One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

Ο ιστορικός εργατικός Αύγουστος του 1948

By Guest

Το έτος 1948 αποτέλεσε το χρόνο των πιο σκληρών αγώνων της Κυπριακής Εργατικής Τάξης, σύμφωνα με τον πρώην Γενικό Γραμματέα της ΠΕΟ, Ανδρέα Ζιαρτίδη.[1] Η εργατική τάξη της Κύπρου ήρθε σε μετωπική σύγκρουση- οικονομική, πολιτική και ιδεολογική- τόσο με την άρχουσα τάξη, ντόπια και ξένη, αλλά και με το αποικιακό καθεστώς και τους ανελεύθερους του νόμους. Το παρόν κείμενο θα καταπιαστεί, σαν επετειακό, με τον Αύγουστο του 1948 όπου το νησί έβραζε, όχι μόνο από τις θερμοκρασίες που παραδοσιακά χτυπούν κόκκινο, και ανάγκαζαν την αποικιακή κυβέρνηση να αποτραβηχτεί στα ορεινά, αλλά από την όξυνση της ταξικής αναμέτρησης, με επίκεντρο τις απεργίες των αμιαντωρύχων και των οικοδόμων. Παρόλο που ο Αύγουστος είναι συνυφασμένος με την ακινησία και τους αργούς καλοκαιρινούς ρυθμούς, εκείνος ο Αύγουστος, γεννημένος μέσα στις οξυμένες διεθνείς και τοπικές συνθήκες, έμελλε να σημαδέψει το Κυπριακό εργατικό κίνημα.

Μετά τη λήξη της πεντάμηνης απεργίας των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ το Μάη, σειρά στην επίθεση της εργοδοσίας πήραν τα άλλα κομμάτια της εμπροσθοφυλακής του Κυπριακού συντεχνιακού κινήματος, οι αμιαντωρύχοι και οι οικοδόμοι, τον Αύγουστο του 1948. Η μεν πρώτη των αμιαντωρύχων έληξε με νίκη της συντεχνίας μετά από ένα μήνα, η δε δεύτερη των οικοδόμων ξεκίνησε στις 26 Αυγούστου και έληξε στις 18 του Δεκέμβρη. Η σημασία των απεργιών του 1948, έγκειται στο ότι με το πλευρό της εκάστοτε εργοδοσίας συνασπίστηκε η ντόπια και ξένη αστική τάξη, τα κόμματα και οι εφημερίδες της Δεξιάς, η Εκκλησία αλλά και το ίδιο το αποικιακό καθεστώς, ενώ δίπλα στους απεργούς συστρατεύτηκε ολόκληρη η εργατική τάξη και η φτωχή αγροτιά και το κόμμα τους, το ΑΚΕΛ. Σε μια περίοδο έντασης του αντιαποικιακού αγώνα, κι ενώ η ντόπια αστική τάξη απέρριπτε λεκτικά την όποια συνεργασία με την αποικιακή κυβέρνηση, βρέθηκε ξαφνικά στην ίδια γραμμή πάλης με τους Άγγλους αποικιοκράτες, απέναντι στα πιο δυναμικά κομμάτια της Κυπριακής εργατικής τάξης.

Η επιρροή της Αριστεράς ποτέ δεν είχε εξαρτηθεί από την πρόσβαση στον κυβερνητικό μηχανισμό ή στις δομές εξουσίας της ελληνικής κοινότητας. Η παράταξη αντλούσε τη δύναμη της από την υποστήριξη την οποία της παρείχαν τα λαϊκά στρώματα τα οποία ήταν οργανωμένα στα κατά τόπους παραρτήματα των μορφωτικών συλλόγων, στα συνεργατικά ιδρύματα και κυρίως στις εργατικές συντεχνίες.[2] Προκειμένου να κατασταλεί η επιρροή της παράταξης ως συνόλου, έπρεπε να νικηθεί το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και μαζί του να επέλθει και η πολιτικό-ιδεολογική ήττα του ΑΚΕΛ. Άλλωστε, μέσα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής αναμέτρησης, μια σειρά ζητήματα τα οποία είχαν εκ πρώτης όψεως οικονομικό χαρακτήρα, συνδέονταν άρρηκτα με τον αντί-αποικιακό αγώνα.’[3]

Οι ταξικοί απεργιακοί αγώνες έγιναν μέσα σε συνθήκες έντονης ιδεολογικο-πολιτικής πόλωσης, τόσο εντός της Κύπρου όσο και διεθνώς. Παρόλο που οι δύο αυτοί παράγοντες αλληλοεπηρεάζονταν σε μια διαλεκτική σχέση, θα τους διαχωρίσουμε για χάρη της ανάλυσης. Το 1948 ήταν χρονιά οικονομικής κρίσης στη Βρετανία, μετά και την Κρίση της Μετατρεψιμότητας της Στερλίνας με το Δολάριο το καλοκαίρι του 1947. Η οικονομική κρίση μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1948, όπου η τάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ήταν η πτώση των μισθών λόγω της μείωσης των εξαγωγών, κυρίως προς τη Μεγάλη Βρετανία και η άνοδος της ανεργίας.[4] Κατά συνέπεια, οι εργοδότες στο νησί προσπάθησαν να πάρουν πίσω όλες τις κατακτήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος και της εργατικής τάξης συνολικά.

Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, και που το σημειώνουν οι Άγγλοι στα έγγραφα της εποχής, είναι ότι η ιστορία των μισθών στην Κύπρο, είναι μια ιστορία αγώνα δρόμου για να συμβαδίζουν με την αύξηση του κόστους διαβίωσης.[5] Ο πληθωρισμός την περίοδο 1947-1948 έφτασε το 24.5%, εκμηδενίζοντας έτσι το λαϊκό εισόδημα.[6] Επίσης, ο δείκτης για τις τιμές των τροφίμων πρώτης ανάγκης για την ίδια χρονική περίοδο, ανέβηκε κατά 19% κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη τη διαβίωση της εργατικής οικογένειας, αφού το μεγαλύτερο μέρος του μεροκάματου πήγαινε αμέσως σε τρόφιμα πρώτης ανάγκης.[7] Η μετωπική σύγκρουση του ’48, διεξήχθη μέσα σε πολύ αντίξοες οικονομικές συνθήκες για το εργατικό κίνημα, όπου έπρεπε από τη μια να διεκδικήσει τα τρέχοντα οικονομικά αιτήματα και από την άλλη να υπερασπιστεί τις παλαιότερες κατακτήσεις του, με κυριότερο το δικαίωμα στο συνδικαλισμό. Όπως αναφέρει άλλωστε και ο Ζιαρτίδης, ο χαρακτήρας του αγώνα ήταν αμυντικός.[8]

Στις διεθνείς εξελίξεις το 1948 έχουμε την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου μετά την απόσπαση σειράς χωρών της Ανατολικής Ευρώπης από το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Στην Ελλάδα, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και της ελληνικής κυβέρνησης που υποστηριζόταν από τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν στην πιο κρίσιμη του καμπή. Όλα αυτά είχαν άμεσο αντίκτυπο στο νησί, αφού είχαν γεννήσει ένα έντονο αντικομμουνισμό. Ο εθνικισμός της Δεξιάς εκφραζόταν υπό τη μορφή του αντικομμουνισμού και το κύριο του χαρακτηριστικό ήταν η έντονη και βίαιη αντίθεση προς το μαζικό λαϊκό κίνημα, των ταξικών συντεχνιών και αγροτικών οργανώσεων.’[9]

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, είχαν και μια άλλη επίδραση στην Κύπρο, που αφορούσε τις Κυπριακές εθνικές φιλοδοξίες. Μια μελλοντική σοσιαλιστική Ελλάδα, σε συνδυασμό με ένα ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα στην Κύπρο, ήταν κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί, αφού το νησί είχε αποκτήσει σημαντική στρατηγική σημασία για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και οποιεσδήποτε εσωτερικές εξελίξεις θα είχαν άμεσες επιπτώσεις σε ολόκληρη την περιοχή. Η απώλεια του κράτους κατ’ εντολή της Παλαιστίνης και η άτακτη φυγή των Βρετανών από εκεί, η αποχώρηση των Βρετανικών στρατευμάτων από την Κυρηναϊκή, και τέλος η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση για την ανανέωση της Αγγλο-Αιγυπτιακής Συνθήκης του 1936, είχαν ως αποτέλεσμα την επισφαλή θέση της Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Συνέπεια των εξελίξεων στην περιοχή, ήταν η Κύπρος να παραμείνει το μοναδικό στρατηγικό σημείο στην περιοχή για τα Βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικά, σε δύο διαφορετικά σημειώματα των Αρχηγών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Chiefs of Staff Committee) και της υποεπιτροπής Joint Planning Staff το Μάρτη και Νοέμβρη του 1947, τόνιζαν τη σημασία του να διατηρηθεί η επικυριαρχία της Βρετανίας στην Κύπρο.[10]

Ήδη από τον Ιούνη, η Συντεχνία αμιαντωρύχων είχε υποβάλει στη διεύθυνση της Tunnel Asbestos Company, εταιρεία Αγγλο-Δανικών συμφερόντων, τα αιτήματά της. Αυτά προνοούσαν αύξηση κατά 5% στα μεροκάματα, αναγνώριση της Επιτροπής Εργατικών Διαφορών, αυξημένη πληρωμή της υπερωρίας, ώστε να υπολογίζεται η μια ώρα μιάμιση τις καθημερινές και η μια ώρα δύο τις Κυριακές.[11] Σε αυτά τα αιτήματα προστέθηκε και η επαναπρόσληψη των απολυμένων εργατών, όταν τον Ιούλη η εταιρεία απέλυσε εκδικητικά 15 συνδικαλιστές, λόγω του ότι η ΠΕΟ είχε καταφέρει να εκλέξει την Επιτροπή του Ταμείου Ιατρικής Περίθαλψης. Η εταιρεία απέρριψε όλα τα αιτήματα της συντεχνίας και αρνήθηκε την όποια συζήτηση με αυτή, υπολογίζοντας και στην υποστήριξη που θα είχε από το αποικιακό καθεστώς, αλλά και τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς των «νεοσυντεχνιακών» της ΣΕΚ. Αυτοί οι υπολογισμοί της εταιρείας δεν ήταν αβάσιμοι αφού υπήρχε το χρήσιμο προηγούμενο της απεργίας των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ, όπου τόσο το αποικιακό καθεστώς όσο και η ντόπια αστική τάξη με τους μηχανισμούς τους έδρασαν ανοικτά υπέρ της εταιρείας. Συνεπώς, στις 2 Αυγούστου, η συντεχνία κήρυξε την έναρξη της απεργίας με τις εργασίες στο μεταλλείο να σταματούν.

Η Tunnel Asbestos Co. Κατείχε προπολεμικά βαρύνουσα θέση στην ντόπια παραγωγική διαδικασία, κάτι που προσπάθησε να ανακτήσει με την επανέναρξη κανονικών παραγωγικών συνθηκών το 1945. Η εταιρεία στη μεταπολεμική περίοδο μπήκε δυναμικά στην εξόρυξη και εξαγωγή αμιάντου. Στηριζόμενη στην ψηλή παγκόσμια τιμή του αμιάντου, λόγω της αυξημένης ζήτησης για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης, γρήγορα ξεπέρασε τις προπολεμικές εξαγωγές της σε αμίαντο, τόσο σε όγκο αλλά και σε αξία. Παρόλο που η εξόρυξη και επεξεργασία του αμιάντου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην τοπική παραγωγική διαδικασία και συγκεκριμένα στον τομέα των κατασκευών, η εταιρεία προτιμούσε το μεγαλύτερο μέρος του επεξεργασμένου αμίαντου να το εξάγει στη Δανία, Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι, ενώ το 1938 εξάχθηκαν 5578 τόνοι επεξεργασμένου αμίαντου αξίας £110.000, αμέσως με το τέλος του πολέμου το 1945, η εταιρεία κατάφερε να εξάγει 3445 τόνους επεξεργασμένου αμιάντου αξίας £120.000.[12] Το 1945 οι εξαγωγές αμιάντου σε αξία αντιπροσώπευαν το 35.6% από τις συνολικές Κυπριακές εξαγωγές μεταλλεύματος, σε αντίθεση με την προπολεμική περίοδο (1938), που αυτές μετά βίας ξεπερνούσαν το 7% της συνολικής αξίας εξαγόμενου μεταλλεύματος από την Κύπρο. Για να καταλάβουμε τη σημασία των εξαγωγών μεταλλευμάτων της Κύπρου, το 1938 αυτές οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 53% όλων των εξαγωγών του νησιού. To 1947, εξάχθηκαν 7021 τόνοι αμιάντου αξίας £280.000, που αντιπροσώπευε το 12.1% των μεταλλευτικών εξαγωγών σε αξία από την Κύπρο και αντίστοιχα το 4.4% των συνολικών εξαγωγών της Κύπρου.[13]

Η εταιρεία μπόρεσε, παρόλη την απόλυτη άνοδο στα εργατικά της κόστη, να καρπώνεται σε κέρδος τις υψηλές μεταπολεμικές τιμές του επεξεργασμένου αμίαντου.[14] Σε αυτό συνέτειναν δυο παράγοντες. Ο πρώτος, που δείχνει και την άψογη συνεργασία της αστικής τάξης με το αποικιακό κράτος, ήταν το γεγονός ότι το 1947 η κυβέρνηση μείωσε τα μεταλλευτικά δικαιώματα που πλήρωνε η εταιρεία από 5% πάνω στην αξία του εξαγώμενου μεταλλεύματος στο 1.5%.[15] Ο δεύτερος παράγοντας ήταν οι πρώτες μεταπολεμικές κεφαλαιακές επενδύσεις της εταιρείας που έγιναν το 1950-1951 και που βοήθησαν στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.[16]

Από την πρώτη κιόλας μέρα της απεργίας, η υπόθεση των αμιαντωρύχων έγινε υπόθεση ολόκληρης της εργατικής τάξης, αφού η αστυνομία προσπάθησε βίαια να διαλύσει την πορεία των απεργών προς τα γραφεία της εταιρείας, τραυματίζοντας έξι εργάτες. Σαν απάντηση, οι απεργοί προχώρησαν στην κατάληψη διάφορων μύλων της εταιρείας και πάλι όμως η αποικιακή αστυνομία προστάτευσε το ξένο κεφάλαιο, αφού βίαια κατέστειλε τις καταλήψεις και προχώρησε στη σύλληψη 51 εργατών.[17] Από εκείνη τη στιγμή, ο αγώνας των αμιαντωρύχων έγινε αγώνας για να αναγνωριστεί η συντεχνία και να διασφαλιστούν τα στοιχειώδη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Μόλις έγιναν γνωστές οι αστυνομικές βιαιότητες και η αυθαιρεσία της εταιρείας, διοργανώθηκαν σε όλες τις πόλεις της Κύπρου διαδηλώσεις από ολόκληρο το Λαϊκό Κίνημα. Στις εργατικές κινητοποιήσεις κυριαρχούσαν τα συνθήματα «Κάτω τα χέρια από τους εργάτες», «Εξουσίες στο λαό», «Αυτοκυβέρνηση» και «Ελευθερία». Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Κατσιαούνης ‘η πολιτική της Αριστεράς εύρισκε έτσι πρόσφορο έδαφος, θέτοντας σε πολιτικό πλαίσιο τα κοινωνικά ζητήματα τα οποία διεκδικούσε’.[18] Το αποικιακό καθεστώς δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, αφού προχώρησε στη σύλληψη ολόκληρης της ηγεσίας του λαϊκού κινήματος, με την κατηγορία της διοργάνωσης και συμμετοχής σε παράνομη διαδήλωση.[19] Ταυτόχρονα, η εταιρεία προχώρησε και σε εκδικητικά αντίποινα, αφού σταμάτησε τη δωρεάν διανομή ψωμιού, στο οποίο πολλές οικογένειες εξαρτούσαν τη διαβίωση τους και ταυτόχρονα διέταξε τους απεργούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια που τους είχε παραχωρήσει η εταιρεία.[20]

Το εργατικό κίνημα της Κύπρου συνειδητοποιώντας ότι ο αγώνας των αμιαντωρύχων ήταν αγώνας ολόκληρης της εργατικής τάξης χρησιμοποίησαν το όπλο της Παγκύπριας παναπεργίας. Στις 13 Αυγούστου, ημέρα που δικαζόταν η ηγεσία του λαϊκού κινήματος, προκηρύχτηκε από τη ΠΕΟ 24ωρη Παγκύπρια παναπεργία. Οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης αλλά και η αποφασιστικότητα της συντεχνίας απέδωσαν καρπούς, αφού πολλοί νεοσυντεχνιακοί εργάτες αποχώρησαν από την ΣΕΚ και προσχώρησαν στην ΠΕΟ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η διεύθυνση της εταιρείας κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με απεργιακή επιτροπή της συντεχνίας.[21] Ως επακόλουθο των διαπραγματεύσεων, στις 30 Αυγούστου λύθηκε η απεργία, αφού ικανοποιήθηκαν τα αιτήματα των απεργών, και ειδικότερα το ζήτημα της επαναπρόσληψης όλων των εργατών και την ακύρωση της «εξορίας» του Γραμματέα της Συντεχνίας Χριστοφή Λασέττα από την περιοχή των μεταλλείων.[22]

Πριν ακόμα λυθεί η απεργία της συντεχνίας των αμιαντωρύχων, ένας άλλος αγώνας ξεκίνησε για την εργατική τάξη της Κύπρου, ένας αγώνας που χαρακτηρίστηκε από τον Β. Γ. Γ. της ΠΕΟ Ανδρέα Φάντη σαν ‘η πιο σοβαρή μάχη του ‘48’.[23] Τόση σημασία προσέδωσε η ΠΕΟ σε αυτή την απεργιακή μάχη, που σε άρθρο του στο Δημοκράτη, μια μέρα πριν την κήρυξη απεργίας, ο Φάντης τόνιζε ότι ‘δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως η έκβαση αυτής της απεργίας θα επηρεάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις μέχρι σήμερα κατακτήσεις του εργατικού μας κινήματος, τη μελλοντική πορεία του κινήματος μας, την οργανωτική του ανάπτυξη και σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, τις πολιτικές κατακτήσεις και τους μελλοντικούς πολιτικούς αγώνες του λαού μας.’[24] Η απεργία αυτή είχε τον πιο έντονο πολιτικό χαρακτήρα από όσες είχαν γίνει μέχρι τότε στη Κύπρο.[25] Ενώ στη περίπτωση των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ και των αμιαντωρύχων της Asbestos Tunnel Co. ο εργοδότης ήταν ξένος, στην περίπτωση των οικοδόμων οι εργολάβοι ήταν Κύπριοι, και γύρω τους συνασπίστηκε όλη η ντόπια κεφαλαιοκρατία, με αποτέλεσμα η σύγκρουση να προσλάβει έντονα ταξικό και πολιτικό περιεχόμενο. Ήδη από τις 18 Αυγούστου σε σύσκεψη των οργανώσεων της Δεξιάς, διακηρύχτηκε ότι επρόκειτο να δραστηριοποιηθούν υπέρ των εργολάβων σε περίπτωση διαφοράς τους με την ΠΕΟ.[26]

Η συντεχνία πρόταξε οικονομικά αιτήματα, όπως την αύξηση των κατώτατων μεροκαμάτων κατά 3 σελίνια και την αύξηση της συνδρομής των εργολάβων στις Συντεχνιακές Κοινωνικές Ασφαλίσεις κατά 3 γρόσια την εβδομάδα. Αυτά τα αιτήματα έγιναν αμέσως αποδεχτά από τους εργολάβους. Το κύριο σημείο διαφωνίας όμως, ήταν η αξίωση του Συνδέσμου Εργολάβων Οικοδομών να διαγραφεί άρθρο της προηγούμενης σύμβασης, που καθόριζε ότι μόνο μέλη της ΠΕΟ μπορούσαν να προσλαμβάνονται. Αυτό το ζήτημα ήταν καίριο αφού με την «ελεύθερη πρόσληψη», οι εργολάβοι θα είχαν τα χέρια τους λυμένα για να προβαίνουν σε σκανδαλώδεις διακρίσεις σε βάρος των εργατών που ήταν οργανωμένοι στην ΠΕΟ. Αν έκανε πίσω η συντεχνία σε αυτό το θέμα, ουσιαστικά θα προσυπέγραφε την αυτοκαταστροφή της αν λάβουμε υπόψη το πολωμένο κλίμα της εποχής.[27] Η ιθύνουσα τάξη, ενθαρρύνοντας τους εργολάβους να απορρίψουν τη συνομολόγηση συλλογικής σύμβασης με την ΠΕΟ και προσφέροντας ταυτόχρονα την εναλλακτική λύση της εργοδότησης μέσω της ΣΕΚ, δε στόχευε απλά στο να επιτύχει όρους απασχόλησης ευνοϊκότερους για την εργοδοσία. Στην πραγματικότητα, ο απώτερος σκοπός ήταν να εξοστρακιστεί το ταξικό συντεχνιακό κίνημα ή έστω να επέλθει η διαφοροποίηση του χαρακτήρα του, με βραχυπρόθεσμο στόχο τη συρρίκνωση της παράταξης της Αριστεράς στις δημοτικές εκλογές του 1949.[28]

Η απεργία επηρέαζε 1200 εργάτες, αλλά από τις πρώτες μέρες της απεργίας, μερικοί εργολάβοι δέχτηκαν τα αιτήματα και 400 εργάτες επέστρεψαν στις δουλειές τους.[29] Εκτός από τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς της ΣΕΚ αλλά και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, που απροκάλυπτα πήραν το μέρος των εργολάβων και των απεργοσπαστών, οι απεργοί είχαν να αντιμετωπίσουν αυτή τη φορά και το καινούργιο φαινόμενο της ριζοσπαστικοποιημένης δεξιάς που πήρε τη μορφή της «Χ» Κύπρου, όπου δρούσαν σαν παρακρατικοί συνοδεύοντας απεργοσπάστες στις οικοδομές και επιτίθονταν στους δρόμους σε στελέχη του λαϊκού κινήματος.[30] Την ίδια ώρα που η «Χ» είχε το ελεύθερο να δρα στους δρόμους της Λευκωσίας ανενόχλητη, εργαζόμενοι και μέλη μαζικών οργανώσεων σύρονταν στα δικαστήρια ‘για παραπτώματα των οποίων η φύση φανέρωνε πόσο το καθεστώς φοβόταν το λαό που κυβερνούσε.’[31] Για παράδειγμα, στις 2 Σεπτεμβρίου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε το Δήμαρχο της πόλης Πλουτή Σέρβα, τους Δημοτικούς Συμβούλους Κώστα Παρτασίδη και Παντίνο Μαυρογένη και άλλα 10 συνδικαλιστικά στελέχη της Αριστεράς με την κατηγορία της παράνομης παρέλασης.[32]

Λόγω της βίας των εργολάβων και της κυβέρνησης, αλλά και των αντικειμενικών οικονομικών δυσχερειών τις οποίες αντιμετώπιζαν οι απεργοί λόγω της μακροχρόνιας απεργίας, μια μερίδα απεργών απάντησαν με αντιβία. Σε μερικές περιπτώσεις δυναμιτίστηκαν υποστατικά που ανήκαν σε απεργοσπάστες, αλλά το αποκορύφωμα της αντιβίας ήταν η ανατίναξη του υπό κατασκευή ασύρματου σταθμού της RAF στη Λευκωσία.[33]

Τελικά, μετά από ένα τετράμηνο απεργιακό αγώνα, η συντεχνία των οικοδόμων βγήκε κερδισμένη, αφού στις 18 Δεκεμβρίου 1948 υπεγράφη καινούρια συμφωνία με το Σύνδεσμο Εργολάβων Λευκωσίας.[34] Προς αποφυγή διακρίσεων εις βάρος της ΠΕΟ, οι εργολάβοι αποδέχτηκαν την ίδρυση Γραφείου Εξευρέσεως Εργασίας, όπου θα καταγράφονταν οι άνεργοι κατά σειρά προσέλευσης και οι εργολάβοι θα μπορούσαν να προσλάβουν προσωπικό μόνο μέσω του Γραφείου. Επιπλέον, η συμφωνία επέβαλλε την απόλυση όλων των απεργοσπαστών που εργοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια της απεργίας. Η πολιτική σημασία της απεργίας ήταν πολύπλευρη, αφού η οξύτατη αναμέτρηση είχε συμβάλει στην παραπέρα πόλωση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Το γεγονός ότι η ΠΕΟ είχε ανταπεξέλθει σε μια τόσο δύσκολη αναμέτρηση, εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τους προσανατολισμούς της προς την ασφάλεια την οποία παρείχε η Βρετανική εξουσία.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες, μαζί με την απροθυμία των Βρετανών να δώσουν πλήρη Αυτοκυβέρνηση σε μια αποικία που θεωρούσαν ότι θα κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές, συνέτειναν στην κατάρρευση της Διασκεπτικής Συνέλευσης, που είχε αρχίσει τις διεργασίες της το Νοέμβρη του 1947 και θα καθόριζε το συνταγματικό μέλλον της Κύπρου. Γι’αυτό, ενώ η Διασκεπτική είχε δημιουργηθεί για να διαμορφώσει και να υποβάλει προτάσεις για σύνταγμα, τελικά το σύνταγμα το υπέβαλε η ίδια η Κυβέρνηση προς τη Συνέλευση. Το ΑΚΕΛ που συμμετείχε στη Διασκεπτική μέσω των εκλελεγμένων δημάρχων του και των συνδικαλιστών της ΠΕΟ, απέρριψε το περιορισμένο, δοτό σύνταγμα δηλώνοντας ότι δε θα αποδεχόταν προδοτικούς συμβιβασμούς. Εντείνοντας τον μαζικό πολιτικό αγώνα, την 1η Αυγούστου μαζί με τον Εθνικό Απελευθερωτικό Συνασπισμό, προχώρησε στην οργάνωση Παγκύπριου Λαϊκού Συνεδρίου Αυτοκυβέρνηση διατρανώνοντας ότι δε θα συνθηκολογήσει στην ξένη κυριαρχία ούτε στα σχέδια του ιμπεριαλισμού να μετατρέψουν το νησί σε Αμερικανο-Βρετανική βάση.[35]

Το Λαϊκό Κίνημα το 1948 με μπροστάρη το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, έδωσε τις πιο σκληρές μάχες στην ιστορία του. Οι απεργιακές μάχες ξέφυγαν από το στενά συνδικαλιστικό και οικονομικό και πήραν πολιτική μορφή. Η εργατική τάξη της Κύπρου αντιπάλεψε με επιτυχία την ντόπια και ξένη πλουτοκρατία, τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς της ΣΕΚ, τους παρακρατικούς τραμπουκισμούς της οργάνωσης «Χ» και εν τέλει το ίδιο το αποικιακό κράτος με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του και βγήκε νικήτρια. Απέδειξε έμπρακτα τη δυναμική και την αποφασιστικότητα της να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, τόσο στα κοινωνικά όσο και στα πολιτικά ζητήματα. Και όλα αυτά μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες οικονομικής κρίσης, έξαρσης του αντικομμουνισμού και ένταση της καταστολής από πλευράς της αποικιοκρατίας, για να ξεκάνει τη μόνη παράταξη που αμφισβητούσε έμπρακτα την κυριαρχία της, την παράταξη της Αριστεράς.

Αλέξης Αντωνίου
Πανεπιστήμιου του Βοσπόρου, Κωνσταντινούπολη.

Σημειώσεις:

[1] Δημοκράτης, ‘Το 48, Χρόνος των πιο σκληρών αγώνων της εργατικής τάξης’, 19 Σεπτεμβρίου 1948.

[2] Ρ. Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική 1946-1948, Με Aνασκόπηση της Περιόδου 1878-1945 (Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2000), σ. 488.

[3] Οπ. Παρ., σ. 472.

[4] Colonial Office, Colonial Annual Reports: Cyprus 1949 (London: HMSO, 1951), σ.10; Δημοκράτης, ‘Η Ανεργία’, 21 Ιουλίου 1948.

[5] A. Avraamides, ‘The Colonial Period – Labour Relations in Cyprus, 1931-1956, in J. H. Slocum (ed.) The Development of Labour Relations in Cyprus (Nicosia: Ministry of Labour and Social Insurance, 1972), σ. 32.

[6] Οπ. Παρ.

[7] CO 67/339/1, Labour Conditions in Cyprus in 1947 (Nicosia: Government Printing Office, 1948).

[8] Α. Φάντης, ‘Στον Αγώνα για Ψωμί, Εξουσία, Λευτεριά’, Δημοκράτης, Τεύχος 6, Νοέμβρης 1948.

[9] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σσ. 124-125.

[10] ‘The Defence of the Commonwealth: Memorandum by the Chiefs of Staff for the Cabinet Defence Committee on the General Requirements for Survival in a future War’, 7 March 1947 as seen in J. Kent (ed.), Egypt and the Defence of the Middle East 1945-1951, Part 1 (British Documents on the End of Empire Project, 1998); DEFE 6/4, JP (47) 137, ‘Report by Joint Planning Staff for the Chiefs of Staff Committee’, 4 November 1947.

[11] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ 1941-1991 (Λευκωσία: ΠΕΟ, 1991), σ. 144.

[12] Δημοκράτης, ‘Αμίαντος- Το Βατικανό του Κούκουλα’, 7 Αυγούστου 1948; CO 67/339/1, ‘Trade During 1947’ (Nicosia: Nicosia Printing Office, 1948), p. 5.

[13] W. Parry James, Annual Report of the Inspector of Mines for the Year 1947 (Nicosia: Government Printing Office, 1948).

[14] Δημοκράτης, Ο Αγώνας των Αμιαντωρύχων και τα Τεράστια Κέρδη της Εταιρείας Αμιάντου, 12 Αυγούστου 1948.

[15] Δημοκράτης, ‘Παναπεργία’, 13 Αυγούστου 1948.

[16] W. Parry James, Annual Report of the Inspector of Mines for the Year 1950 (Nicosia: Government Printing Office, 1951).

[17] Δημοκράτης, ‘Τα Χθεσινά Δραματικά Γεγονότα στο Μεταλλείο Αμιάντου’, 3 Αυγούστου 1948.

[18] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 473.

[19] Δημοκράτης, ’28 Στελέχη του Λαϊκού Κινήματος στο Δικαστήριο’, 4 Αυγούστου1948.

[20] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Εργατών Αμιάντου Συνεχίζεται’, 4 Αυγούστου 1948.

[21] Δημοκράτης, ‘Άρχισαν από την Κυριακή Διαπραγματεύσεις στον Αμίαντο’, 17 Αυγούστου 1948.

[22] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ 1941-1991 (1991), σσ. 144-149.

[23] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Οικοδόμων η πιο Σοβαρή Μάχη του ‘48’, 19 Αυγούστου 1948.

[24] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Οικοδόμων- Ποίοι είναι οι Παράγοντες της Νίκης’, 25 Αυγούστου 1948.

[25] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 490.

[26] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 488.

[27] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ (1991), σ. 150.

[28] Οπ. Παρ.

[29] Οπ. Παρ., σ. 152.

[30] CO 537/4041, Political Situation Report in Cyprus During the Month of September 1948, σ. 1. Οι σχέσεις της παρακρατικής οργάνωσης «Χ» που στεγαζόταν στη Λευκωσία στο Σωματείο του Ολυμπιακού με την αποικιακή αστυνομία είναι καλά καταγραμμένες στο Cyprus White Paper το οποίο εκδόθηκε τον Δεκέμβρη του 1948 και το οποίο υπέγραψαν ο Γ. Γ. του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού, ο Γ. Γ. του ΑΚΕΛ, ο Γ. Γ. της ΠΕΟ, ο Γ. Γ. της ΑΟΝ, ο Γ. Γ. της Ένωσης Αγροτών Κύπρου, ο Γ. Γ. της Παγκύπριας Ένωσης Μικροκαταστηματαρχών, όπως και οι Δημάρχοι Λάρνακας, Αμμοχώστου, Μόρφου, Λαπήθου, Καραβά και Λευκονοίκου και ο Αντιδήμαρχος Λεμεσού.

[31] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 495.

[32] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 496.

[33] CO 67/360/5, The Internal Security Situation in Cyprus, 25 November 1948, σ. 6.

[34] Δημοκράτης, ‘Λύεται η Απεργία των Οικοδόμων Λευκωσίας. Υπογράφτηκε Χθες η Συμφωνία Μεταξύ των Ενδιαφερομένων’, 19 Δεκεμβρίου 1948.

[35] Δημοκράτης, Στην Αυτοκυβέρνηση κι από την Αυτοκυβέρνηση στην Ένωση Τίποτα δε θα Σταματήσει το Λαό μας για να Κερδίσει: Εξουσία, Ψωμί, Λευτεριά- Ολόκληρη η Ιστορική Ομιλία του Γ. Γ. του ΑΚΕΛ φ. Φιφή Ιωάννου’, 3 Αυγούστου 1948.

*Αρχική Δημοσίευση, 8 Αγούστου 2017

The post Ο ιστορικός εργατικός Αύγουστος του 1948 appeared first on Αγκάρρα.

Cypriot Consciousness

By Syspirosi Atakton

Note: The translation of the text was done in the framework of the documentary TONGUE –
(https://www.facebook.com/tonguefilm/?fb_…LnadcjU02Q)

Cypriot Consciousness

By Costis Achniotis
Within The Walls, Issue 35, September 1988

This text is my lecture for the event that our magazine has organized at Famagusta Gate. At the same event Mehmet Yiaşin spoke about the “Turkish Cypriot identity in literature”. We will publish Yiasin’s presentation in the next issue in which there will be a feature on Turkish Cypriots. We will also answer to some articles published in the newspapers about our event there.
____________________________________________________________________________

Firstly, I clarify that I understand the definition of collective consciousness (and its contents) not as stable and unchangeable and of course I do not give it the dimension of a natural order. Collective consciousness just as any social concept is changeable and follows the shifting needs of of a society.

This changeability of course is not at all mechanic. The superstructure can drastically act on social evolution. For example the appearance of industries shapes the totality of workers that are possible to become carriers of labor consciousness. Labor consciousness is potentially common for all nations and can determine the totality of the workers of the world. Of course, this understanding is macroscopic. Other factors (individual consciousness) act and shape opposing subtotalities.

For the purpose of this text, I call Cypriot Consciousness, the consciousness of the Cypriot Independence. Therefore, its carrier is anyone who understands Cyprus and its people as an independent entity and strives as a consequence for the protection of the corresponding state institution, the Independent Cypriot State.

Of course the understanding of Cypriot Independence is basically a subject that has not been studied neither historically nor sociologically, nor politically, and this stands for both communities. And it is entirely natural as since the 50’s the consciousness for Enosis (Union with Greece[1]) and for taksim (separation[2]) were entirely dominant. Regardless of the acceptance of this so-called Independence in 1960, the governing teams of both communities were (or were acting like) for Enosis or for taksim. Therefore only this version of history was projected with its corresponding ideological response. It is indicative how misguiding history is in Greek-Cypriot schools.

So it is not easy to realise that CPC (Communist Party of Cyprus) took an anti-union stand. I will quote an excerpt:
“…CPC sees as its duty to protest by any means, firstly against local English government which due to its indifference contributes in the intensification of intercommunal hate between the citizens of Cyprus and secondly against the fraudulent leaders of this place which spoke and will speak in the name of the Cypriot people. DOWN WITH ENOSIS – LONG LIVE THE INDEPENDENCE OF CYPRUS – LONG LIVE THE PROLETARIATS OF THE WORLD (Neos Kosmos, 25.4.1925)

We see that the understanding for Independence was already in combination with the effort to escape bicommunal conflicts.

Of course there is no doubt that since then, up until the categorical acceptance of “Enosis and only Enosis” by AKEL after about 25 years of inaptitude, the folk sentiment of the Greek-Cypriot community was all the more oriented toward Greece. The Turkish-Cypriot minority seems to have lagged behind in terms of following the developments and eventually takes a position after EOKA’s struggle. When AKEL leaned toward Enosis, the Trotskyist Party of Cyprus (which was a small communist organisation) criticized them harshly, as they saw independence as a self-government of the oppressed classes, without mentioning the Turkish-Cypriot community.
I quote an excerpt:

“COMRADES,
May this year’s 1st of May find us on the frontlines of the struggle for the handing down of power to our people, for SELF-GOVERNMENT. The traitorous abandonment of the position for Self-government on the part of the stalinist leadership and the adoption of the position for Enosis should make us come to our senses. We ourselves must stop the poisoning by Enosis. We must make the ill-fated leaders of our laborer’s organisations get on the right track of serving workers’ benefits. If they deny, we should set them aside and keep moving forward in a new polemic, with class-awareness and decisive leadership for the struggle for the handing down of power to the workers and farmers. Enosis can provide us neither better working conditions nor better wages, nor can it ensure our social emancipation. It will merely exchange our chains. Nothing more, nothing less.

WORKERS, FARMERS, OPPRESSED,
Move forward in the struggle for our emancipation. The struggle for our economic and political demands. The battle for the improvement of our working conditions and Social Security. For the creation of more jobs for the unemployed. For unemployment benefits. For the organisation and class awareness of all of the oppressed. For SELF-GOVERNMENT. For a Government of Workers – Farmers, that feels for the worker and protects the farmer. For the complete national and social liberation.”

In this text there is no mention of Turkish-Cypriots. But in the municipal elections the idea of proportionate representation of Turkish-Cypriots is projected from the candidates of this party and at the same time the request for Enosis is condemned in exchange for the request for Self-Government. The request for Enosis is considered a request which is entirely bourgeois (Ergatis, 15 May 1949).

The organisation of Trotskyists broke up and got dismantled soon after. One of the reasons is that a fraction of the members becomes for Enosis as one can witness through the conversational essays in it’s later editions.

We can see that briefly before the 50s, the Greek-Cypriot left tends to ambiguously want independence without always condemning Enosis and combines this demand with an intense worker’s politics (it is not by chance that the last labour struggles happened back then) and an understanding of danger that is included in a possible intercommunal conflict (and certainly other reasons such as geopolitical ones).

I do not know whether you, like myself, see that history actively justified the dears of the leftists of the era.

Whereas the Greek-Cypriot community votes for “Enosis and only Enosis” as one in 1950, and for the entire decade it leaves no space for anything else, I suppose that hidden within the bourgeois class exist thoughts for independence, because of course it cannot be by chance that Makarios gave that infamous interview in 1957 or that the national council of the time takes part, even in disagreement, in the negotiations in Zurich and London.

In making a report of the 50s, we can in summary say that the entire revolutionary force of the Cypriot people, Turkish Cypriot and Greek Cypriot, was wasted on marginalising the conscious participation of the working class, in order for an intercommunal conflict to be built and for neither self-government nor Enosis but for dependence to be given.

This is why Cypriot Consciousness is always a newborn consciousness. It has never overcome the stage of infancy. In consequence, its face is marked by the sorrow of profound old-age and the main sentiment that it can feel is the uncertain pain of existence. Cypriot Consciousness exists trampled under the feet of its adversaries who are caught in an infinite hand-to-hand battle. From the point of view of where it exists, on the ground, it sees them as enormous giants. Regardless of the constant trampling, the Cypriot Consciousness is saved by the fact that none of the giants is entirely dominant. Otherwise the Cypriot Consciousness would be lost.

The Cypriot Consciousness thinks itself weak. That’s why it plays possum, waiting for better days.

The Cypriot Consciousness is weak and humble. It knows it and doesn’t go to battle. It settles for cackling at the weakness of its far stronger adversaries who are nonetheless also too weak to impose their own order of things. In its ears the voices echo like empty words and fanfare.

Cypriot Consciousness has the arrogance of the marginals.

 

[1]. The dominant Greek Cypriot Discourse which called for union with Greece.

[2].  The dominant Greek Cypriot Discourse which called for complete separation of the two communities.

❌