One Radical Planet

🔒
❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

Ο ιστορικός εργατικός Αύγουστος του 1948

By Guest

Το έτος 1948 αποτέλεσε το χρόνο των πιο σκληρών αγώνων της Κυπριακής Εργατικής Τάξης, σύμφωνα με τον πρώην Γενικό Γραμματέα της ΠΕΟ, Ανδρέα Ζιαρτίδη.[1] Η εργατική τάξη της Κύπρου ήρθε σε μετωπική σύγκρουση- οικονομική, πολιτική και ιδεολογική- τόσο με την άρχουσα τάξη, ντόπια και ξένη, αλλά και με το αποικιακό καθεστώς και τους ανελεύθερους του νόμους. Το παρόν κείμενο θα καταπιαστεί, σαν επετειακό, με τον Αύγουστο του 1948 όπου το νησί έβραζε, όχι μόνο από τις θερμοκρασίες που παραδοσιακά χτυπούν κόκκινο, και ανάγκαζαν την αποικιακή κυβέρνηση να αποτραβηχτεί στα ορεινά, αλλά από την όξυνση της ταξικής αναμέτρησης, με επίκεντρο τις απεργίες των αμιαντωρύχων και των οικοδόμων. Παρόλο που ο Αύγουστος είναι συνυφασμένος με την ακινησία και τους αργούς καλοκαιρινούς ρυθμούς, εκείνος ο Αύγουστος, γεννημένος μέσα στις οξυμένες διεθνείς και τοπικές συνθήκες, έμελλε να σημαδέψει το Κυπριακό εργατικό κίνημα.

Μετά τη λήξη της πεντάμηνης απεργίας των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ το Μάη, σειρά στην επίθεση της εργοδοσίας πήραν τα άλλα κομμάτια της εμπροσθοφυλακής του Κυπριακού συντεχνιακού κινήματος, οι αμιαντωρύχοι και οι οικοδόμοι, τον Αύγουστο του 1948. Η μεν πρώτη των αμιαντωρύχων έληξε με νίκη της συντεχνίας μετά από ένα μήνα, η δε δεύτερη των οικοδόμων ξεκίνησε στις 26 Αυγούστου και έληξε στις 18 του Δεκέμβρη. Η σημασία των απεργιών του 1948, έγκειται στο ότι με το πλευρό της εκάστοτε εργοδοσίας συνασπίστηκε η ντόπια και ξένη αστική τάξη, τα κόμματα και οι εφημερίδες της Δεξιάς, η Εκκλησία αλλά και το ίδιο το αποικιακό καθεστώς, ενώ δίπλα στους απεργούς συστρατεύτηκε ολόκληρη η εργατική τάξη και η φτωχή αγροτιά και το κόμμα τους, το ΑΚΕΛ. Σε μια περίοδο έντασης του αντιαποικιακού αγώνα, κι ενώ η ντόπια αστική τάξη απέρριπτε λεκτικά την όποια συνεργασία με την αποικιακή κυβέρνηση, βρέθηκε ξαφνικά στην ίδια γραμμή πάλης με τους Άγγλους αποικιοκράτες, απέναντι στα πιο δυναμικά κομμάτια της Κυπριακής εργατικής τάξης.

Η επιρροή της Αριστεράς ποτέ δεν είχε εξαρτηθεί από την πρόσβαση στον κυβερνητικό μηχανισμό ή στις δομές εξουσίας της ελληνικής κοινότητας. Η παράταξη αντλούσε τη δύναμη της από την υποστήριξη την οποία της παρείχαν τα λαϊκά στρώματα τα οποία ήταν οργανωμένα στα κατά τόπους παραρτήματα των μορφωτικών συλλόγων, στα συνεργατικά ιδρύματα και κυρίως στις εργατικές συντεχνίες.[2] Προκειμένου να κατασταλεί η επιρροή της παράταξης ως συνόλου, έπρεπε να νικηθεί το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και μαζί του να επέλθει και η πολιτικό-ιδεολογική ήττα του ΑΚΕΛ. Άλλωστε, μέσα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής αναμέτρησης, μια σειρά ζητήματα τα οποία είχαν εκ πρώτης όψεως οικονομικό χαρακτήρα, συνδέονταν άρρηκτα με τον αντί-αποικιακό αγώνα.’[3]

Οι ταξικοί απεργιακοί αγώνες έγιναν μέσα σε συνθήκες έντονης ιδεολογικο-πολιτικής πόλωσης, τόσο εντός της Κύπρου όσο και διεθνώς. Παρόλο που οι δύο αυτοί παράγοντες αλληλοεπηρεάζονταν σε μια διαλεκτική σχέση, θα τους διαχωρίσουμε για χάρη της ανάλυσης. Το 1948 ήταν χρονιά οικονομικής κρίσης στη Βρετανία, μετά και την Κρίση της Μετατρεψιμότητας της Στερλίνας με το Δολάριο το καλοκαίρι του 1947. Η οικονομική κρίση μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1948, όπου η τάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ήταν η πτώση των μισθών λόγω της μείωσης των εξαγωγών, κυρίως προς τη Μεγάλη Βρετανία και η άνοδος της ανεργίας.[4] Κατά συνέπεια, οι εργοδότες στο νησί προσπάθησαν να πάρουν πίσω όλες τις κατακτήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος και της εργατικής τάξης συνολικά.

Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, και που το σημειώνουν οι Άγγλοι στα έγγραφα της εποχής, είναι ότι η ιστορία των μισθών στην Κύπρο, είναι μια ιστορία αγώνα δρόμου για να συμβαδίζουν με την αύξηση του κόστους διαβίωσης.[5] Ο πληθωρισμός την περίοδο 1947-1948 έφτασε το 24.5%, εκμηδενίζοντας έτσι το λαϊκό εισόδημα.[6] Επίσης, ο δείκτης για τις τιμές των τροφίμων πρώτης ανάγκης για την ίδια χρονική περίοδο, ανέβηκε κατά 19% κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη τη διαβίωση της εργατικής οικογένειας, αφού το μεγαλύτερο μέρος του μεροκάματου πήγαινε αμέσως σε τρόφιμα πρώτης ανάγκης.[7] Η μετωπική σύγκρουση του ’48, διεξήχθη μέσα σε πολύ αντίξοες οικονομικές συνθήκες για το εργατικό κίνημα, όπου έπρεπε από τη μια να διεκδικήσει τα τρέχοντα οικονομικά αιτήματα και από την άλλη να υπερασπιστεί τις παλαιότερες κατακτήσεις του, με κυριότερο το δικαίωμα στο συνδικαλισμό. Όπως αναφέρει άλλωστε και ο Ζιαρτίδης, ο χαρακτήρας του αγώνα ήταν αμυντικός.[8]

Στις διεθνείς εξελίξεις το 1948 έχουμε την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου μετά την απόσπαση σειράς χωρών της Ανατολικής Ευρώπης από το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Στην Ελλάδα, ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και της ελληνικής κυβέρνησης που υποστηριζόταν από τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν στην πιο κρίσιμη του καμπή. Όλα αυτά είχαν άμεσο αντίκτυπο στο νησί, αφού είχαν γεννήσει ένα έντονο αντικομμουνισμό. Ο εθνικισμός της Δεξιάς εκφραζόταν υπό τη μορφή του αντικομμουνισμού και το κύριο του χαρακτηριστικό ήταν η έντονη και βίαιη αντίθεση προς το μαζικό λαϊκό κίνημα, των ταξικών συντεχνιών και αγροτικών οργανώσεων.’[9]

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα, είχαν και μια άλλη επίδραση στην Κύπρο, που αφορούσε τις Κυπριακές εθνικές φιλοδοξίες. Μια μελλοντική σοσιαλιστική Ελλάδα, σε συνδυασμό με ένα ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα στην Κύπρο, ήταν κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί, αφού το νησί είχε αποκτήσει σημαντική στρατηγική σημασία για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και οποιεσδήποτε εσωτερικές εξελίξεις θα είχαν άμεσες επιπτώσεις σε ολόκληρη την περιοχή. Η απώλεια του κράτους κατ’ εντολή της Παλαιστίνης και η άτακτη φυγή των Βρετανών από εκεί, η αποχώρηση των Βρετανικών στρατευμάτων από την Κυρηναϊκή, και τέλος η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση για την ανανέωση της Αγγλο-Αιγυπτιακής Συνθήκης του 1936, είχαν ως αποτέλεσμα την επισφαλή θέση της Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Συνέπεια των εξελίξεων στην περιοχή, ήταν η Κύπρος να παραμείνει το μοναδικό στρατηγικό σημείο στην περιοχή για τα Βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικά, σε δύο διαφορετικά σημειώματα των Αρχηγών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Chiefs of Staff Committee) και της υποεπιτροπής Joint Planning Staff το Μάρτη και Νοέμβρη του 1947, τόνιζαν τη σημασία του να διατηρηθεί η επικυριαρχία της Βρετανίας στην Κύπρο.[10]

Ήδη από τον Ιούνη, η Συντεχνία αμιαντωρύχων είχε υποβάλει στη διεύθυνση της Tunnel Asbestos Company, εταιρεία Αγγλο-Δανικών συμφερόντων, τα αιτήματά της. Αυτά προνοούσαν αύξηση κατά 5% στα μεροκάματα, αναγνώριση της Επιτροπής Εργατικών Διαφορών, αυξημένη πληρωμή της υπερωρίας, ώστε να υπολογίζεται η μια ώρα μιάμιση τις καθημερινές και η μια ώρα δύο τις Κυριακές.[11] Σε αυτά τα αιτήματα προστέθηκε και η επαναπρόσληψη των απολυμένων εργατών, όταν τον Ιούλη η εταιρεία απέλυσε εκδικητικά 15 συνδικαλιστές, λόγω του ότι η ΠΕΟ είχε καταφέρει να εκλέξει την Επιτροπή του Ταμείου Ιατρικής Περίθαλψης. Η εταιρεία απέρριψε όλα τα αιτήματα της συντεχνίας και αρνήθηκε την όποια συζήτηση με αυτή, υπολογίζοντας και στην υποστήριξη που θα είχε από το αποικιακό καθεστώς, αλλά και τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς των «νεοσυντεχνιακών» της ΣΕΚ. Αυτοί οι υπολογισμοί της εταιρείας δεν ήταν αβάσιμοι αφού υπήρχε το χρήσιμο προηγούμενο της απεργίας των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ, όπου τόσο το αποικιακό καθεστώς όσο και η ντόπια αστική τάξη με τους μηχανισμούς τους έδρασαν ανοικτά υπέρ της εταιρείας. Συνεπώς, στις 2 Αυγούστου, η συντεχνία κήρυξε την έναρξη της απεργίας με τις εργασίες στο μεταλλείο να σταματούν.

Η Tunnel Asbestos Co. Κατείχε προπολεμικά βαρύνουσα θέση στην ντόπια παραγωγική διαδικασία, κάτι που προσπάθησε να ανακτήσει με την επανέναρξη κανονικών παραγωγικών συνθηκών το 1945. Η εταιρεία στη μεταπολεμική περίοδο μπήκε δυναμικά στην εξόρυξη και εξαγωγή αμιάντου. Στηριζόμενη στην ψηλή παγκόσμια τιμή του αμιάντου, λόγω της αυξημένης ζήτησης για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης, γρήγορα ξεπέρασε τις προπολεμικές εξαγωγές της σε αμίαντο, τόσο σε όγκο αλλά και σε αξία. Παρόλο που η εξόρυξη και επεξεργασία του αμιάντου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην τοπική παραγωγική διαδικασία και συγκεκριμένα στον τομέα των κατασκευών, η εταιρεία προτιμούσε το μεγαλύτερο μέρος του επεξεργασμένου αμίαντου να το εξάγει στη Δανία, Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι, ενώ το 1938 εξάχθηκαν 5578 τόνοι επεξεργασμένου αμίαντου αξίας £110.000, αμέσως με το τέλος του πολέμου το 1945, η εταιρεία κατάφερε να εξάγει 3445 τόνους επεξεργασμένου αμιάντου αξίας £120.000.[12] Το 1945 οι εξαγωγές αμιάντου σε αξία αντιπροσώπευαν το 35.6% από τις συνολικές Κυπριακές εξαγωγές μεταλλεύματος, σε αντίθεση με την προπολεμική περίοδο (1938), που αυτές μετά βίας ξεπερνούσαν το 7% της συνολικής αξίας εξαγόμενου μεταλλεύματος από την Κύπρο. Για να καταλάβουμε τη σημασία των εξαγωγών μεταλλευμάτων της Κύπρου, το 1938 αυτές οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 53% όλων των εξαγωγών του νησιού. To 1947, εξάχθηκαν 7021 τόνοι αμιάντου αξίας £280.000, που αντιπροσώπευε το 12.1% των μεταλλευτικών εξαγωγών σε αξία από την Κύπρο και αντίστοιχα το 4.4% των συνολικών εξαγωγών της Κύπρου.[13]

Η εταιρεία μπόρεσε, παρόλη την απόλυτη άνοδο στα εργατικά της κόστη, να καρπώνεται σε κέρδος τις υψηλές μεταπολεμικές τιμές του επεξεργασμένου αμίαντου.[14] Σε αυτό συνέτειναν δυο παράγοντες. Ο πρώτος, που δείχνει και την άψογη συνεργασία της αστικής τάξης με το αποικιακό κράτος, ήταν το γεγονός ότι το 1947 η κυβέρνηση μείωσε τα μεταλλευτικά δικαιώματα που πλήρωνε η εταιρεία από 5% πάνω στην αξία του εξαγώμενου μεταλλεύματος στο 1.5%.[15] Ο δεύτερος παράγοντας ήταν οι πρώτες μεταπολεμικές κεφαλαιακές επενδύσεις της εταιρείας που έγιναν το 1950-1951 και που βοήθησαν στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.[16]

Από την πρώτη κιόλας μέρα της απεργίας, η υπόθεση των αμιαντωρύχων έγινε υπόθεση ολόκληρης της εργατικής τάξης, αφού η αστυνομία προσπάθησε βίαια να διαλύσει την πορεία των απεργών προς τα γραφεία της εταιρείας, τραυματίζοντας έξι εργάτες. Σαν απάντηση, οι απεργοί προχώρησαν στην κατάληψη διάφορων μύλων της εταιρείας και πάλι όμως η αποικιακή αστυνομία προστάτευσε το ξένο κεφάλαιο, αφού βίαια κατέστειλε τις καταλήψεις και προχώρησε στη σύλληψη 51 εργατών.[17] Από εκείνη τη στιγμή, ο αγώνας των αμιαντωρύχων έγινε αγώνας για να αναγνωριστεί η συντεχνία και να διασφαλιστούν τα στοιχειώδη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Μόλις έγιναν γνωστές οι αστυνομικές βιαιότητες και η αυθαιρεσία της εταιρείας, διοργανώθηκαν σε όλες τις πόλεις της Κύπρου διαδηλώσεις από ολόκληρο το Λαϊκό Κίνημα. Στις εργατικές κινητοποιήσεις κυριαρχούσαν τα συνθήματα «Κάτω τα χέρια από τους εργάτες», «Εξουσίες στο λαό», «Αυτοκυβέρνηση» και «Ελευθερία». Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Κατσιαούνης ‘η πολιτική της Αριστεράς εύρισκε έτσι πρόσφορο έδαφος, θέτοντας σε πολιτικό πλαίσιο τα κοινωνικά ζητήματα τα οποία διεκδικούσε’.[18] Το αποικιακό καθεστώς δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, αφού προχώρησε στη σύλληψη ολόκληρης της ηγεσίας του λαϊκού κινήματος, με την κατηγορία της διοργάνωσης και συμμετοχής σε παράνομη διαδήλωση.[19] Ταυτόχρονα, η εταιρεία προχώρησε και σε εκδικητικά αντίποινα, αφού σταμάτησε τη δωρεάν διανομή ψωμιού, στο οποίο πολλές οικογένειες εξαρτούσαν τη διαβίωση τους και ταυτόχρονα διέταξε τους απεργούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια που τους είχε παραχωρήσει η εταιρεία.[20]

Το εργατικό κίνημα της Κύπρου συνειδητοποιώντας ότι ο αγώνας των αμιαντωρύχων ήταν αγώνας ολόκληρης της εργατικής τάξης χρησιμοποίησαν το όπλο της Παγκύπριας παναπεργίας. Στις 13 Αυγούστου, ημέρα που δικαζόταν η ηγεσία του λαϊκού κινήματος, προκηρύχτηκε από τη ΠΕΟ 24ωρη Παγκύπρια παναπεργία. Οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης αλλά και η αποφασιστικότητα της συντεχνίας απέδωσαν καρπούς, αφού πολλοί νεοσυντεχνιακοί εργάτες αποχώρησαν από την ΣΕΚ και προσχώρησαν στην ΠΕΟ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η διεύθυνση της εταιρείας κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με απεργιακή επιτροπή της συντεχνίας.[21] Ως επακόλουθο των διαπραγματεύσεων, στις 30 Αυγούστου λύθηκε η απεργία, αφού ικανοποιήθηκαν τα αιτήματα των απεργών, και ειδικότερα το ζήτημα της επαναπρόσληψης όλων των εργατών και την ακύρωση της «εξορίας» του Γραμματέα της Συντεχνίας Χριστοφή Λασέττα από την περιοχή των μεταλλείων.[22]

Πριν ακόμα λυθεί η απεργία της συντεχνίας των αμιαντωρύχων, ένας άλλος αγώνας ξεκίνησε για την εργατική τάξη της Κύπρου, ένας αγώνας που χαρακτηρίστηκε από τον Β. Γ. Γ. της ΠΕΟ Ανδρέα Φάντη σαν ‘η πιο σοβαρή μάχη του ‘48’.[23] Τόση σημασία προσέδωσε η ΠΕΟ σε αυτή την απεργιακή μάχη, που σε άρθρο του στο Δημοκράτη, μια μέρα πριν την κήρυξη απεργίας, ο Φάντης τόνιζε ότι ‘δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως η έκβαση αυτής της απεργίας θα επηρεάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις μέχρι σήμερα κατακτήσεις του εργατικού μας κινήματος, τη μελλοντική πορεία του κινήματος μας, την οργανωτική του ανάπτυξη και σαν αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, τις πολιτικές κατακτήσεις και τους μελλοντικούς πολιτικούς αγώνες του λαού μας.’[24] Η απεργία αυτή είχε τον πιο έντονο πολιτικό χαρακτήρα από όσες είχαν γίνει μέχρι τότε στη Κύπρο.[25] Ενώ στη περίπτωση των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ και των αμιαντωρύχων της Asbestos Tunnel Co. ο εργοδότης ήταν ξένος, στην περίπτωση των οικοδόμων οι εργολάβοι ήταν Κύπριοι, και γύρω τους συνασπίστηκε όλη η ντόπια κεφαλαιοκρατία, με αποτέλεσμα η σύγκρουση να προσλάβει έντονα ταξικό και πολιτικό περιεχόμενο. Ήδη από τις 18 Αυγούστου σε σύσκεψη των οργανώσεων της Δεξιάς, διακηρύχτηκε ότι επρόκειτο να δραστηριοποιηθούν υπέρ των εργολάβων σε περίπτωση διαφοράς τους με την ΠΕΟ.[26]

Η συντεχνία πρόταξε οικονομικά αιτήματα, όπως την αύξηση των κατώτατων μεροκαμάτων κατά 3 σελίνια και την αύξηση της συνδρομής των εργολάβων στις Συντεχνιακές Κοινωνικές Ασφαλίσεις κατά 3 γρόσια την εβδομάδα. Αυτά τα αιτήματα έγιναν αμέσως αποδεχτά από τους εργολάβους. Το κύριο σημείο διαφωνίας όμως, ήταν η αξίωση του Συνδέσμου Εργολάβων Οικοδομών να διαγραφεί άρθρο της προηγούμενης σύμβασης, που καθόριζε ότι μόνο μέλη της ΠΕΟ μπορούσαν να προσλαμβάνονται. Αυτό το ζήτημα ήταν καίριο αφού με την «ελεύθερη πρόσληψη», οι εργολάβοι θα είχαν τα χέρια τους λυμένα για να προβαίνουν σε σκανδαλώδεις διακρίσεις σε βάρος των εργατών που ήταν οργανωμένοι στην ΠΕΟ. Αν έκανε πίσω η συντεχνία σε αυτό το θέμα, ουσιαστικά θα προσυπέγραφε την αυτοκαταστροφή της αν λάβουμε υπόψη το πολωμένο κλίμα της εποχής.[27] Η ιθύνουσα τάξη, ενθαρρύνοντας τους εργολάβους να απορρίψουν τη συνομολόγηση συλλογικής σύμβασης με την ΠΕΟ και προσφέροντας ταυτόχρονα την εναλλακτική λύση της εργοδότησης μέσω της ΣΕΚ, δε στόχευε απλά στο να επιτύχει όρους απασχόλησης ευνοϊκότερους για την εργοδοσία. Στην πραγματικότητα, ο απώτερος σκοπός ήταν να εξοστρακιστεί το ταξικό συντεχνιακό κίνημα ή έστω να επέλθει η διαφοροποίηση του χαρακτήρα του, με βραχυπρόθεσμο στόχο τη συρρίκνωση της παράταξης της Αριστεράς στις δημοτικές εκλογές του 1949.[28]

Η απεργία επηρέαζε 1200 εργάτες, αλλά από τις πρώτες μέρες της απεργίας, μερικοί εργολάβοι δέχτηκαν τα αιτήματα και 400 εργάτες επέστρεψαν στις δουλειές τους.[29] Εκτός από τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς της ΣΕΚ αλλά και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, που απροκάλυπτα πήραν το μέρος των εργολάβων και των απεργοσπαστών, οι απεργοί είχαν να αντιμετωπίσουν αυτή τη φορά και το καινούργιο φαινόμενο της ριζοσπαστικοποιημένης δεξιάς που πήρε τη μορφή της «Χ» Κύπρου, όπου δρούσαν σαν παρακρατικοί συνοδεύοντας απεργοσπάστες στις οικοδομές και επιτίθονταν στους δρόμους σε στελέχη του λαϊκού κινήματος.[30] Την ίδια ώρα που η «Χ» είχε το ελεύθερο να δρα στους δρόμους της Λευκωσίας ανενόχλητη, εργαζόμενοι και μέλη μαζικών οργανώσεων σύρονταν στα δικαστήρια ‘για παραπτώματα των οποίων η φύση φανέρωνε πόσο το καθεστώς φοβόταν το λαό που κυβερνούσε.’[31] Για παράδειγμα, στις 2 Σεπτεμβρίου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε το Δήμαρχο της πόλης Πλουτή Σέρβα, τους Δημοτικούς Συμβούλους Κώστα Παρτασίδη και Παντίνο Μαυρογένη και άλλα 10 συνδικαλιστικά στελέχη της Αριστεράς με την κατηγορία της παράνομης παρέλασης.[32]

Λόγω της βίας των εργολάβων και της κυβέρνησης, αλλά και των αντικειμενικών οικονομικών δυσχερειών τις οποίες αντιμετώπιζαν οι απεργοί λόγω της μακροχρόνιας απεργίας, μια μερίδα απεργών απάντησαν με αντιβία. Σε μερικές περιπτώσεις δυναμιτίστηκαν υποστατικά που ανήκαν σε απεργοσπάστες, αλλά το αποκορύφωμα της αντιβίας ήταν η ανατίναξη του υπό κατασκευή ασύρματου σταθμού της RAF στη Λευκωσία.[33]

Τελικά, μετά από ένα τετράμηνο απεργιακό αγώνα, η συντεχνία των οικοδόμων βγήκε κερδισμένη, αφού στις 18 Δεκεμβρίου 1948 υπεγράφη καινούρια συμφωνία με το Σύνδεσμο Εργολάβων Λευκωσίας.[34] Προς αποφυγή διακρίσεων εις βάρος της ΠΕΟ, οι εργολάβοι αποδέχτηκαν την ίδρυση Γραφείου Εξευρέσεως Εργασίας, όπου θα καταγράφονταν οι άνεργοι κατά σειρά προσέλευσης και οι εργολάβοι θα μπορούσαν να προσλάβουν προσωπικό μόνο μέσω του Γραφείου. Επιπλέον, η συμφωνία επέβαλλε την απόλυση όλων των απεργοσπαστών που εργοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια της απεργίας. Η πολιτική σημασία της απεργίας ήταν πολύπλευρη, αφού η οξύτατη αναμέτρηση είχε συμβάλει στην παραπέρα πόλωση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Το γεγονός ότι η ΠΕΟ είχε ανταπεξέλθει σε μια τόσο δύσκολη αναμέτρηση, εξανάγκασε την ιθύνουσα τάξη να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τους προσανατολισμούς της προς την ασφάλεια την οποία παρείχε η Βρετανική εξουσία.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες, μαζί με την απροθυμία των Βρετανών να δώσουν πλήρη Αυτοκυβέρνηση σε μια αποικία που θεωρούσαν ότι θα κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές, συνέτειναν στην κατάρρευση της Διασκεπτικής Συνέλευσης, που είχε αρχίσει τις διεργασίες της το Νοέμβρη του 1947 και θα καθόριζε το συνταγματικό μέλλον της Κύπρου. Γι’αυτό, ενώ η Διασκεπτική είχε δημιουργηθεί για να διαμορφώσει και να υποβάλει προτάσεις για σύνταγμα, τελικά το σύνταγμα το υπέβαλε η ίδια η Κυβέρνηση προς τη Συνέλευση. Το ΑΚΕΛ που συμμετείχε στη Διασκεπτική μέσω των εκλελεγμένων δημάρχων του και των συνδικαλιστών της ΠΕΟ, απέρριψε το περιορισμένο, δοτό σύνταγμα δηλώνοντας ότι δε θα αποδεχόταν προδοτικούς συμβιβασμούς. Εντείνοντας τον μαζικό πολιτικό αγώνα, την 1η Αυγούστου μαζί με τον Εθνικό Απελευθερωτικό Συνασπισμό, προχώρησε στην οργάνωση Παγκύπριου Λαϊκού Συνεδρίου Αυτοκυβέρνηση διατρανώνοντας ότι δε θα συνθηκολογήσει στην ξένη κυριαρχία ούτε στα σχέδια του ιμπεριαλισμού να μετατρέψουν το νησί σε Αμερικανο-Βρετανική βάση.[35]

Το Λαϊκό Κίνημα το 1948 με μπροστάρη το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, έδωσε τις πιο σκληρές μάχες στην ιστορία του. Οι απεργιακές μάχες ξέφυγαν από το στενά συνδικαλιστικό και οικονομικό και πήραν πολιτική μορφή. Η εργατική τάξη της Κύπρου αντιπάλεψε με επιτυχία την ντόπια και ξένη πλουτοκρατία, τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς της ΣΕΚ, τους παρακρατικούς τραμπουκισμούς της οργάνωσης «Χ» και εν τέλει το ίδιο το αποικιακό κράτος με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του και βγήκε νικήτρια. Απέδειξε έμπρακτα τη δυναμική και την αποφασιστικότητα της να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, τόσο στα κοινωνικά όσο και στα πολιτικά ζητήματα. Και όλα αυτά μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες οικονομικής κρίσης, έξαρσης του αντικομμουνισμού και ένταση της καταστολής από πλευράς της αποικιοκρατίας, για να ξεκάνει τη μόνη παράταξη που αμφισβητούσε έμπρακτα την κυριαρχία της, την παράταξη της Αριστεράς.

Αλέξης Αντωνίου
Πανεπιστήμιου του Βοσπόρου, Κωνσταντινούπολη.

Σημειώσεις:

[1] Δημοκράτης, ‘Το 48, Χρόνος των πιο σκληρών αγώνων της εργατικής τάξης’, 19 Σεπτεμβρίου 1948.

[2] Ρ. Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική 1946-1948, Με Aνασκόπηση της Περιόδου 1878-1945 (Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2000), σ. 488.

[3] Οπ. Παρ., σ. 472.

[4] Colonial Office, Colonial Annual Reports: Cyprus 1949 (London: HMSO, 1951), σ.10; Δημοκράτης, ‘Η Ανεργία’, 21 Ιουλίου 1948.

[5] A. Avraamides, ‘The Colonial Period – Labour Relations in Cyprus, 1931-1956, in J. H. Slocum (ed.) The Development of Labour Relations in Cyprus (Nicosia: Ministry of Labour and Social Insurance, 1972), σ. 32.

[6] Οπ. Παρ.

[7] CO 67/339/1, Labour Conditions in Cyprus in 1947 (Nicosia: Government Printing Office, 1948).

[8] Α. Φάντης, ‘Στον Αγώνα για Ψωμί, Εξουσία, Λευτεριά’, Δημοκράτης, Τεύχος 6, Νοέμβρης 1948.

[9] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σσ. 124-125.

[10] ‘The Defence of the Commonwealth: Memorandum by the Chiefs of Staff for the Cabinet Defence Committee on the General Requirements for Survival in a future War’, 7 March 1947 as seen in J. Kent (ed.), Egypt and the Defence of the Middle East 1945-1951, Part 1 (British Documents on the End of Empire Project, 1998); DEFE 6/4, JP (47) 137, ‘Report by Joint Planning Staff for the Chiefs of Staff Committee’, 4 November 1947.

[11] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ 1941-1991 (Λευκωσία: ΠΕΟ, 1991), σ. 144.

[12] Δημοκράτης, ‘Αμίαντος- Το Βατικανό του Κούκουλα’, 7 Αυγούστου 1948; CO 67/339/1, ‘Trade During 1947’ (Nicosia: Nicosia Printing Office, 1948), p. 5.

[13] W. Parry James, Annual Report of the Inspector of Mines for the Year 1947 (Nicosia: Government Printing Office, 1948).

[14] Δημοκράτης, Ο Αγώνας των Αμιαντωρύχων και τα Τεράστια Κέρδη της Εταιρείας Αμιάντου, 12 Αυγούστου 1948.

[15] Δημοκράτης, ‘Παναπεργία’, 13 Αυγούστου 1948.

[16] W. Parry James, Annual Report of the Inspector of Mines for the Year 1950 (Nicosia: Government Printing Office, 1951).

[17] Δημοκράτης, ‘Τα Χθεσινά Δραματικά Γεγονότα στο Μεταλλείο Αμιάντου’, 3 Αυγούστου 1948.

[18] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 473.

[19] Δημοκράτης, ’28 Στελέχη του Λαϊκού Κινήματος στο Δικαστήριο’, 4 Αυγούστου1948.

[20] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Εργατών Αμιάντου Συνεχίζεται’, 4 Αυγούστου 1948.

[21] Δημοκράτης, ‘Άρχισαν από την Κυριακή Διαπραγματεύσεις στον Αμίαντο’, 17 Αυγούστου 1948.

[22] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ 1941-1991 (1991), σσ. 144-149.

[23] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Οικοδόμων η πιο Σοβαρή Μάχη του ‘48’, 19 Αυγούστου 1948.

[24] Δημοκράτης, ‘Ο Αγώνας των Οικοδόμων- Ποίοι είναι οι Παράγοντες της Νίκης’, 25 Αυγούστου 1948.

[25] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 490.

[26] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 488.

[27] ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ (1991), σ. 150.

[28] Οπ. Παρ.

[29] Οπ. Παρ., σ. 152.

[30] CO 537/4041, Political Situation Report in Cyprus During the Month of September 1948, σ. 1. Οι σχέσεις της παρακρατικής οργάνωσης «Χ» που στεγαζόταν στη Λευκωσία στο Σωματείο του Ολυμπιακού με την αποικιακή αστυνομία είναι καλά καταγραμμένες στο Cyprus White Paper το οποίο εκδόθηκε τον Δεκέμβρη του 1948 και το οποίο υπέγραψαν ο Γ. Γ. του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού, ο Γ. Γ. του ΑΚΕΛ, ο Γ. Γ. της ΠΕΟ, ο Γ. Γ. της ΑΟΝ, ο Γ. Γ. της Ένωσης Αγροτών Κύπρου, ο Γ. Γ. της Παγκύπριας Ένωσης Μικροκαταστηματαρχών, όπως και οι Δημάρχοι Λάρνακας, Αμμοχώστου, Μόρφου, Λαπήθου, Καραβά και Λευκονοίκου και ο Αντιδήμαρχος Λεμεσού.

[31] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 495.

[32] Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική (2000), σ. 496.

[33] CO 67/360/5, The Internal Security Situation in Cyprus, 25 November 1948, σ. 6.

[34] Δημοκράτης, ‘Λύεται η Απεργία των Οικοδόμων Λευκωσίας. Υπογράφτηκε Χθες η Συμφωνία Μεταξύ των Ενδιαφερομένων’, 19 Δεκεμβρίου 1948.

[35] Δημοκράτης, Στην Αυτοκυβέρνηση κι από την Αυτοκυβέρνηση στην Ένωση Τίποτα δε θα Σταματήσει το Λαό μας για να Κερδίσει: Εξουσία, Ψωμί, Λευτεριά- Ολόκληρη η Ιστορική Ομιλία του Γ. Γ. του ΑΚΕΛ φ. Φιφή Ιωάννου’, 3 Αυγούστου 1948.

*Αρχική Δημοσίευση, 8 Αγούστου 2017

The post Ο ιστορικός εργατικός Αύγουστος του 1948 appeared first on Αγκάρρα.

Η ράβδος και το πουλάρι. Του Kutlu Adalı

By nikosmoudouros
Ακολουθεί μετάφραση στα ελληνικά αποσπάσματος από το τελευταίο άρθρο του Kutlu Adalı που δημοσιεύθηκε δύο μέρες πριν από τη δολοφονία του στις 6 Ιουλίου 1996. Πρέπει να παραιτηθούμε από την πολιτική της «μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας». Στην ψυχή αυτής της πολιτικής υπάρχει το κρίμα, υπάρχει η ανικανότητα και το κλαψούρισμα, υπάρχει η επαιτεία και […]

Η ράβδος και το πουλάρι. Του Kutlu Adalı

By nikosmoudouros
Ακολουθεί μετάφραση στα ελληνικά αποσπάσματος από το τελευταίο άρθρο του Kutlu Adalı που δημοσιεύθηκε δύο μέρες πριν από τη δολοφονία του στις 6 Ιουλίου 1996. Πρέπει να παραιτηθούμε από την πολιτική της «μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας». Στην ψυχή αυτής της πολιτικής υπάρχει το κρίμα, υπάρχει η ανικανότητα και το κλαψούρισμα, υπάρχει η επαιτεία και … Continue reading Η ράβδος και το πουλάρι. Του Kutlu Adalı

Ο φαύλος κύκλος της τουρκοκυπριακής οικονομίας

By nikosmoudouros
Η πτώση της τουρκικής λίρας σε συνδυασμό με την καχεξία της τουρκικής οικονομίας, ποιες επιπτώσεις έχει στην οικονομία των κατεχομένων; Ποιοι τομείς επηρεάζονται άμεσα; Οι αρνητικές επιπτώσεις της υποτίμησης της αξίας της τουρκικής λίρας στα κατεχόμενα σε ορισμένους τομείς ήταν πιο έντονες σε σύγκριση με την Τουρκία. Παρόλο που απουσιάζουν ολοκληρωμένα στοιχεία για τους τομείς […]

Ο φαύλος κύκλος της τουρκοκυπριακής οικονομίας

By nikosmoudouros
Η πτώση της τουρκικής λίρας σε συνδυασμό με την καχεξία της τουρκικής οικονομίας, ποιες επιπτώσεις έχει στην οικονομία των κατεχομένων; Ποιοι τομείς επηρεάζονται άμεσα; Οι αρνητικές επιπτώσεις της υποτίμησης της αξίας της τουρκικής λίρας στα κατεχόμενα σε ορισμένους τομείς ήταν πιο έντονες σε σύγκριση με την Τουρκία. Παρόλο που απουσιάζουν ολοκληρωμένα στοιχεία για τους τομείς … Continue reading Ο φαύλος κύκλος της τουρκοκυπριακής οικονομίας

Η Κυπριακή Δημοκρατία ως «στοιχείο εχθρικής περικύκλωσης» της Τουρκίας

By nikosmoudouros
Ένα από τα στοιχεία που επηρεάζουν την πολιτική της Τουρκίας στο Κυπριακό ήταν διαχρονικά η «επανεφεύρεση» της Ανατολικής Μεσογείου. Η ιδεολογική κατασκευή της Ανατολικής Μεσογείου είναι σημαντική γιατί μπορεί να αποκαλύψει τη διαδικασία δημιουργίας ζητημάτων ασφάλειας ή και την αξιοποίηση πραγματικών απειλών μέσα από τις οποίες ο γεωπολιτικός προσανατολισμός ενός κράτους αναδιαμορφώνεται. Υπό αυτή την […]

13 Ιανουαρίου 1948 ξεκινάει η απεργία των μεταλλωρύχων: μια ιστορική παρακαταθήκη.

By Weapons of Class Destruction (WCD)

Την 1η Ιανουαρίου 1948, η συλλογική σύμβαση που υπεγράφη το 1946 μεταξύ της Kυπριακης Μεταλλευτικής Εταιρείας και των συντεχνιών έληγε. Ως εκ τούτου, στις 17 Δεκεμβρίου 1947, η συντεχνία των μεταλλωρύχων της ΠΕΟ και η αντίστοιχη των τουρκικών Συντεχνιών (KTIVK) παρουσίασαν από κοινού στην εταιρεία νέες απαιτήσεις για τις διαπραγματεύσεις για τη νέα συλλογικής σύμβασης. Στα αιτήματα περιλαμβάνονταν το οκτάωρο, αυξήσεις στα μεροκάματα, πληρωμή υπερωριών τις Κυριακές και η δημιουργία δεκατεσσάρων αργιών, πέντε από τις οποίες θα ήταν πληρωμένες. Η ΚΜΕ θα μπορούσε να έρθει άμεσα σε μια συμφωνία με τις συντεχνίες δεδομένου των κερδών που είχε εκείνη την περίοδο όντας ο 3ος μεγαλύτερος παραγωγός και 2ος μεγαλύτερος εξαγωγέας χαλκοπυρίτη στον κόσμο. Αντ’αυτού, απέρριψε τα αιτήματα και με επιθετική αντι-κομμουνιστική φρασεολογία, αρνήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω διαπραγμάτευση με τη συντεχνία. 

Έτσι, στις 13 Ιανουαρίου, σε κοινή γενική συνέλευση μεταξύ της Συντεχνίας της ΠΕΟ και της Τουρκικής Συντεχνίας, στην οποία συμμετείχαν 1.500 εργαζόμενοι, ξεκίνησε η μεγαλειώδης απεργία των μεταλλωρύχων που σύντομα μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου λόγω των εκδικητικών ενεργειών της εταιρείας που σταμάτησε να μοιράζει γάλα στα παιδιά των μεταλλωρύχων, εκδίωξε όλους τους άρρωστους μεταλλωρύχους από το νοσοκομείο της και προχώρησε σε απολύσεις.

Στην πορεία, ο οικονομικός αγώνας των μεταλλωρύχων μετατράπηκε σε αγώνα για την διασφάλιση του δικαιώματος τους να οργανώνονται αυτόνομα και χωρίς παρεμβάσεις από την εργοδοσία αφού η εταιρεία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, εκτός αν αναδιοργανώνονταν και ανασυνθέτονταν σε νέα βάση.

Το 1948, με τον εμφύλιο στην Ελλάδα να μαίνεται και να επηρεάζει κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής της Κύπρου, αλλά και με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την απόσπαση από το καπιταλιστικό στρατόπεδο χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, το νησί είχε αποκτήσει μια σημαντική στρατηγική θέση για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Oποιεσδήποτε εσωτερικές εξελίξεις θα είχαν άμεσες επιπτώσεις, όχι μόνο στη παραμονή της Βρετανίας στην αποικία, αλλά στα στρατηγικά της συμφέροντα της σε ολόκληρη την περιοχή. Ως εκ τούτου, η αποικιακή κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να περιορίσει το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα σε μια στρατηγικής σημασίας αποικία. Το σπάσιμο της απεργίας και η διάλυση ενός συνδικάτου που βρισκόταν στην πρωτοπορία των εργατικών αγώνων προσέφερε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία προς αυτό το στόχο. 

Συνεπώς, η Κυπριακή κοινωνία μοιράστηκε στα δυο με κάθε κοινωνικό παράγοντα αναπόφευκτα να διαλέγει πλευρά, είτε υπέρ των εργαζομένων είτε υπέρ του κεφαλαίου. Με την πλευρά των μεταλλωρύχων, βρέθηκε το σύνολο της κυπριακής εργατικής τάξης και την φτωχής αγροτιάς και αυτό φαίνεται μέσα από τις συνεχείς εισφορές στο απεργιακό ταμείο αλλά και την μαζική συμμετοχή στις γενικές απεργίες του Φεβρουαρίου και Μαρτίου που κάλεσε η ΠΕΟ. Οι σελίδες του τύπου της εποχής, τόσο του Ελληνοκυπριακού αλλά και του Τουρκοκυπριακού, κατακλύζονται από τη μαζική συνεισφορά Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εργατών και αγροτών στο απεργιακό ταμείο.  

Στο πλευρό της εταιρείας προσέτρεξε η ντόπια αστική τάξη, η Εκκλησία αλλά και η αποικιακή κυβέρνηση. Η προοπτική του να σπάσει η ΚΜΕ την απεργία του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας ήταν πολύ δελεαστική αφού θα έστελνε ισχυρά μηνύματα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας και θα σηματοδοτούσε την αντεπίθεση της αστικής τάξης στις παραχωρήσεις που είχαν δοθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στο πρόσωπο της ΚΜΕ βρήκαν το δικό τους «ήρωα». Καλύτερο παράδειγμα ήταν ότι η ΣΕΚ καθ’ όλη τη διάρκεια της απεργίας έδρασε σαν μηχανισμός στρατολόγησης απεργοσπαστών. Στον ίδιο δρόμο και η Εκκλησία όπου ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος με ανακοίνωσή του καλούσε τους χριστιανούς εργάτες να επιστρέψουν στην εργασία τους και καταδίκαζε τη «βία των απεργών» και των κομμουνιστών υποκινητών τους. Το αποικιακό καθεστώς με τη σειρά του χρησιμοποίησε όλους τους κατασταλτικού μηχανισμούς που είχε στην διάθεσή του αλλά και του θεσμού των δικαστηρίων στην προσπάθειά του να σπάσει την απεργία με την βία. 

Η εταιρεία και η κυβέρνηση ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες αλλά με κοινή στρατηγική, πολιτικοποίησαν την στάση τους απέναντι στην απεργία και βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Προϋπόθεση για να διασφαλίσει η εταιρεία τα μελλοντικά της κέρδη και την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής, ήταν το σπάσιμο της συντεχνίας και ένα υπάκουο εργατικό δυναμικό, μακριά από τις συγκρούσεις της περιόδου 1936-1948. 

Η αποικιακή κυβέρνηση από την άλλη, είχε πολλαπλά οικονομικά οφέλη από τις δραστηριότητες της ΚΜΕ, όπως η εισροή πολύτιμου ξένου συναλλάγματος, αλλά το βασικότερο κριτήριο για τις πράξεις της ήταν τα πολιτικά οφέλη που θα είχε με το σπάσιμο της απεργίας και τον περιορισμό της δράσης των συντεχνιών, και κατ’ επέκταση και του ΑΚΕΛ, σε μια δύσκολη περίοδο για τα Βρετανικά συμφέροντα στη περιοχή.  

Στις 17 Μαΐου, και μετά από ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μεταλλωρύχων, η απεργία έλαβε τέλος μετά από 125 μέρες, με την ικανοποίηση 30% των αιτημάτων των απεργών. Η επιτυχία των συνδικάτων στη διατήρηση μιας παρατεταμένης απεργίας είναι απόδειξη πως οι εργάτες μπορούν όταν είναι ενωμένοι να πετύχουν. Η ενότητα ανάμεσα σε 2000 απεργούς, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους αλλά και η πρωτόγνωρη αλληλεγγύη προς τον αγώνα των μεταλλωρύχων από το σύνολο της Κυπριακής εργατικής τάξης, είναι εξαιρετικής σημασίας, τόσο στο ιστορικό πλαίσιο της χρονιάς ορόσημο για τους εργατικούς αγώνες στην χώρα μας, όσο και στις γερές αγωνιστικές παρακαταθήκες που αυτή άφησε. Σε στιγμές που το εργατικό κίνημα είναι αποδιοργανωμένο και με το κεφάλαιο να αλωνίζει δίχως αντίπαλο, η αγωνιστική ανάγνωση αυτής της ιστορίας δείχνει ακόμα τον δρόμο για την αποτελεσματικότητα των αγώνων της τάξης μας αλλά και της ανάγκης ανασύνταξης του εργατικού κινήματος.

του Αλέξη Αντωνίου

The post 13 Ιανουαρίου 1948 ξεκινάει η απεργία των μεταλλωρύχων: μια ιστορική παρακαταθήκη. appeared first on Αγκάρρα.

«ΦΑΚΕΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ» Εκθεση Ι. Τσουδερού: Ενα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο

By Weapons of Class Destruction (WCD)

Πρόσφατα δόθηκε στη δημοσιότητα ο «Φάκελος της Κύπρου». Αν και πλήθος στοιχείων παραμένουν απόρρητα, ορισμένα από αυτά που έχουν δει το φως της δημοσιότητας συμβάλλουν στην εξαγωγή συμπερασμάτων τόσο για τα γεγονότα πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 στην Ελλάδα, όσο και για μετά από αυτό.

Μια σειρά από ντοκουμέντα δείχνουν πώς αντιμετώπιζαν το κυπριακό ζήτημα οι ελληνικές αστικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Αποκαλύπτουν ότι βασικά στοιχεία της πολιτικής τους δεν διέφεραν από την πολιτική της χούντας που ακολούθησε, πολιτική που υπονόμευε την Κύπρο ως αυτοτελή κρατική οντότητα και που οδήγησε στο πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Μακαρίου και σε συνέχεια στην τουρκική εισβολή – κατοχή.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.

Πρόκειται για την «έκθεση Τσουδερού», που συντάχθηκε από τον βουλευτή Ρεθύμνου της Ενωσης Κέντρου Ιωάννη Τσουδερό. Ως απεσταλμένος του Γ. Παπανδρέου στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1964, συνέταξε έκθεση με την οποία πρότεινε στην κυβέρνηση Παπανδρέου έναν «οδικό χάρτη» που να οδηγεί στη ΝΑΤΟποίηση του νησιού. Για την έκθεση έδωσε θερμά συγχαρητήρια στον Τσουδερό ο τότε υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος.

Ηδη από τις 22 Ιούνη του 1964 η ΚΕ του ΚΚΕ είχε καταγγείλει τις ιμπεριαλιστικές πιέσεις για τη ΝΑΤΟποίηση του νησιού, αντί για τη διεθνοποίηση του κυπριακού ζητήματος που προωθούσε η κυπριακή κυβέρνηση, με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ενωσης.

Ο Τσουδερός, με μια εξαιρετικά ταξική ματιά, τη ματιά της αστικής τάξης, δεν κρύβει λόγια.

Με αποστολή να διερευνήσει τις διαθέσεις για «Ενωση» με την Ελλάδα, σχολιάζει:

«Ακόμα και εκείνοι των οποίων φαινομενικά τουλάχιστον, η Ενωση θα θίξει άμεσα συμφέροντα, παραδέχονται ή τουλάχιστον εμφανίζονται προσαρμοζόμενοι στην ιδέα ότι αν εκπληρωθεί ο βραχυχρόνιος σκοπός της απαλλαγής από τον Τούρκο, το φυσιολογικό επακόλουθο θα είναι η πραγματοποίηση της Ενώσεως. Το συμπέρασμα αυτό το υιοθετούμε, εφ’ όσον η επίλυση του Κυπριακού δεν παραταθή πέραν του διμήνου από σήμερα και δεν μεσολαβήσουν κατά το διάστημα αυτό γεγονότα τα οποία θα συντελούσαν στην μεταβολή των σημερινών δεδομένων. Υπάρχουν όμως όλες οι ενδείξεις ότι παρόμοια γεγονότα ευρίσκονται σήμερα εν πλήρη εξελίξει».

Συνεχίζει:

«Υπάρχει όμως μια κατηγορία Κυπρίων, που έχουν ή νομίζουν ότι έχουν συμφέροντα να μη γίνει η ένωση, όπως τα μοναστήρια, ορισμένοι γεωκτήμονες και έμποροι, μέρος της υπαλληλίας, οι κομμουνιστές και οι συνοδοιπόροι της “αδεσμεύτου” ιδεολογίας».

Στη συνέχεια καταγράφει έναν προς έναν τους παράγοντες που συγκροτούσαν τον συσχετισμό δυνάμεων

Ο Μακάριος

«Στηρίζεται, εφ’ όσον τουλάχιστον ακολουθεί την σημερινήν γραμμή του, στους διαχειριζόμενους την αξιόλογη εκκλησιαστική και μοναστική περιουσία, ενδεχομένως στους θιγόμενους από την ένωση εκπροσώπους της οικονομικής ολιγαρχίας, στο κομμουνιστικό κόμμα, στους συνοδοιπόρους και στις πρεσβείες των αδεσμεύτων, των δορυφόρων και της Σοβιετικής Ενώσεως. Δημιουργεί λαϊκό έρεισμα.

Οργανά του είναι: το υπουργικό συμβούλιο, το ραδιόφωνο – τηλεόραση, μερίς του Τύπου, η αστυνομία και μερίς της υπαλληλίας.

Ο Μακάριος είναι ο σκοτεινότερος παράγων δυνάμεως στη σημερινή Κύπρο.

Είναι άγνωστο αν έχει προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, παρ’ όλο που υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τις έχει. Είναι άγνωστο επίσης αν οι φιλοδοξίες αυτές είναι ελληνικές ή αν στρέφονται προς τη διαδραμάτιση ενός ρόλου σαν ηγέτης μιας αδέσμευτης δυνάμεως μεταξύ ανατολής και δύσεως. Δεν αποκλείεται, τέλος, να ακολουθεί την γραμμή του πιστεύοντας ειλικρινά, όπως λέγει, ότι αυτή είναι η μόνη ορθή γραμμή, την οποία μόνο αυτός μπορεί να χαράξει, που οδηγεί στην “μοναδική του φιλοδοξία”, την Ενωση με την Ελλάδα.

Οι παράγοντες δυνάμεως όμως στους οποίους στηρίζεται και ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν τα όργανά του, δεν επιτρέπουν, φαινομενικά τουλάχιστον, να καταλήξουμε στο τελευταίο αυτό συμπέρασμα.

Το υπουργικό συμβούλιο, δεν νομίζουμε να αποτελή παράγοντα δυνάμεως. Αντιδρά μεμονωμένα, επηρεάζεται απόλυτα από τον Μακάριο, ΔΕΝ τον επηρεάζει σοβαρώς. Είναι όργανό του ή τουλάχιστον τα μέλη του, λόγω σκοπιμότητος, υποκύπτουν στην γραμμή του, εφ’ όσον αι Αθήναι δεν αναπτύσσουν μεγαλύτερη δραστηριότητα, χαράζοντας κατευθυντήριες γραμμές και επιβάλλοντας τη δύναμή τους, την οποία έχουν κάθε δυνατότητα να μεταχειρισθούν».

«Το ραδιόφωνο – τηλεόραση απόλυτα ελεγχόμενα απ’ τον Μακάριο, θυμίζουν στις εκπομπές τους χώρο του ανατολικού μπλοκ και λησμονούν κατά σύστημα, να θυμίζουν στον ακροατή πως υπάρχει μια μεγαλύτερη Πατρίδα.

Ο Τύπος πρόσκειται στον Μακάριο, δημοσιεύει απερίγραπτα δημοσιεύματα, εκθειάζοντας τους ανατολικούς, λησμονεί ή και καταργεί την Ελλάδα, με τη μοναδική ίσως εξαίρεση του “Αγώνος”. Αμεσα φαίνεται να ελέγχεται από τον Μακάριο μόνο ο “Φιλελεύθερος”».

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η επισήμανση που κάνει για την Αστυνομία:

«Η Αστυνομία, Δύναμις 2.000 άνδρες, εξ ων 50% ΑΚΕΛ, αισθάνεται μειωμένη από την ύπαρξη του ελληνικού στρατού και την δημιουργία της Εθνοφρουράς. Υπόκειται στην διάβρωση της παντοειδούς προπαγάνδας. Εχει μεγάλες αποδοχές και φοβάται πως θα τις χάση με την Ενωση. Ο αρχηγός της Αστυνομίας Χασάπης δεν παραδέχεται την ύπαρξη κομμουνιστικού κινδύνου, δεν έχει εντολές να τον παρακολουθήσει, ούτε έχει οδηγίες ποια γραμμή να ακολουθήσει (…)».

Το ΑΚΕΛ

«…είναι το μόνο συγκροτημένο πολιτικό κόμμα μέσα στην Κύπρο. Λέγεται πως είναι ένα από τα καλλίτερα οργανωμένα κομμουνιστικά κόμματα.

Είχε λάβει σαφώς θέση εναντίον της ΕΟΚΑ και εναντίον της Ενώσεως. Για τον λόγο αυτό εθεωρείτο, μέχρι πρότινος, υπόδικο εθνικά.

Σήμερα δεν μπορεί ακόμα, λόγω του ψυχολογικού κλίματος, να λάβη σαφή θέση εναντίον της Ενώσεως.

Για να αντιμετωπίσει τη δυσχέρεια αυτή, χρησιμοποίησε ένα μεγάλο εύρημα:

Βάλλει εναντίον του ΝΑΤΟ. Η έννοια της τακτικής αυτής δεν γίνεται αντιληπτή απ’ τον λαό. Αλλά και οι ιθύνουσες τάξεις έχουν παρασυρθεί από το σύνθημα αυτό του ΑΚΕΛ.

Η Ελλάς είναι ΝΑΤΟ. Οι Ελληνες αξιωματικοί και οι Ελληνες στρατιώτες στην Κύπρο, ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Τα ελληνικά όπλα στην Κύπρο, είναι “δέσμια” του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για να διώξουν τον Τούρκο, γιατί αυτό δεν το θέλει το ΝΑΤΟ (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).

Το κομμουνιστικό κόμμα βάλλει αδυσώπητα εναντίον του ΝΑΤΟ. Είναι πολύ δύσκολο, να αποδειχθεί στην συντριπτική πλειοψηφία του λαού που αποδέχεται και πίστεψε στο σύνθημα αυτό πως έτσι προετοιμάζεται έντεχνα η βολή κατά της Ελλάδος.

Με τη μέθοδο αυτή, το ΑΚΕΛ επιδιώκει στην ουσία να καταστήση αδύνατη οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού. Ηδη θα είναι πάρα πολύ δύσκολο στην Ελλάδα να επιβάλη λύση που να βασίζεται, όχι στην ενοικίαση βάσεων προς την Τουρκία, αλλ’ απλώς στην εκχώρηση βάσεων προς το ΝΑΤΟ. Μετά μερικούς μήνας θα είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).

Το δεύτερο στρατήγημα του ΑΚΕΛ είναι η συστηματική δημιουργία κλίματος εξαλλότητος και απουσίας κάθε λογικής απέναντι σε οτιδήποτε δυτικό, απέναντι στις δυνάμεις του ΟΗΕ, απέναντι στους ξένους ανταποκριτές. Ετσι δημιουργείται μια εχθρική στάση του πληθυσμού, ενώ οι Τούρκοι καταπεριποιούνται κάθε ξένο. Το αποτέλεσμα είναι η καλλιέργεια εχθρικού κλίματος των δυτικών προς την υπόθεση της Κύπρου μέσω των διεθνών μέσων επικοινωνίας και η δημιουργία προσθέτων δυσχερειών στην επίλυσή του από τον δυτικό κόσμο.

Το τρίτο στρατήγημα του ΑΚΕΛ είναι η έξαρση, η αφάνταστη τυμπανοκρουσία, γύρω από την βοήθεια που “θα δώσουν” η Αίγυπτος και η Σοβιετική Ενωση στην Κύπρο. Εκμεταλλευόμενο τη μυστικότητα με την οποία περιβάλλει η Ελλάς την κολοσσιαία βοήθειά της προς την Κύπρο, ως και όλα τα υπόλοιπα στρατηγήματά του, το ΑΚΕΛ, σε κοινό μέτωπο με τον Τύπο, το ραδιόφωνο – τηλεόραση και τον Μακάριο, έχουν ήδη δημιουργήσει την εντύπωση στο λαό ότι μόνο εξ ανατολών μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική βοήθεια (…)».

Ο κυπριακός Τύπος

Γράφει:

«Ο Τύπος σύσσωμος και ανεξέλεγκτος, άλλοτε σκοπίμως και άλλοτε για κυκλοφοριακούς λόγους, ακολουθεί την γραμμή του κομμουνιστικού κόμματος. Είναι αφάνταστος ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται οι ειδήσεις. Είναι εξ ίσου αφάνταστη η έκταση της απουσίας εθνικού ελληνικού περιεχομένου (…).

Μερικά φύλλα είναι καθοδηγούμενα (“Χαραυγή” από το ΑΚΕΛ και “Φιλελεύθερος”, χρηματοδοτούμενος κατά διαφόρους τρόπους, όπως π.χ. η διαχείριση της εκθέσεως της Λευκωσίας, από τον Μακάριο). Αλλα συνοδοιπορούν, διότι οι ιδιοκτήτες και οι συντάκτες τους έχουν ειλικρινά πιστέψει στα συνθήματα της προπαγάνδας (“Ελευθερία”).

Η “Μάχη” του Σαμψών, άλλοτε και τώρα, όργανο της ΕΡΕ, κολακεύει (καθοδηγούμενη και από τον Κωνσταντόπουλο) τον Μακάριο και ρίχνει διαβρωτικά της εμπιστοσύνης προς την ελληνική ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων πρωτοσέλιδα προσπαθώντας ίσως να μειώσει το γόητρο της Ενώσεως Κέντρου και του Πρωθυπουργού.

(…) ο Τύπος έχει παύσει να είναι παράγων δυνάμεως στην Κύπρο και έχει μεταβληθεί σε όργανο».

Ξένος παράγοντας

«Ενώ η δραστηριότης των δυτικών πρεσβειών, περιλαμβανομένης και της Ελληνικής, είναι δύσκολο να εμφανισθή λόγω των συνθηκών που περιγράψαμε, η οργάνωση των ανατολικών πρεσβειών είναι σημαντική και η δραστηριότης τους μεγάλη. Σημαντικότατο ρόλο παίζει η Πρεσβεία της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας, η οποία έχει ανεπιφύλακτα ταχθή εναντίον της Ενώσεως. Συστηματικά επιδιώκει και καλλιεργεί σχέσεις ο Αιγύπτιος πρέσβυς με παράγοντες της Κυπριακής ζωής, ιδιαιτέρως δε με τον ιατρό Λυσσαρίδη».

Η κυπριακή αστική τάξη

«Οπως αναλύσαμε και στην εισαγωγή του περί παραγόντων δυνάμεως κεφαλαίου, η αστική τάξη είναι απαράσκευη, λόγω ειδικών συνθηκών, για να παίξη τον συνήθη εξισορροπητικό ρόλο της.

Στην Λευκωσία, η αστική τάξη δεν είναι καν παράγων δυνάμεως. Φερόμενη τελείως ανεύθυνα, έχει δώσει πίστη στα μη εμφανιζόμενα ως κομμουνιστικά, αλλ’ ως εθνικιστικά συνθήματα και παίζει, άθελά της, ένα σημαντικά αρνητικό ρόλο. Περισσότερο σοβαροί εμφανίζονται πολλοί δημόσιοι παράγοντες (π.χ. οι υπουργοί Γεωρκάτζης, Τάσος Παπαδόπουλος, ο πρόεδρος της βουλής Κληρίδης) αν και όλοι προσπαθούν να υποστηρίξουν το σύνθημα Μακαρίου – ΑΚΕΛ “ακόμα και η συμβατική λύση για εκχώρηση βάσεως στο ΝΑΤΟ είναι απαράδεκτη”. Αναγνωρίζουν όμως ότι αν φθάσωμε εκεί θα ήταν δυνατόν να λυθή το πρόβλημα.

Ο υπουργός Εσωτερικών Γεωρκάτζης νομίζει πάντως πως η λύση πρέπει να δοθεί πραξικοπηματικά, γιατί αυτό είναι ο μόνος τρόπος για ν’ αποφευχθεί το δημοψήφισμα που αποκλείεται να είναι κατ’ αυτόν 100% υπέρ της Ενώσεως.

Είναι δύσκολο να παραδεχθούμε πως η αστική τάξη της Κύπρου είναι ολόκληρη τόσο απλοϊκή, ώστε να παρασυρθή σε τόση έκταση από τον έξαλλο Τύπο. Εξ άλλου είναι φανερό ότι και η στάση του Τύπου δεν υποθάλπεται μόνο από το ΑΚΕΛ. Αλλά και από τον Μακάριο, τον οποίο υποστηρίζουν οικονομικοί παράγοντες της αστικής τάξεως.

Πρέπει επομένως να αναζητηθούν και άλλοι λόγοι, εκτός από την πατριωτική αγανάκτηση για τη στάση αυτή των αστών. Υπάρχουν πολλά οικονομικά συμφέροντα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Υπάρχει ανταγωνισμός με το Ισραήλ. Υπάρχει, τέλος, το άγνωστο του τι θα σημάνει η ένωση με την Ελλάδα».

Ο Γρίβας

«Είναι πολύ απογοητευμένος, προφανώς γιατί η τακτική του Μακαρίου, των αστών, του ΑΚΕΛ αλλά και της Ελλάδος, έχει περιορίσει την ευχέρεια κινήσεώς του.

Ο Γρίβας είναι τίμιος και εμφανίζεται πειθαρχημένος. Ελέγχει έναν αριθμό δυναμικών στελεχών, μεταξύ των οποίων και σημερινοί βουλευταί. Εχει ακόμα μαγνητική επίδραση σε σημαντικό μέρος του αγροτικού πληθυσμού (62%). Η αγροτική τάξη είναι το βάθρο του εθνικισμού, επομένως πρέπει να προσεχθή εντελώς ιδιαίτερα.

Ο Γρίβας εμφανίζεται σήμερα μόνο ως πατριώτης και στρατιώτης. Λέγει πως δεν έχει πολιτική φιλοδοξία και φαίνεται ειλικρινής. Αν όμως δεν ενισχυθή ουσιαστικά θα εκλείψει από παράγων δυνάμεως.

Η δύναμη του Γρίβα στην Εθνοφρουρά είναι εξωγενής και πηγάζει από την στήριξη η οποία τείνει να του παρέχεται από τους αξιωματικούς της εθνοφρουράς.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γρίβας ευρίσκεται σε δύσκολη θέση, επειδή είναι αδιάλλακτος στο θέμα της Ενώσεως και επομένως μετριοπαθής απέναντι στα έξαλλα συνθήματα που έχουν κατακτήσει μεγάλος μέρος του Κυπριακού λαού, ερχόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο σε σύγκρουση προς την κοινή γνώμη, η οποία τείνει από μέρα σε μέρα να περιορίσει το κύρος του. Αλλος λόγος που περιορίζει το κύρος του Γρίβα είναι ότι έχει ταχθεί υπέρ του αφοπλισμού των αντάρτικων δυνάμεων που άλλοτε ήταν κατά μέγα μέρος πιστές σ’ αυτόν, ερχόμενος και πάλι σε αντίθεση προς τις επιθυμίες οργανωμένων δυνάμεων.

Είναι επομένως απαραίτητο να τονωθεί το κύρος του Γρίβα με κάθε δυνατό τρόπο».

Ελληνικός στρατός και κυπριακή Εθνοφρουρά

«Αποτελεί την μεγαλύτερη δύναμη στην Κύπρο. Η μέσα σε έξ μήνες δημιουργία εκ του μηδενός μιας απόλυτα αξιόμαχης μαχητικής ελληνικής μονάδας μέσα στην Κύπρο, η οποία είναι σε θέση να αποκρούση αποτελεσματικά τον κίνδυνο Τουρκικής αποβάσεως, αποτελεί μια άνευ προηγουμένου επιτυχία της Ελληνικής κυβερνήσεως, για την οποία είναι άξια συγχαρητηρίων. Χρησιμοποιούμενος σαν εκτελεστικό όργανο, ο ελληνικός στρατός στην Κύπρο, μπορεί να επιβάλει τις ελληνικές απόψεις.

Η ηγεσία του είναι άριστη, στερείται όμως οργάνου αποτελεσματικής προπαγάνδας. Βάλλεται έντεχνα από το ΑΚΕΛ, τον Τύπο και τις διαδόσεις. Μετά ολίγους μήνες θα δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα τον καταστήσουν ενδεχομένως μισητό.

Διαθέτει άριστη στελέχωση για περίπτωση εξωτερικού πολέμου. Αν όμως χρειασθεί να επιβάλει δυναμικά μια λύση στο εσωτερικό, πρέπει επειγόντως να αντικατασταθούν ορισμένα ανώτερα στελέχη (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).

Για την Εθνοφρουρά:

«Είναι σήμερα υπό τον έλεγχο του ελληνικού στρατού. Είκοσι περίπου στελέχη της πρέπει να αντικατασταθούν επειγόντως. Χρειάζεται προσοχή στον ρυθμό εκπαιδεύσεως Κυπρίων στελεχών, γιατί αν η εκκρεμότης παραταθή, μεγάλος αριθμός των εξ Ελλάδος στελεχών θα αρχίσει να γίνεται περιττός και η εθνοφρουρά θα αρχίσει να ελέγχεται από τον Μακάριο».

Τέλος, ως ένατο παράγοντα αναφέρει την ελληνική πρεσβεία:

«Δεν διαθέτει αρκετά στελέχη. Είναι αδύνατον να ανταποκριθεί στις σημαντικές ανάγκες δραστηριοποιήσεώς της.

Δεν διαθέτει υπηρεσία πληροφοριών. Ο τρόπος επανδρώσεως και λειτουργίας της ΚΥΠ οδηγεί στο βασικό συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες της δεν είναι αξιόπιστες».

Και ανατροπή, αν χρειαστεί…

Στο τέταρτο μέρος της έκθεσής του, ο Τσουδερός αναφέρεται στα προτεινόμενα μέτρα.

«Η κυβέρνηση της Ελλάδος πρέπει να λάβη σοβαρότατα υπ’ όψιν ότι:

α) Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού της Κύπρου, αποκλείει την λύση με αντάλλαγμα την εκχώρηση ή την ενοικίαση βάσεως στην Τουρκία, έστω και συμβολικής εκτάσεως.

β) Οτι έχει ήδη καλλιεργηθεί τέτοιο κλίμα, ώστε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού της Κύπρου, – ενδεχομένως δε η πλειοψηφία του – να αποκλείει επίσης την λύση του προβλήματος με συμβατική εκχώρηση βάσεως στο ΝΑΤΟ, πριν πραγματοποιηθεί η Ενωση.

Στην πρώτη περίπτωση, για να επιβάλει η Ελλάς την λύση με τουρκική βάση, οιασδήποτε μορφής, πρέπει να ανατρέψει προηγουμένως το σημερινό καθεστώς. Μια παρόμοια ενέργεια, αν αποφασισθεί, δεν επιτρέπεται να αποτύχη, γιατί τότε θα υπάρξουν ανυπολόγιστες συνέπειες, που θα οδηγήσουν ολόκληρη την Ελλάδα σε μια απερίγραπτη περιπέτεια» (σ.σ. υπογράμμιση δική μας). Εδώ μιλά καθαρά για το σενάριο ανατροπής του Μακαρίου, για να εξασφαλιστεί η ΝΑΤΟποίηση και να περάσει το σχέδιο «Ατσεσον» για την τουρκική βάση.

«(…) Γενικά δεν νομίζουμε ότι πρέπει να επιδιωχθεί η λύση αυτή, παρά μόνο στην ακραία περίπτωση που η κυβέρνηση θα κρίνει πως είναι εντελώς απίθανο, μέσα στα ανώτατα χρονικά περιθώρια αντοχής της Ελλάδος να γίνει δεκτή άλλη λύση (σ.σ. υπογράμμιση δική μας).

Πέραν των λόγων για τους οποίους απορρίπτουν τη λύση αυτή οι Κύπριοι, οι οποίοι είναι σοβαροί, η Ελλάς θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή, εκτός από την επιτυχή ανατροπή του σημερινού καθεστώτος, να είναι προετοιμασμένη να επέμβη και στην διαμόρφωση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, το οποίο εν όψει παρομοίας λύσεως, δεν είναι καθόλου βέβαιο, για να μη πούμε ότι αποκλείεται, να είναι υπέρ της Ενώσεως, εν πάση όμως περιπτώσει θα περιέχει τόσο μεγάλο ποσοστό εναντίον της, ώστε να χάνη την σοβαρότητα του (σ.σ. υπογράμμιση δική μας).

Στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή στη λύση εκχωρήσεως βάσεως του ΝΑΤΟ, ως αντάλλαγμα συμβατικό για την Ενωση, δεν είναι ανάγκη, με τα σημερινά δεδομένα τα οποία είναι όμως ρευστά και μεταβάλλονται συνεχώς επί τα χείρω, να ανατραπεί το σημερινό καθεστώς της Κύπρου, αν η κυβέρνηση της Ελλάδος είναι σε θέση να εξασκήσει σημαντική πίεση επάνω του και εφόσον το καθεστώς Μακαρίου δεν στηρίζεται σε αξιόλογες εγγυήσεις από την Σοβιετική Ενωση. (Ηδη έχομε πληροφορίες ότι ο Μακάριος έδωσε, προφορική τουλάχιστον διαβεβαίωση στον Νάσερ, ότι δεν θα υπάρξουν βάσεις του ΝΑΤΟ στην Κύπρο). Και πάλι όμως, έστω αν υπάρξει το σύμφωνο κυβερνήσεως Μακαρίου, θα χρειαστεί ίσως επέμβαση στο δημοψήφισμα, γιατί στην περίπτωση αυτή το κύρος του Μακαρίου θα κλονισθεί εσωτερικά, θα αποδεσμευτεί το ΑΚΕΛ, επομένως θα υπάρξει μεγάλη αντίδραση στην Ενωση.

Δεδομένης της σημερινής θέσεως της Τουρκίας, η δεύτερη αυτή λύση προϋποθέτει παράταση της εκκρεμότητος. Παράταση της εκκρεμότητος προϋποθέτει και κάθε άλλη λύση, η δε συναίνεση των συμμάχων μας εξαρτάται από τα όρια της αντοχής τα οποία διαθέτει τόσο η Ελλάς όσο και η Τουρκία.

Εξαρτάται επίσης από τον βαθμό αναμίξεως του ανατολικού μπλοκ. Αν η Σοβιετική Ενωση εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, αδυνατίζει ασφαλώς η θέση της Τουρκίας, δυσχεραίνεται όμως η δυνατότης επεμβάσεως των συμμάχων μας, υπέρ της Ελλάδος, γιατί στην περίπτωση αυτή η Τουρκία εγκαταλειπόμενη από τους συμμάχους, εν όψει σοβαρής σοβιετικής απειλής, θα αντιμετωπίσει ασφαλώς εσωτερικό πολιτικό σάλο με αβέβαια αποτελέσματα.

Αποτελεσματική επέμβαση των σοβιετικών θα δημιουργήσει και μεγάλα εσωτερικά προβλήματα στην Ελλάδα, τα οποία θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν.

Ασχετως λύσεως η ελληνική κυβέρνηση οφείλει επομένως να περιορίσει την ελευθερία κινήσεως του Μακαρίου και να ελέγχει όσο είναι καιρός την διεθνή διπλωματική του δραστηριότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση τείνουν τα μέτρα που προτείνουμε, η λήψη των οποίων είναι υπερεπείγουσα (σ.σ. οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Η γενική γραμμή των μέτρων αυτών είναι η εξής, έχοντας υπ όψιν ότι σήμερα οι Αμερικανοί θα εδέχοντο, γνωρίζοντας τα πράγματα, να εισδύσει η Ελλάς αποτελεσματικά μέσα στην Κύπρο, ώστε να ελέγχει και προλάβει τον κίνδυνο του εσωτερικού εκφυλισμού, που διατρέχουμε σήμερα στη Μεγαλόνησο.

α) πλήρης έλεγχος επί του ελληνικού στρατού και της εθνοφρουράς

β) βραχυκύκλωση Μακαρίου, χωρίς ανατροπή τουλάχιστο

γ) συστηματική ελληνική προπαγάνδα στην Κύπρο

δ) σταδιακή και έντεχνη δημιουργία κατανοήσεως στον Ελληνικό λαό της Κύπρου, πως η ιδεολογική και φυσιολογική θέση και το συμφέρον της Ελλάδος και της Κύπρου είναι στο δυτικό στρατόπεδο, ότι η λύση του Κυπριακού θα είναι ευνοϊκή και ότι τελικά θα προέλθη από τις συμμαχίες μας.

ε) προετοιμασία για ενδεχόμενη παράταση της εκκρεμότητος επί μακρύτερο χρονικό διάστημα».

Μεταξύ άλλων, ο Τσουδερός πρότεινε τα παρακάτω μέτρα:

«– Επείγουσα αντικατάσταση 10 αξιωματικών του ελληνικού στρατού και 20 αξιωματικών της εθνοφρουράς (…)

Επείγουσα αποστολή στην Κύπρο δυνάμεως αποτελούμενης από 400 τουλάχιστον ικανούς αστυνομικούς και χωροφύλακες, για την ανάληψη του έργου της τηρήσεως της ασφαλείας και την έντεχνη βραχυκύκλωση της ύποπτης κυπριακής αστυνομίας.

— Αμεση δημιουργία Υπηρεσίας Προπαγάνδας παρά τω ελληνικώ στρατηγείω (…) Αποστολή της Υπηρεσίας αυτής θα είναι να ελέγξη με πίεση επί του Μακαρίου, το ραδιόφωνο – τηλεόραση, να δώσει υλικό και εν ανάγκη να εξαγοράσει τον Τύπο, να προβεί στην έκδοση εφημερίδος που θα κυκλοφορήσει στο στρατό και μέσω του στρατού στην ύπαιθρο (…).

— Αμεση αναδιοργάνωση της ΚΥΠ παρά τη Ελληνική Πρεσβεία Λευκωσίας (…) Η διασπορά ικανών ελληνικών στελεχών στις δημόσιες Υπηρεσίες της Κύπρου, εν είδει Τεχνικής βοήθειας, ώστε να βραχυκυκλωθεί ο Μακάριος.

(…)

Η ενίσχυση των εθνικιστικών εργατικών σωματείων και προσώπων που παίζουν μεγάλο ρόλο στην κίνηση (δύναμις 15.000), όπως ο βουλευτής Κώστας Χριστοδουλίδης.

Ο προσεταιρισμός ορισμένων υπουργών του Μακαρίου, κυρίως του Γεωρκατζή, του Τάσου Παπαδόπουλου, βουλευτών όπως ο Κώστας Χριστοδουλίδης, η πρόσκλησή τους στην Αθήνα από τον κ. Πρόεδρο της Κυβερνήσεως και η προσφορά σε αυτούς θέσεων μέσα στην Ενωση Κέντρου, δημιουργουμένου στην Κύπρο κλιμακίου της ΕΚ.

Η σταδιακή εγκατάλειψη της μυστικότητας γύρω από την ύπαρξη και τη δύναμη του ελληνικού στρατού στην Κύπρο και μόλις υπάρξει ευκαιρία η εμφάνισή του σε μεγάλη παρέλαση (σ.σ. όλες οι υπογραμμίσεις δικές μας).

(…)

Η εξαγγελία ρητής δηλώσεως ότι σε περίπτωση Ενώσεως θα δοθεί προνομιακή μεταχείριση της Κύπρου επί μακρύ χρονικό διάστημα τύπου Δωδεκανήσου και ότι δεν θα μεταβληθούν οι θεσμικές διαρθρώσεις.

(…)

Η εξέταση του ενδεχομένου της εγκαταστάσεως στην Κύπρο μιας μοίρας αντιαεροπορικών πυραύλων hawk οι οποίοι είναι καθαρά αμυντικό όπλο, έστω και εν μυστικότητι. Η επίλυση του προβλήματος της αντιαεροπορικής αμύνης που θα επιτευχθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, θα τονώσει σημαντικά το ηθικό του πληθυσμού και θα καταστήσει περιττή κάθε έκκληση για βοήθεια απ’ τη Σοβιετική Ενωση, ενώ παράλληλα θα ενισχύσει το κύρος του ΝΑΤΟ στην Κύπρο».

Εδώ τελειώνει η «έκθεση Τσουδερού», που παραθέσαμε το μεγαλύτερο μέρος της. Σημειώνεται ότι τα παραπάνω διαδραματίζονταν σε μια περίοδο που η κυπριακή κυβέρνηση επιδίωκε να λύσει τα προβλήματα που δημιουργούνταν από τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, με τις οποίες η Κύπρος γινόταν «ανεξάρτητη», υπό την κηδεμονία της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μ. Βρετανίας. Περισσότερα σχόλια περιττεύουν…

Πηγή: Ριζοσπάστης

The post «ΦΑΚΕΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ» Εκθεση Ι. Τσουδερού: Ενα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο appeared first on Αγκάρρα.

Κυπριακό - εκλογές

By gregoris
2/1/2018


Με την εκλογή οποιουδήποτε άλλου πλην του Μαλά σφραγίζεται οριστικά η διχοτόμηση.

Με την εκλογή του Μαλά, θα παιχτεί άλλος ένας τελευταίος γύρος συνομιλιών και θα τεθεί η ε/κ κοινότητα ξανά προ του διλήμματος. Θα έχει δηλαδή άλλη μια ευκαιρία να επιλέξει μεταξύ ομοσπονδιακής επανένωσης ή ομαλοποίησης της διχοτόμησης που θα συντελεστεί χωρίς καν να ρωτηθούν οι ε/κ.

3/1/2018

Νικόλαε Αναστασιάδη, αν νομίζεις ότι η διχοτόμηση σημαίνει απλά εσύ τζιαι η συναπαρτζιά σου να έσιετε το κράτος τζιαι να έχουν οι τ/κ ένα κρατίδιο στα βόρεια εδάφη απλά με δυνατότητα σύναψης διεθνών σχέσεων, λανθάνεσαι. Διχοτόμηση σημαίνει να μοιραστεί ούλλη η πίττα – όι μόνο το χώμα. Σημαίνει τζιαι τα γκάζια, τζιαι τα ρώσικα κεφάλαια, τζιαι τες καρέκλες στες Βρυξέλες τζιαι το Στρασβούργο τζιαι τα τσιάρτετ φλάιτ τουριστών ολλ ινκλούσιβ.

Πιο σημαντικά αν νομίζεις ότι οι ε/κ υποστηριχτές της διχοτόμησης πάση θυσία, που σημαίνει ούλλα τα πιο πάνω εν πλειοψηφία, παίζεις μεγάλο κουμάρι τζιαι θα παττίσεις.


3/1/2018

Κάποια στιγμή, πρέπει να ήταν προς το τέλος του 2007, συνάντησα μια παρέα δεξιών της λύσης τους οποίους ήξερα από το 2004 και με τους οποίους είχαμε μοιραστεί την εμπειρία της στήριξης του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα. Είχαμε  κινηθεί σε ξεχωριστά σχήματα στη καμπάνια υπέρ της επανένωσης και διατηρούσαμε την γενική ιδεολογική αντιπαλότητα, αλλά λόγω του κυπριακού υπήρχε κάποιο κοινό έδαφος που επέτρεπε οικειότητα. Εγώ είπα τότε κάτι σε στυλ «η οριστική διχοτόμηση πλησιάζει αν δεν υπάρξουν ανατροπές στην ε/κ πλευρά» και αυτοί μου απάντησαν περίπου «αφού αυτό θέλουν οι ε/κ, ας είναι». Με προβλημάτισε έντονα αυτή η συλλογιστική – δεν συνιστούσε μόνο παραίτηση από τον στόχο αλλά και αδιαφορία για την ουσία. Πιο σημαντικά έγινε ξεκάθαρο για μένα ότι η επανενωτική δεξιά δεν είχε ούτε τη δύναμη αλλά ούτε και την έννοια να κάνει κάτι ουσιαστικό για την επανένωση. Όταν το τέλος του 2009 πρωτοκλασάτα στελέχη του ΔΗΣΥ τάχτηκαν ενάντια στην σύγκλιση Χριστόφια-Ταλάτ για την εκ περιτροπής προεδρία και τη διασταυρούμενη ψήφο είχα πει ότι η πορεία προς την διχοτόμηση δεν θα ήταν εύκολο να ανατραπεί. Είχα προβλέψει επίσης ότι όταν θα φτάναμε στο απροχώρητο το πρώτο κόμμα που θα στήριζε ανοιχτά την διχοτόμηση δεν θα ήταν το ΔΗΚΟ ή η ΕΔΕΚ αλλά το ΔΗΣΥ. Αρχές του 2018 νομίζω είμαστε κάπου εδώ. 

Για γέλια τζιαι για κλάματα

By gregoris
17/10/2017

Ρε δαμέ τούτη κυβέρνηση το 2015 εν μέσω συνομιλιών για λύση του κυπριακού αποφάσισεν να ανεγείρει δημοσία δαπάνη μνημείο των επιτιθέμενων πραξικοπηματιών στο προεδρικό τες 15 του Ιούλη τζιαι ήταν να εμποδιστεί στήσιμο μνημείου Γρίβα το 2017 μετά που εκλειδώσαν την διχοτόμηση; Του Γρίβα να μεν του στήσουν τζιαι άλλον μεγάλο μνημείο, που ακόμα τζιαι ο Κληρίδης που τον είσιεν αποκαλέσει εν ζωή «κοινό εγκληματία» επήεννεν μετά θάνατον να του αποτίσει τιμές; Έτο εόκαν τους άδεια πάλεν…


22/10/2017


Εχτές εξεναγήσαμεν μαζί με τον Sertac στην εντός των τειχών Λευκωσία, νότια τζιαι βόρεια της πράσινης γραμμής, μια μικτή ομάδα Ισραηλινών τζιαι Παλαιστινίων που ήρταν στην Κύπρο για να συζητήσουν την δική τους διένεξη. Μιλώντας τους για την ιστορία της κυπριακής διένεξης, της αναπαραγωγής της μέσα που την διαχείριση της δημόσιας μνήμης τζιαι της σημειωτικής των δημοσίων χώρων, των ταυτοτήτων τζιαι των πολιτικών δυναμικών υπήρξαν στιγμές που εν εμπορέσαμεν να συγκρατήσουμεν τα χαμόγελα μας για τον παραλογισμό που επεριγράφαμεν. «Μα γιατί γελάτε;» ελαλούσαν μας οι ανθρώποι που έρκουνταν που μια περιοχή με πολλά πιο μεγάλη, βίαιη τζιαι θερμή διένεξη. Εθυμήθηκα τον Τσόμσκυ που είσιεν έρτει στην Κύπρο πριν καμιάν δεκαετία εν μέσω του πολέμου στο Λίβανο τζιαι όταν ερωτήθηκεν που την δημοσιογράφο “What doyou think about theCyprus problem?” έδωσεν μιαν αξέχαστη απάντηση. «You think you have a problem? You know I just came from Lebanon…”  

Προς την διχοτόμηση

By gregoris
4/10/2017


Που το 1977 τζιαι μετά, θκυο είναι τα βασικά στοιχεία που υπονόμεψαν την διχοτόμηση, δημιουργώντας ανάχωμα στην εμπέδωση της τζιαι κρατώντας ανοιχτή την προοπτική της επανένωσης. Το ένα εν τα ανοιχτά οδοφράγματα τζιαι το άλλον εν η σύγκλιση Χριστόφια-Ταλάτ για τη διασταυρούμενη ψήφο ως πακέτο με την εκ περιτροπής προεδρία σε περίπτωση λύσης.

Τα οδοφράγματα ανοίξαν το 2003 μονομερώς που την τ/κ πλευρά ως αποτέλεσμα της πίεσης που άσκησαν οι τ/κ κινητοποιήσεις αλλά αποτελούν πλέον δικοινοτικό κοινωνικό κεκτημένο λόγου του λαϊκού ρεύματος που εσυνόδευσεν το άνοιγμα τους, ενώ αποκτήσαν τζιαι θεσμική κατοχύρωση το 2004 με τον Κανονισμό της πράσινης γραμμής. Το ότι η ανοιχτή διέλευση στηρίζεται που την ΕΕ, κάμνει τους πλείστους εθνικιστές διστακτικούς στην διεκδίκηση του κλεισίματος τους.


Η διασταυρούμενη ψήφος, η φόρμουλα για την εκτελεστική εξουσία που εμπλέκει τους ανθρώπους της μιας κοινότητας στες πολιτικές διεργασίες της άλλης εσημειώθηκεν το 2009. Ο Χριστόφιας όμως εν εξόρτωσεν να στηρίξει την σύγκλιση επαρκώς στη ε/κ κοινή γνώμη, τζιαι το ότι εν την επισημοποιήσαν με τον Ταλάτ ως Ενδιάμεση Συμφωνία το 2009, επέτρεψεν στον Έρογλου να την πετάξει κάτω που το τραπέζι μόλις εκλέγηκεν. Ο Αναστασιάδης επίσης ετάχτηκεν ενάντια στη σύγκλιση που τες αρκές του 2010 τζιαι έστησεν τζιαι προεκλογική εναντίον της, σπρώχνοντας μάλιστα τζιαι τον Μαλά το 2013 να αποφύγει να την στηρίξει. Παρά το ότι ο Ακκιτζί εξανάβαλεν το πακέτο στο τραπέζι μόλις εκλέγηκεν το 2015, ο Αναστασιάδης αρνείτουν να το δεχτεί μέχρι που εδιασφάλισεν το οριστικό ναυάγιο τον Ιούλη το 2017. Το ότι εδήλωσεν την αποδοχή του επί της αρχής στη εκ περιτροπής προεδρία / διασταυρούμενη ψήφο στο παρά πέντε, σε μια προσπάθεια να μεν φορτωθεί 100% την ευθύνη της κατάρρευσης τζιαι το ότι μόλις έγινεν η κατάρρευση εξανα-απόσυρεν την είναι τζιαι γελοία εκτός που απλά διχοτομική στάση.  



Ο Πρύτανης Χριστοφίδης, που υποτίθεται θα το έπαιζεν υποψήφιος της λύσης, μόλις εψές εδήλωσεν μας με μεγαλοπρέπεια ότι εναντιώνεται στην εκ περιτροπής τζιαι άρα τζιαι στην διασταυρούμενη με στάθμιση ψήφο, επειδή εν υπέρ του πλειοψηφισμού. Οπόταν έμεινεν να δούμε τζιαι τον Μαλά – αν θα στηρίξει, με ποιο τρόπο τζιαι πόσο μασημένα το πακέτο εκ περιτροπής προεδρία / διασταυρούμενη ψήφος. Αν μη τι άλλο για να μάθουμεν τζιαι την ταχύτητα με την οποία κινούμαστε προς τη διχοτόμηση. 

Προσπάθεια μετριασμού των εθνικισμών μέσα από τις λέξεις από τον ΟΑΣΕ και αποπροσανατολισμός με το “γλωσσάρι”

By Vasily Zaytsev

Το “Κυπριακής ιδιοκτησίας” γλωσσάρι που προετοιμάστηκε από 2 Τ/Κ και2 Ε/Κ δημοσιογράφους με την ονομασία «Λέξεις που έχουν σημασία: Γλωσσάριο για τη δημοσιογραφία στην Κύπρο» έχει δημιουργήσει την γνωστή ατμόσφαιρα που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια από κύκλους των εθνικιστών και των λεγόμενων επανενωτικών (φιλελεύθερων δηλαδή δεξιών και αριστερών). Το έμπειρο ΑΚΕΛ έχει χαρακτηρίσει την συζήτηση για το γλωσσάρι αποπροσανατολιστική διότι “χωρίζει το λαό σε πατριώτες και μη πατριώτες”. Από την άλλη οι γνωστοί αριστερίστικοι κύκλοι (αυτή η αριστερά που θεωρεί αντι-εθνικισμό τον εθνικισμό του άλλου και την Ε.Ε όπως επίσης και το ΝΑΤΟ ως οργανισμούς συνεργασίας) εντός και εκτός κόμματος το έχουν εκθειάσει ως μια πετυχημένη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της λύσης. Έχουμε από την μια τους εθνικιστές που θεωρούν την απόλυτη προσβολή να έρχεται μια γλώσσα από ξένο οργανισμό για να τους πει πως θα διατυπώνουν τις λέξεις όσον αφορά το εθνικό ζήτημα (η αλήθεια είναι πως όταν έρχονται οικονομικά γλωσσάρια από το εξωτερικό οι διάφοροι εθνικιστές σούπερ “πατριώτες” τα υιοθετούν πριν ακόμα κατέβουν από το αεροπλάνο), ενώ από την άλλη έχουμε τους τόσο υπερ-κοσμοπολίτες και επανενωτικούς που θεωρούν πως η συζήτηση με όρους αλήθειας δεν βοηθάει στην επανένωση.

Γι’ αυτό τον λόγο δεν μπορεί να εξείρεται το αίσθημα δήθεν που μπορούν να παρουσιάζουν κάποιοι Τ/Κ (οι εθνικιστές Τ/Κ) όσον αφορά την παρουσία του Τουρκικού στρατού, όπως επίσης, θεωρείται όπως λέει το γλωσσάρι, ότι είναι υποτιμητικό να λέμε “κατεχόμενα” το βόρειο τμήμα του νησιού διότι δεν μπορεί η ελληνοκυπριακή πλευρά να λέει στους Τουρκοκύπριους εαν είναι ελεύθεροι ή όχι. Πράγματι, το γλωσσάρι εξείρει το αίσθημα των ελληνοκύπριων εθνικιστών διότι σε αρκετά σημεία, όχι μόνο διορθώνει κάποιες υποτιμητικές λέξεις ή ανακρίβειες που χρησιμοποιούν τα Ε/Κ ΜΜΕ όπως τα “μπουτρούμια” έναντι της λέξης “φυλακή” όπως επίσης ο “Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ” σωστά γίνεται “Αγώνας της ΕΟΚΑ” ή από την άλλη (Τ/Κ) πλευρά το “ελληνοκυπριακός λαός” γίνεται σωστά “ελληνοκυπριακή κοινότητα” (κ.α που έτσι και αλλιώς ο αγωνιζόμενος λαός δεν υιοθετεί εδώ και πολλά χρόνια), αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει την πραγματικότητα ως το πρόβλημα για την προσπάθεια επανένωσης. Το γεγονός πως οι εθνικιστές είναι σίγουρο πως είναι έξαλλοι με το εν λόγω γλωσσάρι όμως δεν σημαίνει αυτόματα πως είναι και θετικό. Οι Ε/Κ συγγραφείς στην προσπάθεια τους να φανούν επικριτικοί στην εθνικιστική καθεστηκυῖα τάξη της ελληνοκυπριακής κοινότητας αποδέχονται τους Τούρκους εποίκους ως Τούρκους “πρόσφυγες” όπως επίσης και το “κατεχόμενες περιοχές” να λέγεται “το βόρειο μέρος της Κύπρου” ενώ σε αρκετές εκφράσεις δεν κατέστη δυνατόν η εξεύρεση κοινά αποδεχτής λέξης ( λογικό, αφού η πραγματικότητα πολλές φορές… είναι πεισματάρα!). Το ίδιο και από την άλλη πλευρά, οι Τ/Κ συγγραφείς, αν και λιγότερο, προσπαθούν να εισάξουν στην γλώσσα των Τ/Κ ΜΜΕ κάποιες από τις εδώ “ανησυχίες”. Μοιάζει να είναι προσπάθεια μετριασμού των εθνικισμών μέσα από την επίσημη γλώσσα.

Κάνουμε ένα βήμα πίσω εδώ και διερωτώμαστε:

  • Σε ποιον απευθύνεται το εν λόγω γλωσσάρι;
  • Στους εργαζόμενους και στις δύο πλευρές που προσπαθούν να βρουν τρόπο να επιβιώσουν καθημερινά;
  • Σε αυτούς που μάχονται για την λύση με τον δικό τους τρόπο τόσα χρόνια;
  • Αλήθεια, χρειάζεται κάποιος Τ/Κ που επιθυμεί την λύση να λέγονται ψέμματα για το τι είδους επιχείρηση έκανε ο Τουρκικός στρατός το 74′ για να βρεθεί μια βιώσιμη κατάσταση και να επικρατήσει η ειρήνη;
  • Χρειάζεται κάποιος Ε/Κ που επιθυμεί την λύση να μην λέγεται η λέξη κατοχή για να βρεθεί λύση ή να χρησιμοποιούνται τα εγκλήματα του 58′ και του 63′ από Ε/Κ εθνικιστές ως εξίσωση του εγκλήματος του 74′;
  • Μήπως ο ΟΑΣΕ με το γλωσσάρι αναζήτησης εναλλακτικής της λέξης εισβολή θέλει να εξοντώσει τα πανίσχυρα εθνικιστικά αφηγήματα και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής πράσινης γραμμής;

Όχι φυσικά, τίποτε από τα πιο πάνω. Το γλωσσάρι είναι ακόμη μια χορηγία των Ιμπεριαλιστών για επικοινωνιακή διαχείριση του εθνικού ζητήματος στη βάση προώθησης της ΝΑΤΟικής και Ευρωενωσιακής λύσης που επιθυμούν τα ξένα κέντρα για την Κύπρο και είναι λυπηρό που βρήκαν προοδευτικούς (εδώ μπαίνει ερωτηματικό βέβαια κατά πόσον είναι ο καθένας και αν εξυπηρετεί συμφέροντα) Κύπριους και από τις δύο πλευρές να το υλοποιήσουν. Αυτή είναι η ουσία και κανένα δήθεν προοδευτικό επικάλυμμα δεν μπορεί να κρύψει την προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας για χάριν μιας πολύ επίπλαστης ισορροπίας λέξεων. Το γλωσσάρι αυτό όχι μόνο δεν θα αποδυναμώσει τα εθνικά αφηγήματα αλλά ενδέχεται να πολώσει μια μικρή μειοψηφία επαγγελματιών ακτιβιστών και γραφεικρατών από την οποία ο εθνικισμός μπορεί να συσπειρώσει πολύ μεγαλύτερη δύναμη απότι οι δυνάμεις που υποτίθεται στηρίζουν την λύση.

Είναι λέξεις που δεν αφορούν εν τέλη τα εργατικά και λαικά στρώματα, για να το πούμε αλλιώς είναι προσπάθεια αποπροσανατολισμού της πραγματικής αιτίας του Κυπριακού προβλήματος που δεν είναι άλλη από την αποτυχία διαμοιρασμού εξουσίας στο νησί από τμήματα της αστικής τάξης και τα Ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Αναλόγως συμφερόντων που θέλει να υπηρετήσει ένα ισχυρό τμήμα της αστικής τάξης και στις δύο πλευρές, γέρνουν και οι λέξεις, τα αφηγήματα, ο άνεμος της επανένωσης. Εν τέλη, είναι κατάντια για τον προοδευτικό κόσμο της Κύπρου που επιθυμεί λύση να πρέπει να υπερασπιστεί ένα γλωσσάρι προερχόμενο από Ιμπεριαλιστικά κέντρα που επιχειρεί να αποκρύψει την πραγματικότητα και στις δύο πλευρές για χάριν μιας ενδεχόμενης συμφωνίας σε περίπτωση νέου γύρου διαπραγματεύσεων.

Αυτός ο Ευρωενωσιακός και Ευρωατλαντικός εν τέλη “αντι-εθνικισμός” εμάς όχι μόνο δεν μας καλύπτει, αλλά τον θεωρούμε επικίνδυνο για νέες εθνικιστικές αναφλέξεις στην περιοχή μας. έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας αλλά το ξαναλέμε, χωρίς την πάλη του λαού, δικαιη και βιώσιμη λύση δεν υπάρχει. Οι ενδεικτικές λέξεις όπως και εκείνες που ήδη υπηρετούν το στάτους κβο θα είναι πάντα τρόπος διαχείρισης της παθητικής του στάσης και χειραγώγισης. Έχουν ως αφετηρία την ενοχοποίηση ολόκληρης της Ε/Κ κοινότητας για το πραξικόπημα και ολόκληρης της Τ/Κ κοινότητας για την εισβολή. Δεν θα τους κάνουμε την χάρη, εμείς θα λέμε ότι λέγαμε μέχρι τώρα: το πραξικόπημα το διενήργησαν φασίστες και εθνικιστές από την Ε/Κ κοινότητα με σαφείς εντολές από Ιμπεριαλιστικά κέντρα όπως επίσης η επιχείρηση “Αττίλας” ήταν μια Ιμπεριαλιστική επέμβαση της Τουρκίας που δεν είχε καμιά σχέση με την προστασία των Τ/Κ και που συνεχίζει να κατέχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Ο λαός παρόλο που το εκφράζει ενστικτωδώς πολλές φορές (θα μιλήσουμε για τις ευθύνες του οργανωμένου λαικού κινήματος για μη διαπαιδαγώγιση και αντι-ιμπεριαλιστική πάλη άλλη φορά), ξέρει… και θέλει βιώσιμη λύση που θα διασφαλίζει την ειρήνη και την ανεξαρτησία, όχι λεπτές ισορροπίες από Ιμπεριαλιστικές συμφωνίες που θα διαιωνίζουν τους κινδύνους.

Το γλωσσάρι, ως ιδέα δεν είναι κακό, όμως δεν πηγάζει από τον λαό, από μια διαδικασία που βάζει τον λαό να δημιουργήσει τις εκφράσεις και λέξεις εκείνες που ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του ενώ δεν κλείνει το μάτι στους Ιμπεριαλιστές και να αποκρύπτει την πραγματικότητα. Μόνο με την πολιτική δράση του λαού, να σταματήσει να περιμένει από τους κάθε λογής σωτήρες και φωστήρες τι να κάνει και τι να λέει, μπορεί να αρθεί το στάτους κβο.

The post Προσπάθεια μετριασμού των εθνικισμών μέσα από τις λέξεις από τον ΟΑΣΕ και αποπροσανατολισμός με το “γλωσσάρι” appeared first on Αγκάρρα.

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

By stasis1

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΦΤΕΡΙΑΣ – Γιώργος Φράγκος

“Ανταμώσανε, κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ΄ απ΄ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ενώσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ΄ του κανονιού τη μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά.
Σ΄ ένα νησί, σε μια πατρίδα μοιρασμένη
απλώνει ο Τουρκοκύπριος τ΄ αδικημένο χέρι
σφίγγει μ΄ αγάπη χέρι Ελληνοκυπριακό
άνθρωπε του νότου αδέρφι μου!
Του βορρά άνθρωπε αδελφέ μου!
Σφίγγουν τα χέρια μ΄ αγάπη
στο συναπάντημα της Λευτεριάς.”

Γιώργος Φράγκος

ÖZGÜRLÜK BULUŞMASI

Buluştular,
ihanete uğramış bir tarihin gölgesi
ve sakat kalmış bir geçmişin örtüsü altında
birleşti elleri, birleşti yürekleri
açtılar kucaklarını ve filizlendi çiçekler
Kırmızı bir gül bitiverdi topun ağzında
Süngü filizlendi ve karanfil oluverdi
Bir adada,
bölünmüş bu vatanda,
uzatarak Kıbrıslıtürk haksızlığa uğramış elini
sevgiyle sıkıverdi Kıbrıslırumun elini
güneyin insanı kardeşim!
kuzeyin insanı kardeşim!
sıkılıyor eller sevgiyle
özgürlük buluşmasında

Yorgos Frangos

 

 

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Δεύτερο Μέρος

By stasis1

Οι οικονομικοί λόγοι έπαιξαν σημαντικό, αν όχι κρίσιμο, ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τουρκικό οικονομικό σύστημα βασιζόταν σε δυτικά μοντέλα και εξαρτώταν έντονα από την αμερικανική οικονομική βοήθεια. Κατά την περίοδο 1947-1961, η Τουρκία έλαβε 1.862 εκατομμύρια δολάρια στρατιωτικής ενίσχυσης και 1.394 εκατομμύρια δολάρια οικονομικής ενίσχυσης από τις ΗΠΑ. Κι όταν ο [Αντνάν] Μεντερές βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χρεοκοπία το 1958, αποδέχτηκε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλλε διεθνές κονσόρτιουμ το οποίο αποτελούσαν οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών και το ΔΝΤ. Σε αντάλλαγμα, το κονσόρτιουμ έθεσε νέα χρονοδιαγράμματα για την αποπληρωμή των δανείων της Τουρκίας και της παρείχε οικονομικό πακέτο βοήθειας ύψους 359 εκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μεντερές προσπάθησε να συνδέσει την οικονομική της πολιτική με τη Δύση μέσω της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [ΕΟΚ]. Το 1959, η Τουρκία κατέθεσε αίτηση για την απόκτηση του στάτους χώρας συμβαλλόμενης με την ΕΟΚ. Στις αρχές όμως του 1960, η οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στην Τουρκία πέρασε σε ύφεση και οι ηγέτες της Άγκυρας άρχισαν να σκέφτονται την επαναπροσέγγιση με τους Σοβιετικούς, ώστε να βρουν οικονομική βοήθεια. [9]

Η μετατόπιση της Τουρκίας στην εξωτερική της πολιτική δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς αν δε λάβουμε υπόψη συστημικούς παράγοντες. Καθώς έγινε σαφής η σοβιετική ισοδυναμία σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, η νατοϊκή πολιτική της “μαζικής κλίμακας αντεκδίκησης” αντικαταστάθηκε από την αρχή της “ευέλικτης ανταπόκρισης.” Αυτό το γεγονός, και το ζήτημα που έθεσε αυτό για το ρόλο χωρών στις πτέρυγες του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου, οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να βελτιώσει και να αυξήσει τις σχέσεις της με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Τρίτου Κόσμου, ώστε να εκμεταλλευτεί πλήρως τις οικονομικές και πολιτικές της δυνατότητες. Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος αντικατέστησε τον Ινονού ως ηγέτης του κόμματός του τον Μάη του 1972, θεωρούσε ότι η Τουρκία μπορούσε να υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική απέναντι στις υπερδυνάμεις που να είναι προδραστική, σε αντίθεση με την επιφυλακτική πολιτική του Ινονού. Δεν ετίθετο ζήτημα εγκατάλειψης των συμμαχιών της Τουρκίας όπως ήταν το ΝΑΤΟ και η CENTO, εντός όμως των συμμαχιών αυτών, η Τουρκία θα ακολουθούσε πολιτική σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τα δικά της εθνικά συμφέροντα. [10]

Επιπρόσθετος παράγοντας υπήρξε η πιο ευέλικτη και λιγότερο αυστηρή σοβιετική εξωτερική πολιτική που αναδύθηκε μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953. Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης με τους γειτονικούς λαούς (Άραβες, Τούρκους, Ιρανούς) και με χώρες που είχαν διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα. Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, η νέα σοβιετική ηγεσία παραιτήθηκε των εδαφικών της απαιτήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, καθώς και της επιθυμίας της να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου. Τον Απρίλη του 1960, ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές συμφώνησε στην ανταλλαγή επισκέψεων με τον Χρουστσόφ, ως αποτέλεσμα της τουρκικής κυρίως ανάγκης για οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, ο Μεντερές ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μάη του 1960, το οποίο έφερε τέλμα στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΣΣΔ για άλλα τέσσερα χρόνια.

Το πραγματικό ξεπάγωμα των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ ξεκίνησε μετά την κυπριακή κρίση του 1964 και την πτώση του Χρουστσόφ από την εξουσία τον Οκτώβρη του ίδιου έτους. Ο Χρουστσόφ είχε φιλικές σχέσεις με τον Μακάριο, καθώς τον έβλεπε ως τον μόνο που μπορούσε να εξασφαλίσει αδέσμευτο και ανεξάρτητο στάτους για την Κύπρο. Η νέα όμως σοβιετική ηγεσία έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Φεριντούν Ερκίν επισκέφθηκε τη Μόσχα στα τέλη του Οκτώβρη του 1964· το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε στο τέλος της επίσκεψής του δήλωνε ότι και οι δύο χώρες σέβονταν την ανεξαρτησία της Κύπρου και αποδεχόντουσαν “τα έννομα δικαιώματα των δύο εθνικών κοινοτήτων.”[11] Η μετατόπιση της Σοβιετικής Ένωσης προς την Τουρκία επιβεβαιώθηκε στις 21 Γενάρη του 1965, όταν ο σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Γκρομίκο δήλωσε πως οι δύο κυπριακές “εθνικές κοινότητες … μπορούν να επιλέξουν ομοσπονδιακή μορφή διακυβέρνησης” [12]. Σαφώς, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ευχαριστήθηκαν με αυτή την εξισορροπιστική προσέγγιση, την οποία δικαίως θεώρησαν ως εξέλιξη υπέρ τους. Ανταποκρίθηκαν σε αυτή αρνούμενοι να συμμετάσχουν στην νατοϊκή πολυεθνική δύναμη. Η δημιουργία της ήταν κάτι στο οποίο αντιτίθετο σφοδρά η Σοβιετική Ένωση, καθώς θα συνέδεε τη Δυτική Γερμανία με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Το Δεκέμβρη του 1965, όταν το κυπριακό ζήτημα συζητήθηκε στη Γενική Συνέλευση [των Ηνωμένων Εθνών], το παγκόσμιο σώμα έφτασε στην ως τότε πιο κατηγορηματική δήλωση υπέρ της ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, καθώς και της αντίθεσης σε οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση στα εσωτερικά του νησιού. Όμως η απόφαση είχε και 54 αποχές. Ανάμεσά τους ήταν η Σοβιετική Ένωση και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη. [13]

Μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλεξέι Κοσίγκιν στην Άγκυρα το Δεκέμβρη του 1966, οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Τουρκίας πήραν τη μορφή στενότερων οικονομικών δεσμών. Οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι η οικονομική βοήθεια προς, καθώς και οι ομαλές οικονομικές σχέσεις με λιγότερο αναπτυγμένες χώρες θα μπορούσαν να εξαλείψουν σταδιακά τη δυτική πρωτοκαθεδρία, ενώ θα άνοιγαν και τις προοπτικές αύξησης της σοβιετικής επιρροής. Οι τουρκικές εξαγωγές προς και εισαγωγές από το Ανατολικό μπλοκ αυξήθηκαν ραγδαία, και το μερίδιό τους στο συνολικό εμπόριο της Τουρκίας αυξήθηκε από 7% το 1964 σε 13% το 1967. Το 1967, ο Ντεμιρέλ επισκέφθηκε τη Μόσχα και οι Σοβιετικοί συμφώνησαν στην οικοδόμηση αρκετών βιομηχανικών μονάδων στην Τουρκία, περιλαμβανομένου χαλυβουργείου, μονάδας επεξεργασίας αλουμινίου, και διυλιστηρίου. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Τουρκία είχε γίνει αποδέκτης περισσότερης Σοβιετικής οικονομικής βοήθειας από κάθε άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου. [14] Το 1972 και το 1978, τα δύο κράτη υπέγραψαν δήλωση “αρχών καλής γειτονίας” και “πολιτικό έγγραφο” φιλικών σχέσεων.

Η κυπριακή κρίση το καλοκαίρι του 1974

Οι περιστάσεις γύρω από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου με στήριξη της ελληνικής χούντας και των τουρκικών εισβολών του Ιούλη και του Αύγουστου του 1974 έχουν εξεταστεί αναλυτικά αλλού. [15] Εδώ θα εστιάσουμε στην τουρκική στρατηγική και τα τουρκικά κίνητρα, καθώς και στη σοβιετική στάση απέναντι στις εισβολές. Στη συνάντηση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της 15ης Ιούλη, ο Υπουργός Οικονομικών Ντενίζ Μπαϊκάλ δήλωσε ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο είχε καταστεί αναπόφευκτη. Ως αποτέλεσμα της ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου, οι αντιδράσεις των υπερδυνάμεων στις περιφερειακές κρίσεις είχαν αλλάξει. Αντί να παρεμβαίνουν, οι υπερδυνάμεις είχαν αρχίσει να καθησυχάζουν τους συμμετέχοντες σε περιφερειακές συγκρούσεις, και τα κράτη τα οποία έπαιρναν την πρωτοβουλία και δημιουργούσαν τετελεσμένα είχαν πλέον πλεονεκτική θέση. Κατόπιν, ο Μπαϊκάλ παρατήρησε:

Η σημαντικότερη διάσταση του σημερινού πραξικοπήματος δεν είναι η εγκαθίδρυση του Σαμψών, δολοφόνου των Τούρκων και των Βρετανών, αλλά το ότι καθιστά αναπόφευκτο η Ελλάδα να γίνει γείτονάς μας προς νότον. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί.

Ο Ετσεβίτ συμφώνησε με τις παρατηρήσεις του Μπαϊκάλ και ισχυρίστηκε πως, ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος, η κεντρική και νότια Ανατολία βρισκόντουσαν πλέον εντός του βεληνεκούς της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Τα λόγια αυτά αποδεικνύουν ότι το βασικό κίνητρο της Τουρκίας ήταν στρατηγικό. Η πρώτη εισβολή της Τουρκίας στις 20 Ιούλη αποτελούσε εφαρμογή μιας εκδοχής των σχεδίων Άτσεσον, με τον τουρκικό στρατό να καταλαμβάνει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες στον άξονα Κερύνειας-Λευκωσίας. Φαίνεται πως ο τουρκικός στρατός αυτό το είδε ως μεγάλη ευκαιρία να διχοτομήσει την Κύπρο, με τον μακροπρόθεσμο στόχο να θέσει υπό τον στρατηγικό του έλεγχο ολόκληρο το νησί. Η Κύπρος ήταν η πύλη εισόδου στη νότια πτέρυγα της Τουρκίας και ο έλεγχός της σήμαινε έλεγχο ολόκληρης της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου. Αντίστροφα, η Κύπρος, είτε ως ανεξάρτητη, είτε σε ένωση με την Ελλάδα, θα έβαζε την Ελλάδα σε πλεονεκτική γεωστρατηγική σχέση σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των αέριων και θαλάσσιων επικοινωνιών. Με τα λόγια του Υπουργού Εξωτερικών Γκιουνές στο Κοινοβούλιο, στις 22 Μάη 1974, η Τουρκία επιζητούσε να ζήσει ειρηνικά με την Ελλάδα, αλλά “ακριβώς για αυτό το λόγο, δε θα επιτραπεί στην Ελλάδα να σιγοτρώει τα τουρκικά συμφέροντα με κανένα τρόπο, ούτε να ανατρέψει την ισορροπία ανάμεσα στις δύο χώρες.” [16]

Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στη Γενεύη, η Τουρκία εξαπέλυσε δεύτερη, μεγάλης κλίμακας εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974, καταλαμβάνοντας περίπου το ένα τρίτο του κυπριακού εδάφους και δημιουργώντας τεράστιο προσφυγικό ζήτημα, καθώς περίπου 250.000 κύπριοι εκτοπίστηκαν δια της βίας. Η δεύτερη τουρκική εισβολή αναμφίβολα υπονόμευσε το τουρκικό επιχείρημα ότι η δράση της Τουρκίας αποσκοπούσε στην προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας του νησιού από τους έλληνες εθνικιστές. Μάλλον, η τουρκική δράση έκανε τη διεθνή κοινότητα να πειστεί να ακολουθήσει την ισορροπημένη ελληνική πρόταση ότι οι επεμβάσεις ήταν ανήθικες και επίσης εντελώς παράνομες από τη σκοπιά του διεθνούς Δικαίου και της Ιδρυτικής Συμφωνίας του 1960. [17]

Εκτός των κριτηρίων σχετικών με την ασφάλεια και τη γεωπολιτική, η απόφαση Ετσεβίτ να εισβάλλει στην Κύπρο επηρεάστηκε ακόμα από την πεποίθησή του ότι η Τουρκία είχε μοναδική ευκαιρία τη φορά αυτή να δράσει προδραστικά και να δημιουργήσει τετελεσμένα, με εύλογες προοπτικές για θετική έκβαση. Ο αμερικανός Υπουργός Εσωτερικών Χένρι Κίσινγκερ δεν είχε διάθεση να φανεί ανταγωνιστικός προς την Τουρκία, συμμάχου μεγάλης στρατηγικής συμμαχίας για τις ΗΠΑ. Όπως είπε με κυνισμό στον πρόεδρο Φορντ, δεν υπήρχε “λόγος για τις ΗΠΑ η Τουρκία να μην καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου.”[18] Για να βοηθήσει μάλιστα την Τουρκία να πετύχει τους εδαφικούς της στόχους υιοθέτησε την προσέγγιση “βλέποντας και κάνοντας” και παρέμεινε, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, ισχυρά αντίθετος με κάθε στρατιωτική επιλογή παρεμπόδισης των εισβολών. Δίνοντας πράσινο φως στην Τουρκία να χειριστεί την Κύπρο με το δικό της τρόπο, ο Κίσινγκερ ήλπιζε να αποκαταστήσει την ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και να καθησυχάσει τους Τούρκους. Μετά την εισβολή, το αμερικανικό Κογκρέσο, εν μέρει υπό την πίεση του ελληνοαμερικανικού λόμπι και εν μέρει λόγω εγχώριων πολιτικών ζητημάτων, επέβαλλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στην Τουρκία. Όμως το εμπάργκο βρήκε αντίθετο τον πρόεδρο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον αμερικανικό στρατό. Άρθηκε εν μέρει στα τέλη του 1975 και ολοκληρωτικά το καλοκαίρι του 1978.

Το πραξικόπημα ενάντια στο Μακάριο τον Ιούλη του 1974 έπεισε τους σοβιετικούς ηγέτες ότι το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών είχε ως στόχο την Ένωση, η οποία θα έφερνε την Κύπρο υπό τον στενό έλεγχο της Ελλάδας, και συνεπώς, του ΝΑΤΟ. Στην πρώτη της επίσημη δήλωση στις 16 Ιούλη 1974, η σοβιετική κυβέρνηση εξέφρασε τη στήριξή της στο λαό και στη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου, και απέδωσε την ευθύνη αποκλειστικά στους “έλληνες μιλιταριστές” και στο ΝΑΤΟ, που “ενέπνευσε τη δράση της ελληνικής χούντας.” [19] Παρόμοια, η δεύτερη δήλωση της σοβιετικής κυβέρνησης, η οποία εκδόθηκε δύο μέρες αργότερα, αναφερόταν σε “ορισμένους κύκλους του ΝΑΤΟ”, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν “μια ανεξάρτητη Κύπρο με μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική.” [20]

Όταν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στην Κύπρο, η Μόσχα τήρησε στάση μάλλον αμφίθυμη. Δεν στήριξε ούτε την τουρκική επέμβαση, ούτε το καθεστώς της Λευκωσίας. Αρχικά, έδειξε ικανοποίηση για τις δηλώσεις της τουρκικής κυβέρνησης πως η εισβολή γινόταν για να “αποκατασταθούν οι συνταγματικές διαδικασίες” και να επιστρέψει στην εξουσία ο Μακάριος.[21] Παρόμοια, ο σοβιετικός Τύπος δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή ως λογική αντίδραση στις ελληνικές προθέσεις να προσαρτήσουν οι Έλληνες την Κύπρο και να την μεταβάλλουν σε βάση του ΝΑΤΟ. Στις 21 Ιούλη του 1974, η Πράβδα σχολίασε πως το κίνητρο της τουρκικής κυβέρνησης ήταν η ανάγκη προστασίας των τουρκοκυπρίων, και ότι η Τουρκία αποφάσισε την εισβολή μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε ειρηνική δίοδος επίλυσης της σύγκρουσης είχε εξαντληθεί. Επιπλέον, η Πράβδα αναπαρήγαγε την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης ότι το ΝΑΤΟ χρησιμοποιούσε την Κύπρο για να εδραιώσει την στρατιωτικο-στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, και συνέδεσε τις μηχανουργίες του ΝΑΤΟ με την ισραηλινή “επιθετικότητα” απέναντι στις αραβικές χώρες. [22] Ήταν σαφές ότι τους σοβιετικούς τους απασχολούσε πολύ περισσότερο η ισορροπία δυνάμεων και η σταθερότητα στην περιοχή από ό,τι η μοίρα της Κύπρου.[23]

Γρήγορα, οι Σοβιετικοί συνειδητοποίησαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα δεν θα έφευγαν ποτέ από την Κύπρο και ότι ήταν ανεπιθύμητη [για την Τουρκία και τις ΗΠΑ] η επιστροφή του Μακάριου. Ωστόσο, συγκρατήθηκαν απ’ το να ασκήσουν κριτική, έστω και έμμεση, κατά της Τουρκίας ή των ΗΠΑ. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης στις 28 Ιούλη παρατηρούσε ότι:

Ορισμένοι κύκλοι του ΝΑΤΟ εργάζονται προς την παρουσίαση τετελεσμένων διχοτόμησης της χώρας, ή τουλάχιστον δημιουργίας συνθηκών για μια τέτοια διχοτόμηση…Στην πραγματικότητα, υπάρχει προσπάθεια να παγιωθεί η κατοχή του νησιού, να κοπεί στα δύο, και αυτό μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. [24]

Στην ανακοίνωση 1.000 λέξεων της 22ης Αυγούστου δεν υπήρχε ούτε έμμεση αναφορά στον τουρκικό παράγοντα. Η κριτική ασκούνταν αφηρημένα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ:

H κατάσταση στην Κύπρο και γύρω απ’ την Κύπρο παραμένει τεταμένη. Οι μιλιταριστικοί κύκλοι του ΝΑΤΟ δεν έχουν σταματήσει τις προσπάθειές τους να εξαλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος με αδέσμευτη πολιτική και να την διαμελίσουν, μετατρέποντας το κυπριακό έδαφος σε νατοϊκό φρούριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παίζουν ένα εγκληματικό παιχνίδι σε βάρος των συμφερόντων του κυπριακού λαού, χρησιμοποιώντας τα πιο αισχρά μέσα και παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών. Το πραξικόπημα και τον χονδροειδή στρατιωτικό ελιγμό τους διαδέχονται παρασκηνιακοί διπλωματικοί ελιγμοί πίσω από τις πλάτες του κυπριακού λαού, σε βάρος των συμφερόντων του. [25]

Ο βασικός γενικός σοβιετικός στόχος κατά τη διάρκεια της κυπριακής κρίσης ήταν να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία και να γίνει εκμετάλλευση των διαφορών Τουρκίας-ΗΠΑ. Άλλος σημαντικός στόχος ήταν η ΕΣΣΔ να έχει ρόλο σε κάθε διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος. Όμως η απόπειρα των Σοβιετικών να φέρουν άμεσα την κυπριακή κρίση στα Ηνωμένα Έθνη παρεμποδίστηκε αποφασιστικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη αποκλειστικά ανάμεσα σε μέλη του ΝΑΤΟ, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε το Συμβούλιο Ασφαλείας να στείλει αποστολή στην Κύπρο, η οποία να διαβεβαιώσει ότι τηρείται η κατάπαυση πυρός που συμφωνήθηκε στη Γενεύη. Η πρόταση δεν πήρε υποστήριξη από τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και δεν τέθηκε καν σε ψηφοφορία. [26] Όταν έγινε η δεύτερη απόβαση, η Σοβιετική Ένωση καταδίκασε και πάλι την παρέμβαση του ΝΑΤΟ στα εσωτερικά της Κύπρου και υπογράμμισε την ανάγκη να τηρηθεί ο κανονισμός αρ. 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, καλώντας σε κατάπαση πυρός και άμεσο τέλος στην ξένη στρατιωτική επέμβαση. [27] Μια εβδομάδα αργότερα, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε τη σύσταση, κάτω από την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, διευρυμένης συνέλευσης με θέμα την Κύπρο. Στη συνέλευση θα παρακάθονταν εκπρόσωποι όλων των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, συν αυτούς της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου. Όμως αργά το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, η Τουρκία απέρριψε την πρόταση κάθετα. Τέλος, στις 30 Αυγούστου, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε απόφαση με την κοινή στήριξη Αυστρίας, Γαλλίας και Βρετανίας, η οποία καλούσε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις και να εργαστούν στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών ώστε να λυθεί το προσφυγικό πρόβλημα.[28] Αυτή η απόφαση σηματοδότησε το οριστικό τέλος της κυπριακής σύγκρουσης του καλοκαιριού του 1974.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, η Άγκυρα θεωρούσε ότι η υποστήριξη των δυτικών της συμμάχων για την Κύπρο θα έκανε εφικτή μια διευθέτηση υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Στο δεύτερο μισό όμως της δεκαετίας του 1960, η Άγκυρα άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η πλήρης ταύτισή της με τη Δύση ήταν σε βάρος των συμφερόντων της στην Κύπρο, και ότι έπρεπε να σπάσει τη διεθνή απομόνωση που αποτυπώθηκε τόσο ξεκάθαρα στην απόφαση, το 1965, των Ηνωμένων Εθνών υπέρ της κυπριακής ανεξαρτησίας και κατά κάθε εξωτερικής παρέμβασης ως παράνομης. Η βασική ώθηση για το νέο προσανατολισμό της Άγκυρας ήρθε από την επιστολή Τζόνσον προς Ινονού σχετικά με την Κύπρο. Επειδή ο Ινονού δημοσιοποίησε το γεγονός ότι η ακύρωση σχεδιασμένης απόβασης οφειλόταν στην αντίθεση των ΗΠΑ, η επιστολή αυτή είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση υιοθέτησε την “πολυδιάστατη” εξωτερική πολιτική, βασικό στοιχείο της οποίας ήταν η βελτίωση των σχέσεών της με πρώην αντιπάλους, περιλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης και των αραβικών εθνικιστικών κρατών.

Το 1974, η Τουρκία δεν παρενέβη στην Κύπρο για να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη του 1960, ούτε για να παρεμποδίσει το σχέδιο της ελληνικής χούντας για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ο βασικός της στόχος ήταν η αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Κύπρο με την κατάληψη του ενός τρίτου του νησιού και η παρεμπόδιση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου από τα σχέδιά του να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Σοβιετικοί, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, έδειξαν θετική προδιάθεση στα τουρκικά σχέδια και δεν πήραν πρωτοβουλίες για να σταματήσουν τις εισβολές. Οπωσδήποτε, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συντέλεσαν στη σοβιετική απραγία. Η σοβιετική στρατιωτική στήριξη δινόταν σε χώρες που είχαν δεσμευτεί στο σοσιαλισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Η Κύπρος ήταν αδέσμευτη χώρα με ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, είχε όμως και δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, ενώ μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιούλη, βρισκόταν στα νύχια των Συνταγματαρχών της Αθήνας. Επιπλέον, οι Σοβιετικοί είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι η Κύπρος ανήκε στη δυτική σφαίρα συμφερόντων. Και δεν θα διακινδύνευαν άλλη μια στρατιωτική επέμβαση λίγους μήνες μετά την κρίση του Οκτώβρη του 1973 στη Μέση Ανατολή.

Σημειώσεις

[9] Μ. Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy…”, ό.π., σελ. 110-111.

[10] Bulent Ecevit, Dis Politica, Άγκυρα, Ajans Turk, 1976, σελ. 18.

[11[ Izvestiya, 7 Νοέμβρη 1964.

[12] Izvestiya, 22 Γενάρη 1965.

[13] ΟΗΕ, Έγγραφο A/5552/ADD.I.

[14] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ.118-119.

[15] I. Asmussen, Cyprus at War…, ό.π.· και J. Sakkas, “Conflict and Détente in the Eastern Mediterranean…”, ό.π.

[16] S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World… , ό.π., σελ. 188-189.

[17] Ό.π., σελ. 176.

[18] Βλ. επιχειρήματα στο Vasilis Fouskas, “Reflections on the Cyprus Issue and the Turkish Invasions of 1974”, Mediterranean Quarterly, 12/3, 2001, σελ. 98-127.

[19] FRUS, Μνημόνιο συζήτησης Φορντ και Κίσινγκερ, 13 Αυγούστου 1974.

[20] Zayavlenie TASS, Pravda, 16 Ιούλη 1974.

[21] Ό.π., 18 Ιούλη 1974.

[22] Kipr: Vosstanovit’ Konstitutsionnii Poryadok, Pravda, 25 Ιούλη 1974.

[23] Zayavlenie Sovetskogo Pravitel’stva, Pravda, 21 και 28 Ιούλη 1974, 4 Αυγούστου 1974.

[24] Ό.π., 29 Ιούλη 1974.

[25] Soviet News, 3 Σεπτέμβρη 1974.

[26] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1787.

[27] ΟΗΕ, Έγγραφο S/PV 1794.

[28] ΟΗΕ, Έγγραφο S/ 11479.

H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα – Πρώτο Μέρος

By stasis1

John Sakkas και Nataliya Zhukova
H Σοβιετική Ένωση, η Τουρκία και το Κυπριακό Ζήτημα
Les Cahiers Irice, 2013

[…]

Η σοβιετική πολιτική στην Κύπρο

Μετά την κυπριακή ανεξαρτησία, οι Σοβιετικοί άρχισαν, για μια σειρά λόγων, να ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τα κυπριακά πράγματα. Κατά παράδοση, επιδίωξή τους ήταν να αυξήσουν την επιρροή τους στην Ανατολική Μεσόγειο, περιοχή που συνέδεε τα εδάφη τους στη Μαύρη Θάλασσα με τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Η σημασία της Κύπρου στην περιοχή ήταν προφανής. Ήταν ο χώρος δύο σημαντικών βρετανικών βάσεων, στρατηγικής σημασίας για το ΝΑΤΟ, ενώ το πιο δυναμικό της πολιτικό κόμμα, το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ, ασκούσε σημαντική επιρροή στους ελληνοκύπριους. Επιπλέον, το κυπριακό ζήτημα παρείχε τη δυνατότητα στην ΕΣΣΔ να προκαλέσει ρήγματα στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η δυνατότητα να αποσπαστεί έστω και λίγο η Τουρκία από το ΝΑΤΟ φαινόταν εξίσου σημαντική στη Μόσχα όσο ήταν και το να παραμείνει αδέσμευτη η Κύπρος.

Η ΕΣΣΔ στήριξε σταθερά την συνέχιση της ύπαρξης μιας ενωμένης και αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου και αντιτέθηκε με συνέπεια στη διχοτόμηση – είτε ως εκπλήρωση της “ένωσης” με την Ελλάδα, είτε μέσω “διπλής ένωσης.” Η θεμελιακή λογική του Κρεμλίνου ήταν ότι η προσάρτηση τμήματος του νησιού στο έδαφος μιας χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ θα αύξανε κατά πολύ τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως νατοϊκή βάση. Δεν υπήρχε πιο εφιαλτικό σενάριο για την ΕΣΣΔ. Εξάλλου, το νησί είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως βάση προώθησης των βρετανικών δυνάμεων στην εισβολή κατά της Αιγύπτου, το 1956. [1]

Για την κομμουνιστική υπερδύναμη, η κρίση του 1964 στην Κύπρο δεν ήταν τίποτε άλλο από νατοϊκό πρόσχημα για κατάληψη του νησιού. Στις 15 Αυγούστου, επίσημη σοβιετική δήλωση προειδοποιούσε ότι “αν γίνει ξένη ένοπλη εισβολή σε βάρος του κυπριακού εδάφους, η ΕΣΣΔ θα συνδράμει την Κύπρο στην υπεράσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της.” [2] Τον επόμενο μήνα, η ΕΣΣΔ δεσμεύτηκε να παραδώσει, και παρέδωσε, οπλισμό και εξοπλισμό αξίας 70 εκατομμυρίων δολαρίων ως τον Οκτώβρη του 1965. Το 1967, η Κύπρος εισήγαγε μεγάλο αριθμό τσέχικων όπλων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία παραστρατιωτικής δύναμης εντός της αστυνομίας. Ως τα τέλη του 1960, η Κύπρος και η ΕΣΣΔ είχαν εδραιώσει στενές διπλωματικές, εμπορικές και  πολιτισμικές σχέσεις, όπως τεκμαίρεται από τις ανεπίσημες ανταλλαγές, το άνοιγμα Σοβιετικού πολιτιστικού κέντρου στη Λευκωσία, το πολυάριθμο προσωπικό της Σοβιετικής Πρεσβείας και την αποδοχή μεγάλου αριθμού κυπρίων φοιτητών στην Σοβιετική Ένωση. [3]

Μετά την εδραίωση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Αθήνα, οι Σοβιετικοί ένιωσαν ότι η απειλή κατά των συμφερόντων τους στην Κύπρο δεν ήταν τόσο η Τουρκία όσο η Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις εξέφρασαν ανησυχία για την ανάμιξη εξωτερικών παραγόντων στα εσωτερικά της Κύπρου ή προειδοποίησαν για αυτή. Επίσης, συνέχισαν να βλέπουν τον Μακάριο ως τον νόμιμο ηγέτη. Τον Ιούνη του 1971, τον κάλεσαν για να παρακολουθήσει την ενθρόνιση του νέου πατριάρχη της Μόσχας και πάσης Ρωσίας, του Ποιμένος. Ο Μακάριος επισκέφθηκε τη Μόσχα, το Λένινγκραντ, το Ζαγκόρσκ, το Βόλκογκραντ και το Κίεβο, και συνομίλησε με τον Ποντγκόρνι και με τον Υπουργό Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο. Συζήτησαν, μεταξύ άλλων, για την κατάσταση των διμερών σχέσεων, το κυπριακό ζήτημα, και την κρίσιμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Η κοινή δήλωσή τους εξέφραζε την επιθυμία για ευόδωση των διακοινοτικών συνομιλιών με βάση “την πλήρη κυριαρχία και ενότητα του κράτους”. Το 1972, η κυβέρνηση της Κύπρου αποφάσισε να αυξήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Αυτό προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Ελλάδας και των ΗΠΑ. Τα όπλα στο τέλος παραδόθηκαν στην αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και έμειναν εκεί ως το 2001. [4]

Σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, η Σοβιετική Ένωση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της κρατικής ασφάλειας της Κύπρου μέσα από τις γραμμές του ΑΚΕΛ, προστατεύοντας τον Μακάριο από δολοφονία. Επιπρόσθετα, το 1973, το ΑΚΕΛ παρέλαβε από την ΕΣΣΔ 140 χιλιάδες δολάρια μέσα από το Διεθνές Ταμείο ώστε να συνδράμει τις αριστερές εργατικές οργανώσεις. Και στις αρχές του Ιούλη του 1974, και μετά από αίτημα του ΑΚΕΛ, η ΕΣΣΔ απέστειλε κρυφά στην Κύπρο 100 όπλα και 2.500 φυσίγγια για να προστατέψει τους ηγέτες του κόμματος από τις προκλήσεις και την τρομοκρατία της ΕΟΚΑ-Β. [5]

Η επαναπροσέγγιση Τουρκίας-ΕΣΣΔ

Την περίοδο 1945-1960, κατά την οποία η τουρκική εξωτερική πολιτική κυριαρχούνταν από απόλυτη εξάρτηση από τη Δύση, τη διαδέχτηκε μια περίοδος απογοήτευσης με τη Δύση, καθυστερημένης ανακωχής με τα κράτη του Ανατολικού μπλοκ και προσπαθειών επαναπροσέγγισης με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου (1960-70). Η σκληρή διπλωματική παρέμβαση του προέδρου Τζόνσον, τον Ιούνη του 1964, κατά των σχεδίων τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν ο καταλύτης που έσπρωξε την Άγκυρα να επαναξιολογήσει την εξωτερική της πολιτική. Οι ηγέτες της Τουρκίας αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι η ολική τους προσκόλληση στη φιλοδυτική συμμαχία σε ένα διεθνές σύστημα που άλλαζε ραγδαία είχε αφήσει τη χώρα σχεδόν απομονωμένη από την παγκόσμια κοινότητα.

Αρκετοί παράγοντες σχετικοί με το κυπριακό ζήτημα ανάγκασαν την Τουρκία να σκεφτεί το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης με την Σοβιετική Ένωση. Πρώτα από όλα, η Τουρκία ένιωσε ότι αν ανοιγόταν στην ΕΣΣΔ, αυτό θα ανησυχούσε τις ΗΠΑ και θα τις ανάγκαζε να ξανασκεφτούν τη στάση τους στο κυπριακό. Δεύτερον, η Τουρκία ήλπιζε ότι μπορούσε να κερδίσει τη στήριξη των Σοβιετικών ως προς τη θέση της για την Κύπρο και συνεπώς, να εξασφαλίσει τη στήριξη του κομμουνιστικού μπλοκ στα Ηνωμένα Έθνη. Τέλος, αναζητούσε στο ελάχιστο τη Σοβιετική ουδετερότητα, η οποία θα αρνούνταν στήριξη στις ελληνικές θέσεις.

Πέραν των επιδεινούμενων συνεπειών της κυπριακής κρίσης και της επιστολής Τζόνσον, υπήρχαν και άλλα προβλήματα στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, τα οποία ασκούσαν πίεση στην τουρκική κυβέρνηση να επανεξετάσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ: το αυξανόμενο αντιαμερικανικό συναίσθημα στην Τουρκία, λόγω της αμερικανικής παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις (στρατιωτικές βάσεις και φήμες για μυστικές δραστηριότητες της CIA)· το “φιλελεύθερο” Σύνταγμα του 1961, το οποίο επέτρεπε την ελεύθερη συζήτηση της εξωτερικής πολιτικής ως πολιτικού ζητήματος· η ακραία πολυδιάσπαση του τουρκικού πολιτικού συστήματος κατά τη δεκαετία του 1960· η ριζοσπαστικοποίηση της τουρκικής νεολαίας και η εμφάνιση, για πρώτη φορά στην τουρκική ιστορία, ενός πραγματικού σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο απαιτούσε καταστροφή των δεσμών της Τουρκίας με τη Δύση και εξομάλυνση σχέσεων με τις αδέσμευτες και τις κομμουνιστικές χώρες [7]· και τέλος, η ακραία αμερικανική αντίδραση στην καλλιέργεια σπόρων οπίου στην Τουρκία.[8]

Σημειώσεις

[1] Andreas Stergiou, “Soviet Policy towards Cyprus”, The Cyprus Review 19/2, 2007, σελ. 83-106.

[2] Pravda, 16 Αυγούστου 1964.

[3] Για μια ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας-ΕΣΣΔ από την σοβιετική οπτική, βλ. Boris Potskhveria, Foreign Policy of Turkey after the Second World War, Μόσχα, 1976· και Alexei Rodionov, Turkey. The Crossroads of Destinies, Μόσχα, 2006.

[4] Mikhail Oshlakov, The Freedom Saga. History of Modern Cyprus, Μόσχα, 2010, σελ. 164.

[5] Ρωσικό Κρατικό Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας (RGANI), 89/51/30.

[6] Suha Bolukbasi, The Superpowers and the Third World: Turkish-American Relations and Cyprus, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, University of Virginia, 1988, σελ. 89.

[7] Mustafa Audin, “Determinants of Turkish Foreign Policy: Changing Patterns and Conjunctures during the Cold War”, Middle Eastern Studies 36/1, Γενάρης 2000, σελ. 118.

[8] Για το θέμα αυτό, βλ. S. Bolukbasi, The Superpowers and the Third World, ό.π., σελ. 173-175· και James Spain, “The United States, Turkey and the Poppy”, Middle East Journal, τομ. 29, αρ. 3, Καλοκαίρι 1975, σελ. 297-299.

❌