One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

By stasis1

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

“Ανταμώσανε, κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ΄ απ΄ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ενώσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ΄ του κανονιού τη μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά.
Σ΄ ένα νησί, σε μια πατρίδα μοιρασμένη
απλώνει ο Τουρκοκύπριος τ΄ αδικημένο χέρι
σφίγγει μ΄ αγάπη χέρι Ελληνοκυπριακό
άνθρωπε του νότου αδέρφι μου!
Του βορρά άνθρωπε αδελφέ μου!
Σφίγγουν τα χέρια μ΄ αγάπη
στο συναπάντημα της Λευτεριάς.”

Γιώργος Φράγκος

ÖZGÜRLÜK BULUŞMASI

Buluştular,
ihanete uğramış bir tarihin gölgesi
ve sakat kalmış bir geçmişin örtüsü altında
birleşti elleri, birleşti yürekleri
açtılar kucaklarını ve filizlendi çiçekler
Kırmızı bir gül bitiverdi topun ağzında
Süngü filizlendi ve karanfil oluverdi
Bir adada,
bölünmüş bu vatanda,
uzatarak Kıbrıslıtürk haksızlığa uğramış elini
sevgiyle sıkıverdi Kıbrıslırumun elini
güneyin insanı kardeşim!
kuzeyin insanı kardeşim!
sıkılıyor eller sevgiyle
özgürlük buluşmasında

Yorgos Frangos

 

 

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Δεύτερο Μέρος

By stasis1

Οι οικονομικοί λόγοι έπαιξαν σημαντικό, αν όχι κρίσιμο, ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τουρκικό οικονομικό σύστημα βασιζόταν σε δυτικά μοντέλα και εξαρτώταν έντονα από την αμερικανική οικονομική βοήθεια. Κατά την περίοδο 1947-1961, η Τουρκία έλαβε 1.862 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής ενίσχυσης και 1.394 εκατομμύρια δολάρια οικονομικής ενίσχυσης από τις ΗΠΑ. Κι όταν ο [Αντνάν] Μεντερές βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χρεοκοπία το 1958, αποδέχτηκε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλλε διεθνές κονσόρτιουμ το οποίο αποτελούσαν οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών και το ΔΝΤ. Σε αντάλλαγμα, το κονσόρτιουμ έθεσε νέα χρονοδιαγράμματα για την αποπληρωμή των δανείων της Τουρκίας και της παρείχε οικονομικό πακέτο βοήθειας ύψους 359 εκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μεντερές προσπάθησε να συνδέσει την οικονομική της πολιτική με τη Δύση μέσω της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [ΕΟΚ]. Το 1959, η Τουρκία κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση του στάτους χώρας συμβαλλόμενης με την ΕΟΚ. Στις αρχές όμως του 1960, η οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στην Τουρκία πέρασε σε ύφεση και οι ηγέτες της Άγκυρας άρχισαν να σκέφτονται την επαναπροσέγγιση με τους Σοβιετικούς, ώστε να βρουν οικονομική βοήθεια. [9]

Η μετατόπιση της Τουρκίας στην εξωτερική της πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς αν δε λάβουμε υπόψη συστημικούς παράγοντες. Καθώς έγινε σαφής η σοβιετική ισοδυναμία σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, η νατοϊκή πολιτική της “μαζικής κλίμακας αντεκδίκησης” αντικαταστάθηκε από την αρχή της “ευέλικτης ανταπόκρισης.” Αυτό το γεγονός, και το ζήτημα που έθεσε αυτό για το ρόλο χωρών στις πτέρυγες του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου, οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να βελτιώσει και να αυξήσει τις σχέσεις της με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Τρίτου Κόσμου, ώστε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις οικονομικές και πολιτικές της δυνατότητες. Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος αντικατέστησε τον Ινονού ως ηγέτης του κόμματός του τον Μάη του 1972, θεωρούσε ότι η Τουρκία μπορούσε να υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική απέναντι στις υπερδυνάμεις που να είναι προδραστική, σε αντίθεση με την επιφυλακτική πολιτική του Ινονού. Δεν ετίθετο ζήτημα εγκατάλειψης των συμμαχιών της Τουρκίας όπως ήταν το ΝΑΤΟ και η CENTO, εντός όμως των συμμαχιών αυτών, η Τουρκία θα ακολουθούσε πολιτική σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τα δικά της εθνικά συμφέροντα. [10]

Επιπρόσθετος παράγοντας υπήρξε η πιο ευέλικτη και λιγότερο αυστηρή σοβιετική εξωτερική πολιτική που αναδύθηκε μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953. Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης με τους γειτονικούς λαούς (Άραβες, Τούρκους, Ιρανούς) και με χώρες που είχαν διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η νέα σοβιετική ηγεσία παραιτήθηκε των εδαφικών της απαιτήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, καθώς και της επιθυμίας της να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου. Τον Απρίλη του 1960, ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές συμφώνησε στην ανταλλαγή επισκέψεων με τον Χρουστσόφ, ως αποτέλεσμα της τουρκικής κυρίως ανάγκης για οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, ο Μεντερές ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μάη του 1960, το οποίο έφερε τέλμα στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΣΣΔ για άλλα τέσσερα χρόνια.

Το πραγματικό ξεπάγωμα των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ ξεκίνησε μετά την κυπριακή κρίση του 1964 και την πτώση του Χρουστσόφ από την εξουσία τον Οκτώβρη του ίδιου έτους. Ο Χρουστσόφ είχε φιλικές σχέσεις με τον Μακάριο, καθώς τον έβλεπε ως τον μόνο που μπορούσε να εξασφαλίσει αδέσμευτο και ανεξάρτητο στάτους για την Κύπρο. Η νέα όμως σοβιετική ηγεσία έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Φεριντούν Ερκίν επισκέφθηκε τη Μόσχα στα τέλη του Οκτώβρη του 1964· το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε στο τέλος της επίσκεψής του δήλωνε ότι και οι δύο χώρες σέβονταν την ανεξαρτησία της Κύπρου και αποδεχόντουσαν “τα έννομα δικαιώματα των δύο εθνικών κοινοτήτων.”[11] Η μετατόπιση της Σοβιετικής Ένωσης προς την Τουρκία επιβεβαιώθηκε στις 21 Γενάρη του 1965, όταν ο σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Γκρομίκο δήλωσε πως οι δύο κυπριακές “εθνικές κοινότητες … μπορούν να επιλέξουν ομοσπονδιακή μορφή διακυβέρνησης” [12]. Σαφώς, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ευχαριστήθηκαν με αυτή την εξισορροπιστική προσέγγιση, την οποία δικαίως θεώρησαν ως εξέλιξη υπέρ τους. Ανταποκρίθηκαν σε αυτή αρνούμενοι να συμμετάσχουν στην νατοϊκή πολυεθνική δύναμη. Η δημιουργία της ήταν κάτι στο οποίο αντιτίθετο σφοδρά η Σοβιετική Ένωση, καθώς θα συνέδεε τη Δυτική Γερμανία με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Το Δεκέμβρη του 1965, όταν το κυπριακό ζήτημα συζητήθηκε στη Γενική Συνέλευση [των Ηνωμένων Εθνών], το παγκόσμιο σώμα έφτασε στην ως τότε πιο κατηγορηματική δήλωση υπέρ της ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, καθώς και της αντίθεσης σε οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση στα εσωτερικά του νησιού. Όμως η απόφαση είχε και 54 αποχές. Ανάμεσά τους ήταν η Σοβιετική Ένωση και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη. [13]

Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλεξέι Κοσίγκιν στην Άγκυρα το Δεκέμβρη του 1966, οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Τουρκίας πήραν τη μορφή στενότερων οικονομικών δεσμών. Οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι η οικονομική βοήθεια προς, καθώς και οι ομαλές οικονομικές σχέσεις με λιγότερο αναπτυγμένες χώρες θα μπορούσαν να εξαλείψουν σταδιακά τη δυτική πρωτοκαθεδρία, ενώ θα άνοιγαν και τις προοπτικές αύξησης της σοβιετικής επιρροής. Οι τουρκικές εξαγωγές προς και εισαγωγές από το Ανατολικό μπλοκ αυξήθηκαν ραγδαία, και το μερίδιό τους στο συνολικό εμπόριο της Τουρκίας αυξήθηκε από 7% το 1964 σε 13% το 1967. Το 1967, ο Ντεμιρέλ επισκέφθηκε τη Μόσχα και οι Σοβιετικοί συμφώνησαν στην οικοδόμηση αρκετών βιομηχανικών μονάδων στην Τουρκία, περιλαμβανομένου χαλυβουργείου, μονάδας επεξεργασίας αλουμινίου, και διυλιστηρίου. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Τουρκία είχε γίνει αποδέκτης περισσότερης Σοβιετικής οικονομικής βοήθειας από κάθε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου. [14] Το 1972 και το 1978, τα δύο κράτη υπέγραψαν δήλωση “αρχών καλής γειτονίας” και “πολιτικό έγγραφο” φιλικών σχέσεων.

Η κυπριακή κρίση το καλοκαίρι του 1974

Οι περιστάσεις γύρω από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου με στήριξη της ελληνικής χούντας και των τουρκικών εισβολών του Ιούλη και του Αύγουστου του 1974 έχουν εξεταστεί αναλυτικά αλλού. [15] Εδώ θα εστιάσουμε στην τουρκική στρατηγική και τα τουρκικά κίνητρα, καθώς και στη σοβιετική στάση απέναντι στις εισβολές. Στη συνάντηση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της 15ης Ιούλη, ο Υπουργός Οικονομικών Ντενίζ Μπαϊκάλ δήλωσε ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο είχε καταστεί αναπόφευκτη. Ως αποτέλεσμα της ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου, οι αντιδράσεις των υπερδυνάμεων στις περιφερειακές κρίσεις είχαν αλλάξει. Αντί να παρεμβαίνουν, οι υπερδυνάμεις είχαν αρχίσει να καθησυχάζουν τους συμμετέχοντες σε περιφερειακές συγκρούσεις, και τα κράτη τα οποία έπαιρναν την πρωτοβουλία και δημιουργούσαν τετελεσμένα είχαν πλέον πλεονεκτική θέση. Κατόπιν, ο Μπαϊκάλ παρατήρησε:

Η σημαντικότερη διάσταση του σημερινού πραξικοπήματος δεν είναι η εγκαθίδρυση του Σαμψών, δολοφόνου των Τούρκων και των Βρετανών, αλλά το ότι καθιστά αναπόφευκτο η Ελλάδα να γίνει γείτονάς μας προς νότον. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί.

Ο Ετσεβίτ συμφώνησε με τις παρατηρήσεις του Μπαϊκάλ και ισχυρίστηκε πως, ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος, η κεντρική και νότια Ανατολία βρισκόντουσαν πλέον εντός του βεληνεκούς της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Τα λόγια αυτά αποδεικνύουν ότι το βασικό κίνητρο της Τουρκίας ήταν στρατηγικό. Η πρώτη εισβολή της Τουρκίας στις 20 Ιούλη αποτελούσε εφαρμογή μιας εκδοχής των σχεδίων Άτσεσον, με τον τουρκικό στρατό να καταλαμβάνει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες στον άξονα Κερύνειας-Λευκωσίας. Φαίνεται πως ο τουρκικός στρατός αυτό το είδε ως μεγάλη ευκαιρία να διχοτομήσει την Κύπρο, με τον μακροπρόθεσμο στόχο να θέσει υπό τον στρατηγικό του έλεγχο ολόκληρο το νησί. Η Κύπρος ήταν η πύλη εισόδου στη νότια πτέρυγα της Τουρκίας και ο έλεγχός της σήμαινε έλεγχο ολόκληρης της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου. Αντίστροφα, η Κύπρος, είτε ως ανεξάρτητη, είτε σε ένωση με την Ελλάδα, θα έβαζε την Ελλάδα σε πλεονεκτική γεωστρατηγική σχέση σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των αέριων και θαλάσσιων επικοινωνιών. Με τα λόγια του Υπουργού Εξωτερικών Γκιουνές στο Κοινοβούλιο, στις 22 Μάη 1974, η Τουρκία επιζητούσε να ζήσει ειρηνικά με την Ελλάδα, αλλά “ακριβώς για αυτό το λόγο, δε θα επιτραπεί στην Ελλάδα να σιγοτρώει τα τουρκικά συμφέροντα με κανένα τρόπο, ούτε να ανατρέψει την ισορροπία ανάμεσα στις δύο χώρες.” [16]

Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στη Γενεύη, η Τουρκία εξαπέλυσε δεύτερη, μεγάλης κλίμακας εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974, καταλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο του κυπριακού εδάφους και δημιουργώντας τεράστιο προσφυγικό ζήτημα, καθώς περίπου 250.000 κύπριοι εκτοπίστηκαν δια της βίας. Η δεύτερη τουρκική εισβολή αναμφίβολα υπονόμευσε το τουρκικό επιχείρημα ότι η δράση της Τουρκίας αποσκοπούσε στην προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας του νησιού από τους έλληνες εθνικιστές. Μάλλον, η τουρκική δράση έκανε τη διεθνή κοινότητα να πειστεί να ακολουθήσει την ισορροπημένη ελληνική πρόταση ότι οι επεμβάσεις ήταν ανήθικες και επίσης εντελώς παράνομες από τη σκοπιά του διεθνούς Δικαίου και της Ιδρυτικής Συμφωνίας του 1960. [17]

Εκτός των κριτηρίων σχετικών με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική, η απόφαση Ετσεβίτ να εισβάλλει στην Κύπρο επηρεάστηκε ακόμα από την πεποίθησή του ότι η Τουρκία είχε μοναδική ευκαιρία τη φορά αυτή να δράσει προδραστικά και να δημιουργήσει τετελεσμένα, με εύλογες προοπτικές για θετική έκβαση. Ο αμερικανός Υπουργός Εσωτερικών Χένρι Κίσινγκερ δεν είχε διάθεση να φανεί ανταγωνιστικός προς την Τουρκία, συμμάχου μεγάλης στρατηγικής συμμαχίας για τις ΗΠΑ. Όπως είπε με κυνισμό στον πρόεδρο Φορντ, δεν υπήρχε “λόγος για τις ΗΠΑ η Τουρκία να μην καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου.”[18] Για να βοηθήσει μάλιστα την Τουρκία να πετύχει τους εδαφικούς της στόχους υιοθέτησε την προσέγγιση “βλέποντας και κάνοντας” και παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, ισχυρά αντίθετος με κάθε στρατιωτική επιλογή παρεμπόδισης των εισβολών. Δίνοντας πράσινο φως στην Τουρκία να χειριστεί την Κύπρο με το δικό της τρόπο, ο Κίσινγκερ ήλπιζε να αποκαταστήσει την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και να καθησυχάσει τους Τούρκους. Μετά την εισβολή, το αμερικανικό Κογκρέσο, εν μέρει υπό την πίεση του ελληνοαμερικανικού λόμπι και εν μέρει λόγω εγχώριων πολιτικών ζητημάτων, επέβαλλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στην Τουρκία. Όμως το εμπάργκο βρήκε αντίθετο τον πρόεδρο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον αμερικανικό στρατό. Άρθηκε εν μέρει στα τέλη του 1975 και ολοκληρωτικά το καλοκαίρι του 1978.

Το πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο τον Ιούλη του 1974 έπεισε τους σοβιετικούς ηγέτες ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών είχε ως στόχο την Ένωση, η οποία θα έφερνε την Κύπρο υπό τον στενό έλεγχο της Ελλάδας, και συνεπώς, του ΝΑΤΟ. Στην πρώτη της επίσημη δήλωση στις 16 Ιούλη 1974, η σοβιετική κυβέρνηση εξέφρασε τη στήριξή της στο λαό και στη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου, και απέδωσε την ευθύνη αποκλειστικά στους “έλληνες μιλιταριστές” και στο ΝΑΤΟ, που “ενέπνευσε τη δράση της ελληνικής χούντας.” [19] Παρόμοια, η δεύτερη δήλωση της σοβιετικής κυβέρνησης, η οποία εκδόθηκε δύο μέρες αργότερα, αναφερόταν σε “ορισμένους κύκλους του ΝΑΤΟ”, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν “μια ανεξάρτητη Κύπρο με μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική.” [20]

Όταν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στην Κύπρο, η Μόσχα τήρησε στάση μάλλον αμφίθυμη. Δεν στήριξε ούτε την τουρκική επέμβαση, ούτε το καθεστώς της Λευκωσίας. Αρχικά, έδειξε ικανοποίηση για τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης πως η εισβολή γινόταν για να “αποκατασταθούν οι συνταγματικές διαδικασίες” και να επιστρέψει στην εξουσία ο Μακάριος.[21] Παρόμοια, ο σοβιετικός Τύπος δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή ως λογική αντίδραση στις ελληνικές προθέσεις να προσαρτήσουν οι Έλληνες την Κύπρο και να την μεταβάλλουν σε βάση του ΝΑΤΟ. Στις 21 Ιούλη του 1974, η Πράβδα σχολίασε πως το κίνητρο της τουρκικής κυβέρνησης ήταν η ανάγκη προστασίας των τουρκοκυπρίων, και ότι η Τουρκία αποφάσισε την εισβολή μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε ειρηνική δίοδος επίλυσης της σύγκρουσης είχε εξαντληθεί. Επιπλέον, η Πράβδα αναπαρήγαγε την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης ότι το ΝΑΤΟ χρησιμοποιούσε την Κύπρο για να εδραιώσει την στρατιωτικο-στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, και συνέδεσε τις μηχανουργίες του ΝΑΤΟ με την ισραηλινή “επιθετικότητα” απέναντι στις αραβικές χώρες. [22] Ήταν σαφές ότι τους σοβιετικούς τους απασχολούσε πολύ περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων και η σταθερότητα στην περιοχή από ό,τι η μοίρα της Κύπρου.[23]

Γρήγορα, οι Σοβιετικοί συνειδητοποίησαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα δεν θα έφευγαν ποτέ από την Κύπρο και ότι ήταν ανεπιθύμητη [για την Τουρκία και τις ΗΠΑ] η επιστροφή του Μακάριου. Ωστόσο, συγκρατήθηκαν απ’ το να ασκήσουν κριτική, έστω και έμμεση, κατά της Τουρκίας ή των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης στις 28 Ιούλη παρατηρούσε ότι:

Ορισμένοι κύκλοι του ΝΑΤΟ εργάζονται προς την παρουσίαση τετελεσμένων διχοτόμησης της χώρας, ή τουλάχιστον δημιουργίας συνθηκών για μια τέτοια διχοτόμηση…Στην πραγματικότητα, υπάρχει προσπάθεια να παγιωθεί η κατοχή του νησιού, να κοπεί στα δύο, και αυτό μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. [24]

Στην ανακοίνωση 1.000 λέξεων της 22ης Αυγούστου δεν υπήρχε ούτε έμμεση αναφορά στον τουρκικό παράγοντα. Η κριτική ασκούνταν αφηρημένα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ:

H κατάσταση στην Κύπρο και γύρω απ’ την Κύπρο παραμένει τεταμένη. Οι μιλιταριστικοί κύκλοι του ΝΑΤΟ δεν έχουν σταματήσει τις προσπάθειές τους να εξαλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με αδέσμευτη πολιτική και να την διαμελίσουν, μετατρέποντας το κυπριακό έδαφος σε νατοϊκό φρούριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παίζουν ένα εγκληματικό παιχνίδι σε βάρος των συμφερόντων του κυπριακού λαού, χρησιμοποιώντας τα πιο αισχρά μέσα και παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών. Το πραξικόπημα και τον χονδροειδή στρατιωτικό ελιγμό τους διαδέχονται παρασκηνιακοί διπλωματικοί ελιγμοί πίσω από τις πλάτες του κυπριακού λαού, σε βάρος των συμφερόντων του. [25]

Ο βασικός γενικός σοβιετικός στόχος κατά τη διάρκεια της κυπριακής κρίσης ήταν να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία και να γίνει εκμετάλλευση των διαφορών Τουρκίας-ΗΠΑ. Άλλος σημαντικός στόχος ήταν η ΕΣΣΔ να έχει ρόλο σε κάθε διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος. Όμως η απόπειρα των Σοβιετικών να φέρουν άμεσα την κυπριακή κρίση στα Ηνωμένα Έθνη παρεμποδίστηκε αποφασιστικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη αποκλειστικά ανάμεσα σε μέλη του ΝΑΤΟ, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε το Συμβούλιο Ασφαλείας να στείλει αποστολή στην Κύπρο, η οποία να διαβεβαιώσει ότι τηρείται η κατάπαυση πυρός που συμφωνήθηκε στη Γενεύη. Η πρόταση δεν πήρε υποστήριξη από τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία. [26] Όταν έγινε η δεύτερη απόβαση, η Σοβιετική Ένωση καταδίκασε και πάλι την παρέμβαση του ΝΑΤΟ στα εσωτερικά της Κύπρου και υπογράμμισε την ανάγκη να τηρηθεί ο κανονισμός αρ. 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καλώντας σε κατάπαση πυρός και άμεσο τέλος στην ξένη στρατιωτική επέμβαση. [27] Μια εβδομάδα αργότερα, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε τη σύσταση, κάτω από την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, διευρυμένης συνέλευσης με θέμα την Κύπρο. Στη συνέλευση θα παρακάθονταν εκπρόσωποι όλων των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, συν αυτούς της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου. Όμως αργά το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, η Τουρκία απέρριψε την πρόταση κάθετα. Τέλος, στις 30 Αυγούστου, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε απόφαση με την κοινή στήριξη Αυστρίας, Γαλλίας και Βρετανίας, η οποία καλούσε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις και να εργαστούν στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών ώστε να λυθεί το προσφυγικό πρόβλημα.[28] Αυτή η απόφαση σηματοδότησε το οριστικό τέλος της κυπριακής σύγκρουσης του καλοκαιριού του 1974.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Άγκυρα θεωρούσε ότι η υποστήριξη των δυτικών της συμμάχων για την Κύπρο θα έκανε εφικτή μια διευθέτηση υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Στο δεύτερο μισό όμως της δεκαετίας του 1960, η Άγκυρα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η πλήρης ταύτισή της με τη Δύση ήταν σε βάρος των συμφερόντων της στην Κύπρο, και ότι έπρεπε να σπάσει τη διεθνή απομόνωση που αποτυπώθηκε τόσο ξεκάθαρα στην απόφαση, το 1965, των Ηνωμένων Εθνών υπέρ της κυπριακής ανεξαρτησίας και κατά κάθε εξωτερικής παρέμβασης ως παράνομης. Η βασική ώθηση για το νέο προσανατολισμό της Άγκυρας ήρθε από την επιστολή Τζόνσον προς Ινονού σχετικά με την Κύπρο. Επειδή ο Ινονού δημοσιοποίησε το γεγονός ότι η ακύρωση σχεδιασμένης απόβασης οφειλόταν στην αντίθεση των ΗΠΑ, η επιστολή αυτή είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση υιοθέτησε την “πολυδιάστατη” εξωτερική πολιτική, βασικό στοιχείο της οποίας ήταν η βελτίωση των σχέσεών της με πρώην αντιπάλους, περιλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης και των αραβικών εθνικιστικών κρατών.

Το 1974, η Τουρκία δεν παρενέβη στην Κύπρο για να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη του 1960, ούτε για να παρεμποδίσει το σχέδιο της ελληνικής χούντας για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ο βασικός της στόχος ήταν η αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Κύπρο με την κατάληψη του ενός τρίτου του νησιού και η παρεμπόδιση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου από τα σχέδιά του να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Σοβιετικοί, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, έδειξαν θετική προδιάθεση στα τουρκικά σχέδια και δεν πήραν πρωτοβουλίες για να σταματήσουν τις εισβολές. Οπωσδήποτε, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συντέλεσαν στη σοβιετική απραγία. Η σοβιετική στρατιωτική στήριξη δινόταν σε χώρες που είχαν δεσμευτεί στο σοσιαλισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Η Κύπρος ήταν αδέσμευτη χώρα με ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε όμως και δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, ενώ μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιούλη, βρισκόταν στα νύχια των Συνταγματαρχών της Αθήνας. Επιπλέον, οι Σοβιετικοί είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι η Κύπρος ανήκε στη δυτική σφαίρα συμφερόντων. Και δεν θα διακινδύνευαν άλλη μια στρατιωτική επέμβαση λίγους μήνες μετά την κρίση του Οκτώβρη του 1973 στη Μέση Ανατολή.

Σημειώσεις

[9] Μ. Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy…”, ό.π., σελ. 110-111.

[10] Bulent Ecevit, Dis Politica, Άγκυρα, Ajans Turk, 1976, σελ. 18.

[11[ Izvestiya, 7 Νοέμβρη 1964.

[12] Izvestiya, 22 Γενάρη 1965.

[13] ΟΗΕ, Έγγραφο A/5552/ADD.I.

[14] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ.118-119.

[15] I. Asmussen, Cyprus at War…, ό.π.· και J. Sakkas, “Conflict and Détente in the Eastern Mediterranean…”, ό.π.

[16] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ. 188-189.

[17] Ό.π., σελ. 176.

[18] Βλ. επιχειρήματα στο Vasilis Fouskas, “Reflections on the Cyprus Issue and the Turkish Invasions of 1974”, Mediterranean Quarterly, 12/3, 2001, σελ. 98-127.

[19] FRUS, Μνημόνιο συζήτησης Φορντ και Κίσινγκερ, 13 Αυγούστου 1974.

[20] Zayavlenie TASS, Pravda, 16 Ιούλη 1974.

[21] Ό.π., 18 Ιούλη 1974.

[22] Kipr: Vosstanovit’ Konstitutsionnii Poryadok, Pravda, 25 Ιούλη 1974.

[23] Zayavlenie Sovetskogo Pravitel’stva, Pravda, 21 και 28 Ιούλη 1974, 4 Αυγούστου 1974.

[24] Ό.π., 29 Ιούλη 1974.

[25] Soviet News, 3 Σεπτέμβρη 1974.

[26] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1787.

[27] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1794.

[28] ΟΗΕ, Έγγραφο S/ 11479.

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Πρώτο Μέρος

By stasis1

John Sakkas και Nataliya Zhukova
H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα
Les Cahiers Irice, 2013

[…]

Η σοβιετική πολιτική στην Κύπρο

Μετά την κυπριακή ανεξαρτησία, οι Σοβιετικοί άρχισαν, για μια σειρά λόγων, να ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τα κυπριακά πράγματα. Κατά παράδοση, επιδίωξή τους ήταν να αυξήσουν την επιρροή τους στην Ανατολική Μεσόγειο, περιοχή που συνέδεε τα εδάφη τους στη Μαύρη Θάλασσα με τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Η σημασία της Κύπρου στην περιοχή ήταν προφανής. Ήταν ο χώρος δύο σημαντικών βρετανικών βάσεων, στρατηγικής σημασίας για το ΝΑΤΟ, ενώ το πιο δυναμικό της πολιτικό κόμμα, το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ, ασκούσε σημαντική επιρροή στους ελληνοκύπριους. Επιπλέον, το κυπριακό ζήτημα παρείχε τη δυνατότητα στην ΕΣΣΔ να προκαλέσει ρήγματα στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η δυνατότητα να αποσπαστεί έστω και λίγο η Τουρκία από το ΝΑΤΟ φαινόταν εξίσου σημαντική στη Μόσχα όσο ήταν και το να παραμείνει αδέσμευτη η Κύπρος.

Η ΕΣΣΔ στήριξε σταθερά την συνέχιση της ύπαρξης μιας ενωμένης και αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου και αντιτέθηκε με συνέπεια στη διχοτόμηση – είτε ως εκπλήρωση της “ένωσης” με την Ελλάδα, είτε μέσω “διπλής ένωσης.” Η θεμελιακή λογική του Κρεμλίνου ήταν ότι η προσάρτηση τμήματος του νησιού στο έδαφος μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ θα αύξανε κατά πολύ τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως νατοϊκή βάση. Δεν υπήρχε πιο εφιαλτικό σενάριο για την ΕΣΣΔ. Εξάλλου, το νησί είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως βάση προώθησης των βρετανικών δυνάμεων στην εισβολή κατά της Αιγύπτου, το 1956. [1]

Για την κομμουνιστική υπερδύναμη, η κρίση του 1964 στην Κύπρο δεν ήταν τίποτε άλλο από νατοϊκό πρόσχημα για κατάληψη του νησιού. Στις 15 Αυγούστου, επίσημη σοβιετική δήλωση προειδοποιούσε ότι “αν γίνει ξένη ένοπλη εισβολή σε βάρος του κυπριακού εδάφους, η ΕΣΣΔ θα συνδράμει την Κύπρο στην υπεράσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της.” [2] Τον επόμενο μήνα, η ΕΣΣΔ δεσμεύτηκε να παραδώσει, και παρέδωσε, οπλισμό και εξοπλισμό αξίας 70 εκατομμυρίων δολαρίων ως τον Οκτώβρη του 1965. Το 1967, η Κύπρος εισήγαγε μεγάλο αριθμό τσέχικων όπλων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία παραστρατιωτικής δύναμης εντός της αστυνομίας. Ως τα τέλη του 1960, η Κύπρος και η ΕΣΣΔ είχαν εδραιώσει στενές διπλωματικές, εμπορικές και  πολιτισμικές σχέσεις, όπως τεκμαίρεται από τις ανεπίσημες ανταλλαγές, το άνοιγμα Σοβιετικού πολιτιστικού κέντρου στη Λευκωσία, το πολυάριθμο προσωπικό της Σοβιετικής Πρεσβείας και την αποδοχή μεγάλου αριθμού κυπρίων φοιτητών στην Σοβιετική Ένωση. [3]

Μετά την εδραίωση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Αθήνα, οι Σοβιετικοί ένιωσαν ότι η απειλή κατά των συμφερόντων τους στην Κύπρο δεν ήταν τόσο η Τουρκία όσο η Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις εξέφρασαν ανησυχία για την ανάμιξη εξωτερικών παραγόντων στα εσωτερικά της Κύπρου ή προειδοποίησαν για αυτή. Επίσης, συνέχισαν να βλέπουν τον Μακάριο ως τον νόμιμο ηγέτη. Τον Ιούνη του 1971, τον κάλεσαν για να παρακολουθήσει την ενθρόνιση του νέου πατριάρχη της Μόσχας και πάσης Ρωσίας, του Ποιμένος. Ο Μακάριος επισκέφθηκε τη Μόσχα, το Λένινγκραντ, το Ζαγκόρσκ, το Βόλκογκραντ και το Κίεβο, και συνομίλησε με τον Ποντγκόρνι και με τον Υπουργό Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο. Συζήτησαν, μεταξύ άλλων, για την κατάσταση των διμερών σχέσεων, το κυπριακό ζήτημα, και την κρίσιμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Η κοινή δήλωσή τους εξέφραζε την επιθυμία για ευόδωση των διακοινοτικών συνομιλιών με βάση “την πλήρη κυριαρχία και ενότητα του κράτους”. Το 1972, η κυβέρνηση της Κύπρου αποφάσισε να αυξήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Αυτό προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Ελλάδας και των ΗΠΑ. Τα όπλα στο τέλος παραδόθηκαν στην αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και έμειναν εκεί ως το 2001. [4]

Σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, η Σοβιετική Ένωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της κρατικής ασφάλειας της Κύπρου μέσα από τις γραμμές του ΑΚΕΛ, προστατεύοντας τον Μακάριο από δολοφονία. Επιπρόσθετα, το 1973, το ΑΚΕΛ παρέλαβε από την ΕΣΣΔ 140 χιλιάδες δολάρια μέσα από το Διεθνές Ταμείο ώστε να συνδράμει τις αριστερές εργατικές οργανώσεις. Και στις αρχές του Ιούλη του 1974, και μετά από αίτημα του ΑΚΕΛ, η ΕΣΣΔ απέστειλε κρυφά στην Κύπρο 100 όπλα και 2.500 φυσίγγια για να προστατέψει τους ηγέτες του κόμματος από τις προκλήσεις και την τρομοκρατία της ΕΟΚΑ-Β. [5]

Η επαναπροσέγγιση Τουρκίας-ΕΣΣΔ

Την περίοδο 1945-1960, κατά την οποία η τουρκική εξωτερική πολιτική κυριαρχούνταν από απόλυτη εξάρτηση από τη Δύση, τη διαδέχτηκε μια περίοδος απογοήτευσης με τη Δύση, καθυστερημένης ανακωχής με τα κράτη του Ανατολικού μπλοκ και προσπαθειών επαναπροσέγγισης με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (1960-70). Η σκληρή διπλωματική παρέμβαση του προέδρου Τζόνσον, τον Ιούνη του 1964, κατά των σχεδίων τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν ο καταλύτης που έσπρωξε την Άγκυρα να επαναξιολογήσει την εξωτερική της πολιτική. Οι ηγέτες της Τουρκίας αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι η ολική τους προσκόλληση στη φιλοδυτική συμμαχία σε ένα διεθνές σύστημα που άλλαζε ραγδαία είχε αφήσει τη χώρα σχεδόν απομονωμένη από την παγκόσμια κοινότητα.

Αρκετοί παράγοντες σχετικοί με το κυπριακό ζήτημα ανάγκασαν την Τουρκία να σκεφτεί το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης με την Σοβιετική Ένωση. Πρώτα από όλα, η Τουρκία ένιωσε ότι αν ανοιγόταν στην ΕΣΣΔ, αυτό θα ανησυχούσε τις ΗΠΑ και θα τις ανάγκαζε να ξανασκεφτούν τη στάση τους στο κυπριακό. Δεύτερον, η Τουρκία ήλπιζε ότι μπορούσε να κερδίσει τη στήριξη των Σοβιετικών ως προς τη θέση της για την Κύπρο και συνεπώς, να εξασφαλίσει τη στήριξη του κομμουνιστικού μπλοκ στα Ηνωμένα Έθνη. Τέλος, αναζητούσε στο ελάχιστο τη Σοβιετική ουδετερότητα, η οποία θα αρνούνταν στήριξη στις ελληνικές θέσεις.

Πέραν των επιδεινούμενων συνεπειών της κυπριακής κρίσης και της επιστολής Τζόνσον, υπήρχαν και άλλα προβλήματα στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, τα οποία ασκούσαν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση να επανεξετάσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ: το αυξανόμενο αντιαμερικανικό συναίσθημα στην Τουρκία, λόγω της αμερικανικής παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις (στρατιωτικές βάσεις και φήμες για μυστικές δραστηριότητες της CIA)· το “φιλελεύθερο” Σύνταγμα του 1961, το οποίο επέτρεπε την ελεύθερη συζήτηση της εξωτερικής πολιτικής ως πολιτικού ζητήματος· η ακραία πολυδιάσπαση του τουρκικού πολιτικού συστήματος κατά τη δεκαετία του 1960· η ριζοσπαστικοποίηση της τουρκικής νεολαίας και η εμφάνιση, για πρώτη φορά στην τουρκική ιστορία, ενός πραγματικού σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο απαιτούσε καταστροφή των δεσμών της Τουρκίας με τη Δύση και εξομάλυνση σχέσεων με τις αδέσμευτες και τις κομμουνιστικές χώρες [7]· και τέλος, η ακραία αμερικανική αντίδραση στην καλλιέργεια σπόρων οπίου στην Τουρκία.[8]

Σημειώσεις

[1] Andreas Stergiou, “Soviet Policy towards Cyprus”, The Cyprus Review 19/2, 2007, σελ. 83-106.

[2] Pravda, 16 Αυγούστου 1964.

[3] Για μια ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ από την σοβιετική οπτική, βλ. Boris Potskhveria, Foreign Policy of Turkey after the Second World War, Μόσχα, 1976· και Alexei Rodionov, Turkey. The Crossroads of Destinies, Μόσχα, 2006.

[4] Mikhail Oshlakov, The Freedom Saga. History of Modern Cyprus, Μόσχα, 2010, σελ. 164.

[5] Ρωσικό Κρατικό Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας (RGANI), 89/51/30.

[6] Suha Bolukbasi, The Superpowers and the Third World: Turkish-American Relations and Cyprus, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, University of Virginia, 1988, σελ. 89.

[7] Mustafa Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy: Changing Patterns and Conjunctures during the Cold War”, Middle Eastern Studies 36/1, Γενάρης 2000, σελ. 118.

[8] Για το θέμα αυτό, βλ. S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World, ό.π., σελ. 173-175· και James Spain, “The United States, Turkey and the Poppy”, Middle East Journal, τομ. 29, αρ. 3, Καλοκαίρι 1975, σελ. 297-299.

❌