράδυνσης μάλλον παρά επιτάχυνσης της περαιτέρω τεχνικής και διανοητικής εξέλιξης του τρόπου παραγωγής, παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου επιταχύνονται.

Γνωρίζουμε το πώς επιτυγχάνεται, εντός μιας οικονομίας, η εκμετάλλευση της μονοπωλιακής θέσης στην παραγωγή για την εξασφάλιση κέρδους πάνω από το μέσο όρο. Επιτυγχάνεται με μια σειρά μέσα που πρώτον δεν είναι αμιγώς οικονομικά και δεύτερον δεν αφορούν την ίδια την παραγωγική διαδικασία, αλλά την κατανομή θέσεων ισχύος εντός αυτής. Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν: α) την κατοχύρωση αποκλειστικών πνευματικών και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων σε μια επινόηση (“πατέντα”) και την απαγόρευση χρησιμοποίησής της από ανταγωνιστές (μια νομικο-οικονομικού χαρακτήρα ρύθμιση προς όφελος συγκεκριμένων μονοπωλίων)· β) τη μονοπώληση μιας σφαίρας παραγωγής μέσω της αύξησης του κεφαλαιακού κόστους εισόδου στην αγορά (για παράδειγμα, το αρχικό κεφαλαιακό κόστος που συνεπάγεται η έρευνα, τεχνική ανάπτυξη και κατασκευή αεροσκαφών)· γ) την εξαγορά και αχρήστευση καινοτομιών στην παραγωγή που προέρχεται από μικρότερες εταιρίες ή ιδιώτες (αυτό είναι το παράδειγμα που δίνει ο ίδιος ο Λένιν)· δ) την εξαγορά και συγχώνευση [buyout, acquisition, merger] ολόκληρων μικρότερων εταιριών, των οποίων οι καινοτομίες απειλούν με διόγκωση του ανταγωνισμού και συρρίκνωση του περιθωρίου μονοπωλιακού κέρδους· ε) την ίδια την εδραίωση τέτοιας μονοπωλιακής ισχύος σε μια σφαίρα παραγωγής ώστε να είναι αποτρεπτικό για κάποιον να επενδύσει κεφάλαια ώστε να εισέλθει σε αυτή, με δεδομένο τις στατιστικά πολύ μικρές πιθανότητες να αποσπάσει από τα υφιστάμενα μονοπώλια επαρκές κομμάτι της αγοράς.

Ας δούμε εν συντομία κάποια ενδεικτικά παραδείγματα των επιπτώσεων των παραπάνω, αφενός στην υψηλή κερδοφορία και αφετέρου στη στασιμότητα της εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο ιμπεριαλιστικό στάδιο.

Η μήνυση που υπέβαλλε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά του γερμανικού μονοπωλίου Volkswagen για την παραποίηση του πραγματικού ύψους εκπομπών ρύπων του ντιζελοκινητήρα τύπου TDI έφερε στην επιφάνεια όχι μονάχα τον προφανή ενδο-μονοπωλιακό ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο χώρες αλλά αλληλένδετα και εξίσου σημαντικά, το ζήτημα της λεγόμενης “τεχνολογικής στασιμότητας” ως συνέπειας της κυριαρχίας μονοπωλιακών πρακτικών.[6]Στην πραγματικότητα, η μήνυση της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς και προηγούμενες που έγιναν κατά της Toyota[7], είχαν ως στόχο να προστατευτεί η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία από την απώλεια ανταγωνιστικότητας που είχε επιφέρει η ίδια στον εαυτό της, μέσω των δικών της μονοπωλιακών πρακτικών. Το 2006, ο Ralph Nader, υποψήφιος για την αμερικανική προεδρία το 2000 (και αρκετές φορές νωρίτερα) και υπέρμαχος ενός αντικειμενικά ξεπερασμένου φιλελεύθερου καπιταλιστικού πνεύματος, σημείωνε οργισμένα:

Είναι καιρός ο αμερικανικός λαός να ξυπνήσει την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία (General Motors, Ford Motor Company και DaimlerChrysler). Οι εξελίξεις στην μηχανική που είναι κατάλληλες για εμπορική εφαρμογή και ευρεία εξάπλωση, εξελίξεις έτοιμες για χρήση, χρονίζουν περιμένοντας στην ουρά.  […] Αυτός ο “μεσαίωνας” της εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας δεν είναι αποτέλεσμα σειράς παραλήψεων. Είναι παράγωγο ενσυνείδητης επέκτασης της δύναμης που έχουν οι γίγαντες της αυτοκινητοβιομηχανίας να παρεμποδίζουν την καινοτομία. Σ’ αυτήν περίοδο, οι τρεις μεγάλες μας αυτοκινητοβιομηχανίες, με τις αυταρχικές και ιεραρχικές γραφειοκρατίες τους, κατάφεραν να συνεχίσουν να χάνουν μερίδιο της αγοράς από τους ξένους βιομηχάνους. […] οι αυτοκινητοβιομήχανοι, μαζί με τους πωλητές αυτοκινήτων και ορισμένες φορές και το συνδικάτο των United Auto Workers, χρησιμοποίησαν την πολιτική τους ισχύ για να παγώσουν την δραστηριότητα του NHTSA και του EPA [κρατικών οντοτήτων για την ασφάλεια οδήγησης και τον έλεγχο της εκπομπής ρύπων] μέχρι να τα καταστήσουν απαρχαιωμένα· σε ορισμένες περιπτώσεις, έφεραν οπισθοδρόμηση ακόμα και σε απλές προδιαγραφές (όπως είναι τα προαπαιτούμενα για την προφύλαξη του αμαξώματος από τον προφυλακτήρα). […] Έχοντας εξαλείψει τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές πιέσεις για αριστεία στη μηχανική, οι εγχώριοι τρεις μεγάλοι επέστρεψαν στη φόρμουλα κέρδους που διατηρούν εδώ και χρόνια. Έφτιαξαν σκουπίδια, επικερδή σκουπίδια, που ονομάζονται SUV [Sports Utility Vehicles]. Πούλησαν την αυταπάτη της ασφάλειας, το στάτους του μεγέθους του αμαξώματος και της τεράστιας ιπποδύναμης, και τους πιο άνετους εσωτερικούς χώρους. […] Εξισορρόπησαν τη μείωση στο μερίδιο της αγοράς με το ψηλότερο περιθώριο κέρδους για τα αυτοκίνητα που πούλησαν. […] Είναι αρκετά πάνω από τριάντα χρόνια στασιμότητας!

Δέκα χρόνια μετά την οργισμένη Ιερεμιάδα του Nader, το οικονομικό site Bloomberg αναρωτιόταν αν “η τεχνολογική στασιμότητα παρεμποδίζει την παραγωγικότητα”. Αναφερόμενο στην έρευνα του οικονομολόγου Robert Gordon[8] καθώς και στο βιβλίο Η μεγάλη στασιμότητα (2011) του επίσης ειδικού στα οικονομικά Tyler Cowen, σημείωνε:

Σύμφωνα με τον Gordon και άλλους, η ανθρωπότητα έχει απλά ήδη συλλέξει τους περισσότερους καρπούς επιστήμης και τεχνολογίας που βρίσκονταν στα χαμηλότερα κλαδιά. Ούτε τα αεροπλάνα ούτε τα αυτοκίνητα είναι πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι ήταν 50 χρόνια πριν. Ο ηλεκτρισμός, ο κλιματισμός και οι οικιακές συσκευές έχουν ήδη κάνει τις κατοικίες μας όσο ευχάριστες μπορούν να γίνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι σταματούν οι νέες εξελίξεις, σημαίνει όμως ότι κάθε μία είναι λιγότερο ικανή να αλλάξει τους κανόνες του [βιομηχανικού/παραγωγικού] παιχνιδιού λιγότερο από την προηγούμενη.[9]

Ούτε, τέλος, διαφαίνεται κάποιο φως στο τούνελ της εξέλιξης του συγκεκριμένου—και ακραία μονοπωλιακά συγκεντρωμένου—κλάδου από τις ως τώρα ευρέως δοκιμασμένες εναλλακτικές λύσεις απέναντι στους κινητήρες εσωτερικής καύσης. Στην πραγματικότητα, αν και τα πρώτα μοντέλα αυτοκίνησης που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρισμό εμφανίστηκαν ήδη από το 1828, αν και το πρώτο ηλεκτρικό αυτοκίνητο κατασκευάστηκε το 1837[10] και το πρώτο υβριδικό μοντέλο το 1911[11], τα στοιχεία για την απόπειρα δημιουργίας μιας νέας αγοράς στη βάση εναλλακτικής τεχνολογίας κίνησης είναι πλήρως αποθαρρυντικά: Το 2013 πωλήθηκαν στις ΗΠΑ 97.507 ηλεκτρικά αυτοκίνητα έναντι 7.780.710 συμβατικών, το 2014 123.049 έναντι 7.918.601, και το 2015 113.588 (απόλυτη πτώση!) έναντι 7.740.912.[12]

Δεύτερο παράδειγμα, η πληροφορική και η τεχνολογία της πληροφορικής. Το 1998, η αμερικανική δικαιοσύνη αναγκάστηκε να ασκήσει δίωξη κατά της μεγαλύτερης τότε εταιρίας πληροφορικής παγκόσμια, της Microsoft, για μονοπωλιακές πρακτικές.[13] Όπως είναι αναμενόμενο, η δίωξη δεν είχε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα και η Microsoft συνέχισε να αντλεί τεράστια κέρδη από την μονοπώληση της αγοράς λογισμικού παγκόσμια. Αυτό όμως δεν αναιρεί πως τα “γεγονοτικά ευρήματα” (Findings of fact) του δικαστή της υπόθεσης, Thomas Penfield Jackson, ήταν τα εξής:

Πρώτον, η Microsoft κατέχει μονοπωλιακή ισχύ στην αγορά λειτουργικών συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών

Δεύτερον, η Microsoft κατέβαλε μεγάλου εύρους προσπάθεια για να προστατεύσει το μονοπώλιό της σε λειτουργικά συστήματα, χρησιμοποιώντας μεγάλο φάσμα πρακτικών αποκλεισμού [ενν. των εν δυνάμει ανταγωνιστών]

Τρίτον, οι πράξεις της Microsoft ήταν επιζήμιες για την καινοτομία και τους καταναλωτές.[14]

Όπως και στην αυτοκινητοβιομηχανία, λοιπόν, η αρχική καινοτομία σε μια σφαίρα παραγωγής οδήγησε πολύ γρήγορα στην μονοπώληση και αυτή με τη σειρά της στη στασιμότητα και την ενεργό παρεμπόδιση περαιτέρω εξέλιξης. Όπως και στην αυτοκινητοβιομηχανία, αυτή η στασιμότητα, η μία όψη της “σήψης” την οποία διαπίστωνε ο Λένιν ήδη από το 1916, δεν παρεμπόδισε την κερδοφορία. Είναι γνωστό ότι η Microsoft, της οποίας η κεφαλαιακή αξία το 2013 ήταν 290 δισεκατομμύρια δολάρια[15], επένδυσε τα ελάχιστα δυνατά στην ουσιαστική βελτίωση των λειτουργικών της συστημάτων. Τα παράπονα των χρηστών τους εδώ και δεκαετίες είναι παροιμιώδη, αλλά έχουν το ίδιο ασήμαντο αντίκτυπο στην πράξη που είχε και η δικαστική υπόθεση του 1998.

Είδαμε ήδη κάποια δείγματα του συσχετσμού της μονοπωλιακής ανάπτυξης με την επιβράδυνση ή και στασιμότητα της εξέλιξης της παραγωγικής τεχνολογίας. Αλλά τι συμβαίνει με τα κέρδη, που όπως είπαμε εκτοξεύονται πολύ πάνω από τον “μέσο όρο” εξαιτίας της συρρίκνωσης του συναγωνισμού; Ας δούμε εν συντομία το παράδειγμα του άλλου αμερικανικού κολοσσού της πληροφορικής, της Apple. Και εκεί, όπως και στην Microsoft, μια αρχική καινοτομία στο σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική λειτουργικού συστήματος πατεντάρεται και έτσι μεταμορφώνεται σε αποκλειστικό προνόμιο του επινοητή της σε βάρος δυνητικών ανταγωνιστών. Όπως είναι γνωστό, η Apple δεν παράγει πλέον κανένα προϊόν· τα προϊόντα της είναι παράγωγα συναρμολόγησης προϊόντων άλλων εταιριών και η συναρμολόγηση υπενοικιάζεται πάλι σε άλλες εταιρίες. Η Apple εισπράτει απλώς τη μερίδα του λέοντος του κέρδους που πηγάζει από τις προσόδους της “πνευματικής ιδιοκτησίας” στο λειτουργικό σύστημα. Πόσο μεγάλη μερίδα; Σύμφωνα με την μελέτη που έγινε στη βάση του κόστους παραγωγής και της τιμής πώλησης του iphone 6, για παράδειγμα, τουλάχιστο 69%—εξωφρενικά μεγάλου, σε σχέση με τον “μέσο όρο” εντός της σφαίρας παραγωγής, περιθωρίου κέρδους. Πιο συγκεκριμένα, η τιμή πώλησης δύο εκδοχών ενός τέτοιου τηλεφώνου στις ΗΠΑ ήταν 749 και 949 δολάρια· το κόστος κατασκευής τους ανερχόταν σε 216 και 263 δολάρια αντίστοιχα. Από αυτό το κόστος, το κόστος της εργασίας στα κινεζικά εργοστάσια συναρμολόγησης κυμαινόταν από 4 ως 4.50 δολάρια ανά συσκευή. Το κόστος αποζημίωσης της εργασίας συναρμολόγησης, με άλλα λόγια, αντιστοιχούσε σε 0.47% έως 0.53% της τελικής τιμής. Η ίδια εταιρία, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους παραγωγής, δαπανούσε μεταξύ 14 και 40 δολαρίων για την κατασκευή ακουστικών, των οποίων το κόστος πώλησης ήταν 300 δολάρια, εξασφαλίζοντας από 87% ως 95% περιθώριο κέρδους.[16] Πόσο ήταν το μέσο περιθώριο κέρδους για τις εταιρίες παραγωγής ηλεκτρονικών εμπορευμάτων; Μόλις 9% σύμφωνα με στοιχεία του 2015.[17]

Το παράδειγμα της Apple μας φέρνει όμως δραματικά και στη δεύτερη κεντρική διάσταση που δίνει στην έννοια της ιμπεριαλιστικής σήψης ο Λένιν, αυτήν του “παρασιτισμού.” Είδαμε ότι στον κλάδο της ίδιας της παραγωγής, ο ιμπεριαλισμός δημιούργησε φαινόμενα ουσιαστικής παρασιτείας· με απλά λόγια, μονοπώλια που ζουν, ουσιαστικά, και μάλιστα εξαιρετικά πλουσιοπάροχα, από “ενοίκια”, χωρίς να παράγουν τίποτε σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς να προωθούν την παραγωγική καινοτομία αλλά αντίθετα παρεμποδίζοντάς την ενεργά σε πολλές άλλες. Αλλά αυτό είναι μονάχα η αρχή. Μεγάλο τμήμα του κεφαλαίου που συσσωρεύεται με τέτοιες μεθόδους μετατρέπεται άμεσα σε χρηματιστικό, και έτσι διογκώνει ακόμα περισσότερο την παρασιτεία του πάνω στη ζωντανή εργασία και στις βασικές ζωτικές ανάγκες αυτών που διογκώνουν τη συσσώρευση με αίμα και δάκρυ, δηλαδή των εργατών. Έτσι, ο Λένιν διαπιστώνει ήδη βάσει των στοιχείων που παρέθεσε στη δική του μελέτη του Χόμπσον, ότι το εισόδημα του βρετανικού κεφαλαίου από τις λεγόμενες άμεσες ξένες επενδύσεις ήταν μεταξύ 90-100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, τη στιγμή που το συνολικό εξωτερικό εμπόριο της χώρας έφτανε μόλις στα 18 εκατομμύρια λίρες. Ο Λένιν παρατηρεί εμφαντικά: “Το εισόδημα των εισοδηματιών ξεπερνά πέντε φορές το εισόδημα από το εξωτερικό εμπόριο στην πιο ‘εμπορική’ χώρα του κόσμου! Να η ουσία του ιμπεριαλισμού και του ιμπεριαλιστικού παρασιτισμού.”[18] Μετατρεπόμενο σε χρηματιστικό κεφάλαιο, το συσσωρευμένο κεφάλαιο αυγατίζει πλέον τοκογλυφικά, μετατρέποντας χώρες με μεγάλη και παγκόσμιας εμβέλειας μονοπωλιακή συγκέντρωση σε “κράτη–τοκογλύφους” ή “κράτη-εισοδηματίες”: “Το κράτος-εισοδηματίας είναι το κράτος του παρασιτικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού που σαπίζει”,[19] παρατηρεί συμπερασματικά ο Λένιν. 

Από τη στιγμή όμως που το ίδιο το κράτος γίνεται όχημα, διαμεσολαβητής και εργαλείο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι προφανές ότι στα μέσα με τα οποία τα μονοπώλια εξασφαλίζουν μεγαλύτερα του μέσου όρου κέρδη για τον εαυτό τους θα πρέπει να προστεθούν αυτά που ανήκουν στο κράτος και εκφράζουν την κατασταλτική δράση του κράτους, δηλαδή τα μέσα της στρατιωτικής βίας, της διπλωματικής πίεσης και της πολιτικής δράσης σε βάρος άλλων κρατών. Αν, εντός μιας εθνικής οικονομίας, η κατοχύρωση αποκλειστικών πνευματικών δικαιωμάτων σε μια τεχνολογία, καινοτομία ή ανακάλυψη, η αχρήστευση δυνητικά ανταγωνιστικών καινοτομιών, η εξαγορά και συγχώνευση δυνητικών αναγωνιστών, η διόγκωση των αναγκών σε αρχικό κεφάλαιο για να μπει κάποιος σε μια μονοπωλιακή αγορά, η χρήση του πλεονεκτήματος της εδραίωσης για να αποθαρρυνθούν ανταγωνιστές λόγω μικρών πιθανοτήτων επιτυχίας και υπερβολικά μεγάλου επενδυτικού ρίσκου—αν αυτά τα μέσα είναι μέσα διόγκωσης του περιθωρίου κέρδους πολύ πάνω από τον μέσο όρο, στο διακρατικό επίπεδο εμφανίζονται μια σειρά από διαφορετικού, αν και πάλι μη ενδογενώς οικονομικού χαρακτήρα μέσα: α) η στρατιωτική επέμβαση και η καταστροφή των παραγωγικών δυνατότητων του αντιπάλου· β) η πολιτική αποσταθεροποίησή του· γ) οι κυρώσεις σε βάρος του· δ) η πολιτικο-διπλωματική του απομόνωση και οι συνεπαγωγές της για το εμπόριο, την εξαγωγή κεφαλαίων, κλπ.

Ας δούμε ένα εντελώς σύγχρονο παράδειγμα αυτής της όψης της σήψης και της παρασιτείας που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού: στις 18 Ιούνη του τρέχοντος έτους, η επιθεώρηση Sarajevo ενέσκυπτε στις απειλές κυρώσεων από τις ΗΠΑ σε βάρος τυπικά συμμάχων τους ευρωπαϊκών κρατών σε περίπτωση που αυτά συμμετείχαν σε εγχειρήματα μεταφοράς φυσικού αερίου στα οποία εμπλέκεται η Ρωσία, όπως αυτό του Nordstream 2.[20] Η εναλλακτική, αν τα ευρωπαϊκά κράτη ενδώσουν στην αμερικανική πίεση, είναι σαφώς ακριβότερη—υγροποιημένο αμερικανικό αέριο. Στις 26 του Ιούλη, η διακομματική επιτροπή της αμερικανικής βουλής των αντιπροσώπων ψήφισε νόμο που επιβάλλει κυρώσεις σε όσους, εντός ΕΕ, συνεργάζονται με ρωσικές ενεργειακές εταιρίες. Οι συντάκτες του Sarajevo παρατηρούν σχετικά:

Με το αμερικανικό μυαλό τους οι πολιτικές βιτρίνες στην Ουάσιγκτον ελπίζουν ότι η ε.ε. (και οπωσδήποτε η γερμανία, η αυστρία, κι όλη η κεντρική ευρώπη) θα παραιτηθεί απ’ τον αγωγό nord stream 2 (ρωσικό φυσικό αέριο κατευθείαν στην καρδιά της ευρώπης) και θα αγοράζει αμερικανικό υγροποιημένο αέριο· και μάλιστα σε πολλαπλάσια τιμή… Ή, ίσως, ελπίζουν ότι η πολωνία και η ουγγαρία θα προτιμήσουν το αμερικανικό φυσικό αέριο, απ’ την άλλη άκρη του κόσμου, απ’ το ρωσικό που είναι δίπλα τους. (Ποιος είπε ότι η ιδεολογία δεν κρατάει ψηλά τις τιμές;)[21]

Δεν πρόκειται βέβαια για ζήτημα ιδεολογίας, αν και θα μπορούσαν οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις να το παρουσιάσουν νομιμοποιητικά ως τέτοιο. Πρόκειται για χρήση της δυνατότητας πρόσβασης, σε τελική ανάλυση, στην ένοπλη και στρατιωτική βία (αυτή είναι η δομική προϋπόθεση της λεγόμενης “διπλωματικής πίεσης”) ώστε να υπερνικηθεί ο δυνητικός συναγωνισμός που θα μείωνε τα υπέρογκα, πάνω από το μέσο όρο, μονοπωλιακά κέρδη. Πρόκειται για ανοιχτή και πλήρη παραβίαση των περιώνυμων “νόμων της ελεύθερης αγοράς” που προσιδιάζει όχι γενικά και αφηρημένα στον μονοπωλιακό, ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, αλλά στην εξάρτησή του από την παρασιτεία, από την άντληση κέρδους με μέσα που δεν αφορούν ούτε στη βελτίωση της παραγωγικότητας, ούτε στην τεχνολογική εξέλιξη, ούτε στην “ανακάλυψη νέων αγορών”, παρά μόνο στη χρήση της συσσωρευμένης πολιτικο-στρατιωτικής ισχύος του μονοπωλιακού κεφαλαίου του παγκόσμιου ηγεμόνα.

Αυτό όμως σημαίνει ότι η σύνδεση της ιμπεριαλιστικής κερδοφορίας με την “ανάπτυξη”, τις “επενδύσεις” και τα κάθε είδους προμηθεϊκά εγχειρήματα αποτελεί σοβαρή στρέβλωση του πραγματικού χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων—στρέβλωση σε βάρος της πραγματικής λενινιστικής θεώρησης της ιμπεριαλιστικής σήψης και παρασιτείας. Στην ουσία, εισαγάγονται από “την πίσω πόρτα” ιδεολογήματα του σταδίου του φιλελεύθερου καπιταλισμού ως δήθεν γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου, με στόχο, πολύ φοβόμαστε, την έμμεση αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των μαζών σε κράτη του δυτικού κόσμου ότι “θα έρθει ανάπτυξη”, θα “υπάρξουν επενδύσεις”, έστω και αν αυτές θα ωφελήσουν κυρίως την άρχουσα τάξη. Ανασκευάζεται έτσι φαντασιακά ένας κόσμος που έχει προ πολλού παρέλθει, ένας κόσμος όπου ο καπιταλισμός έχει ακόμα “επενδυτικό” και “αναπτυξιακό” μέλλον, όσο κοινωνικά άνισο κι αν είναι αυτό. Οι μάζες διαπαιδαγωγούνται συστηματικά στην αυταπάτη ότι η “συσσώρευση” πλούτου και η “ανάπτυξη” (με την τελευταία να νοείται με προ πολλού ξεπερασμένους κεϊνσιανούς όρους μεγάλων επενδύσεων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα αποκαταστήσουν το καταναλωτικό εισόδημα των εργαζομένων και τους πραγματικούς τους μισθούς) είναι συνώνυμες. Προσπαθήσαμε να αναδείξουμε ότι, αντιθέτως, η κατανόηση της ιμπεριαλιστικής σήψης και παρασιτείας αποκαλύπτει ότι δεν είναι καθόλου τέτοιες. Θεωρούμε ότι η απλή πραγματικότητα των τελευταίων εννιά περίπου ετών, μια πραγματικότητα που, εντός αναπτυγμένων δυτικών ιμπεριαλιστικών κρατών, συγκροτείται αφενός από τους καλπάζοντες ρυθμούς συσσώρευσης και τη χωρίς ορατό φραγμό περαιτέρω συγκέντρωση του κεφαλαίου, και αφετέρου από την κραυγαλέα στασιμότητα σε ό,τι αφορά οποιαδήποτε επένδυση στην παραγωγική ανάπτυξη, την τεχνολογική καινοτομία, τις μακροχρόνιου χαρακτήρα υποδομές κλπ, τεκμηριώνει την εμπειρική διάσταση αυτής της θεωρητικής διαπίστωσης.

Αν για τον Λένιν ο ιμπεριαλισμός είναι το “ανώτατο”—με την έννοια του τελευταίου, του απώτατου—στάδιο του καπιταλισμού, αυτό δεν οφείλεται ούτε στο ότι αδυνατεί πέραν ενός σημείου να παράξει κέρδη και να εντείνει τη συσσώρευση κεφαλαίου (αφενός δεν υπάρχει η δυνατότητα για καπιταλιστική παραγωγή χωρίς κερδοφορία, και αφετέρου η κερδοφορία αυξάνεται με τη συγκέντρωση, δηλαδή την καταστροφή ανταγωνιστών και τη μείωση του συναγωνισμού)· ούτε όμως επειδή ο υποτιθέμενα ανεξέλεγκτος διεθνής ανταγωνισμός οδηγεί νομοτελειακά σε μεγάλης κλίμακας πολεμικές συγκρούσεις (η δυνατότητα των τελευταίων καθορίζεται τόσο από την έκταση της καταστροφικότητας της πολεμικής τεχνολογίας όσο και από το γεγονός ότι ανήκει στη φύση της μονοπωλιακής οργάνωσης να μην “πολλαπλασιάζει” διεκδικητές ηγεμονίας, όπως δείχνουν άλλωστε και οι συντριπτικές ανισομέρειες ισχύος στη φάση που εγκαινιάζεται μετά τον Β παγκόσμιο). Αυτού του είδους οι τελεολογικές και μηχανιστικές προσδοκίες περιέχουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σπέρματα χιλιαστικού και ουτοπικού χαρακτήρα. Ο ιμπεριαλισμός, αντίθετα, είναι το ανώτατο ή απώτατο στάδιο του καπιταλισμού επειδή σ’ αυτόν η εξασφάλιση υπερκερδών σταματά να αποτελεί μηχανισμό ενδογενούς πίεσης “προς τα μπροστά”, παράγοντα εξέλιξης του τρόπου παραγωγής, κίνητρο για τη συνολική πρόοδο, έστω και με κόστος το αίμα και το δάκρυ· το έπος καταστροφής και δημιουργίας που κατέγραψε ο Μαρξ για τη δική του εποχή δίνει τη θέση του στην πεζή συντήρηση των προϋποθέσεων ισχύος ως μέσων για την εξασφάλιση παρασιτικών κερδών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινωνίες στα αναπτυγμένα ιμπεριαλιστικά χάνουν σταδιακά κάθε αίσθηση οράματος για το μέλλον, ότι το πολιτιστικό και ιδεολογικό τους “επίπεδο” κατρακυλά ασυγκράτητα, ότι αυτή τη στιγμή ο παγκόσμιος ηγεμόνας γελοιοποιείται καθημερινά και σε παγκόσμια κλίμακα δια του θεάματος ενός Λευκού Οίκου-τσίρκου ή θιάσου κομπάρσων με προσδόκιμο ζωής στην εξουσία λίγες ημέρες. Αργά ή γρήγορα, το πολιτιστικό-ιδεολογικό εποικοδόμημα αποτυπώνει καθαρά τις συνέπειες της ιμπεριαλιστικής σήψης ως οικονομικού φαινομένου.

Αλλά το δοκίμιο αυτό θα έχει αποτύχει στους στόχους του αν τέτοια φαινόμενα ερμηνευτούν ηθικολογικά, με αφηρημένους και μονοδιάστατους όρους “παρακμής.” Διότι ούτε “παρακμάζει” η κερδοφορία των αμερικανικών μονοπωλιακών γιγάντων, ούτε επιβραδύνονται οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαιακής ισχύος στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας. Και φυσικά δεν πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη για το ότι ο σήποντας καπιταλισμός του οποίου υπέρτατη έκφραση είναι οι ΗΠΑ και οι άμεσοι δορυφόροι τους είναι πλέον δήθεν ακίνδυνος για την ανθρωπότητα· τουναντίον, παραμένει εξαιρετικά επικίνδυνος, ιδιαίτερα με δεδομένα τα τρομακτικά στρατιωτικά μέσα που διαθέτει. Όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι παντού, σε όλο τον πλανήτη, στη Συρία, τη Βενεζουέλα, τη ΛΔΒΚ, το Ιράκ, το μονομερές δικαίωμά του στο παρασιτικό κέρδος τίθεται έμπρακτα σε αμφισβήτηση από τα θύματά του. Ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να κινείται πέρα από τα όρια της αέναης επανάληψης παρά τη βούληση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού να συντηρήσει τον συσχετισμό ισχύος που τού είναι απαραίτητος, αλλά συνάμα εξαιτίας της διαρκούς επιθετικότητας που του υπαγορεύει αυτή η βούληση, μέσα από την αντίθεση που γεννά αυτή η βούληση. Η σήψη για την οποία κάναμε λόγο εδώ δεν έχει κανένα άλλο εσωτερικό νόμο απ’ την αναπαραγωγή στο διηνεκές, με όλο και πιο οξυμένους, πολωτικούς όρους· αλλά ανάμεσα σε ό,τι είναι αναγκασμένη να εξοβελίζει ως “περίττωμα” είναι μια διογκούμενη σφαίρα μαζών των οποίων η ίδια η βιολογική επιβίωση απειλείται από τις όλο και πιο αδηφάγες ορέξεις της ιμπεριαλιστικής παρασιτείας. Η δημιουργία μιας εξαγορασμένης από τα κέρδη αυτής της παρασιτείας “εργατικής αριστοκρατίας” που θα κάλυπτε όλον τον πλανήτη είναι το ίδιο αδύνατη με την ένωση των ιμπεριαλιστών σε μια “υπεριμπεριαλιστική” παγκόσμια διακυβέρνηση. Και η διαλεκτική της ιστορίας δεν έχει ακόμα πει την τελευταία της λέξη.


[1]Β.Ι. Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 2009, σελ. 115.

[2]Ό.π.

[3]Ό.π,, σελ 115-6.

[4]Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο: Κριτική της πολιτικής οικονομίας, τομ. 3, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 199-200.

[5]John Bellamy Foster κ.α, “Monopoly and Concentration in Twenty-First Century Capitalism”, Monthly Review 62:11 (2011), https://monthlyreview.org/2011/04/01/monopoly-and-competition-in-twenty-first-century-capitalism/

[6]Για την υπόθεση βλ., κατά χρονική σειρά: www.roadandtrack.com/car-culture/news/a27809/volkswagen-diesel-scandal-could-lead-to-48-billion-in-fines/, http://www.roadandtrack.com/new-cars/car-technology/news/a26774/volkswagen-ceo-we-screwed-up/, https://www.wired.com/2016/06/vws-gonna-drop-15b-clean-diesel-mess-us/

[8]https://www.brookings.edu/wp-content/uploads/2016/07/tt20-united-states-economic-growth-gordon.pdf

[9]http://www.newequipment.com/industry-trends/technological-stagnation-impeding-productivity

[10]https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_electric_vehicle#Electric_model_cars

[11]https://en.wikipedia.org/wiki/History_of_the_electric_vehicle#Golden_age

[12]http://www.businessinsider.com/electric-cars-market-share-is-tiny-2016-1

[13]https://en.wikipedia.org/wiki/United_States_v._Microsoft_Corp.

[14]www.pff.org/issues-pubs/pops/pop7.4microsoftmonopolyfacts.html

[15]http://money.cnn.com/2013/10/18/investing/microsoft-apple/index.html

[16]http://www.smh.com.au/digital-life/mobiles/apples-iphone-6-profit-margin-at-least-69-per-cent-report-20140924-10ld37.html

[17]http://www.investopedia.com/ask/answers/051215/what-profit-margin-average-company-electronics-sector.asp

[18]Λένιν, ό.π., σ 117.

[19]Λένιν, ό.π, σ. 118.

[20]http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/o-kapitalismos-ine-omos/

[21]http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/07/ki-o-allos-echthros/

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Δεύτερο Μέρος

By stasis1

Οι οικονομικοί λόγοι έπαιξαν σημαντικό, αν όχι κρίσιμο, ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τουρκικό οικονομικό σύστημα βασιζόταν σε δυτικά μοντέλα και εξαρτώταν έντονα από την αμερικανική οικονομική βοήθεια. Κατά την περίοδο 1947-1961, η Τουρκία έλαβε 1.862 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής ενίσχυσης και 1.394 εκατομμύρια δολάρια οικονομικής ενίσχυσης από τις ΗΠΑ. Κι όταν ο [Αντνάν] Μεντερές βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χρεοκοπία το 1958, αποδέχτηκε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλλε διεθνές κονσόρτιουμ το οποίο αποτελούσαν οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών και το ΔΝΤ. Σε αντάλλαγμα, το κονσόρτιουμ έθεσε νέα χρονοδιαγράμματα για την αποπληρωμή των δανείων της Τουρκίας και της παρείχε οικονομικό πακέτο βοήθειας ύψους 359 εκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μεντερές προσπάθησε να συνδέσει την οικονομική της πολιτική με τη Δύση μέσω της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [ΕΟΚ]. Το 1959, η Τουρκία κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση του στάτους χώρας συμβαλλόμενης με την ΕΟΚ. Στις αρχές όμως του 1960, η οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στην Τουρκία πέρασε σε ύφεση και οι ηγέτες της Άγκυρας άρχισαν να σκέφτονται την επαναπροσέγγιση με τους Σοβιετικούς, ώστε να βρουν οικονομική βοήθεια. [9]

Η μετατόπιση της Τουρκίας στην εξωτερική της πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς αν δε λάβουμε υπόψη συστημικούς παράγοντες. Καθώς έγινε σαφής η σοβιετική ισοδυναμία σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, η νατοϊκή πολιτική της “μαζικής κλίμακας αντεκδίκησης” αντικαταστάθηκε από την αρχή της “ευέλικτης ανταπόκρισης.” Αυτό το γεγονός, και το ζήτημα που έθεσε αυτό για το ρόλο χωρών στις πτέρυγες του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου, οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να βελτιώσει και να αυξήσει τις σχέσεις της με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Τρίτου Κόσμου, ώστε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις οικονομικές και πολιτικές της δυνατότητες. Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος αντικατέστησε τον Ινονού ως ηγέτης του κόμματός του τον Μάη του 1972, θεωρούσε ότι η Τουρκία μπορούσε να υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική απέναντι στις υπερδυνάμεις που να είναι προδραστική, σε αντίθεση με την επιφυλακτική πολιτική του Ινονού. Δεν ετίθετο ζήτημα εγκατάλειψης των συμμαχιών της Τουρκίας όπως ήταν το ΝΑΤΟ και η CENTO, εντός όμως των συμμαχιών αυτών, η Τουρκία θα ακολουθούσε πολιτική σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τα δικά της εθνικά συμφέροντα. [10]

Επιπρόσθετος παράγοντας υπήρξε η πιο ευέλικτη και λιγότερο αυστηρή σοβιετική εξωτερική πολιτική που αναδύθηκε μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953. Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης με τους γειτονικούς λαούς (Άραβες, Τούρκους, Ιρανούς) και με χώρες που είχαν διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η νέα σοβιετική ηγεσία παραιτήθηκε των εδαφικών της απαιτήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, καθώς και της επιθυμίας της να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου. Τον Απρίλη του 1960, ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές συμφώνησε στην ανταλλαγή επισκέψεων με τον Χρουστσόφ, ως αποτέλεσμα της τουρκικής κυρίως ανάγκης για οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, ο Μεντερές ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μάη του 1960, το οποίο έφερε τέλμα στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΣΣΔ για άλλα τέσσερα χρόνια.

Το πραγματικό ξεπάγωμα των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ ξεκίνησε μετά την κυπριακή κρίση του 1964 και την πτώση του Χρουστσόφ από την εξουσία τον Οκτώβρη του ίδιου έτους. Ο Χρουστσόφ είχε φιλικές σχέσεις με τον Μακάριο, καθώς τον έβλεπε ως τον μόνο που μπορούσε να εξασφαλίσει αδέσμευτο και ανεξάρτητο στάτους για την Κύπρο. Η νέα όμως σοβιετική ηγεσία έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Φεριντούν Ερκίν επισκέφθηκε τη Μόσχα στα τέλη του Οκτώβρη του 1964· το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε στο τέλος της επίσκεψής του δήλωνε ότι και οι δύο χώρες σέβονταν την ανεξαρτησία της Κύπρου και αποδεχόντουσαν “τα έννομα δικαιώματα των δύο εθνικών κοινοτήτων.”[11] Η μετατόπιση της Σοβιετικής Ένωσης προς την Τουρκία επιβεβαιώθηκε στις 21 Γενάρη του 1965, όταν ο σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Γκρομίκο δήλωσε πως οι δύο κυπριακές “εθνικές κοινότητες … μπορούν να επιλέξουν ομοσπονδιακή μορφή διακυβέρνησης” [12]. Σαφώς, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ευχαριστήθηκαν με αυτή την εξισορροπιστική προσέγγιση, την οποία δικαίως θεώρησαν ως εξέλιξη υπέρ τους. Ανταποκρίθηκαν σε αυτή αρνούμενοι να συμμετάσχουν στην νατοϊκή πολυεθνική δύναμη. Η δημιουργία της ήταν κάτι στο οποίο αντιτίθετο σφοδρά η Σοβιετική Ένωση, καθώς θα συνέδεε τη Δυτική Γερμανία με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Το Δεκέμβρη του 1965, όταν το κυπριακό ζήτημα συζητήθηκε στη Γενική Συνέλευση [των Ηνωμένων Εθνών], το παγκόσμιο σώμα έφτασε στην ως τότε πιο κατηγορηματική δήλωση υπέρ της ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, καθώς και της αντίθεσης σε οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση στα εσωτερικά του νησιού. Όμως η απόφαση είχε και 54 αποχές. Ανάμεσά τους ήταν η Σοβιετική Ένωση και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη. [13]

Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλεξέι Κοσίγκιν στην Άγκυρα το Δεκέμβρη του 1966, οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Τουρκίας πήραν τη μορφή στενότερων οικονομικών δεσμών. Οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι η οικονομική βοήθεια προς, καθώς και οι ομαλές οικονομικές σχέσεις με λιγότερο αναπτυγμένες χώρες θα μπορούσαν να εξαλείψουν σταδιακά τη δυτική πρωτοκαθεδρία, ενώ θα άνοιγαν και τις προοπτικές αύξησης της σοβιετικής επιρροής. Οι τουρκικές εξαγωγές προς και εισαγωγές από το Ανατολικό μπλοκ αυξήθηκαν ραγδαία, και το μερίδιό τους στο συνολικό εμπόριο της Τουρκίας αυξήθηκε από 7% το 1964 σε 13% το 1967. Το 1967, ο Ντεμιρέλ επισκέφθηκε τη Μόσχα και οι Σοβιετικοί συμφώνησαν στην οικοδόμηση αρκετών βιομηχανικών μονάδων στην Τουρκία, περιλαμβανομένου χαλυβουργείου, μονάδας επεξεργασίας αλουμινίου, και διυλιστηρίου. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Τουρκία είχε γίνει αποδέκτης περισσότερης Σοβιετικής οικονομικής βοήθειας από κάθε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου. [14] Το 1972 και το 1978, τα δύο κράτη υπέγραψαν δήλωση “αρχών καλής γειτονίας” και “πολιτικό έγγραφο” φιλικών σχέσεων.

Η κυπριακή κρίση το καλοκαίρι του 1974

Οι περιστάσεις γύρω από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου με στήριξη της ελληνικής χούντας και των τουρκικών εισβολών του Ιούλη και του Αύγουστου του 1974 έχουν εξεταστεί αναλυτικά αλλού. [15] Εδώ θα εστιάσουμε στην τουρκική στρατηγική και τα τουρκικά κίνητρα, καθώς και στη σοβιετική στάση απέναντι στις εισβολές. Στη συνάντηση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της 15ης Ιούλη, ο Υπουργός Οικονομικών Ντενίζ Μπαϊκάλ δήλωσε ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο είχε καταστεί αναπόφευκτη. Ως αποτέλεσμα της ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου, οι αντιδράσεις των υπερδυνάμεων στις περιφερειακές κρίσεις είχαν αλλάξει. Αντί να παρεμβαίνουν, οι υπερδυνάμεις είχαν αρχίσει να καθησυχάζουν τους συμμετέχοντες σε περιφερειακές συγκρούσεις, και τα κράτη τα οποία έπαιρναν την πρωτοβουλία και δημιουργούσαν τετελεσμένα είχαν πλέον πλεονεκτική θέση. Κατόπιν, ο Μπαϊκάλ παρατήρησε:

Η σημαντικότερη διάσταση του σημερινού πραξικοπήματος δεν είναι η εγκαθίδρυση του Σαμψών, δολοφόνου των Τούρκων και των Βρετανών, αλλά το ότι καθιστά αναπόφευκτο η Ελλάδα να γίνει γείτονάς μας προς νότον. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί.

Ο Ετσεβίτ συμφώνησε με τις παρατηρήσεις του Μπαϊκάλ και ισχυρίστηκε πως, ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος, η κεντρική και νότια Ανατολία βρισκόντουσαν πλέον εντός του βεληνεκούς της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Τα λόγια αυτά αποδεικνύουν ότι το βασικό κίνητρο της Τουρκίας ήταν στρατηγικό. Η πρώτη εισβολή της Τουρκίας στις 20 Ιούλη αποτελούσε εφαρμογή μιας εκδοχής των σχεδίων Άτσεσον, με τον τουρκικό στρατό να καταλαμβάνει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες στον άξονα Κερύνειας-Λευκωσίας. Φαίνεται πως ο τουρκικός στρατός αυτό το είδε ως μεγάλη ευκαιρία να διχοτομήσει την Κύπρο, με τον μακροπρόθεσμο στόχο να θέσει υπό τον στρατηγικό του έλεγχο ολόκληρο το νησί. Η Κύπρος ήταν η πύλη εισόδου στη νότια πτέρυγα της Τουρκίας και ο έλεγχός της σήμαινε έλεγχο ολόκληρης της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου. Αντίστροφα, η Κύπρος, είτε ως ανεξάρτητη, είτε σε ένωση με την Ελλάδα, θα έβαζε την Ελλάδα σε πλεονεκτική γεωστρατηγική σχέση σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των αέριων και θαλάσσιων επικοινωνιών. Με τα λόγια του Υπουργού Εξωτερικών Γκιουνές στο Κοινοβούλιο, στις 22 Μάη 1974, η Τουρκία επιζητούσε να ζήσει ειρηνικά με την Ελλάδα, αλλά “ακριβώς για αυτό το λόγο, δε θα επιτραπεί στην Ελλάδα να σιγοτρώει τα τουρκικά συμφέροντα με κανένα τρόπο, ούτε να ανατρέψει την ισορροπία ανάμεσα στις δύο χώρες.” [16]

Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στη Γενεύη, η Τουρκία εξαπέλυσε δεύτερη, μεγάλης κλίμακας εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974, καταλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο του κυπριακού εδάφους και δημιουργώντας τεράστιο προσφυγικό ζήτημα, καθώς περίπου 250.000 κύπριοι εκτοπίστηκαν δια της βίας. Η δεύτερη τουρκική εισβολή αναμφίβολα υπονόμευσε το τουρκικό επιχείρημα ότι η δράση της Τουρκίας αποσκοπούσε στην προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας του νησιού από τους έλληνες εθνικιστές. Μάλλον, η τουρκική δράση έκανε τη διεθνή κοινότητα να πειστεί να ακολουθήσει την ισορροπημένη ελληνική πρόταση ότι οι επεμβάσεις ήταν ανήθικες και επίσης εντελώς παράνομες από τη σκοπιά του διεθνούς Δικαίου και της Ιδρυτικής Συμφωνίας του 1960. [17]

Εκτός των κριτηρίων σχετικών με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική, η απόφαση Ετσεβίτ να εισβάλλει στην Κύπρο επηρεάστηκε ακόμα από την πεποίθησή του ότι η Τουρκία είχε μοναδική ευκαιρία τη φορά αυτή να δράσει προδραστικά και να δημιουργήσει τετελεσμένα, με εύλογες προοπτικές για θετική έκβαση. Ο αμερικανός Υπουργός Εσωτερικών Χένρι Κίσινγκερ δεν είχε διάθεση να φανεί ανταγωνιστικός προς την Τουρκία, συμμάχου μεγάλης στρατηγικής συμμαχίας για τις ΗΠΑ. Όπως είπε με κυνισμό στον πρόεδρο Φορντ, δεν υπήρχε “λόγος για τις ΗΠΑ η Τουρκία να μην καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου.”[18] Για να βοηθήσει μάλιστα την Τουρκία να πετύχει τους εδαφικούς της στόχους υιοθέτησε την προσέγγιση “βλέποντας και κάνοντας” και παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, ισχυρά αντίθετος με κάθε στρατιωτική επιλογή παρεμπόδισης των εισβολών. Δίνοντας πράσινο φως στην Τουρκία να χειριστεί την Κύπρο με το δικό της τρόπο, ο Κίσινγκερ ήλπιζε να αποκαταστήσει την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και να καθησυχάσει τους Τούρκους. Μετά την εισβολή, το αμερικανικό Κογκρέσο, εν μέρει υπό την πίεση του ελληνοαμερικανικού λόμπι και εν μέρει λόγω εγχώριων πολιτικών ζητημάτων, επέβαλλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στην Τουρκία. Όμως το εμπάργκο βρήκε αντίθετο τον πρόεδρο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον αμερικανικό στρατό. Άρθηκε εν μέρει στα τέλη του 1975 και ολοκληρωτικά το καλοκαίρι του 1978.

Το πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο τον Ιούλη του 1974 έπεισε τους σοβιετικούς ηγέτες ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών είχε ως στόχο την Ένωση, η οποία θα έφερνε την Κύπρο υπό τον στενό έλεγχο της Ελλάδας, και συνεπώς, του ΝΑΤΟ. Στην πρώτη της επίσημη δήλωση στις 16 Ιούλη 1974, η σοβιετική κυβέρνηση εξέφρασε τη στήριξή της στο λαό και στη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου, και απέδωσε την ευθύνη αποκλειστικά στους “έλληνες μιλιταριστές” και στο ΝΑΤΟ, που “ενέπνευσε τη δράση της ελληνικής χούντας.” [19] Παρόμοια, η δεύτερη δήλωση της σοβιετικής κυβέρνησης, η οποία εκδόθηκε δύο μέρες αργότερα, αναφερόταν σε “ορισμένους κύκλους του ΝΑΤΟ”, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν “μια ανεξάρτητη Κύπρο με μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική.” [20]

Όταν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στην Κύπρο, η Μόσχα τήρησε στάση μάλλον αμφίθυμη. Δεν στήριξε ούτε την τουρκική επέμβαση, ούτε το καθεστώς της Λευκωσίας. Αρχικά, έδειξε ικανοποίηση για τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης πως η εισβολή γινόταν για να “αποκατασταθούν οι συνταγματικές διαδικασίες” και να επιστρέψει στην εξουσία ο Μακάριος.[21] Παρόμοια, ο σοβιετικός Τύπος δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή ως λογική αντίδραση στις ελληνικές προθέσεις να προσαρτήσουν οι Έλληνες την Κύπρο και να την μεταβάλλουν σε βάση του ΝΑΤΟ. Στις 21 Ιούλη του 1974, η Πράβδα σχολίασε πως το κίνητρο της τουρκικής κυβέρνησης ήταν η ανάγκη προστασίας των τουρκοκυπρίων, και ότι η Τουρκία αποφάσισε την εισβολή μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε ειρηνική δίοδος επίλυσης της σύγκρουσης είχε εξαντληθεί. Επιπλέον, η Πράβδα αναπαρήγαγε την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης ότι το ΝΑΤΟ χρησιμοποιούσε την Κύπρο για να εδραιώσει την στρατιωτικο-στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, και συνέδεσε τις μηχανουργίες του ΝΑΤΟ με την ισραηλινή “επιθετικότητα” απέναντι στις αραβικές χώρες. [22] Ήταν σαφές ότι τους σοβιετικούς τους απασχολούσε πολύ περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων και η σταθερότητα στην περιοχή από ό,τι η μοίρα της Κύπρου.[23]

Γρήγορα, οι Σοβιετικοί συνειδητοποίησαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα δεν θα έφευγαν ποτέ από την Κύπρο και ότι ήταν ανεπιθύμητη [για την Τουρκία και τις ΗΠΑ] η επιστροφή του Μακάριου. Ωστόσο, συγκρατήθηκαν απ’ το να ασκήσουν κριτική, έστω και έμμεση, κατά της Τουρκίας ή των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης στις 28 Ιούλη παρατηρούσε ότι:

Ορισμένοι κύκλοι του ΝΑΤΟ εργάζονται προς την παρουσίαση τετελεσμένων διχοτόμησης της χώρας, ή τουλάχιστον δημιουργίας συνθηκών για μια τέτοια διχοτόμηση…Στην πραγματικότητα, υπάρχει προσπάθεια να παγιωθεί η κατοχή του νησιού, να κοπεί στα δύο, και αυτό μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. [24]

Στην ανακοίνωση 1.000 λέξεων της 22ης Αυγούστου δεν υπήρχε ούτε έμμεση αναφορά στον τουρκικό παράγοντα. Η κριτική ασκούνταν αφηρημένα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ:

H κατάσταση στην Κύπρο και γύρω απ’ την Κύπρο παραμένει τεταμένη. Οι μιλιταριστικοί κύκλοι του ΝΑΤΟ δεν έχουν σταματήσει τις προσπάθειές τους να εξαλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με αδέσμευτη πολιτική και να την διαμελίσουν, μετατρέποντας το κυπριακό έδαφος σε νατοϊκό φρούριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παίζουν ένα εγκληματικό παιχνίδι σε βάρος των συμφερόντων του κυπριακού λαού, χρησιμοποιώντας τα πιο αισχρά μέσα και παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών. Το πραξικόπημα και τον χονδροειδή στρατιωτικό ελιγμό τους διαδέχονται παρασκηνιακοί διπλωματικοί ελιγμοί πίσω από τις πλάτες του κυπριακού λαού, σε βάρος των συμφερόντων του. [25]

Ο βασικός γενικός σοβιετικός στόχος κατά τη διάρκεια της κυπριακής κρίσης ήταν να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία και να γίνει εκμετάλλευση των διαφορών Τουρκίας-ΗΠΑ. Άλλος σημαντικός στόχος ήταν η ΕΣΣΔ να έχει ρόλο σε κάθε διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος. Όμως η απόπειρα των Σοβιετικών να φέρουν άμεσα την κυπριακή κρίση στα Ηνωμένα Έθνη παρεμποδίστηκε αποφασιστικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη αποκλειστικά ανάμεσα σε μέλη του ΝΑΤΟ, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε το Συμβούλιο Ασφαλείας να στείλει αποστολή στην Κύπρο, η οποία να διαβεβαιώσει ότι τηρείται η κατάπαυση πυρός που συμφωνήθηκε στη Γενεύη. Η πρόταση δεν πήρε υποστήριξη από τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία. [26] Όταν έγινε η δεύτερη απόβαση, η Σοβιετική Ένωση καταδίκασε και πάλι την παρέμβαση του ΝΑΤΟ στα εσωτερικά της Κύπρου και υπογράμμισε την ανάγκη να τηρηθεί ο κανονισμός αρ. 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καλώντας σε κατάπαση πυρός και άμεσο τέλος στην ξένη στρατιωτική επέμβαση. [27] Μια εβδομάδα αργότερα, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε τη σύσταση, κάτω από την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, διευρυμένης συνέλευσης με θέμα την Κύπρο. Στη συνέλευση θα παρακάθονταν εκπρόσωποι όλων των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, συν αυτούς της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου. Όμως αργά το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, η Τουρκία απέρριψε την πρόταση κάθετα. Τέλος, στις 30 Αυγούστου, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε απόφαση με την κοινή στήριξη Αυστρίας, Γαλλίας και Βρετανίας, η οποία καλούσε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις και να εργαστούν στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών ώστε να λυθεί το προσφυγικό πρόβλημα.[28] Αυτή η απόφαση σηματοδότησε το οριστικό τέλος της κυπριακής σύγκρουσης του καλοκαιριού του 1974.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Άγκυρα θεωρούσε ότι η υποστήριξη των δυτικών της συμμάχων για την Κύπρο θα έκανε εφικτή μια διευθέτηση υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Στο δεύτερο μισό όμως της δεκαετίας του 1960, η Άγκυρα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η πλήρης ταύτισή της με τη Δύση ήταν σε βάρος των συμφερόντων της στην Κύπρο, και ότι έπρεπε να σπάσει τη διεθνή απομόνωση που αποτυπώθηκε τόσο ξεκάθαρα στην απόφαση, το 1965, των Ηνωμένων Εθνών υπέρ της κυπριακής ανεξαρτησίας και κατά κάθε εξωτερικής παρέμβασης ως παράνομης. Η βασική ώθηση για το νέο προσανατολισμό της Άγκυρας ήρθε από την επιστολή Τζόνσον προς Ινονού σχετικά με την Κύπρο. Επειδή ο Ινονού δημοσιοποίησε το γεγονός ότι η ακύρωση σχεδιασμένης απόβασης οφειλόταν στην αντίθεση των ΗΠΑ, η επιστολή αυτή είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση υιοθέτησε την “πολυδιάστατη” εξωτερική πολιτική, βασικό στοιχείο της οποίας ήταν η βελτίωση των σχέσεών της με πρώην αντιπάλους, περιλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης και των αραβικών εθνικιστικών κρατών.

Το 1974, η Τουρκία δεν παρενέβη στην Κύπρο για να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη του 1960, ούτε για να παρεμποδίσει το σχέδιο της ελληνικής χούντας για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ο βασικός της στόχος ήταν η αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Κύπρο με την κατάληψη του ενός τρίτου του νησιού και η παρεμπόδιση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου από τα σχέδιά του να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Σοβιετικοί, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, έδειξαν θετική προδιάθεση στα τουρκικά σχέδια και δεν πήραν πρωτοβουλίες για να σταματήσουν τις εισβολές. Οπωσδήποτε, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συντέλεσαν στη σοβιετική απραγία. Η σοβιετική στρατιωτική στήριξη δινόταν σε χώρες που είχαν δεσμευτεί στο σοσιαλισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Η Κύπρος ήταν αδέσμευτη χώρα με ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε όμως και δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, ενώ μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιούλη, βρισκόταν στα νύχια των Συνταγματαρχών της Αθήνας. Επιπλέον, οι Σοβιετικοί είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι η Κύπρος ανήκε στη δυτική σφαίρα συμφερόντων. Και δεν θα διακινδύνευαν άλλη μια στρατιωτική επέμβαση λίγους μήνες μετά την κρίση του Οκτώβρη του 1973 στη Μέση Ανατολή.

Σημειώσεις

[9] Μ. Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy…”, ό.π., σελ. 110-111.

[10] Bulent Ecevit, Dis Politica, Άγκυρα, Ajans Turk, 1976, σελ. 18.

[11[ Izvestiya, 7 Νοέμβρη 1964.

[12] Izvestiya, 22 Γενάρη 1965.

[13] ΟΗΕ, Έγγραφο A/5552/ADD.I.

[14] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ.118-119.

[15] I. Asmussen, Cyprus at War…, ό.π.· και J. Sakkas, “Conflict and Détente in the Eastern Mediterranean…”, ό.π.

[16] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ. 188-189.

[17] Ό.π., σελ. 176.

[18] Βλ. επιχειρήματα στο Vasilis Fouskas, “Reflections on the Cyprus Issue and the Turkish Invasions of 1974”, Mediterranean Quarterly, 12/3, 2001, σελ. 98-127.

[19] FRUS, Μνημόνιο συζήτησης Φορντ και Κίσινγκερ, 13 Αυγούστου 1974.

[20] Zayavlenie TASS, Pravda, 16 Ιούλη 1974.

[21] Ό.π., 18 Ιούλη 1974.

[22] Kipr: Vosstanovit’ Konstitutsionnii Poryadok, Pravda, 25 Ιούλη 1974.

[23] Zayavlenie Sovetskogo Pravitel’stva, Pravda, 21 και 28 Ιούλη 1974, 4 Αυγούστου 1974.

[24] Ό.π., 29 Ιούλη 1974.

[25] Soviet News, 3 Σεπτέμβρη 1974.

[26] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1787.

[27] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1794.

[28] ΟΗΕ, Έγγραφο S/ 11479.

❌