One Radical Planet

❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayYour RSS feeds

ECRI is concern over the inaction of the Office of the Commissioner for Administration at supporting vulnerable groups

By Doros Polykarpou

The European Commission against Racism and Intolerance (ECRI), in its report for the implementation of its recommendations to Cyprus, which were published on 6 June 2019, expresses its “concern” over the inaction of the Office of the Commissioner for Administration and Human Rights and the absence of any activities in support of vulnerable groups.

The Commissioner for Administration has rejected the conclusions of the Commission  as wrong and unfounded, referring generally to her reports on violations of human rights. On the contrary, KISA considers that the conclusions of the Commission reflect the tragic course followed by the Office of the Commissioner for Administration during recent years, who evidently consciously refuses to exercise her responsibilities and powers especially as the authority against racism and discrimination, which constitute an obligation derived under Community law and particularly under Directives 2000/43/EC and 2000/78/EC, as well as other responsibilities attributed to it either by law or by decision of the Council of Ministers.

KISA along with other civil society organisations had expressed serious concerns from the beginning regarding the choice of Mrs Stylianou-Lottidou, both in terms of her epistemological and technocratic proficiency in the field of human rights and discrimination, as well as concerning the political expediency behind her appointment by the president of the Republic, potentially due to a close family relationship with a major influencer in the media.

In spite of these concerns, following the Commissioner’s appointment, KISA continued to make substantial efforts for cooperation in order to continue the important work demonstrated by the institution up until then in safeguarding human rights as well as to retain cooperation with the civil society.

We continued to lodge complaints at the Commissioner’s Office concerning serious violations of human rights and discrimination against vulnerable groups. Regrettably, the Commissioner’s response has been deeply disappointing under the pretence of “the exhaustion of the margin for intervention”, among others, and has systematically failed to investigate and intervene.

Additionally, we have sought to continue the cooperation we had previously established with her predecessors in the field of implementation of European programmes, which she has refused, notwithstanding the fact that according to the Paris Principles -which provide the framework for the functioning of this institution and also the law governing it – her office is under an obligation to support and cooperate with NGOs.

Furthermore, KISA has invited the Commissioner to three public events and workshops, concerning integration, racism and discrimination as well as a recent one concerning hate speech. In all three events, not only did she refuse to participate but also failed to designate a representative from her staff. On the other hand, in the few events and meetings organised by her office, she not only failed to give KISA the opportunity to actively participate but in fact did not extend an invitation to the organisation at all.

At the same time, the Commissioner’s office currently faces serious problems in its operation, because of the perception and approach of the Commissioner concerning the powers and responsibilities assigned to her by legislation as well as the role and operation of the independent authorities under her mandate.

Converging all the powers and procedures under her control, she has rendered the institution even more intuit personae and has stamped out the autonomy and agency of the independent bodies placed within her mandate, such as the authority against racism and discrimination authority, causing their inertia and ineffectiveness. The same seems to have occurred in relation to the Office’s staff, where remarkable and experienced members have been side-lined and isolated.

Perhaps the most tragic aspect of the situation is the Commissioner’s interventionist and censoring approach towards the media, particularly in cases involving the publication of critical opinions about the incompetence and unwillingness to execute the important role assigned to her by the state, pressuring even for the withdrawal of articles that criticize her and her Office.

In conclusion, KISA wishes to highlight that ECRI’s conclusions must be studied thoroughly, first and foremost by the Commissioner herself and to be evaluated correctly in order to develop the appropriate measures and actions for a rational approach towards addressing the problems identified. Similarly, they must be evaluated thoroughly by the state and through a public dialogue that includes the participation of civil society in order to take action and restore the competence and efficiency of the institution.

Finally, in view of ECRI’s conclusions, KISA calls upon the relevant authorities to take all necessary measures for the implementation of the action plan for the integration of migrants and refugees as they have announced, in close cooperation with the relevant bodies of the UN, NGOs and migrant and refugee groups.

Steering Committee of KISA

ECRI ανησυχεί για την αδράνεια του Γραφείου της Επιτρόπου Διοίκησης για την προστασία των ευάλωτων ομάδων

By Doros Polykarpou

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) στην έκθεση της για την υλοποίηση των συστάσεων της προς την Κύπρο, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6 Ιουνίου 2019, εκφράζει  τις «σοβαρές ανησυχίες» της για την αδράνεια του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τη μη λήψη δράσεων για στήριξη των ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας.

Η Επίτροπος Διοίκησης, ακολουθώντας την πεπατημένη  απέρριψε τα συμπεράσματα της Επιτροπής ως  λανθασμένα και αβάσιμα, παραπέμποντας σε εκθέσεις της αναφορικά γενικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  Αντίθετα, η ΚΙΣΑ θεωρεί ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής αντικατοπτρίζουν την τραγική πορεία που έχει ακολουθήσει το Γραφείο της Επιτρόπου Διοίκησης τα τελευταία χρόνια, η οποία προφανώς συνειδητά αρνείται να ασκήσει τις αρμοδιότητες και εξουσίες της ειδικότερα ως αρχή κατά του ρατσισμού και των διακρίσεων και οι οποίες αποτελούν υποχρέωση που απορρέει από το ενωσιακό δίκαιο και ειδικότερα τις Οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ,  αλλά και άλλες αρμοδιότητες που της έχουν αποδοθεί είτε βάσει νόμων είτε με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου.  

Η ΚΙΣΑ μαζί με άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών είχαν εκφράσει από την αρχή έντονες ανησυχίες για την επιλογή της κας Στυλιανού-Λοττίδου, τόσο ως προς την γνωσιολογική και τεχνοκρατική της επάρκεια στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διακρίσεων, όσο και τις πολιτικές σκοπιμότητες του διορισμού της από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενδεχομένως λόγω στενής οικογενειακής σχέσης με σημαντικό παράγοντα των ΜΜΕ.

Παρόλα αυτά, μετά το διορισμό της η ΚΙΣΑ συνέχισε να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για συνεργασία και συνέχιση του σημαντικού έργου που επέδειξε μέχρι τότε ο θεσμός αυτός για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών.

Συνεχίσαμε να υποβάλλουμε καταγγελίες στο γραφείο της για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων  δικαιωμάτων και διακρίσεις εναντίον ευάλωτων ομάδων. Δυστυχώς, η ανταπόκριση της Επιτρόπου ήταν άκρως απογοητευτική αφού επικαλούμενη διάφορα προσχήματα όπως «την εξάντληση των περιθωρίων παρέμβασης» παρέλειψε συστηματικά να διερευνήσει και να παρέμβει.

Επίσης, επιδιώξαμε την συνέχιση της συνεργασίας που είχαμε αναπτύξει μέχρι τότε με τις προκάτοχους της στο τομέα της υλοποίησης Ευρωπαϊκών προγραμμάτων, την οποία μας αρνήθηκε παρά το γεγονός ότι με βάση τις Αρχές του Παρισιού, που αποτελούν το πλαίσιο αρχών που διέπουν τη λειτουργία του θεσμού αυτού αλλά και του νόμου που τον διέπει, το γραφείο της έχει υποχρέωση για στήριξη και συνεργασία με τις ΜΚΟ.

Περαιτέρω, η ΚΙΣΑ προσκάλεσε την Επίτροπο σε  τρεις δημόσιες εκδηλώσεις και συνέδρια,  για την ένταξη,  το ρατσισμό και τις διακρίσεις και μια πρόσφατη για την αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους. Και στις τρείς περιπτώσεις αρνήθηκε όχι μόνο να λάβει μέρος αλλά και να υποδείξει εκπρόσωπο της από το προσωπικό του Γραφείου της. Από την άλλη, η ίδια στις λίγες εκδηλώσεις και συναντήσεις που διοργάνωσε το Γραφείο της όχι μόνο δεν έδωσε την ευκαιρία στην ΚΙΣΑ για ενεργό συμμετοχή αλλά δεν την  κάλεσε καν να παρευρεθεί.

Ταυτόχρονα, το Γραφείο της Επιτρόπου αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρά προβλήματα στη  λειτουργία του, λόγω των αντιλήψεων και των προσεγγίσεων της Επιτρόπου για τις εξουσίες και αρμοδιότητες που της αναθέτει η νομοθεσία, καθώς και για το ρόλο και τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών που της έχουν ανατεθεί.

Συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες και διαδικασίες στο πρόσωπο της, κατέστησε το θεσμό ακόμα πιο προσωποπαγή και κατάργησε την αυτονομία και αυτενέργεια των ανεξάρτητων αρχών που υπάγονται στο Γραφείο της, όπως την αρχή του ρατσισμού και των διακρίσεων, οδηγώντας τις σε αδράνεια και αναποτελεσματικότητα. Το ίδιο φαίνεται να έχει συμβεί και σε σχέση με το προσωπικό του Γραφείου, με αξιόλογα και έμπειρα στελέχη να έχουν παραγκωνιστεί και απομονωθεί.

Τραγικότερη ίσως πτυχή αποτελεί επίσης η παρεμβατική και λογοκριτική στάση της προς τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα  σε περιπτώσεις δημοσίευσης επικριτικών απόψεων για την ανεπάρκεια και την περιορισμένη βούληση για επιτέλεση του σημαντικού ρόλου που της έχει ανατεθεί από την πολιτεία, πιέζοντας ακόμη και για την απόσυρση άρθρων επικριτικών για την ίδια και το Γραφείο της.  

Καταληκτικά,  η ΚΙΣΑ  θέλει να τονίσει ότι τα συμπεράσματα της ECRI, είναι σημαντικό να μελετηθούν σοβαρά, πρώτα απ’ όλα από την ίδια την Επίτροπο και να αξιολογηθούν ορθά, έτσι ώστε να γίνει δυνατή η ανάπτυξη των κατάλληλων μέτρων και δράσεων για την ορθολογιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί. Παράλληλα, θα πρέπει να τύχουν σοβαρής αξιολόγησης από την πολιτεία αλλά και δημόσιου διαλόγου, με τη συμμετοχή και της κοινωνίας των πολιτών με σκοπό τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της επάρκειας και αποτελεσματικότητας του θεσμού.

Τέλος, η ΚΙΣΑ, με αφορμή τις εισηγήσεις της ECRI,  καλεί τις αρμόδιες αρχές όπως προχωρήσουν άμεσα στη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την ετοιμασία του σχεδίου ένταξης μεταναστριών/ών και προσφύγων που έχουν εξαγγείλει σε στενή συνεργασία με τους αρμόδιους οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, τις σχετικές μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις μεταναστών και προσφύγων.

Διοικητικό Συμβούλιο

Countering hate speech, nationalism and populism in the public discourse and the media

By Doros Polykarpou

KISA – Action for Equality, Support, Antiracism is organising a seminar on ‘Countering hate speech, nationalism and populism in the public discourse and the media’, on Friday and Saturday, 31 May and 1 June 2019. The seminar, which will be held at  Goethe Institute in Nicosia, is being organisation in the framework of the transnational project “Words are Stones», in which KISA participates with organisations in 5 EU member states.

In the first part of the seminar, which will start on Friday, at 6:00 in the afternoon, the following themes will be presented by corresponding speakers:

The seminar will be opened by KISA and more particularly by Ms Anthoula Papadopoulou, Chair of the Steering Committee, who will present the project and the the main findings of the national report for Cyprus.

Mr Aristos Tsiartas, Lawyer, will follow with a speech on the interaction of hate speech, nationalism and populism and their interactions on human rights, civil liberties and society in general.

Mr Aristoteles Constantinides, Associate Professor of Law at the University of Cyprus, will speak on the prohibition of hate speech as a permissible limitation to the freedom of expression. 

Following on, Mr Kypros Michaelides, Chielf of Policy, will speak on the contribution of law enforcement agencies on combating discrimination and hate speech.

And finally, Ms Sevgül Uludağ, the well-known Turkish Cypriot journalist and Nobel Prize nominee, will speak on combating hate speech and nationalism through seeking the truth, reconciliation and peace.

The first day of the seminar will close with a light meal and networking.

It is noted that there will simultaneous translation from-to Greek to English.

The whole programme  as well as the themes and speakers of the second day of the seminar, on Saturday, 1 June, which starts at 09:00 in the morning, are shown in the attached agenda or the link:

Αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, του εθνικισμού και του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο και στα μέσα ενημέρωσης

By Doros Polykarpou

Η ΚΙΣΑ – Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό διοργανώνει την Παρασκευή και το Σάββατο, 31 Μαΐου και 1 Ιουνίου, σεμινάριο με θέμα την «Αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, του εθνικισμού και του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο και στα μέσα ενημέρωσης». Το σεμινάριο, που θα  πραγματοποιηθεί στο Ινστιτούτο Goethe στη Λευκωσία, διοργανώνεται στο πλαίσιο του διακρατικού προγράμματος «Οι λέξεις είναι πέτρες», στο οποίο συμμετέχει η ΚΙΣΑ μαζί με οργανώσεις από άλλα 5 κράτη μέλη της ΕΕ.

Στο πρώτο μέρος του σεμιναρίου, που θα αρχίσει την Παρασκευή, στις 6:00 το απόγευμα, θα παρουσιαστούν τα ακόλουθα θέματα από αντίστοιχους/ες ομιλητές/ομιλήτριες:

Το άνοιγμα του σεμιναρίου θα γίνει από την ΚΙΣΑ και συγκεκριμένα από την κα Ανθούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρο του ΔΣ, η οποία θα παρουσιάσει το έργο όπως και τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης για την Κύπρο.

Στη συνέχεια, ο κ .Άριστος Τσιάρτας, Νομικός, θα μιλήσει για  την αλληλεπίδραση της ρητορικής μίσους, του εθνικισμού και του λαϊκισμού και για τις επιπτώσεις τους στα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες και την κοινωνία γενικά.

Ο κ. Αριστοτέλης Κωνσταντινίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Τμήμα Νομικής, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, θα μιλήσει για την απαγόρευση της ρητορικής μίσους ως επιτρεπόμενος περιορισμός στην ελευθερία έκφρασης.

Το λόγο στη συνέχεια θα έχει ο κ. Κύπρος Μιχαηλίδης, Αρχηγός της Αστυνομίας, ο οποίος θα μιλήσει για τη συμβολή των διωκτικών αρχών στην καταπολέμηση των διακρίσεων και  της ρητορικής μίσους.

Τέλος, η κα Sevgül Uludağ, η γνωστή Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος και υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης, για την καταπολέμηση της ρητορική μίσους μέσα από την αναζήτησης της αλήθειας, της συμφιλίωσης και της ειρήνης.

Η πρώτη ημέρα του σεμιναρίου θα κλείσει με ελαφρύ γεύμα και αλληλογνωριμία και δικτύωση στις συμμετέχουσες και τους συμμετέχοντες.

Σημειώνεται ότι στο σεμινάριο θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα.

Ολόκληρο το πρόγραμμα καθώς και τα θέματα και οι ομιλήτριες/ές της δεύτερης μέρας του σεμιναρίου, το Σάββατο, 1 Ιουνίου, που αρχίζει στις 09:00 πρωί, φαίνονται στη συνημμένη ατζέντα ή στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο:

Υποκίνηση αφροφοβίας στα Μέσα Ενημέρωσης

By Doros Polykarpou

Μετά το φόνο ενός αιτητή ασύλου από το Καμερούν από τρεις Νιγηριανούς προκάλεσε θύελλα ξενοφοβικών και ιδιαίτερα Αφροφοβικών άρθρων στα ΜΜΕ, με ιστορίες περί ναρκωτικών και γκέτο ως προς τα κίνητρα της φονικής επίθεσης. Ένα τέτοιο άρθρο στο Philenews έχει δώσει για ακόμα μια φορά  την πλατφόρμα για σχόλια, προειδοποιήσεις και φωνές για ‘πετάξτε τες όλους έξω’, ‘είναι όλοι εγκληματίες’, ‘λαθρομετανάστες’, κλπ, κλπ.

Η ΚΙΣΑ – Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό επισύρει την προσοχή ότι δεδομένου ότι η υπόθεση και οι συνθήκες της εξετάζονται από την αστυνομία, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι  δεν πρέπει να καταλήγουν σε βιαστικά συμπεράσματα και αφορισμούς, υποθάλποντας το ρατσισμό και το λόγο μίσους. Ιδιαίτερα προσεκτικός  θα έπρεπε να ήταν δημοσιογράφος , ενόψει προηγούμενης καταδίκης του από την επιτροπή δημοσιογραφικής δεοντολογίας για ξενόφοβη αρθρογραφία.

  1. Στο μεταξύ και με σκοπό να τεθούν τα πράγματα σε μια πιο ισορροπημένη προοπτική, η ΚΙΣΑ σημειώνει τα ακόλουθα: Η άποψη ότι το Καμερούν είναι μια ασφαλισμένη χώρα και, επομένως, δεν δικαιολογούνται οι αιτήσεις για προστασία  είναι λανθασμένη, δεδομένης της πολιτικής καταπίεσης και διώξεων εν μέσω εσωτερικών συγκρούσεων και εμφυλίου πολέμου.
  2. Πίσω από το φόνο δυνατό να υπάρχουν πολιτικά κίνητρα. Το θύμα ήταν ακτιβιστής κατά του καθεστώτος της χώρας, το οποίο συχνά χρησιμοποιεί  μισθοφόρους από τη Νιγηρία για δολοφονίες αντιπάλων της, τόσο μέσα στην ίδια τη χώρα όσο και το εξωτερικό.
  3. Η περιοχή γύρω από το τέμενος Ομεριέ στη Λευκωσία είναι εγκαταλειμμένη από τις πολεοδομικές και δημοτικές αρχές. Εδώ και χρόνια, ο Δήμος Λευκωσίας λαμβάνει χορηγίες από την ΕΕ για ανάπτυξη ενός θεσμοθετημένου διαλόγου με τις μεταναστευτικές και προσφυγικές κοινότητες. Κανένας τέτοιος διάλογος δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα με τους κατοίκους της περιοχής.
  4. Παρά την οικονομική και πολεοδομική υποβάθμιση της, η περιοχή δεν παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση από άλλες υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας ως  προς την παραβατικότητα και το έγκλημα.

Η ΚΙΣΑ καλεί τις αρχές να προχωρήσουν σε ένα ουσιαστικό διάλογο με τους κατοίκους της περιοχής ώστε να καταγραφούν με ολοκληρωμένο και συμμετοχικό τρόπο τα βασικά προβλήματα της περιοχής. Στη βάση αυτής της διεργασίας θα πρέπει να εκπονηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αναβάθμισης της περιοχής το οποίο να διασφαλίζει:

  • Ικανοποιητικούς πόρους και κίνητρα για την υλοποίηση των βελτιωτικών έργων που θα αποφασιστούν 
  • Την ενεργή συμμετοχή των κατοίκων που διαμένουν στη περιοχή και τη διατήρηση του ειδικού χαρακτήρα που έχει αποκτήσει η περιοχή λόγω της γειτνίασης της με το τέμενος Ομεριέ.

The instigation of Afrophobia in the Media

By Doros Polykarpou

In the aftermath of the murder of a Cameroonian asylum seeker by three Nigerians has caused a barrage of xenophobic and more particularly Afrophobic articles in the media, with stories about drugs and ghettos as to the motives of the attack. The latest article in Philenews has once again provided a platform to comments, warnings and calls for “throwing them all out”, “they are all illegal”, “they are all criminals”, etc, etc.

KISA – Action for Equality, Support, Antiracism cautions that, as the circumstances of the crime are still under investigation by the Police, the media and journalists should not rush to hasty conclusions and aphorisms, inciting racist and hate speech. This should be especially the case for the Philenews journalist who has in the past been convicted by the Journalism Ethics Committee for xenophobia.

In the meantime and in order to put things in a more balanced perspective, KISA would like to inform about the following:

  1. The view that Cameroon is a safe country and, therefore, claims for asylum applications from the country are not justified is wrong, as it is well known that there is widespread political oppression and persecution amidst long internal conflict and civil war.
  • The murder may have had political motives. The victim was an activist against the regime of the country, which often uses reserves from Nigeria for assassinations of opponents, both inside the country and abroad.
  • The area around Omeriye mosque in Nicosia is abandoned by the municipal authorities. The Nicosia Municipality has been receiving EU funding for years to develop institutionalised dialogue with the migrant and refugee communities. No such dialogue has ever taken place with the inhabitants of the area.
  • Despite its economic and urban degradation, the area is not differentiated from other degraded areas of the country in terms of law breaking and crime.

KISA calls on the authorities to engage in a meaningful dialogue with the inhabitants of the area, including migrants and refugees, in order to record the key problems in a comprehensive and participative manner. On the basis of this process an integrated plan for upgrading the area should be developed to ensure:

  • Satisfactory resources and incentives for the implementation of the projects to be decided
  • The active participation of residents living in the area and the preservation of the special character that the area has acquired due to its proximity to the Omeriye Mosque.

Να σταματήσει η βία κατά των μεταναστριών γυναικών

By Doros Polykarpou

Η ΚΙΣΑ – Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό εκφράζει και δημόσια βαθιά θλίψη για τη στυγερή δολοφονία της Marry Rose Tiburcio, μετανάστριας από τις Φιλιππίνες, αλλά και έντονη ανησυχία για την τύχη της εξαφανισμένης 6χρονης κόρης της. Η ΚΙΣΑ καταδικάζει για ακόμα μια φορά, τις μέχρι σήμερα αναδυόμενες από τα γεγονότα πράξεις ή παραλείψεις των αρμοδίων αρχών, και ειδικότερα της αστυνομίας ως προς  τον εντοπισμό και προστασία των θυμάτων.

Η Marry Rose και η ανήλικη κόρη της είναι τα νεότερα θύματα και ταυτόχρονα η κορυφή του παγόβουνου της βίας εναντίον μεταναστριών γυναικών  στην Κύπρο. Η ΚΙΣΑ έχει ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές και καταγγείλει επανειλημμένα δημόσια σωρεία περιστατικών ψυχολογικής, σωματικής και άλλης μορφής έμφυλης και ρατσιστικής βίας στην οποία υπόκεινται οι γυναίκες μετανάστριες, χωρίς να λαμβάνεται κανένα μέτρο και καμία πολιτική η οποία να βασίζεται στην αποδοχή των ειδικών αναγκών προστασίας τους, ως μιας ιδιαίτερα ευάλωτης ομάδας γυναικών που υπόκειται σε πολλαπλές διακρίσεις και μορφές βίας στην Κυπριακή κοινωνία. Η βία αυτή άλλοτε προέρχεται από τους εργοδότες τους, τους συντρόφους τους, το κοινό ή ακόμη και το προσωπικό των κρατικών υπηρεσιών και των ιδιωτικών γραφείων εξευρέσεως εργασίας στα οποία είναι αναγκασμένες να αποτείνονται λόγω του ιδιαίτερα ευάλωτου καθεστώτος παραμονής και εργασίας τους.

Η ΚΙΣΑ έχει δεχτεί σωρεία παραπόνων από μετανάστριες που αποτάθηκαν στην αστυνομία, στις υπηρεσίας κοινωνικής ευημερίας και σε αρκετές περιπτώσεις στα ίδια τα δικαστήρια  και αντί να βοηθηθούν βρέθηκαν αντιμέτωπες με την αδιαφορία, την ολιγωρία, την μη ανταπόκριση  και σε αρκετές περιπτώσεις με την επαναθυματοποίησή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις η μη ανταπόκριση οφείλεται σε θεσμικές  διακρίσεις οι οποίες ευθύνονται για τον αποκλεισμό τους από σημαντικές νομοθεσίες και υποδομές για την προστασία ευάλωτων ομάδων.

Με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία της, η ΚΙΣΑ θεωρεί ότι οι λανθασμένες ενέργειες ή/και παραλείψεις των αρμοδίων αρχών ως προς τη διερεύνηση της εξαφάνισης της Mary Rose και της ανήλικης κόρης της η οποία καταγγέλθηκε εδώ και ένα χρόνο,  δεν είναι δυστυχώς άσχετες με την εθνοτική τους καταγωγή και το μεταναστευτικό τους υπόβαθρο και απαιτεί όπως αυτές διερευνηθούν άμεσα, αποτελεσματικά και με διαφάνεια και όπως αποδοθούν ευθύνες.

Η κυβέρνηση, ενώ έχει κυρώσει από τον Ιούλιο του 2017 τη Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει κανένα ουσιαστικό μέτρο για την εφαρμογή της ενώ συνεχίζει να ισχύει μια πολιτική και πρακτική άρνησης αποδοχής της ιδιαίτερα ευάλωτης θέσης των μεταναστριών γυναικών σε σχέση με κάθε μορφής βίας.

Ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα της κοινότητας των Φιλιππίνων στην Κύπρο, η ΚΙΣΑ καλεί όλες και όλους να συμμετέχουν στην εκδήλωση μνήμης της  Marry Rose Tiburcio που θα γίνει την Κυριακή, 21 Απριλίου, στις 4 το απόγευμα, στο Δημοτικό Κήπο απέναντι από τα πρώην γραφεία της CYTA.

Η ΚΙΣΑ  καλεί την κυβέρνηση-

  • Να υιοθετήσει και εφαρμόσει  ολοκληρωμένη στρατηγική και σχέδιο δράσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της βίας ειδικά κατά των μεταναστριών γυναικών και των παιδιών τους
  • Να προχωρήσει στην αναθεώρηση όλων των νομοθεσιών και πολιτικών οι οποίες άμεσα ή έμμεσα καταστούν τις μετανάστριες ακόμα πιο ευάλωτες στην έμφυλη βία
  • Να προχωρήσει στην λήψη όλων των απαραίτητων νομοθετικών και άλλων πρακτικών μέτρων για την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και την δημιουργία όλων των απαραίτητων μηχανισμών  ώστε τα θύματα έμφυλης βίας  να έχουν αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα τους

Τέλος, καλεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης να προχωρήσει σε  ανεξάρτητη διερεύνηση του χειρισμού της υπόθεσης από την αστυνομία με στόχο τον εντοπισμό τυχόν παραλείψεων  και ευθυνών αλλά και την υποβολή εισηγήσεων για αποφυγή επανάληψης παρόμοιας συμπεριφοράς  στο μέλλον από τις αρμόδιες αρχές.

Διοικητικό Συμβούλιο ΚΙΣΑ

Stop violence against migrant women

By Doros Polykarpou

KISA – Action for Equality, Support, Antiracism expresses its sorrow for the brutal murder of Mary Rose Tiburcio, migrant woman from the Philippines, but also its grave concern for the fate of her disappeared 6-year old daughter. Once again, KISA condemns the emerging actions and/or failure of the competent authorities and more particularly of the Police as to tracking and protection of the victims.

Mary Rose and her young daughter are the latest victims and the tip of the iceberg of violence against migrant women in Cyprus. KISA has repeatedly informed the competent authorities and publicly denounced numerous incidents of physical, psychological and other forms of gender-based and racist violence that migrant women are subjected to. Todate, no measures or policy, based on the need to take special protection measures in view of their being an especially vulnerable group, subjected to multiple discrimination and forms of violence in Cyprus. This violence is exercised by their employers, their partners, the public in general and even by public servants and staff of private employment agencies,   to which they are forced to apply to in view of their particularly vulnerable residence and employment regime.

KISA has received innumerable reports from migrant women who had applied to the Police, the Social Welfare Services and in many instances to courts, and where, instead of being assisted and supported, they came across indifference, unresponsiveness, disregard and in some cases they were re-victimised. In many cases, unresponsiveness is due to institutional discrimination which is responsible for their exclusion from important legislation and structures for the protection of vulnerable groups. On the basis of its experience todate, KISA is of the opinion that the wrong actions and/or omissions of the competent authorities as to the investigation of the disappearance of Mary Rose and her young daughter, which was reported almost a year ago, are not unfortunately irrelevant to their ethnic origin and migrant background.  KISA calls for these actions and omissions to be investigated immediately, effectively and transparently and to apportion responsibilities.  

While the government has, as from July 2017, ratified the European Council Convention on preventing and combating violence against women and domestic violence (Istanbul Convention), it has not as yet taken any substantial measures for its implementation, while the policy and praxis of refusing to accept the particularly vulnerable position of migrant women in relation to all forms of violence is still prevalent.

Responding to the call of the Filippina community in Cyprus, KISA calls on everybody to participate in the silent vigil in memory of Mary Rose Tiburcio, to be held on Sunday, 21 April, at 4 p.m., at CYTA park.

KISA calls on the government –

  • To adopt and implement a comprehensive strategy and action plan to effectively deal with violence especially against migrant women and their children.
  • To review of all legislation and policies that directly or indirectly render migrant women even more vulnerable to gender-based violence.
  • To take all necessary legislative and other, practical, measures for the effective implementation of the Istanbul Convention and the setting up of all necessary mechanisms in order for victims of gender-based violence to have effective access to their rights.

Finally, KISA calls on the Minister of Justice and Public Order to order an independent investigation of the handling of the case by the Police, in order to find any omissions and responsibilities but also to provide proposals for avoiding the repetition of similar handling by the competent authorities in future.

KISA Steering Committee

Εκκολαπτήριο ακροδεξιών μοναχικών μακελάρηδων το ΕΑΚ

By Doros Polykarpou

Στις 12 Μαρτίου το Ε.Α.Κ (Εθνικιστικό Απελευθερωτικό Κίνημα) εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταγγέλλει ότι “Φιλοτουρκικές οργανώσεις επιχείρησαν να πυρπολήσουν τα Γραφεία του Κινήματός» αποδίδοντας μάλιστα την ευθύνη στην “ξενοκίνητη οργάνωση ΚΙΣΑ, του γνωστού πατέρα των λαθρομεταναστών, Δώρου Πολυκάρπου…».

Η ΚΙΣΑ, όπως πολύ καλά γνωρίζει το ΕΑΚ, είναι οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία ασπάζεται και στηρίζει το έργο της στις πανανθρώπινες αξίες μεταξύ των οποίων και την καταπολέμηση της βίας.

Το ΕΑΚ, πιστό στις παρακαταθήκες των προγόνων του της ΕΟΚΑ Β, με την ανακοίνωση του με ψέματα και συνθήματα προσπαθεί να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από την παράνομη και αντισυνταγματική δράση και στόχους του

Αντί λοιπόν να κατηγορεί και να δυσφημίζει  οργανώσεις και ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων ας μας εξηγήσει με ποιόν τρόπο σέβεται  

  • το άρθρο 185 του συντάγματος της Κύπρου το οποίο καθορίζει ότι «1. Το έδαφος της Δημοκρατίας είναι ενιαίον και αδιαίρετον» και ότι «η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους ή η χωριστική ανεξαρτησία αποκλείονται» όταν επιδιώκει την «ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα».
  • την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όταν απειλεί όσους διαφωνούν με τον ένοπλο αγώνα και την ένωση με «τσεκούρι και φωτιά», δηλαδή με βία και φυσική εξόντωση,  
  • τον περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας Νόμο του 2011 όταν αυτοαποκαλείται «αντιτουρκική συμμαχία»
  • την ειρηνική συμβίωση και αλληλοσεβασμό των δύο κοινοτήτων όταν θεωρεί ότι η λύση του κυπριακού δεν μπορεί να επέλθει μέσα από ειρηνικές συνομιλίες αλλά μόνο με τη βία, τη χρήση όπλων και τον πόλεμο?

Η ΚΙΣΑ θεωρεί ότι το ΕΑΚ, πέραν από την παραβίαση του συντάγματος και των νόμων της χώρας, απειλεί ουσιαστικά με δηλητηρίαση την κοινωνία και υπόθαλψη του ρατσισμού και της τρομοκρατίας.

Η πρόσφατη τραγωδία με τις επιθέσεις και τις δολοφονίες αμάχων  σε τζαμιά στη Νέα Ζηλανδία  έχουν καταστήσει πλέον σαφές ότι οι αξίες που το ΕΑΚ ενστερνίζεται και θέλει να εμφυσήσει στη νεολαία μας είναι στην ουσία οι ίδιες που όπλισαν το χέρι του νεοναζιστή μακελάρη στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας αλλά και άλλων μοναχικών μακελάρηδων που προηγήθηκαν της τραγωδίας αυτής.

Η ΚΙΣΑ πιστεύει ακράδαντα ότι το ΕΑΚ, όπως ήδη έχει αποδείξει με διάφορες επιθέσεις που διοργάνωσε μέχρι σήμερα, συνιστά εκκολαπτήριο βίας, ρατσισμού και τρομοκρατίας και ως εκ τούτου καλεί την πολιτεία να αναλάβει τις ευθύνες της προτού να είναι αργά.     

Διοικητικό Συμβούλιο

Institutional racism, hate crimes and gender based violence denounced by the Somali refugee women in Cyprus

By Doros Polykarpou

An outcry has been raised in social media since yesterday following the publication of an amateur video, which records part of the abuse faced by a refugee woman from Somalia in a local office of the Social Welfare Services.[1]

The complainant had arrived in Cyprus as an unaccompanied minor and awaits, for the last one and a half year, the examination of her application for international protection. Her rent has not been paid by the Social Welfare Services since November 2018 and the owner, as a result, has been threatening to evict her, while in February 2019 she was only provided with 150 euros in coupons which could be redeemed with products from specific shops, without being given the allowance of 70 euros for the rest of her expenses (electricity, water and personal expenses), while in March she has not been paid anything.

The woman had reached a dead end since she had fallen ill and, raddled as she was, she visited the Social Welfare Services office last Wednesday in an attempt to request a meeting with the social welfare officer who handles her case and ask for assistance in this deadlock that the Social Welfare Services had created in the first place.

The social welfare officer at the reception not only had denied her request to see the officer who handles her case but she threw her identity card on the floor and asked her to leave. When the woman complained, the welfare officer at the reception called the security guard who approached her and grabbed her by the throat in order to remove her.

The woman was in a lot of pain, considering the already burdened situation of her throat, and felt as if she was choking having as a result to throw her wallet towards the security guard. The security guard then attacked her again by hitting her, and violently threw her out of the building.

On her way home, she realised that her lips and mouth were bleeding so she decided to file a report to the police. She visited Larnaca’s Central Police Station, where a woman police officer, after she began to tell her what had happened, told her that it was her fault for the incident since she had thrown the wallet, and that the country is poor and has no money and she didn’t understand why they come to Cyprus. She further told her that the fact that he attacked her was reasonable because he is attacked on a daily basis and has the right to defend himself, and did not allow her to file her complaint.

The next day her whole body hurt and she went to the Emergency Department where she was examined by a doctor who wrote a subscription for her for certain medication to buy at the pharmacy, which she could not however afford as she had no money. Eventually her medication was bought today by KISA.

Following an investigation by KISA it follows that the security guard in question was previously at the Social Welfare Services in Nicosia where he had exercised violence against Somali refugee women in the past, a fact of which the Social Welfare Services are fully aware.

We should highlight that in a meeting we had at KISA’s Migrant and Refugee Centre on Saturday the 9th with the women from Somalia, they reported that they systematically face institutional racism, gender violence and humiliating treatment because of their colour, their religion and the legal status of their residence, in pretty much all aspects of their lives.

They also consider that the specific violent incident at the offices of the Social Welfare Services, as well as the recent incident of institutional racism noted in the alleged “rape” of the five-month old infant – which also concerned a family from Somalia – are the tip of the iceberg.

KISA condemns all the above and calls on the competent authorities to investigate fully both the violence against the woman exercised by the security guard and the tolerance/complicity of the Social Welfare Services as well as the refusal of the Police to accept her complaint.

KISA further calls upon the state, to not only ratify international human rights conventions, such as the Istanbul Convention on preventing and combating violence against women, but also to effectively implement them. Since July 2017, when the Convention was ratified, its implementation has been prevented due to failure to take the necessary legislative and other tools.

KISA stands in solidarity and calls on all relevant organisations in the civil society to support its activities and the mobilizing actions that are being scheduled for the next few days by the women from Somalia.


Θεσμικό ρατσισμό, εγκλήματα μίσους και βία στη βάση του φύλου καταγγέλλουν οι Σομαλές πρόσφυγες στην Κύπρο

By Doros Polykarpou

Κατακραυγή έχει ξεσπάσει από χθες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά από τη δημοσιοποίηση ερασιτεχνικού βίντεο, στο οποίο καταγράφεται μέρος της κακοποίησης που υπέστη γυναίκα πρόσφυγας από τη Σομαλία σε τοπικό γραφείο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

Η παραπονούμενη έφθασε στην Κύπρο ως ασυνόδευτη ανήλικη και περιμένει εδώ και ενάμιση χρόνο την εξέταση της αίτησης της για διεθνή προστασία. Από το Νοέμβριο του 2018 δεν καταβλήθηκε το ενοίκιο της από τις ΥΚΕ, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης να την απειλεί με έξωση, ενώ το Φεβρουάριο του 2019 της δόθηκαν μόνο 150 ευρώ σε κουπόνια που μπορούσε να εξαργυρώσει με προϊόντα σε συγκεκριμένα καταστήματα,  χωρίς να της δοθεί το βοήθημα των 70 ευρώ για τα υπόλοιπα  της έξοδα (ρεύμα, νερό και προσωπικά έξοδα), ενώ για τον Μάρτιο δεν της καταβλήθηκε οτιδήποτε. 

Η γυναίκα βρισκόταν σε αδιέξοδο αφού είχε επίσης αρρωστήσει και καταβεβλημένη επισκέφθηκε  την περασμένη Τετάρτη το γραφείο των ΥΚΕ σε μια προσπάθεια να ζητήσει συνάντηση με τη λειτουργό που χειρίζεται την υπόθεση της για να τη βοηθήσει στην αδιέξοδη κατάσταση που οι ίδιες οι ΥΚΕ την έθεσαν.

Η λειτουργός «υποδοχής» των ΥΚΕ όχι μόνο δεν της επέτρεψε να δει τη λειτουργό της αλλά στην επιμονή της της πέταξε το δελτίο ταυτότητας της στο πάτωμα και της ζήτησε να φύγει. Όταν η γυναίκα παραπονέθηκε, η λειτουργός υποδοχής κάλεσε το φρουρό ασφαλείας ο οποίος την πλησίασε και την άρπαξε δυνατά από το λαιμό για να την απομακρύνει.

Η γυναίκα πόνεσε πολύ, λόγω και της ήδη βεβαρυμμένης κατάστασης του λαιμού της, και ένοιωσε να πνίγεται με αποτέλεσμα να ρίξει το τσαντάκι που κρατούσε στο φρουρό. Τότε ο φρουρός της επιτέθηκε ξανά και κτυπώντας την, την πέταξε με τη βία έξω από το κτίριο.

Πηγαίνοντας σπίτι, διαπίστωσε  ότι τα χείλη και το στόμα της αιμορραγούσαν και αποφάσισε να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία. Επισκέφθηκε τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, όπου γυναίκα αστυνομικός αφού ξεκίνησε να της λέει τι έγινε, της ανέφερε ότι αυτή φταίει για το περιστατικό αφού του έριξε τη τσάντα της και ότι η χώρα είναι φτωχή και δεν έχει λεφτά και δεν ξέρει γιατί έρχονται στην Κύπρο. Της ανέφερε επίσης  ότι δικαιολογημένα την έδειρε γιατί καθημερινά του επιτίθενται και είχε δικαίωμα να αμυνθεί και δεν της επέτρεψε να υποβάλει καταγγελία.

Την επομένη, πονούσε ολόκληρο το σώμα της και αναγκαστικά πήγε στις Πρώτες Βοήθειες όπου την εξέτασε γιατρός και της έγραψε συγκεκριμένα φάρμακα για να αγοράσει από φαρμακείο, τα οποία όμως δεν μπορούσε να αγοράσει γιατί δεν είχε καθόλου λεφτά. Τελικά τα φάρμακα της αγοράστηκαν σήμερα από την ΚΙΣΑ.  

Από έρευνα της ΚΙΣΑ προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος φρουρός ασφαλείας, ήταν προηγουμένως στο γραφείο των ΥΚΕ στη Λευκωσία όπου άσκησε και πάλι βία εναντίον Σομαλών γυναικών προσφύγων, γεγονός για το οποίο οι ΥΚΕ είναι πλήρως ενήμερες.

Να  τονίσουμε ότι σε συνάντηση που είχαμε σήμερα μαζί τους στο Κέντρο Μεταναστών και Προσφύγων της ΚΙΣΑ, οι γυναίκες από τη Σομαλία κατάγγειλαν ότι υφίστανται συστηματικά θεσμικό ρατσισμό, βία στη βάση του φύλου τους και εξευτελιστική μεταχείριση λόγω του χρώματος, της θρησκείας και του νομικού τους καθεστώτος παραμονής σχεδόν σε όλες τις πτυχές της ζωής τους.  Θεωρούν δε ότι το συγκεκριμένο περιστατικό βίας στα γραφεία των ΥΚΕ καθώς και το τελευταίο περιστατικό θεσμικού ρατσισμού που παρατηρήθηκε με τον υποτιθέμενο «βιασμό» του πεντάμηνου βρέφους, το οποίο και πάλι αφορούσε οικογένεια από τη Σομαλία, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου.    

Η ΚΙΣΑ καταγγέλλει τα πιο πάνω και καλεί τις αρμόδιες αρχές για πλήρη διερεύνηση τόσο της βίας κατά της συγκεκριμένης γυναίκας από τον εν λόγω φρουρό ασφαλείας και την ανοχή/ συνενοχή  των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας όσο και την άρνηση της Αστυνομίας να δεχθεί την καταγγελία της.

Καλεί δε το κράτος, όχι μόνο να κυρώνει διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για τη βία κατά των γυναικών, αλλά και να τις εφαρμόζει αποτελεσματικά. Από τον Ιούλιο του 2017 που έχει κυρωθεί η Σύμβαση μέχρι σήμερα δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω παράλειψης λήψης των απαραίτητων νομοθετικών και άλλων εργαλείων για εφαρμογή της.

Η ΚΙΣΑ θα σταθεί αλληλέγγυα και καλεί όλες τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να υποστηρίξουν τις δράσεις και κινητοποιήσεις που προγραμματίζουν για τις επόμενες μέρες οι γυναίκες από τηΣομαλία.

Διοικητικό Συμβούλιο

Η ΚΙΣΑ καταδικάζει νέο περιστατικό κράτησης Κύπριου για σκοπούς απέλασης

By Doros Polykarpou

Η ΚΙΣΑ καταδικάζει την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Τουρκοκύπριου Hasan Akmergiz. Τα διατάγματα αυτά εκδόθηκαν χωρίς κανένα ίχνος έρευνας του καθεστώτος του, με αποτέλεσμα Κύπριος πολίτης να κρατείται στα κρατητήρια Μεννόγειας για σκοπούς απέλασης ως Τούρκος πολίτης. Τονίζουμε ότι ο Hasan Akmergiz δεν έχει ούτε είχε ουδέποτε οποιαδήποτε σχέση με την Τουρκία, ότι ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως Κύπριος και ότι με βάση τον Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο είναι δικαιούχος της κυπριακής ιθαγένειας. Σημειώνεται  επίσης ότι κατά το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), έπειτα από έρευνα που διεξήγαν, υπέβαλαν σχετική κοινωνικοοικονομική Έκθεση στο Δικαστήριο, στην οποία αναγνωρίζεται και γίνεται σαφής αναφορά στην τουρκοκυπριακή του καταγωγή.

Τον Αύγουστο του 2018, ο Hasan Akmergiz διήλθε του οδοφράγματος στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, όπως συνήθιζε να πράττει και προηγουμένως, με την επίδειξη ταυτότητας της ΤΔΒΚ, που αποτελεί  το μόνο εγγράφου που έχει στη διάθεσή του, με σκοπό να διευθετήσει τα απαραίτητα για τη διαδικασία απόκτησης Κυπριακής ταυτότητας και διαβατηρίου έγγραφα. Συνελήφθη από την Αστυνομία ως ύποπτος για μικρό-αδικήματα και σε μικρό χρονικό διάστημα κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Στις 27 Νοεμβρίου 2018, την ίδια μέρα κατά την οποία ο Hasan Akmergiz αφέθηκε ελεύθερος από τις Κεντρικές Φυλακές, μεταφέρθηκε κατευθείαν στον Χώρο Κράτησης Άτυπων Μεταναστών στην Μεννόγεια όπου και παραμένει υπό κράτηση  μέχρι και σήμερα με σκοπό την απέλαση, αφού θεωρείται Τούρκος υπήκοος.

Η μητέρα του Hasan Akmergiz απεβίωσε το 2016 χωρίς να καταφέρει να μεταβεί στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές προκειμένου να αιτηθεί να της εκδοθεί ταυτότητα από την Κυπριακή Δημοκρατία μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο, δεδομένης της καταγωγής της από Τουρκοκύπριους γονείς είναι Κύπρια. Παρ’ όλα αυτά, τα αδέλφια της, (δηλαδή οι θείοι του Hasan) καθώς και η μητέρα της (δηλαδή η γιαγιά του), έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες έκδοσης Κυπριακής ταυτότητας. Ο παππούς του Hasan ήταν επίσης Κύπριος πολίτης εφόσον γεννήθηκε στην Αμμόχωστο  το 1940 και διέμενε για όλη του τη ζωή στην Κύπρο.

Η ΚΙΣΑ απαιτεί όπως ακυρωθούν πάραυτα τα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του Hasan Akmergiz καθώς και να διευκολυνθεί η πρόσβασή του στις απαραίτητες ενέργειες για την αναγνώριση της Κυπριακής υπηκοότητας του. Επιπρόσθετα η ΚΙΣΑ απαιτεί τη δημοσιοποίηση πλήρους έρευνας αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους, ενώ ήταν σε γνώση των αρχών η τουρκοκυπριακή καταγωγή του κ. Hasan Akmergiz, αυτός τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς απέλασης στην Τουρκία.

Διοικητικό Συμβούλιο

KISA’s statement concerning the case of infant abuse currently under investigation

By Doros Polykarpou

Following the developments and dimensions of the case involving the five-month old infant, KISA is forced to publically express its view, despite our position that public statements either by institutions or public figures in situations such as this seriously harm the rights of the child as well as the rights of suspects and endanger the investigation process.

Initially, we call for an investigation of serious disciplinary and criminal offences by medical staff at Makarios Hospital, where the infant was transferred following her parents’ concern regarding her health. Following the infant’s admission to the hospital, the Assistant Director of Pediatric Surgery, Efthimios Tsivitanidis, made public statements to the media prior to the completion of the investigation of the case in accordance with the provisions of the Prevention and Combating Sexual Abuse, Sexual Exploitation of Children and Child Pornography Law of 2014 (Ν. 91(I)/2014), where he expressed that he was appalled and stated that he was confident that the child had been a victim of rape, and that due to the nationality of her parents the possibility of female genital mutilation (FGM) was examined, revealing the country of origin of the child and her parents. Within less than 24 hours, statements to the media were made by Andreas Neofytou, the Executive Director of the hospital, who ruled out the possibility of rape. However, he suggested the possibility of abuse caused by the parents “in order to come within the protection of the state and to benefit from it”, ignoring the fact that the family is already under state protection since they are recognised refugees.

The public disclosure of conflicting medical assessments is a blow to the credibility of the findings, it further complicates the investigation of the case, impinges upon the rights of the child and constitutes a violation of the relevant law (Ν. 91(I)/2014).

Any information that concerns the health of any person constitutes sensitive personal data and must, therefore, be the subject of increased protection, respect and confidentiality, while it must also be placed within the context of medical confidentiality. The publication of such personal data by a medical professional is considered illegal. We question therefore why there have been no ex-officio investigations, so far, by the Commissioner for Personal Data Protection and the Commissioner for Administration and Human Rights in her capacity as the authority against racism, within their respective mandate.

Moreover, we believe that the disclosure of the infant’s medical records as well as statements in the media linking the nationality of the family to the phenomena of sexual abuse, FGM and voluntary rupture of the hymen membrane, by medical staff of a public hospital, constitute a clear case of institutionalised racism and contribute to the stigmatisation of an entire ethnic community and to the reproduction of negative stereotypes against it.

Consequently, any investigation concerning the practices of all those involved must also take place in the light of discrimination on the basis of ethnicity within the healthcare system and the provision of services, which is prohibited and constitutes a criminal offense in accordance with the provisions of the Equal Treatment (Racial or Ethnic Origin) Law of 2004 (59 (I) / 2004).

We also identify serious violations of the Rights of Suspected Persons, Persons Under Arrest and Detained Persons Law 2005 (Ν. 163(I)/2005), in relation to the arrest of the father, as a suspect of committing rape, since our communication with him revealed that he was not adequately informed about the reasons for his detention or about his rights as a suspect.

At the same time, he was presented through the media as being guilty while under no circumstances was the presumption of his innocence respected, while on the contrary sensitive personal information such as his country of origin and his and his wife’s age were revealed.

The manner in which the case was publicised, the disclosure of the family’s nationality and the age of the family members, in a small country like Cyprus, quickly led to the identification of the family by the members of their community. As a result, the family is now under pressure from the members of their community, who consider them responsible for the stigmatisation of the entire community by the Cypriot society.

The public statements that followed either by specialists, institutionally or by other public figures, essentially fuelled the conviction that the father is guilty and reinforced the prevalent racist stereotypes against the family’s ethnic group. Public statements should be avoided in these situations until investigations are completed and with primary consideration of the child’s best interests.

We further denounce the selective sensitisation of the authorities regarding the protection of the rights of the 5-month-old infant. The living conditions of the refugee family constitute themselves abuse and violence despite the fact that the family has applied, since last November, for the Minimum Guaranteed Income without however any response, and is currently living on a €280 p/m in a small apartment under appalling conditions, with no heating or hot water and being unable to cover the very basic needs of the infant even regarding nutrition and hygiene.

Lastly, we call upon those within the media to be particularly careful in the way they broadcast news concerning ethnic groups, especially children, so as not to reproduce racist stereotypes, and to validate the facts.

We call upon the prosecuting authorities and the independent institutions to assume their responsibilities and take action against anyone who has infringed the rights of the child and the family in general.

Steering Committee

Τοποθέτηση της ΚΙΣΑ σχετικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση κακοποίησης βρέφους

By Doros Polykarpou

Η ΚΙΣΑ αναγκάζεται έπειτα από τις εξελίξεις και διαστάσεις  που έλαβε η υπόθεση με το 5μηνο βρέφος να τοποθετηθεί δημόσια επί του ζητήματος, παρά τη θέση μας ότι δημόσιες δηλώσεις είτε από θεσμούς, είτε από δημόσια πρόσωπα σε περιστατικά όπως αυτό βλάπτουν σοβαρά τόσο τα δικαιώματα του παιδιού όσο και τα δικαιώματα των υπόπτων και θέτουν σε κίνδυνο την ίδια τη διαδικασία της διερεύνησης.

Αρχικά ζητούμε τη διερεύνηση διάπραξης  σοβαρών πειθαρχικών και ποινικών παραπτωμάτων από πλευράς του ιατρικού προσωπικού του Μακάριου Νοσοκομείου, όπου και μεταφέρθηκε το βρέφος έπειτα από ανησυχία των γονιών του σχετικά με την υγεία του. Μετά την εισαγωγή του βρέφους στο νοσοκομείο, ο βοηθός διευθυντής Παιδοχειρουργικής του, Ευθύμιος Τσιβιτανίδης, πριν την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014 (Ν. 91(I)/2014), προέβη σε δηλώσεις στα ΜΜΕ όπου δήλωσε αποτροπιασμένος και βέβαιος ότι το παιδί έπεσε θύμα βιασμού, καθώς και ότι εξαιτίας της καταγωγής των γονιών του εξετάστηκε και το ενδεχόμενο το βρέφος να έχει υποστεί κλειτοριδεκτομή, αποκαλύπτοντας επίσης τη χώρα καταγωγής του παιδιού και γονέων.  Ακολούθησαν μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες οι δηλώσεις στον τύπο του  Ανδρέα Νεοφύτου, εκτελεστικού διευθυντή του Νοσοκομείου, ο οποίος απέκλεισε το φαινόμενο του βιασμού του βρέφους. Ισχυρίστηκε βέβαια ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο η κακοποίηση   να έχει προκληθεί από τους γονείς  σκόπιμα «προκειμένου να τεθούν υπό την προστασία της Πολιτείας και να επωφεληθούν αυτής» παραγνωρίζοντας ότι αφορά οικογένεια που ήδη  τελεί υπό την προστασία της πολιτείας αφού είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες.

Η  δημοσιοποίηση αλληλοαντικρουόμενων ιατρικών εκτιμήσεων  αποτελούν πλήγμα για την ίδια την αξιοπιστία των ευρημάτων,  δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο τη διερεύνηση της  υπόθεσης, πλήττουν τα δικαιώματα του παιδιού και συνιστούν παραβίαση του Νόμου 91(Ι)/2014.

Δεδομένα που αφορούν την υγεία οποιουδήποτε προσώπου αποτελούν  ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, και άρα πρέπει να τυγχάνουν αυξημένης προστασίας,  σεβασμού και εχεμύθειας, στο πλαίσιο επίσης του ιατρικού απορρήτου. Η δημοσιοποίησή τους από ιατρικό προσωπικό θεωρείται παράνομη. Διερωτόμαστε γιατί μέχρι στιγμής ούτε η  Επίτροπος  Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ούτε η Επίτροπος Διοίκησης ως αρχές κατά του ρατσισμού δεν έχουν προχωρήσει σε αυτεπάγγελτες έρευνες στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων.

Επιπρόσθετα, τόσο η δημοσιοποίηση των ιατρικών δεδομένων του βρέφους όσο  και οι δηλώσεις στα ΜΜΕ όπου γίνεται λόγος για ταύτιση της καταγωγής της οικογένειας με το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης, της κλειτοριδεκτομής και της εκούσιας ρήξης του παρθενικού υμένα, από πλευράς ιατρικού προσωπικού ενός δημόσιου νοσοκομείου θεωρούμε ότι αποτελούν ξεκάθαρη περίπτωση θεσμικού ρατσισμού και συντελούν στον περαιτέρω στιγματισμό μιας ολόκληρης εθνοτικής κοινότητας και στην αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων εναντίον της.

Θα πρέπει επομένως οποιαδήποτε διερεύνηση της συμπεριφοράς όλων όσων ενέχονται στα πιο πάνω να γίνει επίσης υπό το πρίσμα της διάκρισης λόγω εθνοτικής καταγωγής στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και παροχή υπηρεσιών, η οποία απαγορεύεται και συνιστά ποινικό αδίκημα  σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου του 2004 (59(I)/2004).

Διαπιστώνουμε επίσης σοβαρές παραβιάσεις του  περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005 (Ν. 163(I)/2005), σε σχέση με τη σύλληψη του πατέρα, ως υπόπτου για βιασμό, αφού σε επικοινωνία που είχαμε μαζί του μας ενημέρωσε ότι δεν ήταν επαρκώς ενήμερος για τους λόγους κράτησής του αλλά ούτε και για τα δικαιώματά του ως ύποπτος διάπραξης αδικήματος.  Παράλληλα από τα ΜΜΕ παρουσιάστηκε ως ένοχος και σε καμία των περιπτώσεων δεν έγινε σεβαστό το τεκμήριο αθωότητας του ενώ αποκαλύφθηκαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα  όπως η χώρα καταγωγής του και η ηλικία του ίδιου και της συζύγου  του.

Ο τρόπος που δημοσιοποιήθηκε στο ευρύ κοινό η υπόθεση, με την αποκάλυψη της καταγωγής της οικογένειας και της ηλικίας των μελών της, σε μια μικρή χώρα σαν την Κύπρο, οδήγησαν πολύ γρήγορα στην ταυτοποίηση της οικογένειας από τα μέλη της κοινότητας της. Ως αποτέλεσμα η οικογένεια σήμερα δέχεται πιέσεις από ομοεθνείς τους, η οποίοι τους θεωρούν υπαίτιους για τον στιγματισμό ολόκληρης της κοινότητάς τους από την κυπριακή κοινωνία.

Οι δημόσιες δηλώσεις που ακολούθησαν είτε από ειδικούς, είτε από θεσμικά είτε από άλλα δημόσια πρόσωπα ουσιαστικά τροφοδότησαν την πεποίθηση ότι ο πατέρας είναι ένοχος και ενίσχυσαν τα ρατσιστικά στερεότυπα που ήδη υπάρχουν εναντίον της εθνοτικής ομάδας της οικογένειας. Οι δημόσιες τοποθετήσεις έπρεπε να αποφεύγονται σε τέτοιες περιπτώσεις μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες και με σκοπό την καλύτερη προστασία πρωταρχικά του ίδιου του  παιδιού.

Στηλιτεύουμε, ακόμα, την επιλεκτική ευαισθησία των αρχών για την προστασία των δικαιωμάτων του 5μηνου βρέφους. Κακοποίηση και βία αποτελούν οι συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων του βρέφους, η οποία έχει αιτηθεί από τον περασμένο Νοέμβριο παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος χωρίς να έχει λάβει ακόμα απάντηση και ζει με 280 ευρώ τον μήνα σε ένα μικρό διαμέρισμα υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς θέρμανση και ζεστό νερό και  χωρίς να μπορεί να καλύψει τις πολύ βασικές ανάγκες για μια αξιοπρεπή διαβίωση, ενώ δεν είναι δυνατό να καλυφτούν ούτε οι ανάγκες του ίδιου του βρέφους ακόμα και σε σχέση με την διατροφή και καθαριότητά του. 

Τέλος καλούμε όλα τα άτομα που εργάζονται στα ΜΜΕ να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά όταν μεταδίδουν ειδήσεις που αφορούν εθνοτικές ομάδες και ιδιαίτερα παιδιά  έτσι ώστε να μην αναπαράγουν ρατσιστικά στερεότυπα και να  επιβεβαιώνουν τα γεγονότα.

Καλούμε τις διωκτικές αρχές και τους ανεξάρτητους θεσμούς να αναλάβουν τις ευθύνες του και να ενεργήσουν κατά παντός προσώπου που έχει παραβιάσει τα δικαιώματα του βρέφους και της οικογένειας γενικότερα.

Διοικητικό Συμβούλιο