One Radical Planet

❌ About FreshRSS
There are new available articles, click to refresh the page.
Before yesterdayσυσπείρωση ατάκτων

Not one woman less. “Other” femicides and systems of oppression that create and favor murderers

By Syspirosi Atakton

[…] The lake is the blood of times,

drops of sweat and blood of others.

Your only offer was innocence

Bargained away through time,

in everyday expressions,

Filipino, negro, whore…

Are you shocked?


Yes, yes, I know, not you.

You would never.

You’re a philanthropist, by definition superior. […]

a quote from the poem: “Why are you shocked?” by Giorgos Pericleous.

Mary Rose Tiburcio, Sierra Graze Seucalliuc, Arian Palanas Lozano, Maricar Valtez Arquiola, Livia Florentina Bunea, Elena Natalia Bunea. Bodies of women and girls,immigrant and insignificant lives for both the cypriot state and the cypriot society. Murdered bodies, thrown into wells, in ponds, in suitcases, that heavy rain and accidental reports from tourists brought recently to the surface. The fact that so far seven women and girls have been murdered indicates something far more abhorrent: the deep racism and misogyny of the Cypriot institutions and the Cypriot society itself.

The invisibility of the immigrant women living and working in Cyprus has transformed into a horrifying spectacle, reminding us of the daily violence to which these women are exposed due to racism, unjust working conditions and patriarchy; conditions established -not only- in cypriot society and consciousness.

The marginalization of the immigrant female workers from the realm of the “political” and their social position as abjects -not subjects- of the institutions of the Cypriot State were revealed by the total indifference of the State to their existence/luck. Once again, the “occupied part of Cyprus”, the “black hole”, functioned as an excuse to the reluctance of the State to deal with such matters. However, the failure to deal with the disappearances is at the same time a failure to recognize the social oppression of immigrant female domestic workers in Cypriot reality; a failure to recognize the violence of gender and power relations.

Behind the distinct story of each murdered woman, there is a structure which is no exception but the common ground of all femicides around the world: patriarchy. From America to Saudi Arabia, from Argentina to Spain, and from Turkey to Cyprus, the basic tool of patriarchal societies is gendered violence. Psychological and physical violence against women is one of the basic methods of their obedience. This type of violence has different manifestations and a different degree of brutality: it starts with words that afflict the bodies of women and objectify their bodies and their sexuality, it becomes systemic and subordinates on the basis of origin, color, class, salary, labor, sexuality and desire, while in its outburst it could result to physical abuse and murderous mania.

Patriarchy has for centuries sowed poison in the minds of men perpetuating a culture of sexism, deeply rooted in inequality and gender discrimination, the economic weakening of women, and the acceptance of toxic masculinity with its nationalistic and militaristic impacts. It is no coincidence that so many centuries of systematic violence create repeated expressions of sexist enforcement: in communication, in contact, in the workplace, in public space. Sexism is the daily expression of patriarchy in our lives. Because in the bipolar concept of power-domination one finds a whole range of sexist violence; from vulgarity to speech, to physical violation, and from rape to death.

The scariest thing of all though, is that we are progressively led to the normalization of this sexist culture and, without reducing the severity and tragedy of the femicides, we must recognize that they are only the tip of the iceberg from the surface of which are emerging cycles of gender violence and hatred that patriarchal societies have imposed in the form of physical, psychological, sexual, economic, institutional and symbolic subordination. Nikos Metaxas is flesh from the flesh of patriarchy in Cyprus, that sees the bodies of immigrant women as temporary, consumable, worthless.

Today, we stand in solidarity with the marginalized communities of immigrant domestic workers and their struggle for visibility and (social) justice. We recognize the privileges we have in making our voices heard more. That’s why we are walking side by side, shouting to uncover institutional violence.

It is our duty to create collective structures that will fight against sexism, patriarchy, racism and nationalism. Our debt is to change the public discourse and the public space so that it shows zero tolerance to cases of sexism.



Syspirosi Atakton

10th May 2019


Ούτε μια λλιόττερη. Όϊ άλλες γυναικοκτονίες τζιαι συστήματα που δημιουργούν τζιαι ευνοούν δολοφόνους

By Syspirosi Atakton

[…] Η λίμνη είναι το αίμα χρόνων,

σταγόνες από ιδρώτα και αίμα άλλων.

Η μόνη σου προσφορά ήταν η αθωότητα

που ξεπούλησες χρόνια πριν,

σε καθημερινές εκφράσεις,

Φιλιππινέζα, πουτάνα, μαυρού…

Τι σοκαρίστηκες;

Σε παρακαλώ…

Ναι, ναι ξέρω, όχι εσύ.

Εσύ ποτέ.

Είσαι φιλάνθρωπος, εξ ορισμού ανώτερος. […]

απόσπασμα από το ποίημα: ‘´Τι σοκαρίστηκες;”του Γιώργου Περικλέους.

Μαίρη Ρόουζ Τιμπούρκιο, Σιέρα Τιμπούρκιο, Αριάν Παλάνας, Μαρικάρ Βαλτέζ, Λίβια Φλορεντίνα Μπουνέα, Έλενα-Ναταλία Μπουνέα, Ασμίτα Χάντκα Μπίστα. Σώματα γυναικών και κοριτσιών, μεταναστριών, σώματα “χωρίς σημασία” και ζωές “μη-αξιοβίωτες” τόσο για το κυπριακό κράτος όσο και για την κυπριακή κοινωνία. Δολοφονημένα σώματα ξεχασμένα για μήνες, πεταγμένα σε πηγάδια, σε λίμνες, τεμαχισμένα σε βαλίτσες, τα οποία η έντονη βροχή και οι τυχαίες αναφορές από τουρίστες τον Απρίλιο που μας πέρασε έβγαλαν στην επιφάνεια. Όμως, το γεγονός των μέχρι στιγμής εφτά δολοφονημένων γυναικών και κοριτσιών από τον κατά συρροήν δολοφόνο ήρθαν να αναδείξουν και κάτι πολύ πιο αποτρόπαιο: τον βαθύ ρατσισμό και μισογυνισμό των θεσμών, αλλά και της ίδιας της κυπριακής κοινωνίας.

Η αορατότητα των μεταναστριών που ζουν και εργάζονται στη Κύπρο μεταμορφώθηκε σε ένα φρικαλέο (υπερ)θέαμα θυμίζοντάς μας και την βία την οποία βιώνουν καθημερινά λόγω του ρατσισμού, των συνθηκών εργασίας και της πατριαρχίας – στοιχεία εδραιωμένα στην κυπριακή και όχι μόνο κοινωνία και συνείδηση. Η περιθωριοποίηση αυτών των γυναικών από τη σφαίρα του “πολιτικού” αλλά και η κοινωνική τους θέση σαν αποκείμενα -και όχι υποκείμενα- των θεσμών του κυπριακού κράτους διαφάνηκαν περίτρανα από την παντελή αδιαφορία για την ίδια τους την ύπαρξη/τύχη. Για ακόμα μια φορά τα “κατεχόμενα”, η γνωστή πλέον μαύρη τρύπα, λειτούργησαν ως η εύκολη λύση για να δικαιολογηθεί επί της ουσίας η απροθυμία του κρατικού μηχανισμού να ασχοληθεί με τις υποθέσεις αυτές. Γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα αναγκαζόταν να δει πίσω από τις εξαφανίσεις την κοινωνική καταπίεση που κρύβει η θέση μιας γυναίκας μετανάστριας οικιακής εργάτριας στην κυπριακή πραγματικότητα, θα σήμαινε ότι θα αναγκαζόταν να αναγνωρίσει την βία που κρύβουν οι έμφυλες και εξουσιαστικές σχέσεις.

Πίσω από την ξεχωριστή ιστορία κάθε δολοφονημένης γυναίκας, υπάρχει μια κοινή συνισταμένη η οποία δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον βασικό κανόνα των γυναικοκτονιών ανά το παγκόσμιο: αυτή δεν είναι άλλη από την πατριαρχία. Από την Αμερική μέχρι τη Σαουδική Αραβία, από την Αργεντινή μέχρι την Ισπανία, και από την Τουρκία μέχρι την Κύπρο, βασικό εργαλείο των πατριαρχικών κοινωνιών είναι η έμφυλη βία. Η ψυχολογική και σωματική βία κατά των γυναικών συνιστά μια από τις βασικές μεθόδους υποταγής τους. Αυτού του είδους η βία έχει διαφορετικές εκφάνσεις και διαφορετικό βαθμό βαναυσότητας: ξεκινά με λέξεις που προσβάλλουν χυδαία τα σώματα των γυναικών, εργαλειοποιεί τα σώματα και τη σεξουαλικότητά τους, γίνεται συστημική και τις υποτάσσει με κριτήρια την καταγωγή, το χρώμα, την τάξη, τον μισθό, την εργασία, τη σεξουαλικότητα και την επιθυμία, ενώ στην έξαρσή της παίρνει χαρακτηριστικά σωματικής κακοποίησης και δολοφονικής μανίας.

Η πατριαρχία, για αιώνες, σπέρνει δηλητήριο στα μυαλά των ανθρώπων, για την δήθεν ανωτερότητα του άντρα, για την δήθεν κατωτερότητα της γυναίκας διαιωνίζοντας μια κουλτούρα σεξισμού η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στην ανισότητα και τις έμφυλες διακρίσεις, την οικονομική αποδυνάμωση των γυναικών και την αποδοχή της τοξικής αρρενωπότητας με τις εθνικιστικές και μιλιταριστικές της παρακρούσεις. Δεν είναι τυχαίο που τόσοι αιώνες συστηματικής βίας, δημιουργούν αλλεπάλληλες εκφράσεις σεξιστικής επιβολής: στην επικοινωνία, στην επαφή, στον χώρο εργασίας, στον δημόσιο χώρο. Ο σεξισμός είναι η καθημερινή έκφραση της πατριαρχίας μέσα στις ζωές μας. Διότι στη διπολική αντίληψη εξουσιαστή-εξουσιαζόμενης βρίσκει έκφραση όλο το φάσμα της σεξιστικής βίας. Από τη χυδαιότητα στον λόγο, μέχρι τη σωματική παραβίαση, και από τον βιασμό μέχρι τον θάνατο. Το πιο τρομαχτικό βέβαια είναι ότι έχουμε σταδιακά οδηγηθεί στην κανονικοποίηση αυτής της κουλτούρας σεξισμού και, χωρίς να θέλουμε σε καμία περίπτωση να μειώσουμε τη σοβαρότητα και τραγικότητα των γυναικοκτονιών των μεταναστριών γυναικών και κοριτσιών, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου όπου κάτω από την επιφάνειά του αναδεικνύονται αλληλεπικαλυπτόμενοι κύκλοι έμφυλης βίας και μίσους που οι πατριαρχικές κοινωνίες επιβάλλουν στις γυναίκες τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα με τη μορφή της σωματικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής, οικονομικής, θεσμικής και συμβολικής τους υποταγής.

Ο αμετανόητος μισογύνης δολοφόνος, δεν είναι μια αποκρουστική παραφωνία μιας κατά τ’ άλλα φυσιολογικής κοινωνίας. Ο Νίκος Μεταξάς είναι σάρκα από την σάρκα της πατριαρχίας στην Κύπρο που βλέπει τα σώματα των μεταναστριών εργατριών ως προσωρινά, αναλώσιμα, χωρίς αξία.

Σήμερα εμείς στεκόμαστε αλληλέγγυες/οι δίπλα στις περιθωριοποιημένες κοινότητες μεταναστριών οικιακών εργατριών και στον αγώνα τους για ορατότητα και (κοινωνική) δικαιοσύνη. Αναγνωρίζουμε τα προνόμια που έχουμε στο να ακουστούν οι φωνές μας περισσότερο. Γι’ αυτό περπατάμε δίπλα-δίπλα και φωνάζουμε για να ξεσκεπάσουμε τις λειτουργίες και δομές της εξουσίας.

– Χρέος μας η δημιουργία συλλογικών, οριζόντιων δομών που θα ενδυναμώσουν ενάντια στο σεξισμό, την πατριαρχία, το ρατσισμό και τον εθνικισμό.

– Χρέος μας η επανοικειοποίηση του δημόσιου λόγου και χώρου με μηδενική ανοχή σε περιστατικά καθημερινού σεξισμού.




Συσπείρωση Ατάκτων

10 Μαίου 2019

Cypriot Consciousness

By Syspirosi Atakton

Note: The translation of the text was done in the framework of the documentary TONGUE –

Cypriot Consciousness

By Costis Achniotis
Within The Walls, Issue 35, September 1988

This text is my lecture for the event that our magazine has organized at Famagusta Gate. At the same event Mehmet Yiaşin spoke about the “Turkish Cypriot identity in literature”. We will publish Yiasin’s presentation in the next issue in which there will be a feature on Turkish Cypriots. We will also answer to some articles published in the newspapers about our event there.

Firstly, I clarify that I understand the definition of collective consciousness (and its contents) not as stable and unchangeable and of course I do not give it the dimension of a natural order. Collective consciousness just as any social concept is changeable and follows the shifting needs of of a society.

This changeability of course is not at all mechanic. The superstructure can drastically act on social evolution. For example the appearance of industries shapes the totality of workers that are possible to become carriers of labor consciousness. Labor consciousness is potentially common for all nations and can determine the totality of the workers of the world. Of course, this understanding is macroscopic. Other factors (individual consciousness) act and shape opposing subtotalities.

For the purpose of this text, I call Cypriot Consciousness, the consciousness of the Cypriot Independence. Therefore, its carrier is anyone who understands Cyprus and its people as an independent entity and strives as a consequence for the protection of the corresponding state institution, the Independent Cypriot State.

Of course the understanding of Cypriot Independence is basically a subject that has not been studied neither historically nor sociologically, nor politically, and this stands for both communities. And it is entirely natural as since the 50’s the consciousness for Enosis (Union with Greece[1]) and for taksim (separation[2]) were entirely dominant. Regardless of the acceptance of this so-called Independence in 1960, the governing teams of both communities were (or were acting like) for Enosis or for taksim. Therefore only this version of history was projected with its corresponding ideological response. It is indicative how misguiding history is in Greek-Cypriot schools.

So it is not easy to realise that CPC (Communist Party of Cyprus) took an anti-union stand. I will quote an excerpt:
“…CPC sees as its duty to protest by any means, firstly against local English government which due to its indifference contributes in the intensification of intercommunal hate between the citizens of Cyprus and secondly against the fraudulent leaders of this place which spoke and will speak in the name of the Cypriot people. DOWN WITH ENOSIS – LONG LIVE THE INDEPENDENCE OF CYPRUS – LONG LIVE THE PROLETARIATS OF THE WORLD (Neos Kosmos, 25.4.1925)

We see that the understanding for Independence was already in combination with the effort to escape bicommunal conflicts.

Of course there is no doubt that since then, up until the categorical acceptance of “Enosis and only Enosis” by AKEL after about 25 years of inaptitude, the folk sentiment of the Greek-Cypriot community was all the more oriented toward Greece. The Turkish-Cypriot minority seems to have lagged behind in terms of following the developments and eventually takes a position after EOKA’s struggle. When AKEL leaned toward Enosis, the Trotskyist Party of Cyprus (which was a small communist organisation) criticized them harshly, as they saw independence as a self-government of the oppressed classes, without mentioning the Turkish-Cypriot community.
I quote an excerpt:

May this year’s 1st of May find us on the frontlines of the struggle for the handing down of power to our people, for SELF-GOVERNMENT. The traitorous abandonment of the position for Self-government on the part of the stalinist leadership and the adoption of the position for Enosis should make us come to our senses. We ourselves must stop the poisoning by Enosis. We must make the ill-fated leaders of our laborer’s organisations get on the right track of serving workers’ benefits. If they deny, we should set them aside and keep moving forward in a new polemic, with class-awareness and decisive leadership for the struggle for the handing down of power to the workers and farmers. Enosis can provide us neither better working conditions nor better wages, nor can it ensure our social emancipation. It will merely exchange our chains. Nothing more, nothing less.

Move forward in the struggle for our emancipation. The struggle for our economic and political demands. The battle for the improvement of our working conditions and Social Security. For the creation of more jobs for the unemployed. For unemployment benefits. For the organisation and class awareness of all of the oppressed. For SELF-GOVERNMENT. For a Government of Workers – Farmers, that feels for the worker and protects the farmer. For the complete national and social liberation.”

In this text there is no mention of Turkish-Cypriots. But in the municipal elections the idea of proportionate representation of Turkish-Cypriots is projected from the candidates of this party and at the same time the request for Enosis is condemned in exchange for the request for Self-Government. The request for Enosis is considered a request which is entirely bourgeois (Ergatis, 15 May 1949).

The organisation of Trotskyists broke up and got dismantled soon after. One of the reasons is that a fraction of the members becomes for Enosis as one can witness through the conversational essays in it’s later editions.

We can see that briefly before the 50s, the Greek-Cypriot left tends to ambiguously want independence without always condemning Enosis and combines this demand with an intense worker’s politics (it is not by chance that the last labour struggles happened back then) and an understanding of danger that is included in a possible intercommunal conflict (and certainly other reasons such as geopolitical ones).

I do not know whether you, like myself, see that history actively justified the dears of the leftists of the era.

Whereas the Greek-Cypriot community votes for “Enosis and only Enosis” as one in 1950, and for the entire decade it leaves no space for anything else, I suppose that hidden within the bourgeois class exist thoughts for independence, because of course it cannot be by chance that Makarios gave that infamous interview in 1957 or that the national council of the time takes part, even in disagreement, in the negotiations in Zurich and London.

In making a report of the 50s, we can in summary say that the entire revolutionary force of the Cypriot people, Turkish Cypriot and Greek Cypriot, was wasted on marginalising the conscious participation of the working class, in order for an intercommunal conflict to be built and for neither self-government nor Enosis but for dependence to be given.

This is why Cypriot Consciousness is always a newborn consciousness. It has never overcome the stage of infancy. In consequence, its face is marked by the sorrow of profound old-age and the main sentiment that it can feel is the uncertain pain of existence. Cypriot Consciousness exists trampled under the feet of its adversaries who are caught in an infinite hand-to-hand battle. From the point of view of where it exists, on the ground, it sees them as enormous giants. Regardless of the constant trampling, the Cypriot Consciousness is saved by the fact that none of the giants is entirely dominant. Otherwise the Cypriot Consciousness would be lost.

The Cypriot Consciousness thinks itself weak. That’s why it plays possum, waiting for better days.

The Cypriot Consciousness is weak and humble. It knows it and doesn’t go to battle. It settles for cackling at the weakness of its far stronger adversaries who are nonetheless also too weak to impose their own order of things. In its ears the voices echo like empty words and fanfare.

Cypriot Consciousness has the arrogance of the marginals.


[1]. The dominant Greek Cypriot Discourse which called for union with Greece.

[2].  The dominant Greek Cypriot Discourse which called for complete separation of the two communities.

Ούτε κρατική, ούτε ιδιωτική — Δημόσια παιδεία, ελευθεριακή

By Syspirosi Atakton
Ø  Πόσα κιλά γλώσσας πουλήθηκαν σήμερα;
Ø  Πόσα κιβώτια μαθηματικών προωθήθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα;
Ø  Τι ποσοστό αύξησης φυσικής είχαμε αυτό τον μήνα;
Ø  Πόσες αιτήσεις ιστορίας διεκπεραιώνονται ανά τρίμηνο;
Ø  Πόσα γραμμάρια στήριξης στη μαθήτρια που βιώνει την απώλειας αγαπημένου  της προσώπου παραχωρήθηκαν τον τελευταίο χρόνο; 
           Οι προτάσεις αυτές στερούνται οποιασδήποτε λογικής και νοήματος, ωστόσο απηχούν ουσιαστικά –απλώς με λιγότερο εύηχη διατύπωση- ό,τι επιχειρείται να γίνει με την ποσοτικοποίηση της παιδείας, εισάγοντας «δείκτες» για να μπορεί η παιδεία να αντιμετωπίζεται σαν ένα οποιοδήποτε άλλο προϊόν.
         Τους τελευταίους μήνες, εξελίσσεται μια συντεταγμένη προσπάθεια επιβολής ενός «εξορθολογισμού» στον χώρο της παιδείας από ολόκληρο τον εξουσιαστικό μηχανισμό, ο οποίος έχει θέσει ως στόχο τη μείωση δαπανών και την κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, υποβαθμίζοντας ουσιαστικά ακόμα περισσότερο τη δημόσια εκπαίδευση.
          Αρχές Ιουλίου ο υπουργός παιδείας, πιστός στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», κάλεσε τις εκπαιδευτικές οργανώσεις σε διάλογο, όπου τους ανακοίνωσε τις αποφάσεις που έλαβε και επικυρώθηκαν από το υπουργικό συμβούλιο την μεθεπόμενη μέρα. Έκτοτε, και ιδίως μετά τη μεγάλη κινητοποίηση των εκπαιδευτικών στις 18 Ιουλίου, παρακολουθούμε τα αλλεπάλληλα καλέσματα του υπουργείου για συναίνεση στις αποφάσεις του τις οποίες βαφτίζει «συνέχιση του διαλόγου». 
          Οι αποφάσεις του υπουργείου είναι βασισμένες στην έκθεση του Γενικού Ελεγκτή, όπου για πρώτη φορά κατέστη δυνατό να μεταφερθεί η ευθύνη της κακοδιαχείρισης σε κάποιους άλλους πέρα από την πολιτική ηγεσία των υπουργείων. Δεν θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε συγκεκριμένες αποφάσεις του υπουργού ή πορίσματα του γενικού ελεγκτή -αυτό γίνεται άλλωστε από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς-, ωστόσο είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η έκθεση παρουσιάζει σημαντικές ανακρίβειες και στρεβλώσεις, ώστε να μπορέσει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μοναδικό πρόβλημα της παιδείας είναι οι εκπαιδευτικοί που δεν θέλουν να δουλέψουν. Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι εξαρχής στόχος ήταν να βρεθεί τρόπος να απαξιωθούν ο εκπαιδευτικοί και να χτυπηθεί η δημόσια παιδεία και όχι να διορθωθούν τα όποια προβλήματα υπάρχουν. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι ο γενικός ελεγκτής και οι λογιστές του ως επιμετρητές ποσοτήτων δεν γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της εκπαίδευσης, δεν ισχύει το ίδιο και για τον υπουργό και τους συμβούλους του, οι οποίοι έχουν περάσει από όλα τα στάδια της εκπαίδευσης, και έχουν φυσικά επωφεληθεί από τα «προνόμια» του συστήματος.
          Ο αυταρχισμός του υπουργού φάνηκε ήδη από τον τρόπο που αντιμετώπισε τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης (ΚΙΕ), οι οποίοι εργοδοτούνταν από το υπουργείο με εξευτελιστικούς όρους και διεκδικούσαν στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα. Ο υπουργός τότε είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι τυχόν αποδοχή των αιτημάτων των επισφαλώς εργαζομένων στα ΚΙΕ θα οδηγούσε κι άλλους εργαζόμενους σε αντίστοιχες διεκδικήσεις. Τελικά, και παρά το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί των ΚΙΕ λοιδορήθηκαν από τον υπουργό και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, κατέβηκαν σε απεργία στις 17 Απριλίου πετυχαίνοντας αποδοχή των διεκδικήσεών τους.
         Αρωγοί στις κυβερνητικές εντολές βρέθηκαν και άλλοι φορείς: Ο Αρχιεπίσκοπος/μεγαλοτσιφλικάς, χρησιμοποιώντας υβριστικούς χαρακτηρισμούς κατέκρινε τους εκπαιδευτικούς/δουλοπάροικους που τόλμησαν να βγουν στους δρόμους, αψηφώντας τις εντολές του υπουργού/επιστάτη του. Η ΟΕΒ επανέφερε το πάγιο αίτημά της για ποινικοποίηση της απεργίας, πράγμα αξιοσημείωτο δεδομένου ότι επιχειρηματίες ιδιωτικών εταιριών καταφέρονται ενάντια σε εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. Τέλος, οι εκπρόσωποι των οργανώσεων γονέων ζήτησανεπιτακτικά,μέσα στο κατακαλόκαιρο, να μην χαθούν ώρες μαθημάτων, ενώ επικρίνουν και όσους συλλόγους γονέων έβγαλαν ανακοινώσεις συμπαράστασης στους εκπαιδευτικούς, λειτουργώντας περισσότερο σαν οργανωμένοι οπαδοί/δικηγόροι του υπουργού παρά ως εκπρόσωποι γονέων που ενδιαφέρονται για την ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά τους. 
          Βλέπουμε λοιπόν, μια αυταρχική και θεοκρατική ηγεσία να απαιτεί τυφλή υποταγή σε αποφάσεις που βασίζονται σε μετρήσεις στείρων αριθμών από λογιστές με παρωπίδες, οι οποίοι αγνόησαν οποιανδήποτε παιδαγωγική ή άλλη παράμετρο, με οργανωμένους γονείς παρατρεχάμενους κι έτοιμους να υποστηρίξουν με σθένος τις όποιες προσταγές της εξουσίας, και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ να παπαγαλίζουν χιλιοειπωμένα (και αβάσιμα) επιχειρήματα σαν κακογραμμένη έκθεση ιδεών,θεωρώντας ότι απευθύνονται σε μια κοινή γνώμη χωρίς κανένα ίχνος κριτικής σκέψης. Ουσιαστικά, ολόκληρη η εξουσιαστική δομή, η οποία αναπαράγεται από το υπάρχον σχολικό σύστημα (και κατ’ επέκταση τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι- η αλήθεια είναι- ως οργανωμένο σώμα διαχρονικά επέδειξαν ελλιπή αλληλεγγύη προς άλλους εργαζομένους, ακόμα και στον ίδιο τους τον κλάδο, και δεν εξέφρασαν τόσο δυναμικά ποτέ αιτήματα που άπτονται εκπαιδευτικών θεμάτων, της κοσμικότητας, της παιδείας ειρήνης και συμφιλιώσης κ.λπ), στρέφεται τώρα εναντίον τους.
           Περνώντας στην ουσία του θέματος, υπάρχουν αρκετά προβλήματα στη δημόσια παιδεία, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντική για να αφήνεται στις ορέξεις του κάθε υπουργού και του κάθε παπά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνονται, ενώ οι δαπάνες (ποσοστιαίες, όχι απόλυτες) για την παιδεία είναι αρκετά υψηλές συγκριτικά με άλλες χώρες, οι επιδόσεις των μαθητών είναι πολύ κακές. Συνεπώς, αυτό που απαιτείται, ακόμα κι αν στηριζόμασταν αποκλειστικά σε αυτά τα στοιχεία, είναι η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης κι όχι η εντατικοποίησή της ούτεγια τους εκπαιδευτικούς ούτε και για τους μαθητές. Τα μέτρα που λαμβάνει το υπουργείο στην πραγματικότητα αφορούν την αύξηση των ωρών εργασίας των εκπαιδευτικών, γιατί δραστηριότητες όπως η προετοιμασία θεατρικής παράστασης ή ενός εργαστηρίου φυσικής θεωρούνται ως μη διδακτικές ώρες και βαφτίζονται πολύ βολικά ως «απαλλαγές από τον διδακτικό χρόνο». Με άλλα λόγια, όταν το υπουργείο ζητά κατάργηση αυτών των «απαλλαγών», γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν τις θεωρεί μέρος του έργου των εκπαιδευτικών αλλά τις ανάγει κιόλας σε προνόμια. Στο πλαίσιο της εντατικοποίησης της εκπαίδευσης εντάσσεται και η εισαγωγή εξετάσεων τετράμηνου στο λύκειο με την επακόλουθη συρρίκνωση του διδακτικού χρόνου και την πρόκληση επιπλέον άγχους σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Εύλογα λοιπόνδημιουργείται το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν κενά στις γνώσεις των μαθητών όταν το σχολείο μεταμορφώνεται σε εξεταστικό κέντρο.         
          Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τους μαθητές, εάν το ζητούμενο είναι η βελτίωση της ποιότητας γνώσεων που μεταφέρεται, τότε αυτό που απαιτείται είναι η αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας και η αναθεώρηση της ύλης έτσι ώστε να προάγει μια κοσμική και ανθρωπιστική παιδεία. Η εντατικοποίηση που επιχειρείται δεδομένου μάλιστα ότι το υπάρχον σύστημα ευνοεί την παπαγαλία και τη στείρα αποστήθιση (η οποία είναι πολύ πιο αποτελεσματική όταν είναι εξατομικευμένη σε ιδιαίτερα φροντιστήρια) μεταβάλλει σταδιακά τα δημόσια σχολεία σε απλούς χώρους στάθμευσης των παιδιών χωρίς κανένα παιδαγωγικό ρόλο. Οι μαθητές δεν έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν γνώσεις σε ένα περιβάλλον που ευνοεί τη μάθηση, δεν τους δίνεται η ευκαιρία να δουν κριτικά το μάθημα και να συμμετάσχουν ενεργητικά στη μαθησιακή διαδικασία, όπως επίσης και να αναπτύξουν ικανότητες που τους καθιστούν ενεργούς πολίτες κι όχι άβουλους αποδέχτες του συστήματος. Με άλλα λόγια, στόχος θα έπρεπε να είναι μια πιο ελευθεριακή εκπαίδευση, όπου ο μαθητής συμμετέχει και συνδέει μεταξύ τους τις επιμέρους γνώσεις που λαμβάνει, όπου για παράδειγμα η βιολογία δεν είναι άσχετη με την κοινωνιολογία και τα μαθηματικά δεν είναι ανεξάρτητα από την πολιτική. Επίσης, οι μαθητές δεν τυγχάνουν πάντα της κατάλληλης ψυχολογικής στήριξης από το σχολείο είτε γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν χρόνο για τόσους μαθητές ή την κατάλληλη κατάρτιση, είτε γιατί δεν στηρίζεται όσο θα έπρεπε ο θεσμός του ψυχολόγου στα σχολεία. Σε μια τέτοια κατάσταση, το «μη παραγωγικό» δημόσιο σχολείο θα είναι σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αν ο μαθητής δεν περιμένει να μάθει κάτι στο σχολείο και ο δάσκαλος δεν περιμένει να μεταδώσει γνώση, τότε προφανώς και θα είναι κακό το δημόσιο σχολείο.
          Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι η εργασία των εκπαιδευτικών έχει αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, οι οποίες παραγνωρίζονται –σκόπιμα- όταν γίνεται λόγος για τις ώρες εργασίας των εκπαιδευτικών. Η διδασκαλία αυτή καθ’ αυτή απαιτεί ένα αρκετά υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και προσπάθειας, ενώ οι ώρες που αφιερώνονται για προετοιμασία των μαθημάτων και διορθώματος είναι πολλαπλάσιες. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί ο χρόνος συναντήσεων με γονείς ή και με μαθητές για ψυχολογική στήριξη ή καθοδήγησή τους, όπως επίσης και ο χρόνος επιτήρησης των μαθητών τα διαλείμματα και η διοργάνωση εκδηλώσεων. Ταυτόχρονα, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσαρμόζουν συνεχώς τις μεθόδους διδασκαλίας σύμφωνα με τις ανάγκες των μαθητών και τις εκάστοτε μεταρρυθμίσεις στην παιδεία. Συνεπώς, εάν το ζητούμενο ήταν όντως η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, τότε τα μέτρα θα έπρεπε να προσανατολίζονταν, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας με μείωση του φόρτου εργασίας των εκπαιδευτικών, έτσι ώστε να μπορούν να κάνουνποιοτικότερο μάθημα και να έχουν και τον απαραίτητο χρόνο να μαθαίνουν και να εφαρμόζουν σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους.
          Η απαξίωση των εκπαιδευτικών δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να επιβάλει την κυριαρχία του ένας υπουργός πάνω σε συνδικαλιστές ή για να κάνει περικοπές μια κυβέρνηση χωρίς αντιστάσεις από την κοινωνία. Η απαξίωση είναι μέρος της υποβάθμισης της δημόσιας παιδείας που είναι βασικός στόχος της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, μίας πολιτικής η οποία επιζητά τη μείωση των κοινωνικών παροχών, αυξάνοντας τα κέρδη των λίγων και δημιουργώντας κρατικοδίαιτες ιδιωτικές επιχειρήσεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα η παραχώρηση της Συνεργατικής από το κράτος στην ιδιωτική «Ελληνική Τράπεζα»). Στην περίπτωση της παιδείας, προτάσεις όπως η περαιτέρω επιδότηση των ιδιωτικών σχολείων μέσω φοροαπαλλαγών για όσους στέλνουν τα παιδιά τους εκεί, όπως έχει εκφράσει ο πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματοςοδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι στοχευμένες προσπάθειες εδραιοποίησης της εκπαίδευσης πολλών ταχυτήτων, όπου η οικονομική κατάσταση των γονιών θα καθορίζει και την ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνει το κάθε παιδί.
          Γίνεται ξεκάθαρο πως αυτή τη στιγμή είμαστε στο μέσο μιας επίθεσης ενάντια στη δημόσια παιδεία και τα εργασιακά δικαιώματα. Για αυτό το λόγο στις 28 του Αυγούστου συμμετέχουμε στην πορεία που οργανώνουν οι εκπαιδευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις εκφράζοντας την αλληλεγγύη μας στους εκπαιδευτικούς, για την υπεράσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων και την προάσπιση της δημόσιας παιδείας. Αντιλαμβανόμαστε την παιδεία ως ένα αγαθό που είναι κοινό για όλους κι όλοι έχουμε λόγο και ρόλο σε αυτό. Δεν την βλέπουμε ως κάτι που ανήκει στο κράτος, άρα ως τσιφλίκι του κάθε υπουργού και του κάθε παπά, ούτε ως εμπόρευμα προς πώληση στα χέρια του κάθε κεφαλαιοκράτη. Για εμάς η παιδεία είναι κοινωνικό αγαθό και η πρόσβαση σε αυτή είναι δικαίωμα για όλους και όχι προνόμιο των λίγων. Για εμάς η παιδεία είναι μέσο διάπλασης των ανθρώπων ως κοινωνικών όντων και όχι εύπλαστη κατάρτιση τεχνικών ικανοτήτων για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Όραμά μας είναι μια ελευθεριακή και κοσμική παιδεία απαλλαγμένη από προκαταλήψεις, μισαλλοδοξία και εθνικισμό. 
Συσπείρωση Ατάκτων 
Αύγουστος 2018
Υ.Γ. Οι επιτυχημένες απεργίες των εκπαιδευτικών στα ΚΙΕ και της Συντεχνίας Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) στο Πανεπιστήμιο Κύπρου έδειξαν τον δρόμο!

Για τα Ψηλά Κτίρια και το Δικαίωμα στον Ουρανό

By Syspirosi Atakton
Το φεγγάρι κομμάτια κι ο ήλιος μισός, […]
Ποιος νόμος παρανόμως μου κρύβει το φως; […]
Δήμος Μούτσης- Δεν έχω μέσον!
Ο ουρανός αποτελεί το καινούργιο πεδίο μάχης. Η πολιτική και οικονομική ελίτ της Κύπρου, σε σύμπραξη με (κυρίως μαύρο) κεφάλαιο από το εξωτερικό δρα πλέον σε καινούργια επίπεδα. Με πρόφαση την επανεκκίνηση της οικονομίας λοιπόν, και με συνεχείς παρεκκλίσεις στους κανόνες τους οποίους οι ίδιοι έχουν θέσμοθετήσει στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, πλέον περιφράσσουν με χλιδάτα τείχη τις πόλεις μας, υλοποιώντας κυριολεκτικά την ιεραρχία μεταξύ αυτών και εμάς. Η μεταμόρφωση της πόλης είναι φυσικά συνειδητή επιλογή και όχι απλώς ευκαιρία ή συγκυρία. Στόχος είναι κάποιου είδους αόρατη περίφραξη – η πρόσβαση στην πόλη γίνεται όλο και πιο ελιτιστικη, έτσι ώστε η πλειοψηφία να μπορεί να εργάζεται σε αυτήν αλλά να μην μπορεί να ζήσει σε αυτή.Η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν έχει στόχο να αναλύσει εκτενώς την κατάσταση με τα ψηλά κτίρια, αφού θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο έχει ήδη γίνει από την ‘Πρωτοβουλία / Παρέμβαση για τα Ψηλά Κτίρια στη Λεμεσό’ [1]. Στόχος μας είναι να εισαγάγουμε μια διαφορετική διάσταση στη συζήτηση, συνδέοντας τον επεκτατισμό της συγκεκριμένης πολεοδομικής και οικονομικής πολιτικής με τις κοινωνικές του προεκτάσεις.
Ο χώρος, έχει καθοριστικό ρόλο στο πώς ένα σύστημα στην ολότητά του λειτουργεί και διαμορφώνει τις ζωές μας και τις σχέσεις μας. Ο καπιταλισμός ως μέρος αυτού του συστήματος, επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ο χώρος μεταμορφώνεται, πώς παράγεται και αναπαράγεται. Σε μια πόλη, η οικειοποίηση μιας δημόσιας πλατείας με στόχο την επέκταση ιδιωτικών επιχειρήσεων μέσω της τοποθέτησης τραπεζιών και καρέκλων, μπορεί να αλλάξει τον ρόλο και την αξία της πόλης στον άνθρωπο και τις σχέσεις του. Το ίδιο ισχύει και με την εμπορευματοποίηση της ακτογραμμής και την τοποθέτηση κρεβατιών και ομπρέλλων σε αυτές. 
Η περίπτωση της ανάπτυξης των ψηλών κτιρίων στη Λεμεσό, η οποία τους τελευταίους μήνες έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις, είναι άλλη μια (πιο έντονη) έκφανση του πώς ο καπιταλισμός επιδρά στον χώρο και τον μεταμορφώνει. Το θέμα δεν είναι τα ψηλά κτίρια αυτά καθεαυτά, αλλά ο σκοπός και οι ανάγκες τις οποίες αυτά τα κτίρια σκοπεύουν να καλύψουν. Τα ψηλά κτίρια αποτελούν τη νέα στρατηγική του Κυπριακού Κράτους για προσέλκυση επενδύσεων. Μέσω μια βίαιης και ταχείας αναπτυξιακής λογικής, οι κάτοικοι της πόλης, κυρίως οι επισφαλώς εργαζόμενοι και χαμηλόμισθοι, εκτοπίζονται, τα υφιστάμενα (διατηρητέα και μη) κτίρια κατεδαφίζονται για να πάρουν τη θέση τους πολυτελή κτίρια, στόχος των οποίων είναι η πώληση στα πλαίσια της πιο πρόσφατης ένδειξης του ρατσιστικού Κυπριακού Κράτους, γνωστή και ως “Υπηκοότητα μέσω Επένδυσης” (Citizenship by Investment). Καθώς αιτητές ασύλου κατασκηνώνουν έξω από το Προεδρικό και τα διάφορα Υπουργεία απαιτώντας την αναγνώριση τους, μέσω του σχεδίου για την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση επενδυτών στην Κύπρο, κάποιοι αποκτούν υπηκοότητα σε διάστημα δύο μηνών. Σύμφωνα με την συγκεκριμένη πολιτική, άτομο το οποία προβαίνει σε επενδύσεις “ύψους τουλάχιστον €2,0 εκ. για αγορά ή ανέγερση ακινήτων ή δημιουργία αναπτύξεων όπως οικιστικές ή εμπορικές αναπτύξεις, αναπτύξεις στον τουριστικό τομέα ή άλλα έργα υποδομής […] δύναται να αιτηθεί για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με κατ’ εξαίρεση Πολιτογράφηση” [2]. Η κοινωνία αποστερείται πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγαση από τη μια, και από την άλλη σε κοινά αγαθά τα οποία μέχρι τώρα θεωρούσε δεδομένα, όπως σε καθαρό αέρα, θέα στη θάλασσα, τον ήλιο, τον ουρανό. Έχουμε δηλαδή μια διαδικασία “συσσώρευσης μέσω αποστέρησης”[3].
Όπως έγραψε ο φιλόσοφος Ανρί Λεφέβρ στο βιβλίο του ‘Η Παραγωγή του Χώρου’, “οι χωρικές πρακτικές (η διαμόρφωση δηλαδή του χώρου και πώς αυτή υλοποιείται) είναι αυτές που έσωσαν τον καπιταλισμό από τον αφανισμό”. Η συνεχής οικειοποίηση και εμπορευματοποίηση του αστικού χώρου στα πολλαπλά του επίπεδα (τόσο οριζόντια, όσο και κάθετα) και η συρρίκνωση του Κοινού μας χώρου μας έχει διώξει από τις πλατείες μας, μας έχει καταστρέψει τις ακτογραμμές μας, μας έχεις κτίσει τα δάση μας. Τώρα προσπαθεί να μας κλέψει την θάλασσα, τον ήλιο και τον ουρανό μας.  
Η ίδια η λογική της ανάπτυξης πρέπει να αντικρουστεί. Έχουμε θέσει ξανά μπροστά το πρόταγμα της αποανάπτυξης, εννοώντας την αναδιανομή των φυσικών πόρων, αλλά και του χώρου στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ολιγάρκεια, εκούσια απλότητα και λιτή κατανάλωση. Στεκόμαστε αλληλέγγυ@ με όσ@ στέκονται εμπόδιο στην εντατικοποίηση, την αποξένωση, την οικειοποίηση και την εμπορευματοποίηση της κάθε έκφανσης των ζωών μας. Επαναδιεκδικούμε τις πόλεις μας από τους πολιτικούς και οικονομικούς ελίτ. Επαναδιεκδικούμε τη θάλασσα, τον ήλιο και τον ουρανό. 
Συσπείρωση Ατάκτων
28 Ιουνίου 2018
[3] Η διαδικασία της λεγόμενης “συσσώρευσης μέσω αποστέρησης” (accumulation by dispossession) έχει χρησιμοποιηθεί από τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ εννοώντας ένα είδος πλούτου διαρκούς πρωτογενούς συσσώρευσης στα χέρια των λίγων, μέσω αποστέρησης της γης, του πλούτου αλλά και των κοινών αγαθών από την κοινωνία. Ο ουρανός για εμάς έχει γίνει πλέον το καινούργιο εμπόρευμα σε αυτή τη διαδικασία. 


By Syspirosi Atakton




Ecopolis is a 3-day anti-commercial festival with no sponsors. All events will be free. This year’s festival schedule is as follows (more info soon):

25/07 – Talks, presentations, and discussions
26/07 – Art exhibitions and performances
27/07 – Concert

Donations help us maintain the festival’s independent and self-funded character, so they are more than welcome.

The city as the main field of social activity and action reflects the wider social environment. Ecopolis festival aims to reveal, challenge, and renegotiate the social tensions of everyday life in the streets, squares and benches of Nicosia. A city that is drowning in coffee shops, street-side tables and fashionable bars. The old city of Nicosia has changed face: from sub-developed historical center it has now fulfilled its potential as an ideal city-commodity, maintaining the advertisable image of the “last divided capital”, while the accelerated gentrification of the last years has constituted it as an urban jewel “clean” from social relations and situations that oppose commodity relations mediated by spectacle.

Skyscrapers for high-class apartments and businesses, pedestrian zones occupied by the tables of countless interchangeable shops, the lack of public benches, fences around Faneromeni church that get taller every year, sidewalks full of parked cars, sky-rocketing rents that become prohibitive for migrant residents –all a result of gentrification and the consumerist influx which followed, creating a city where the only acceptable social / political activity is consumption. Meanwhile, barbed wire, barrels and armies force us us to live our geographical and historic site as half, mediated by the symbols of hatred and tedious queues at the checkpoints to walk a distance of 100 meters.

For us, these are factors composing a challenging landscape of action, in which we intervene creatively by expressing and making proposals for societies organized outside hierarchical, capitalist and sexist mentalities and institutions, on the basis of self-organization, solidarity and companionship. The Ecopolis festival is being held this year for the first time by the Ecopolis working group on ecology and the city. Ecopolis festival aims to put forth the claim to the city as a Common, as a field of resistance to the social and environmental endeavors of neoliberalism. We want to create the conditions in which the city is experienced as a point of reference and socialization, action and experimentation, rather than as a polished real estate commodity bought and sold according to the laws of the market and current trends.


By Syspirosi Atakton


Το Οικοπόλις εν ένα τριήμερο αντιεμπορευματικό φεστιβάλ χωρίς χορηγούς. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη σε ούλλες τις εκδηλώσεις του φεστιβάλ.

Το φετινό πρόγραμμα είναι (παραπάνω πληροφορίες σύντομα):

25/07 – Παρουσιάσεις τζιαι συζητήσεις
26/07 – Καλλιτεχνικές εκθέσεις τζιαι παραστάσεις
27/07 – Συναυλία

Οι εισφορές εν ο κύριος παράγοντας που κρατά το φεστιβάλ ανεξάρτητο τζιαι αυτοχρηματοδοτούμενο, οπόταν είναι αυστηρά ευπρόσδεκτες.

Η πόλη ως το κατεξοχήν πεδίο κοινωνικής δραστηριότητας & δράσης αντικατοπτρίζει το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Το φεστιβάλ Οικοπόλις έσχει στόχο την ανάδειξη, αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση των κοινωνικών εντάσεων της καθημερινότητας μέστους δρόμους, τες πλατείες τζιαι τα παγκάκια τούντης πόλης. Mιας πόλης που πλέον πνίεται μες τα καφέ, τα τραπεζάκια, τζιαι τα μοδάτα μπαράκια. Η παλιά πόλη της Λευκωσίας άλλαξε φάτσα: που υπο-ανάπτυκτο ιστορικό κέντρο εκπληρώνει πλέον τη δυνατότητά της ως ιδανική πόλη-εμπόρευμα. Που τη μια διατηρώντας τη διαφημιστική εικόνα της “τελευταίας μοιρασμένης πρωτεύουσας,” τζιαι που την άλλη η ριζική ανάπλαση των τελευταίων χρόνων να την καθιστά ως βιτρίνα “καθαρή” που κοινωνικές σχέσεις τζιαι καταστάσεις που αντιτίθενται στις εμπορευματικές σχέσεις διαμεσολαβημένες που το θέαμα.

Ουρανοξύστες για high class διαμερίσματα τζιαι επιχειρήσεις, πεζόδρομοι κατηλημμένοι που τα τραπεζάκια των δεκάδων ομοιότυπων μαγαζιών, ελάχιστα παγκάκια, κάτζελα που χρόνο με το χρόνο ψηλώνουν στην εκκλησία της Φανερωμένης, πεζοδρόμια γεμάτα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ενοίκια που ανεβαίνουν τζιαι γίνουνται απαγορευτικά για μετανάστες κατοίκους – ούλλα κομμάτι της κοσμοσυρροής ως αποτέλεσμα του gentrification, δημιουργώντας μια πόλη όπου η μόνη αποδεκτή κοινωνική/πολιτική δραστηριότητα εν η κατανάλωση. Ταυτόχρονα, ττέλια, βαρέλλες τζιαι στρατοί αναγκάζουν μας να ζούμε το γεωγραφικό τζιαι ιστορικό μας χώρο ως μισό, διαμεσολαβημένο που τα συμβολα του μισους τζιαι τις κουραστικες αναμονες στα οδοφραγματα για να περπατησουμε μια αποσταση 100 μετρων.

Για εμάς τούτοι εν παράγοντες που συνθέτουν ένα προκλητικό τοπίο δράσης, στο οποίο παρεμβαίνουμε δημιουργικά εκφράζοντας τζιαι πραγματώνοντας προτάσεις για κοινωνίες οργανωμένες έξω που ιεραρχικούς, καπιταλιστικούς τζιαι σεξιστικούς θεσμούς τζιαι λογικές, στη βάση της αυτοοργάνωσης, της κοινωνικής αλληλεγγύης τζιαι της συντροφικότητας. Το φεστιβάλ Οικοπόλις διοργανώνεται φέτος για πρώτη φορά, που την ομώνυμη ομάδα εργασίας για την οικολογία τζιαι την πόλη. Έσχιει ως στόχο να βάλει κάτω το πρόταγμα της διεκδίκησης της πόλης ως ένα Κοινό, ως πεδίο αντίστασης στην κοινωνική τζιαι περιβαλλοντική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Θέλουμε να δημιουργήσουμε τες συνθήκες όπου η πόλη βιώνεται ως σημείο αναφοράς τζιαι κοινωνικοποίησης, δράσης τζιαι πειραματισμού, παρά ως γυαλιστερό real estate-εμπόρευμα που αγοράζεται τζιαι πουλιέται σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς τζιαι τις εκάστοτε μόδες.

Πέρα απ’ την κυρίαρχη ιδεολογία του οικονομισμού και της ανάπτυξης

By Syspirosi Atakton

Στις 15 Απριλίου συμμετέχουμε στην πορεία και συναυλία διαμαρτυρίας που διοργανώνεται από την Κίνηση Save Akamas / Save Cyprus για την προάσπιση της κοινής φυσικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Οι τελευταίες υποθέσεις υποβάθμισης του περιβάλλοντος και αλλοίωσης του τοπίου στις Θαλασσινές Σπηλιές της  Πέγειας  και στο Κάβο Γκρέκο αποτελούν απλά την αφορμή γι’ αυτήν τη διαμαρτυρία. Για εμάς, αυτές οι υποθέσεις αποτελούν τα πιο πρόσφατα παραδείγματα μίας συστηματικής πολιτικής καταστροφής του περιβάλλοντος και οικειοποίησης των οικολογικών μας κοινών.

Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά απλών «παραλείψεων» των αρμόδιων τμημάτων και υπηρεσιών (Περιβάλλοντος, Δασών, Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Θήρας και Πανίδας, Πολεοδομίας και Οικήσεως, Επαρχιακών Διοικήσεων, Δημοτικών και Κοινοτικών Συμβουλίων, κτλ.). Ούτε πρόκειται για μερικά «παραθυράκια» που εκμεταλλεύονται οι μεγάλες εταιρίες ανάπτυξης γης και οι ντιβέλοπερς. Αντίθετα, πρόκειται για μία πολύ συγκεκριμένη και μεθοδευμένη πολιτική, μέσω της οποίας οποιοιδήποτε νόμοι ή κανονισμοί που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και που δυνητικά στέκονται εμπόδιο στους κυβερνητικούς και επιχειρηματικούς σχεδιασμούς «ανάπτυξης» αγνοούνται. Όταν ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφερόταν σε «αξιοποίηση των περιοχών Natura 2000» στις προγραμματικές του δηλώσεις στην Βουλή των Αντιπροσώπων καθιστούσε σαφείς τις προθέσεις της άρχουσας τάξης για το τι θα ακολουθήσει. Μπορεί οι τελευταίες υποθέσεις να αποτελούσαν εξόφθαλμες παραβιάσεις ακόμα και των δικών τους νόμων, μάλλον λόγω της αλαζονείας που συνεπάγεται η διατήρηση της εξουσίας αμέσως μετά την επανεκλογή τους. Ωστόσο, όπως έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, υφίσταται μια συνεχής και συστηματική προσπάθεια αποδυνάμωσης και «χαλάρωσης» ακόμα και των πιο βασικών νομοθεσιών και οδηγιών προστασίας της φύσης και της άγριας ζωής. Αναμένουμε να συνεχιστεί η πολιτική που οδηγεί στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τον κατακερματισμό του τοπίου και την κατατστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς προς όφελος των ελίτ, η οποία θα επιδεινώνεται όσο εμείς, η κοινωνία, δεν αντιδρούμε σ’ αυτήν ακριβώς την πολιτική.
Για εμάς, η αντιπαράθεση αυτή δεν πρέπει να γίνεται μόνο σε νομικοτεχνικό επίπεδο, αλλά προπάντων σε ιδεολογικό. Για εμάς, δεν πρόκειται απλά και μόνο για απληστία εκ μέρους κάποιων εχόντων και προνομιούχων, αλλά για αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της λειτουργίας του συστήματος. Το ιδεολόγημα της «αέναης ανάπτυξης» και της συσσώρευσης πλούτου από την άρχουσα τάξη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του καπιταλιστικού συστήματος. Άλλωστε, ως ανάπτυξη νοείται ουσιαστικά η αύξηση των κερδών (της άρχουσας τάξης φυσικά) και σε αυτό το πλαίσιο οποιαδήποτε ενέργεια αυξάνει τα κέρδη τους θεωρείται θετική και επιθυμητή. Στη βάση της οικονομιστικής λογικής, λοιπόν, η καταστροφή ενός δάσους θεωρείται «ανάπτυξη», καθώς θα χρειαστούνε μηχανήματα και μισθωτοί για να κόψουν και να μεταφέρουν τα δέντρα, ενώ τα οικόπεδα που θα δημιουργηθούν θα επιφέρουν κέρδη στους εργολάβους που θα πουλήσουν επαύλεις στους έχοντες (πλέον με αντάλλαγμα την παραχώρηση της κυπριακής υπηκοότητας σε «στρατηγικούς επενδυτές», την ίδια ώρα που οικογένειες απάτριδων και προσφύγων αγωνίζονται να επιβιώσουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που καλούνται «κέντρα φιλοξενίας», χωρίς να έχουν καν πρόσβαση σε στοιχειώδεις υπηρεσίες πρόνοιας, υγείας και παιδείας). Η διαδικασία αυτή επιφέρει τεράστια κέρδη στις ελίτ και μερικά ψίχουλα στους μισθωτούς. Αντιθέτως, η διατήρηση του δάσους στην φυσική του κατάσταση, ασχέτως εάν αποτελεί πηγή ζωής για ολόκληρη την κοινωνία και βιότοπο για απειλούμενα είδη άγριας ζωής, δεν συνεισφέρει καθόλου στην ανάπτυξη μιας και δεν επιφέρει μετρήσιμα κέρδη. Αντίστοιχη αντιμετώπιση υπάρχει και εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, η οποία μετατρέπει το δημόσιο (δηλαδή κάτι που ανήκει σε όλες και όλους μας και συνεπώς είναι υποχρέωση όλων μας να το διαφυλάξουμε) σε κρατικό (δηλαδή κάτι που ανήκει στο κράτος –μία αόριστη έννοια– και κατ’ επέκταση αντιμετωπίζεται σαν κτήμα των εξουσιαστών που θεωρούνται οι διαχειριστές του στο πλαίσιο του κυρίαρχου φαντασιακού της ανάπτυξης). 
Μέσα από το πρίσμα του οικονομισμού και της ανάπτυξης που ευαγγελίζονται οι θιασώτες του, οι παράκτιες περιοχές αντιμετωπίζονται σαν ξενοδοχεία που δεν κτίστηκαν ακόμη, οι παραλίες σαν διαφεύγοντα κέρδη από ενοικιαζόμενα κρεβατάκια και μπαράκια, τα δάση σαν δυνητικοί κήποι επαύλεων και μελλοντικές εκτάσεις γηπέδων γκολφ, ενώ οι δημόσιοι χώροι στην πόλη σαν πάρκινγκ αυτοκινήτων και τραπεζάκια καφεστιατορίων. Σ’ έναν πεπερασμένο κόσμο, όμως, ο στόχος της αέναης ανάπτυξης και η συσσώρευση αγαθών στα χέρια των λίγων πραγματώνεται μόνο όταν γίνεται εις βάρος όλων των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας και μέσω της καταστροφής του περιβάλλοντος και της υφαρπαγής των φυσικών πόρων. Συνεπώς, η αποτελεσματική προάσπιση του περιβάλλοντος δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν αμφισβητηθεί η ίδια η λογική της ανάπτυξης και αν δεν αντιταχθούμε στις κοινωνικές ανισότητες που επιφέρει ο καπιταλισμός. Πόσο άραγε επιθυμητή είναι η δημιουργία πολυτελών ξενοδοχείων με δωμάτια να κοστίζουν την ημέρα όσο ο μηνιαίος μισθός της υπαλλήλου που το καθαρίζει; Πόσο επωφελής για τον τόπο μας είναι η δημιουργία γηπέδων γκολφ για την αναψυχή των λίγων τη στιγμή που το νερό που απαιτείται για την συντήρηση του τεχνητού γκαζόν γίνεται εις βάρος των διαθέσιμων υδάτινων πόρων που προορίζονται για την ύδρευση κοινοτήτων και άρδευση καλλιεργειών, δηλαδή για την επιβίωση όλων μας; 
Πρέπει να ξεφύγουμε από την ψευδαίσθηση ότι η ευημερία είναι συνυφασμένη με την κατανάλωση. Πρέπει να δημιουργήσουμε εναλλακτικές δομές κοινωνικής οργάνωσης, μέσω των οποίων η ποιότητα θα αξίζει περισσότερο από την ποσότητα, η συνεργασία θα επιβάλλεται στον ανταγωνισμό και η κοινωνική δικαιοσύνη θα θέτει στο περιθώριο τον οικονομισμό. Απέναντι στην αδηφάγα ανάπτυξη προτάσσουμε την αποανάπτυξη, δηλαδή, την αναδιανομή των φυσικών πόρων σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ολιγάρκεια, εκούσια απλότητα και λιτή κατανάλωση. Για μία εναλλακτική οικονομία βασισμένη στις κοινωνικές ανάγκες και στην αλληλεγγύη και όχι στον ανταγωνισμό και στην υφαρπαγή πόρων. Είναι χρέος μας να υπερασπιστούμε τον ελεύθερο χώρο και χρόνο από την εντατικοποίηση, την αποξένωση, την οικειοποίηση και την εμπορευματοποίηση. Είναι χρέος μας να επαναδιεκδικήσουμε τα κοινά, χωρίς να αναθέτουμε τη διαφύλαξη, διατήρηση και διαχείριση τους στις ελίτ της εξουσίας και του κεφαλαίου.
Αγώνας για τα Κοινά και την Αποανάπτυξη
Συσπείρωση Ατάκτων
Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Όταν κάποια άτομα εν πιο άξια να προστατευτούν ή να υπάρχουν που άλλα στην κυπριακή κοινωνία…

By Syspirosi Atakton

Μαθητικό σκίτσο για την Έλενα, από τον τοίχο του Βασίλη Καφαντάρη

Τες τελευταίες μέρες εγίναμε μάρτυρες μιας υπόθεσης που είδε τα φώτα της δημοσιότητας πολλά αργά. Μιαν υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ενός κοριτσιού, σήμερα 29 ετών, που τον ιερωμένο ανάδοχο γονιό της, το οποίο πριν που λλίες μέρες επέθανε κάτω που άγνωστα αίτια. Ξέρουμε καλά ότι τέθκοιες περιπτώσεις υπάρχουν, αλλά τζείνο που λείπει που την δημόσια σφαίρα εν η συζήτηση που αφορά στο πώς το σώμα ενός κοριτσιού ή μιας νεαρής γυναίκας μπαίνει σε μια διαλεκτική όπου στο τέλος της ιστορίας αμφισβητείται η αξία της ίδιας της της ύπαρξης. Είναι, λοιπόν, κάποια άτομα πιο άξια να προστατευτούν ή ακόμα τζαι να υπάρχουν που άλλα στην κυπριακή κοινωνία;

Μια πτυχή τούτης της υπόθεσης αφορά τον ρόλο τζαι τη στάση της ηγεσίας της εκκλησίας, που βέβαια έν προκαλούν έκπληξη. Η εκκλησιαστική ηγεσία, όπως εσυνέβηκε τζαι σε άλλες περιπτώσεις παιδοφιλίας από ιερωμένους που είδαν την δημοσιότητα στο παρελθόν στην Κύπρο -αλλά τζαι όπως είδαμε να συμβαίνει τζαι σε άλλες χώρες (π.χ με την καθολική εκκλησία)-, επιχείρησε, τούτα ούλλα τα χρόνια που την «απασχόλησε» η υπόθεση αλλά τζαι τωρά, να διατηρήσει την τάξη πραγμάτων, για να συνεχίζει ο ιερέας ναν ο φορέας της αλήθκειας, ακόμα τζαι όταν τούτος λειτουργεί εις βάρος της ψυχικής τζαι σωματικής υπόστασης των παιδιών. Τότε, η Ιερά Σύνοδος αθώωσε τον ιερέα -θύτη τζαι επανέφερε τον στα ιερατικά του καθήκοντα. Μάλιστα, όπως παρακολουθούμε στο βίντεο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, ο θύτης ιερωμένος, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, απευθύνθηκε στην θεία εξουσία για να τον στηρίξει τζαι ένας που τους επί γης αντιπροσώπους της επαρείχεν του δημόσια στήριξη. Σήμερα, όταν ανακινήθηκε το θέμα μετά τον θάνατο της Έλενας, παρακολουθούμε την αλληλοεπίρριψη ευθυνών μεταξύ αρχιεπισκόπου και μητροπολίτη Ταμασού συνεχίζοντας στην ουσία την προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών τους.

Μια άλλη πτυχή, τζαι τζείνη που μας αφορά παραπάνω, εν η τοπική κοινότητα τζαι τα σεξιστικά αντανακλαστικά της. Αφορμολοημένη που αντιλήψεις περί ηθικής τζαι γυναικείας σεξουαλικότητας, μέρος της τοπικής κοινότητας καταδικάζει την κακοποιημένη γυναίκα τζαι μετά τον θάνατο της, αρνούμενη ακόμα τζαι την δικαστική καταδίκη. Στην ρητορική που βλέπει την δημοσιότητα η τοπική στήριξη στον ιερωμένο αναφέρεται σε ανάρμοστη σεξουαλική συμπεριφορά της νεαρής γυναίκας, για να στηρίξει το στήσιμο μιας υπόθεσης ότι τάχα η όλη δικαστική διαδικασία ήταν μια σκευωρία τζαι ότι ένα δεκάχρονο κορίτσι τζαι αργότερα μια νεαρή γυναίκα, που υποβλήθηκε σε επίπονες δικαστικές διαδικασίες, είσσιεν ως κίνητρο τον διασυρμό ενός «άγιου» ανθρώπου. Μια ρητορική που εν αρκετά κοινή σε τέθκοιες περιπτώσεις που την πλευρά του θύτη, πλην όμως βρίσκει στήριξη στο εύφορο έδαφος του εγκληματικού μισογυνισμού της κοινότητας, απόρροια τζαι της πατριαρχίας που χαρακτηρίζει ευρύτερα την κυπριακή κοινωνία. Η σεξουαλικότητα της νεαρής κοπέλας χρησιμοποιείται όι μόνο ως δικαιολογία για τον εξευτελισμό της, αλλά τζαι σαν μια ένδειξη ότι, επειδή εν λερωμένη, εν μια ζωή που έν αξίζει σημασίας ίσως ακόμα τζαι ύπαρξης γενικότερα. Η μικρή κοινωνία ενός χωρκού της Κύπρου ξερνά εγκληματικό σεξισμό που δημιουργεί τες προϋποθέσεις όι μόνο της συγκεκριμένης κακοποίησης, αλλά τζαι άλλων μεταγενέστερων κακοποιήσεων τζαι θυματοποίησης.

Ταυτόχρονα, τζείνο που πρέπει να μας απασχολήσει πιο πολλά που την εκκλησσιά, εν η εγκληματική στάση του κράτους τζαι των θεσμών του. Το αίμα της νεαρής κοπέλας έλουσε τζαι τα σιέρκα του κράτους. Αν τζαι έξερε, ταυτιζόμενο με την εκκλησία τζαι την κοινότητα, υποκινούμενο που την πατριαρχία τζαι τον μισογυνισμό τζαι εγκλωβισμένο μέσα στην αδιέξοδη εξάρτηση του που την εκκλησσιά, αμέλησε την προστασία της τζαι εκαθόρισε με την αδιάφορη αδράνεια του τες προϋποθέσεις για τον θάνατο της. Το κράτος τζαι οι υπηρεσίες του, που ετοποθετήσαν τούτην την κοπέλα όταν ήταν παιδί σε ανάδοχη οικογένεια λόγω ακατάλληλων συνθηκών στην βιολογική της οικογένεια, αντιμετωπίσαν την σαν μιας άλλης κατηγορίας άνθρωπο. Εάν ένα παιδί 10 χρονών που κακοποιήθηκε αγνοείται με τούντον τρόπο που τες υπηρεσίες ευημερίας, αντιλαμβανόμαστε (όπως πολύ πιθανό τζαι η ίδια η κοπέλα) ότι για το κράτος η ζωή της εν λιόττερο αξιοβίωτη. Στην συνέχεια, όταν ήταν πλέον ενήλικας τζαι αποφάσισε να προχωρήσει σε καταγγελία, όσο τζαι να κατάφερε να στοιχειοθετήσει την ποινική υπόθεση, ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας εστράφηκε εναντίον της, θυματοποιώντας την ξανά.Τότε οι υπηρεσίες του κράτους ήταν πάλε απούσες για να την προστατέψουν τζαι να την στηρίξουν, όπως τζαι πιο μετά, όταν πλέον είσσιεν περάσει που πολλές διαδικασίες ανακρίσεων τζαι επανεξετάσεων στο δικαστήριο για να καταδικαστεί ο θύτης, τζαι η εκκλησία αθώωσεν τον τζαι τζείνος επέστρεψε στα ιερά του καθήκοντα.

Η κοινωνία μας έννεν μόνο μια βαθκιά πατριαρχική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η σχέση εξουσίας εκκλησίας τζαι κράτους πάνω στις ζωές μας. Τούτη η σχέση εκφράστηκε στη ζωή της Έλενας σαν ένας επαναλαμβανόμενος βιασμός. Χρειάζεται να δοθούν αγώνες για να ανατραπεί τούτη η καταπιεστική για μας συνθήκη. Χρειάζεται να δοθούν αγώνες για να διεκδικήσουμε τζαι να κερδίσουμε χώρο, για να ακούεται ο λόγος τζαι η φωνή των γυναικών που βιώνουν βία. Έν ανεχούμαστε μια κοινωνία τζαι ένα κράτος που υπερασπίζεται τους βιαστές, την πατριαρχία, τον μισογυνισμό τζαι εγκληματεί εις βάρος των γυναικών, λες τζαι τα σώματα, οι ζωές τζαι οι φωνές τους μετρούν λλιόττερο. Οι ευθύνες ούλλων εν εγκληματικές. Έν θέλουμε άλλα τέθκοια περιστατικά ξανά. Κανεί πκιον.

Συσπείρωση Ατάκτων, 31/3/2018

Αλληλεγγύη στην Libertaria, Τσακίζουμε τον Φασισμό

By siata

Στην Ελλάδα, με αφορμή τις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν για το Μακεδονικό, εθνικιστικές/φασιστικές ομάδες βρήκαν ξανά την ευκαιρία να συσπειρωθούν και να σπείρουν την μισαλλοδοξία τους στην ελληνική κοινωνία, έχοντας και αυτή την φορά βοήθεια από την πλειοψηφία των συστημικών ΜΜΕ. Την Κυριακή 21 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε από τους πιο πάνω κύκλους στην Θεσσαλονίκη, μεγάλο συλλαλητήριο με στόχο την αποτροπή κάποιας τυχόν συμφωνίας για το θέμα του ονόματος. Το εθνικιστικό συλλαλητήριο, πέραν της απόπειρας αναβίωσης των ακραίων εθνικιστικών εξάρσεων της δεκαετίας του 90 λειτούργησε ως κάλυψη σε ομάδες για να επιτεθούν σε νησίδες ελευθερίας της πόλης, όπως η κατάληψη Libertaria και ο ελεύθερος κοινωνικός χώρος σχολείο, καταφέρνοντας μάλιστα να κάψουν ολοκληρωτικά το κτίριο της κατάληψης. Και σε αυτή την περίπτωση φάνηκε ότι ο εσωτερικός εχθρός που με τόσο πάθος αναζητούν οι κύκλοι του εθνικισμού δεν είναι είναι άλλος από τον ταξικό αντίπαλο των ελίτ, είναι οι δυνάμεις που μάχονται για κοινωνική δικαιοσύνη και ελευθερία.

Καθώς ξεθωριάζει το όνειρο της προσδοκώμενης οικονομικής ανάπτυξης η οποία θα έφερνε την ευημερία στους λαούς, και τα κράτη των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου βλέπουν τα σχέδια τους για περιφερειακή οικονομική κυριαρχία να καταρρέουν, αρχίζει να φαίνεται ξεκάθαρα και το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού, αυτό της στυγνής εκμετάλλευσης των ανθρώπων και της φύσης προς όφελος μίας ελίτ. Σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον και καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αυξάνουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στην κυριαρχία και αμφισβητούν έμπρακτα την ηγεμονία του οικονομισμού οι άρχουσες τάξεις καταφεύγουν στο αποτελεσματικότερο εργαλείο που τους ανέδειξε και ισχυροποίησε τους τελευταίους αιώνες, τον εθνικισμό. Έτσι, δημιουργείται ένα κλίμα έντασης στην περιοχή, είτε μέσω στρατιωτικής επίδειξης ισχύος είτε μέσω δηλώσεων, το οποίο έχει ως κύριο στόχο την ενθάρρυνση του εγχώριου εθνικισμού. Άλλωστε, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του εθνικισμού είναι ότι αναπαράγεται τροφοδοτώντας τον εθνικισμό του «αντιπάλου».

Στην δική μας βραχονησίδα, όπου βιώνουμε τα αποτελέσματα των εθνικισμών καθημερινά, η πρόσφατη μεγέθυνση του εθνικισμού εκδηλώνεται μέσα από την εδραίωση των φασιστών του ΕΛΑΜ στην δημόσια σφαίρα, οι οποίοι έμμεσα και άμεσα υποστηρίζονται από την Εκκλησία της Κύπρου. Ακολουθώντας το παράδειγμα της «Μητέρας Πατρίδας», οι ελληνοκύπριοι εθνικιστές διοργάνωσαν –υπο τον μανδύα οπαδών- εκδήλωση για την ελληνικότητα της Mακεδονίας συνδέοντας την με την “ελληνικότητα της Κύπρου”. Οι τυχοδιωκτισμοί της ε/κ αστικής τάξης για (προεκλογική) εξόρυξη υδρογονανθράκων και οι επιδιώξεις του τουρκικού κράτους να λειτουργεί ως νταβατζής στην περιοχή, με τις επακόλουθες εντάσεις έχουν οδηγήσει στο να εμφανίζεται και ανοιχτά η διχοτόμηση σαν ενδεχόμενο λύσης, εξυπηρετώντας τις επιδιώξεις των εθνικιστών είτε αυτές είναι φανερές (για τους τ/κ) είτε κρυφές (για τους ε/κ). Στην αντίπερα πλευρά του συρματοπλέγματος, πριν από λίγο καιρό εθνικιστές επιτέθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας Afrika και σε συνδυασμό με την επίθεση κατά της Τουρκοκύπριας βουλευτή Doğuş Derya προκάλεσαν τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων, που κατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους υπό καταρρακτώδη βροχή για να διαδηλώσουν ενάντια στον φασισμό.

Για τους λαούς των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου, των οποίων η πρόσφατη ιστορία έχει διαμορφωθεί από τους συγκρουόμενους εθνικισμούς και τα δεινά που έχουν επιφέρει, οι τελευταίοι εθνικιστικοί παροξυσμοί δεν πρέπει να μείνουν αναπάντητοι και δεν πρέπει να αφεθούν να δηλητηριάσουν για ακόμα μία φορά την περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η διεθνιστική αντιφασιστική πορεία στην Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου είναι πολύ σημαντική για την ανάδειξη της αλληλεγγύης των λαών.

Και εδώ στην Κύπρο όμως δεν πρέπει να παρακολουθούμε τις εξελίξεις παθητικά. Τώρα που οι εθνικισμοί οξύνονται είναι που πρέπει να βρεθούμε ξανά στους δρόμους με όλες τις δυνάμεις που αγωνίζονται για επανένωση. Για εμάς εδώ είναι ξεκάθαρο ότι ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό είναι και αγώνας για την επανένωση της Κύπρου, όπως και το αντίθετο, ο αγώνας για επανένωση είναι αγώνας ενάντια στον εθνικισμό.



[Beyond Europe] We won’t accept anything less!

By siata

Short-statement on the gathering of Beyond Europe – Antiauthoritarian Platform Against Capitalism in Nicosia (Cyprus) from the second to the fourth of March 2018

Last weekend antiauthoritarian groups from all over Europe came together in the divided town of Nicosia on the Island of Cyprus, located in the eastern corner of the Mediterranean Sea. Some of us hadn’t seen each other since the riotous nights of the G20 summit in Hamburg in July of last year, while many met for the first time. In 2013, when the platform Beyond Europe was formed, we were riding a wave of emancipatory unrest all over Europe, the United States of America and Northern Africa. This unrest was reacting to the economic crisis of 2008 and how it was handled politically. Today we are facing a different beast. It has risen out of the crackdown of this wave of unrest by the cooperation of neoliberal and authoritarian regimes. What we find as a result of the normalisation of the crisis through the policing of the social and militarization of the police-force is this: A massive resurgence of nationalism and populism in their many intersections with the various guises of authoritarianism and patriarchy. Going back to the recipes of the past, their promise is the promise of an easy solution. Politicians of all colors keep telling us that what separates us are the irreconcilable ‘natures’ of our ethnicities, nationalities, identity cards and genders, of our belonging. But if three days of discussions with fifty people from five countries and eleven cities has proven one thing, it is that this is a lie.

Under global capitalism, more connects us than it separates us. The culturalisation and naturalisation of bourgeois politics and capitalist economy does not solve one single contradiction arising from them. It simply displaces and externalises them. In this way it hinders progressive politics. Its discursive and material prominence is a danger for the safety and livelihood of everything different. The changed situation thus demands of us to take critical stock of our previous attempts. We are still few, weak and isolated. Our own reproduction often depends on the system and the mechanisms we seek to overcome. And we struggle to make our different histories as movements and the circumstances under which they were formed productive. But in a world divided by borders and classes, brutalized and depraved, we are far more surprised by how much common ground there is among us – how similar our desires for a different world are, and how careful we sometimes can be with each other. In several working groups this weekend – on labour and digitalisation, eco-social-struggles, feminist politics, the authoritarian formation and the rise of new fascisms – it became clear that our answer cannot be retreating into a position of self-defense. Even though they were won only by and after hard-fought battles of social movements, liberal rights or the social-democratic welfare state would not be able to counter Nationalism and Capitals even if they were tenable in the current situation. Nationalism and Capitalism are implicated in liberalism and social democracy, managing their on-going proceedings and enacting their exclusions. Instead, we need to expand and proliferate our struggles over the collective self-organisation of our lives: In the household and the neighborhood, the factory, the call-center, cyberspace, on the school-yard or the lecture hall, the fruit plantation, the coal mine or the hospital. The social and democratic experiment of Rojava, erected and defended admit the horrors of the Syrian war, surely is one example. The movement of #blacklivesmatter is another.

Together we will have to figure out what is to be done with so many issues and only very limited resources on our hands. This will take some time and we warmly invite you to join the discussion. This much is clear: It is only together that we can overcome the obstacles erected between us and the construction of a better life – be it the exploitation of our work, of our life or of our environment for the sake of profit and power. Whatever its form, Capitalism will continue to produce misery, surplus populations, war and the destruction of the Earth. So antiauthoritarian politics will have to change, but our goal remains the same: To move beyond state, nation and capital, be it in their national or supernational European incarnations. We won’t accept anything less. – Beyond Europe, Nicosia, 4.3.2018.

[Beyond Europe] Going for the revolutionary 8th of March!

By siata

On this 8th of March, Beyond Europe takes an antiauthoritarian, anti-capitalist and anti-nationalist stance in the feminist struggles. This means that we are moving beyond traditional borders and radicalizing hegemonic narratives. The traditional approaches that link patriarchy either only to the state or capitalism need to be overridden so that they can be considered antiauthoritarian.

By drawing attention to the facts that patriarchy is the oldest system of oppression but also has the ability to move beyond borders and norms, we call upon its authoritarian structure.

Let’s fight authority on all its levels: from the local to the transnational. Join us in solidarity by supporting your local groups which strive for feminist demands.

We, as Beyond Europe, gathered today outside the Archibishop´s  Palace in solidarity of feminist struggles. Particularly, we aim to support the demands for reproductive justice in Cyprus, since abortion is still illegal. There are currently initiatives for decriminalizing abortion in the law and Church of Cyprus is one of the forces who are actively against abortion as well as other political and wider eco-social struggles.

Here you can find the petition that gathers signatures for supporting the decriminalization of abortion in Cyprus:

Here’s the link for the initiative:


Reproductive justice, the right to abortion, and the case of south Cyprus 

By Syspirosi Atakton

by Sispirosi Atakton
December 2017

Over the long view of history, the reproductive rights debate has given rise to a vast number of conflicts as a result of an ever-expanding state, in which edicts of the church are often enshrined in law, and a gradual process of full politicization of the womb as a public space subject to legal and social regulation. These conflicts occurred both in the 19th and 20th centuries when many countries criminalized and recriminalized abortions (there were some exceptions as the fascist regimes in Germany and Austria adapted abortion restriction to eugenics and pro-natalist goals, while in Catalonia, Spain, abortion laws were briefly liberalized in the 1930s, but any efforts to implement reforms were squashed by the victory of the fascist Franco regime), and again in the late 20th century when many countries reformed and liberalized their abortion laws, after a heightened debate on the issue, leading to legislative change and partial decriminalization (1960s-1980s).

It is essential that every person has control over their body, and the ability to make informed decisions regarding their sexual and reproductive health, such as for example if and how many children one will have. Every woman, or person of any gender which might get pregnant (such as trans men, non-binary, agender people, etc.), must have the access and right to opt for abortion services, regardless of their reasons for wanting to terminate the pregnancy. This right to control our bodies is indispensable in the struggles for liberation and social justice, as nobody should be forcefully assigned the role of a child-bearing reproductive machine.

In our discussion it is crucial to think of abortion as just one of the issues of reproductive justice, which expands the pro-choice agenda to incorporate a wider array of economic, social and political issues affecting women’s power to decide about their bodily autonomy, reproduction and well-being. Legal abortions are meaningless if those who want them can’t afford them, and this framework allows to see the inequalities in women’s control over reproduction. Besides, middle and upper class women, with privileged access to relevant information, have always had access to abortion, by making use of the loopholes in the existing law, or by travelling to countries where abortion was/is legal. Working class women, on the other hand, not trained to argue with the authorities and/or could not pay for a doctor’s (legal or illegal) help, were the ones who have always been at risk. Thus, we can conceptualize a struggle not only for the right to choose, but for the social, political and economic conditions necessary to exercise that right. It entails a movement oriented approach, in addition to demands for safeguarding reproductive rights and accessible reproductive health services.

The acknowledgement of reproductive work as unpaid labor in the 60s made it possible to redefine the domestic or private sphere as an anti-capitalist site of struggle. In this sense, strict restrictions on abortion can be interpreted as an attempt to control the labor-supply, and deviations from the form of the procreative, heteronormative family and gender roles as resistance to this mechanism [1]. Radical and liberal feminists often disagreed about the demands the women’s movement should have, with the former arguing amongst others for free abortion on demand, free child-care and equal pay, while the latter were mainly concerned with the legal right to abortion and equal employment opportunities. The radical feminist agenda included practices such as consciousness raising and setting up self-help clinics and women’s shelters; discourses centered on liberation and sexual difference (rather than equality); and a political stance to which abortion and, more generally, the reclaiming of the sexed body, was central. Those were considered moments of deep feminist challenge to the dominant patriarchal culture and the state. Those creating policy and articulating hegemonic cultural norms responded (to a greater or lesser extent) to feminist threats to the status quo, and engaged in processes of negotiation and transformation [2].

It seems that with the demise of the radical feminist movements of the 70s which expressed an unapologetic stance for abortions, and the co-optation of women in legal debates over the matter, a shift occurred towards a defensive and prevention based stance. The focus has shifted from reproductive autonomy and self-determination to issues of sex education and contraception methods, with abortion framed as an avoidable last resort. In this way, regardless of how useful and necessary sex education and the availability of contraceptives might be, abortion is kept secret, shameful and regrettable, and the liberating potential of choice is surrounded by feelings of shame and guilt. It seems that the new, gendered language that was developed along the radical feminist movement with which to speak of one’s body, one’s sexuality, one’s pain and alienation faded away.  Despite the efforts of radical feminist movements to center the debate on abortions around women’s self-determination, linking thus abortion to men’s assumed responsibility for controlling and monitoring women’s sexuality and reproduction, in most countries the initial debate is framed around the unborn fetus, doctors’ rights, or the state’s response to rising illegal abortions. It is important to bring back the unapologetic demand for abortions and the repeal (what has been called the decriminalization of abortion without limitation), not reform, of abortion laws into current struggles, as modernization of abortion laws does no justice to women, who are still denied agency.

It seems that a woman’s desire to end a pregnancy is not enough in itself, for it has to be approved first by a “respectable” authority figure, be it her husband, her father, her family, her community, her nation. Denying women the right to end a pregnancy is like denying them the right to own their bodies, which, in turn, results in women’s infantilization, which is all about rendering them incapable of making an independent decision. Historically, and ontologically, women and the feminine were strictly associated with the passion of the body; a body which was simply considered, by the Cartesian/humanist philosophical canon, to be inert and passive, silent and inferior, part of an unchangeable nature. On the contrary, the so-called superiority of the logos of the mind was associated with men and the masculine. Consciousness, rationality, intelligence, selfhood and subjecthood were synonyms of the masculine, and men were identified with the thinking subject and, by extension, with the universal [3]. There was no place for women’s voices to be heard, while their right to (own) a self was forbidden. They were supposed to live for others and their bodies were considered property of the autonomous (male) subject, as he was the one making all the decisions –nationally, institutionally, domestically– on her behalf. In a word, women were denied their existential freedom [4]; they were denied their status as thinking subjects, who could make decisions for their own bodies and choose between having a baby or not. This discourse is extremely important to the extent that it somehow sets the frame to understand better the arguments, claims, and struggles of the pro-abortion/pro-choice movement.

In other words, despite the fact that abortions are performed on women’s bodies, policymakers have often framed it in other terms –doctors’ rights, fetal rights, law enforcement, morality, religion, progressivism, family planning, eugenics– rather than discussing women’s choice, health, autonomy, agency, or sexuality. The dominant framework of the issue when abortion first arrived on the public agenda, was either the status of the unborn fetus (e.g. Great Britain, the Netherlands, Spain, Belgium), or doctors’ rights (e.g. France, Canada, USA), or state’s integrity in the face of rising rates of illegal abortions (e.g. Germany, Italy) [5]. The debate about how abortion policy could strengthen women’s autonomy was completely absent. Once again, women were not the talking subject, but rather a silent participant in a malestream debate, whose decisions were to determine the future of her own body. The political semiotics of representation play a crucial role here as, in this case, the object of representation (the fetus), permanently speechless, becomes the representative’s (patriarchal institutions) wet dreams because it can be easily naturalized and disengaged from the discursive realm. Women who want abortion simply vanish or become the enemy because they have opposing “interests”. The only actor left whose voice can be heard is the one who represents and is traditionally related to the hegemonic masculinity mostly articulated in juridical and medical discourses [6]. For this reason, concepts such as self-determination and agency are really important for the abortion debate because they put women, as subjects who are not afraid to speak their truth, back at the center of the way we talk about abortion.

However, relying solely on politics of ‘choice’ and ‘rights’ obscures the presence of other factors affecting the person’s choice over an abortion, such as access to subsidized care and job security [7]. Framing abortion and parenthood as an exclusively private issue suffers from an insensitivity to the way the private/public dichotomy fails communities whose social, political and economic realities are incompatible with this distinction. For example, migrant women’s paid labor is often domestic labor, and child-rearing is often intertwined with interpersonal relations and bonds of solidarity and cooperation for the overall well-being of the community, even in individualistic societies. When systemic inequalities result in the material conditions which determine the necessity of an abortion, defending only the right to choose is inadequate. Such a narrow-focused approach leaves unchallenged the fact that even if accessible abortions permit greater women’s access into the workforce, thus challenging the subordination of women in the private sphere, the burden of unpaid reproductive and domestic work remains disproportionately on them. In cases where abortion was legalized, legalization alone proved useless in claiming the resources women need to maintain control over their bodies and lives. While mainstream feminist movements made sure that women could have access to male-dominated workplaces, they abandoned reproductive work and the domestic sphere as a site of struggle. Terms like autonomy, empowerment and choice, historically employed by the feminist movements to raise consciousness, have been deployed by media and the state to promote the ideal of an active, individually responsible working and consuming female citizen. This promoted ideal does not suffice to challenge the exploitative relations of the capitalist mode of production and reproduction, and has accelerated the undoing of the radical women’s movements.

Additionally, focusing only on modernizing abortion laws, neglects the way age, class and ability influence one’s reproductive health priorities, and how under neoliberal restructuring of economies, the cost of the relevant reproductive health services is falling on the individuals. At the same time, women are more visible to governmental agencies, through the required medical intervention in abortions, giving birth, postnatal care, menopausal issues, breast-cancer checks, etc [8]. Reproductive capacity is monitored and medically controlled throughout a woman’s life. Even in countries where abortions are more readily accessible, women who want to undergo sterilization, the most permanent of contraceptive methods, are often forced to lie about their reasons and denied the agency in taking decisions affecting their bodies. Whereas the right to voluntary motherhood has become more accepted, the denial of a woman to procreate is often dismissed as an immature and immoral choice.

Upon impregnation, the person is stripped off their bodily autonomy, and anyone who wants to have an abortion must face the consequences of confronting not only medical authorities and their policies, but also the defenders of the procreative role assigned to women by capitalism and the nation-state. The latter insist on the patriotic mobilization of mothers against imagined demographic threats, either from minorities within the Republic of Cyprus, or by “Turkish settlers” in the north [9]. Lower birth rate, a phenomenon frequently associated with accessible abortions, is wrapped in nationalistic rhetoric and presented as a problem by government officials. The role of motherhood has been elevated over the past century to mother-of-the-nation, a heroic figure responsible for protecting traditional morals and producing the future defenders of the country’s national interests, as well as the younger sector of the workforce that would strive for the country’s economic recovery and growth. Future dehellenization and lack of local labor supply are expressed as the second most important problem after the Cypriot issue by conservatives and the right-wing, or even as an integral aspect of it [10]. This is not to say that everyone against abortions falls in these categories. As long as the debate over when human personhood begins remains open, some of the opposition might also be rooted in liberal defense of individual liberties. What we can conclude from this however, is that it would be a contradiction for the state to offer free accessible abortions. Defending abortions and reproductive justice requires to overcome the pervasive nationalistic rhetoric and militarist attitudes in society.
In October 2017, there was an arrest and 5-day detention of a woman and her doctor for an abortion, which is a criminal offence according to current laws, after a complaint filed by her partner, who was unaware of the event [11].

The Criminal Code of Cyprus (sections 167-169 and 169A), as amended in 1986 (Law No. 186), permits abortion if two medical practitioners are of the opinion that continuance of the pregnancy would endanger the life of the pregnant woman, or that physical, mental or psychological injury would be suffered by her or by any existing child she may have, greater than if the pregnancy were terminated, or that there is a substantial risk that if the child were born it would suffer from such serious physical or psychological abnormalities causing severe disabilities.  The Criminal Code also permits abortion following certification by the competent police authority, confirmed by medical certification whenever possible, that the pregnancy resulted from rape and under circumstances in which the pregnancy, if not terminated would seriously jeopardize the social status of the woman or of her family.  Although the Code does not specifically address socio-economic grounds other than as a factor in the criminal indication for abortion, in practice, “mental and psychological injury” is generally interpreted as including socio-economic grounds.  The Code was first liberalized in 1974, when provisions permitting abortions only on therapeutic grounds were replaced. Prior to the liberalization of abortion laws in Cyprus, laws were not strictly enforced.  Abortion could be obtained in private clinics. Most abortion clients were married women with multiple births or young unmarried women.

Any person performing an unlawful abortion is liable to seven years’ imprisonment.  A woman inducing her own abortion is liable to the same punishment.  Any person unlawfully supplying or procuring anything knowing that it is unlawfully intended to be used to procure an abortion is subject to three years in prison.  An abortion must be performed by a registered medical practitioner.  Although not specified by law, in practice abortion is performed within 28 weeks of gestation[12a,12b].

In February 2015, a new bill for decriminalization of abortions was proposed by four big political parties, but was never discussed in parliament and no voting was carried out, due to also direct and indirect influence of the church in order for this new bill not to proceed [13]. Just last year, in September 2016, the Archbishopric, the National Committee of Bioethics and the Pancyprian Medical Association organized the scientific convention “Abortions: medical, social, legal, spiritual dimensions” [14]. During the convention, positions against abortion under any justification were express and signed for by the three institutions in a memorandum of understanding. This alliance does not surprise us. The liberating potential of someone prioritizing themselves, usually against the patriarchal roles assigned to them, poses a threat towards the state, church and medical/scientific authorities. We perceive the decision for abortion as a matter of self-determination of our bodies, and consider unacceptable the criminalization and arrest of those pregnant and seeking abortion, as well as the doctors who help terminate a pregnancy safely.

As emerges from the analysis above, the capitalist-patriarchal state is deeply invested in control over reproduction, but when faced with acute social pressure key political and social actors are compelled to revise their positions. This includes elements of engagement with feminist arguments, but mostly a modification of those arguments, by refocusing the debate on a discourse of (sex-less) individual rights. Creating a legal consensus on abortion is seen across the political spectrum as key to the stabilization of socio-political life. More fundamentally, by controlling reproduction through an articulation of the conditions in which abortion is allowed, the state attempts not only to control population, but also to lay down the boundaries of acceptable values and behaviors [15]. Thus, it is important that abortion should be accessible to all women without discrimination, and each person seeking abortion to have access in safe abortion services around the world. On the contrary, abortion is either prohibited or criminalized or extremely limited (for example Ireland and Poland). When abortion is criminalized, it means that the person seeking abortion is denied fundamental rights over their bodies, health, self-determination, dignity and to have access to rights without discrimination. It means that the person will either seek abortion methods that would endanger their life and/or health and that they would try to seek for abortion in other countries. The right to abortion is just one part of the struggles for safe access to sexual and reproductive health care for everyone, which should entail access to counseling and support before and after the abortion if necessary. Lack of access to abortion services is an attack on the freedom to self-determination, and paves the way towards dangerous methods of terminating the pregnancy. Let’s not forget that the existing ‘way out’ through private doctors and clinics comes with a financial burden which prevents those with low income, migrants, teenagers and others from having an abortion. As long as the state monopolizes authority and uses it to define which medical and surgical procedures are accessible, it is necessary to proceed immediately into a discussion and amendment of the legislation, and decriminalize abortions without requirements for justification and medical opinions. It should ensure that everyone, regardless of gender and gender identity, will have access to these services when they need them.

The pro-choice, feminist movements and those in the radical left struggling for reproductive justice should not rest on their laurels, even in countries which witnessed progress on reproductive rights or positive abortion law reforms. As the anti-abortion camp is pushing for retrogression in abortion laws, it is becoming increasingly evident that abortion law reforms are insufficient to safeguard women’s increasing access to abortion. For example, Armenia, FYROM, Georgia, Russia and Slovakia have recently reintroduced preconditions for accessing abortions. Even in countries with legal abortions, long waiting periods and biased counseling services act as barriers to accessing an abortion safely. Legislative proposals for near-total bans or retrogression to stricter abortion laws also took place in Latvia, Lithuania, Spain, Romania, and Poland; however, they were met with public outcry and protests and never realized. Andorra, Malta, Liechtenstein, Ireland, Monaco and San Marino currently have very restrictive abortion laws, with the former two prohibiting all abortions. As in Cyprus, most of these countries’ criminal codes include sanctions for women who undergo unauthorized abortions and those who assist them to do so [16]. Amidst the rise of authoritarian populism and the resurgence of traditionalist values in public discourse, it is crucial that we do not remain silent in front of the attacks on reproductive rights and our sexualities. In our struggles for social justice, deciding for one’s own body is an inalienable right, without the intervention of any authority threatening one’s health, life or freedom. Our bodies are ours, and not reproductive machines of any system.


References and further reading

[1] Silvia Federici, “The reproduction of labour-power in the global economy, Marxist theory and the unfinished feminist revolution”
Silvia Federici, “The reproduction of labour-power in the global economy, Marxist theory and the unfinished feminist revolution”

[2] McBride Stetson, Dorothy (2003) Conclusion: Comparative abortion politics and the case for state feminism.

[3] Braidotti, Rosi (2002) Metamorphoses: towards a materialist theory of becoming (Cambridge: Polity Press); Grosz, Elizabeth (1994) Volatile bodies: toward a corporeal feminism (Sydney: Allen and Unwin).

[4] Τούτος εν ένας όρος που εδιατυπώθηκεν πρώτα που την Katha Pollitt. Για περαιτέρω συζήτηση γυρώ που την έκτρωση σαν ένα ηθικό δικαίωμα, δες Pollitt, Katha (2014) Pro: Reclaiming abortion rights (New York: Picador).

[5] McBride Stetson, Dorothy (ibid)

[6] Για μια πιο εκτενή συζήτηση γυρώ που την πολιτική σημειολογία της αντιπροσώπευσης, δες Haraway, Donna (1992) The promises of monsters: a regenerative politics of inappropriate/d others, in: Lawrence Grossber, Cary Nelson & Paula A. Treichler (eds.) Cultural studies (New York, London: Routledge), pp. 295-337.

[7] Dorothy Roberts, “Reproductive Justice, Not Just Rights”

Reproductive Justice, Not Just Rights

[8] Madame Tlank, “The Battle of all* Mothers (or: No Unauthorised Reproduction)”
Madame Tlank, “The Battle of all* Mothers (or: No Unauthorised Reproduction)”

[9] “Αυξάνονται οι αλλοδαποί, μειώνονται οι Κύπριοι”, Sigmalive

[10] An example of this argument can be found here:

[11] Woman who had illegal abortion released (Updated)

Woman who had illegal abortion released (Updated)

[12a] Ο περί Ποινικού Κώδικα Νόμος (ΚΕΦ.154), ΜΕΡΟΣ IV ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΓΕΝΙΚΑ, Ποινικά Αδικήματα εναντίον των Ηθών


[13] Εκτρώσεις: Τι προβλέπει η πρόταση νόμου του 2015

[14] Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου: Επιστημονικό Συνέδριο με γενικό θέμα: «Εκτρώσεις: Ιατρικές – Κοινωνικές – Νομικές – Πνευματικές διαστάσεις»

Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου: Επιστημονικό Συνέδριο με γενικό θέμα: «Εκτρώσεις: Ιατρικές – Κοινωνικές – Νομικές – Πνευματικές διαστάσεις»

[15] Pollitt, Katha (ibid)

[16] Women’s sexual and reproductive health and rights in Europe

Αναπαραγωγική δικαιοσύνη, το δικαίωμα στην έκτρωση τζαι η περίπτωση της νότιας Κύπρου

By Syspirosi Atakton

Μες στα χρόνια, η συζήτηση γυρώ που τα αναπαραγωγικά δικαιώματα οδήγησε σε έναν τεράστιον αριθμό συγκρούσεων, ως αποτέλεσμα ενός κράτους που ούλλο τζαι επεκτείνετουν τζαι στο οποίο τα διατάγματα της εκκλησιάς συχνά αντικατοπτρίζουνταν στη νομοθεσία, αλλά τζαι σαν αποτέλεσμα μιας σταδιακής διαδικασίας πλήρους πολιτικοποίησης της μήτρας ως δημόσιο χώρο που τυγχάνει νομικιστικής τζαι κοινωνικής ρύθμισης. Τούτες οι συγκρούσεις επροκύψαν κατά τον 19ον τζαι 20ον αιώνα όταν πολλές χώρες εποινικοποιήσαν τζαι εξαναποινικοποιήσαν τες εκτρώσεις. Υπήρξαν κάποιες εξαιρέσεις, όπως στα φασιστικά καθεστώτα της Γερμανίας τζαι Αυστρίας, τα οποία επροσαρμόσαν την απαγόρευση των εκτρώσεων ώστε να ταιρκάζει με τους ευγονικούς τους στόχους, αλλά τζαι στην Καταλονία της Ισπανίας, όταν το 1930, η νομοθεσία κατά των εκτρώσεων εκσυγχρονίστηκε για λίο διάστημα παρόλο που οι οποιεσδήποτε προσπάθειες για υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων εγίναν συντρίμμια εξαιτίας της νίκης του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο. Οι συγκρούσεις αναζωπυρωθήκαν πάλαι κατά τα τέλη του 20ου αιώνα, όταν πολλές χώρες εμεταρρυθμίσαν τους νόμους τους για τες εκτρώσεις, μετά που έντονες συζητήσεις για το θέμα, πράμα που οδήγησε σε νομοθετικές αλλαγές τζαι μερική αποποινικοποίηση (μεταξύ των 1960-1980).

Εν σημαντικό το κάθε άτομο να έσιει έλεγχο πάνω στο σώμα της, αλλά τζαι τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις σχετικά με τη σεξουαλική τζαι αναπαραγωγική υγεία της, όπως για παράδειγμα εάν τζαι πόσα κοπελλούθκια θέλει να κάμει. Κάθε γυναίκα ή κάθε άτομο ανεξαρτήτως φύλου που μπορεί να μείνει έγκυος (όπως τρανς άντρες, άφυλα άτομα, άτομα που δεν εμπίπτουν στο δίπολο των φύλων, κλπ), πρέπει να έσιει τόσο την πρόσβαση όσο τζαι το δικαίωμα να επιλέξει ανάμεσα σε υπηρεσίες ώστε να προχωρήσει σε έκτρωση, άσχετα με τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να τερματίσει την κύηση. Τούτο το δικαίωμα για έλεγχο των σωμάτων μας εν απαραίτητο στους αγώνες για ελευθερία τζαι κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί πολλά απλά σε κανένα πλάσμα δεν θα έπρεπε με τη βία να ανατίθεται ο ρόλος μιας αναπαραγωγικής μηχανής που σπέρνει κοπελλούθκια.

Στη συζήτησή μας, έν σημαντικό να σκεφτούμε την έκτρωση σαν ένα που τα πολλά ζητήματα αναπαραγωγικής δικαιοσύνης που επιδιώκει τη διεύρυνση της ατζέντας για το δικαίωμα επιλογής τζαι συζητά ευρύτερα οικονομικά, κοινωνικά τζαι πολιτικά ζητήματα που επηρεάζουν τες δυνατότητες των γυναικών στο να αποφασίζουν οι ίδιες για τη σωματική τους αυτονομία, αναπαραγωγή τζαι ευημερία. Οι έννομες εκτρώσεις εν έχουν καμμιά σημασία, αν τζίνες που τες επιθυμούν εν μπορούν οικονομικά να τες έχουν, τζαι τούτο το πλαίσιο επιτρέπει μας να δούμε τες ανισότητες του ελέγχου που έχουν οι γυναίκες πάνω στην αναπαραγωγή. Άλλωστε, οι γυναίκες των μεσαίων τζαι ανώτερων κοινωνικών τάξεων, με προνομιούχα πρόσβαση σε σχετικές με τες εκτρώσεις πληροφορίες, πάντα είχαν πρόσβαση στο δικαίωμα για έκτρωση είτε χρησιμοποιώντας τα παράθυρα στες ισχύουσες νομοθεσίες, είτε ταξιδεύκοντας σε χώρες που η έκτρωση ήταν/ένι νόμιμη. Που την άλλη, οι γυναίκες της εργατικής τάξης ήταν τζίνες που πάντοτε εδιατρέχαν κίνδυνο, καθώς εν ήταν μαθημένες να αμφισβητούν τες αρχές, ή/τζαι εν ημπορούσαν να πκιερώσουν για μιαν (νόμιμη ή παράνομη) έκτρωση. Βάσει τούτου, μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι εκτρώσεις εν ένας αγώνας όι μόνο για το δικαίωμα στην επιλογή, αλλά αγώνας για την ύπαρξη ούλλων τζίνων των κοινωνικών, πολιτικών τζαι οικονομικών συνθηκών που εν απαραίτητες για να εξασκήσουμε τούντο δικαίωμα. Τούτος ο αγώνας περιλαμβάνει μια κινηματική προσέγγιση, πέραν των απαιτήσεων για τη διαφύλαξη των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων τζαι την πρόσβαση σε υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας.

Τη δεκαετία του 60’, η αναγνώριση της αναπαραγωγής σαν απλήρωτη εργασία έκαμεν δυνατόν τον επαναπροσδιορισμό της οικιακής ή ιδιωτικής σφαίρας σαν έναν τόπον αντικαπιταλιστικού αγώνα. Που τούντην έννοιαν, αυστηρές απαγορεύσεις για τες εκτρώσεις μπορούν να ερμηνευτούν σαν μια προσπάθεια ελέγχου τζαι εξασφάλισης εργατικού δυναμικού, ενώ οι αποκλίσεις που τες νόρμες της παραγωγικής, ετεροκανονικής οκογένειας τζαι των έμφυλων ρόλων μπορούν να θεωρηθούν αντίσταση σε τούντον μηχανισμό [1]. Ριζοσπαστικές τζαι φιλελεύθερες φεμινίστριες συχνά εδιαφωνούσαν για τες απαιτήσεις του γυναικείου κινήματος, με τες πρώτες να υπερασπίζουνται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στην έκτρωση όποτε κάποια το επιθυμεί, την δωρεάν φροντίδα των κοπελλουθκιών τζαι την ίση αμοιβή. Οι δεύτερες ασχοληθήκαν κυρίως με το νόμιμο δικαίωμα στην έκτρωση τζαι την ισότητα στες εργασιακές ευκαιρίες. Η ατζέντα των ριζοσπαστικών φεμινιστριών επεριλάμβανε πρακτικές όπως την ευαισθητοποίηση γυρώ που το συγκεκριμένο θέμα τζαι την δημιουργία κλινικών αυτοβοήθειας τζαι γυναικείων καταφυγίων. Ο λόγος που εκφράζαν επικεντρωνόταν στην απελευθέρωση τζαι την σεξουαλική διαφορά (παρά στην ισότητα), ενώ είχαν μιαν πολιτική στάση όπου η έκτρωση τζαι γεννικόττερα η επαναδιεκδίκηση του έμφυλου σώματος ήταν κεντρικής σημασίας. Τούτες εθεωρηθήκαν στιγμές που οι φεμινίστριες επροκαλέσαν βαθκιά την κυρίαρχη πατριαρχική κουλτούρα τζαι κράτος. Όσοι εδιαμορφώναν πολιτικές τζαι εκφράζαν ηγεμονικές πολιτισμικές νόρμες αποκριθήκαν (σε μιαλλύττερο ή μιτσιόττερο βαθμό) στες φεμινιστικές απειλές προς το status quo τζαι εμπήκαν στη διαδικασία να διαπραγματευτούν τζαι να αναθεωρήσουν τες πολιτικές τους [2].

Φαίνεται ότι με την πτώση των ριζοσπαστικών φεμινιστικών κινημάτων του ’70 τζαι με την ανάμειξη των γυναικών σε νομικές συζητήσεις πάνω στο θέμα, επροέκυψε μια αλλαγή προς μια αμυντική τζαι προληπτική στάση. Το ζήτημα εμετατοπίστηκε που την αναπαραγωγική αυτονομία τζαι τον αυτοπροσδιορισμό σε θέματα σχετικά με την σεξουαλική διαπαιδαγώγηση τζαι τες μεθόδους αντισύλληψης, με την έκτρωση να θεωρείται σαν η τελευταία λύση. Έτσι, άσχετα με το πόσο χρήσιμη τζαι απαραίτητη ένει η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση τζαι η διαθεσιμότητα αντισυλληπτικών, η έκτρωση εκατέληξεν πράξη μυστική, ντροπιαστική τζαι ανεπιθύμητη, ενώ οι απελευθερωτικές δυνατότητες της επιλογής εντυθήκαν με συναισθήματα ντροπής τζαι ενοχής. H νέα έμφυλη γλώσσα που αναπτύχθηκε παράλληλα με το ριζοσπαστικό φεμινιστικό κίνημα τζαι με την οποία εμιλούσαν για τα σώματα, τη σεξουαλικότητα τζαι τον πόνο τους, έσβησε σιγά σιγά. Παρόλες τες προσπάθειες του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος να φέρει τη συζήτηση για τες εκτρώσεις πίσω στον αυτοπροσδιορισμό των γυναικών, συνδέοντας με τούντον τρόπο την έκτρωση με την υποτιθέμενη ευθύνη των αντρών για τον έλεγχο τζαι την επιτήρηση της σεξουαλικότητας τζαι της αναπαραγωγικότητας των γυναικών, στες πιο πολλές χώρες η αρχική συζήτηση έγινεν γυρώ που ζητήματα που αφορούσαν το αγέννητο έμβρυο, τα δικαιώματα των γιατρών τζαι τες αντιδράσεις του κράτους στον αυξανόμενο αριθμό των παράνομων εκτρώσεων. Εν σημαντικό, λοιπόν, με τους αγώνες μας να απαιτήσουμε το δικαίωμα στες εκτρώσεις χωρίς να απολογούμαστε, τζαι να διεκδικήσουμε την κατάργηση (τούτο που αποκαλείται αποποινικοποίηση των εκτρώσεων χωρίς περιορισμό) τζαι όι απλά την μεταρρύθμιση της νομοθεσίας, γιατί πολλά απλά ο εκσυγχρονισμός της υπάρχουσας νομοθεσίας εν δικαιώνει με κανένα τρόπο τες γυναίκες που ακόμα τούς αρνείται η αυτενέργεια (agency).

Φαίνεται πως η επιθυμία μιας γυναίκας να τερματίσει την εγκυμοσύνη της έννεν που μόνη της αρκετή, γιατί πρέπει πρώτα να πιάσει έγκριση που μιαν «αξιοσέβαστη» εξουσιαστική φιγούρα, είτε τούτη εν ο άντρας της, ο τζύρης της, η οικογένειά της, η κοινότητά της, το κράτος της. Η άρνηση του δικαιώματος τερματισμού μιας εγκυμοσύνης εν ουσιαστικά άρνηση του δικαιώματος να κατέχουν τα σώματά τους, πράμα που με τη σειρά του παιδικοποιεί τες γυναίκες θεωρώντας τες ανίκανες να παίρνουν ανεξάρτητες αποφάσεις για το σώμα τους. Ιστορικά, τζαι οντολογικά, οι γυναίκες τζαι η θηλυκότητα εσχετίζουνταν αυστηρά με τα πάθη του σώματος: ένα σώμα που ο καρτεσιανός/ουμανιστικός φιλοσοφικός κανόνας εθκιάβαζέν το σαν αδρανές τζαι παθητικό, σιωπηλό τζαι κατώτερο, κομμάτι μιας αμετάβλητης φύσης. Αντίθετα, η υποτιθέμενη ανωτερότητα του έλλογου μυαλού εταυτίζετουν με τους άντρες τζαι την αρρενωπότητα. Συνείδηση, λογική, εξυπνάδα, αυτονομία τζαι υποκειμενικότητα ήταν συνώνυμα της αρσενικής επικράτειας, τζαι οι άντρες εταυτίζουνταν με το σκεπτόμενο υποκείμενο, τζαι ως εκ τούτου, με το καθολικό [3]. Εν υπήρχε χώρος για να ακουστούν οι φωνές των γυναικών, ενώ απαγορεύκετουν τους το δικαίωμα να κατέχουν τες εαυτές τους. Υποτίθεται ότι εζούσαν για άλλους τζαι τα σώματά τους ήταν ιδιοκτησία του αυτόνομου (αντρικού) υποκειμένου, αφού τζίνος ήταν που έπαιρνε ούλλες τες αποφάσεις –εθνικά, θεσμικά, ιδιωτικά- εκ μέρους της. Πολλά απλά, απαγορεύσαν στες γυναίκες την υπαρξιακή τους ελευθερία [4], απαγορεύσαν τους δηλαδή να υπάρχουν σαν σκεφτόμενα υποκείμενα, που μπορούν να παίρνουν τα ίδια αποφάσεις για τα σώματά τους τζαι να θκιαλέξουν μεταξύ του να γεννήσουν ένα μωρό ή όι. Τούτο το υπόβαθρο εν πολλά σημαντικό γιατί βοηθά μας να πλαισιώσουμε τζαι να καταλάβουμεν καλλύττερα τα επιχειρήματα, τες διεκδικήσεις τζαι τους αγώνες του κινήματος υπέρ των εκτρώσεων.

Με άλλα λόγια, παρόλο που οι εκτρώσεις γίνουνται πάς στα σώματα των γυναικών, τζίνοι που διαμορφώνουν πολιτικές εδιατυπώσαν τον λόγο γυρώ που τες εκτρώσεις με άλλους όρους (δικαιώματα γιατρών, δικαιώματα εμβρύου, επιβολή νόμου, ηθική, θρησκεία, προοδευτικότητα, οικογενειακός προγραμματισμός, ευγονική), τζαι δεν εσυζητήσαν ποττέ το θέμα της επιλογής, της υγείας, της αυτονομίας, της αυτενέργειας τζαι της σεξουαλικότητας των γυναικών. Το κυρίαρχο πλαίσιο, όταν για πρώτη φορά το θέμα των εκτρώσεων εμπήκε στη δημόσια ατζέντα, ήταν είτε το στάτους του αγέννητου εμβρύου (Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Ισπανία, Βέλγιο), είτε τα δικαιώματα των γιατρών (Γαλλία, Καναδάς, Η.Π.Α), είτε η ακεραιότητα του κράτους μπροστά στο αυξανόμενο ποσοστό παράνομων εκτρώσεων (Γερμανία, Ιταλία)[5]. Η συζήτηση για το πώς θα μπορούσαν οι πολιτικές για τες εκτρώσεις να ενδυναμώσουν την αυτονομία των γυναικών ήταν άφαντη. Για μιαν ακόμα φορά, οι γυναίκες εν ήταν τα υποκείμενα που είχαν φωνή τζαι εσυντυχάναν, αλλά σιωπηλές συμμετέχουσες σε μια malestream συζήτηση, οι αποφάσεις της οποίας ήταν να καθορίσουν το μέλλον των σωμάτων τους. Η πολιτική σημειολογία της αντιπροσώπευσης παίζει πολλά καθοριστικό ρόλο δαμαί, γιατί σε τούντην περίπτωση, το αντικείμενο της αντιπροσώπευσης (το έμβρυο), ατέρμονα χωρίς φωνή, γίνεται ονείρωξη του αντιπροσώπου (πατριαρχικές δομές τζαι ιδρύματα), επειδή εύκολα μπορεί να φυσικοποιηθεί τζαι να απομονωθεί που τη σφαίρα του λόγου. Γυναίκες που επιθυμούν να κάμουν έκτρωση απλά εξαφανίζουνται που τη συζήτηση ή γίνουνται ο εχθρός επειδή έχουν αντικρουόμενα «συμφέροντα». Ο μόνος δρώντας του οποίου η φωνή ακούεται έν τζίνος που αντιπροσωπεύκει τζαι κλασικά σχετίζεται με την ηγεμονική αρρενωπότητα που εκφράζεται μέσα στους νομικούς τζαι ιατρικούς λόγους [6]. Γι’ αφτόν, έννοιες όπως αυτοκαθορισμός τζαι αυτενέργεια εν πολλά σημαντικές για τη συζήτηση γυρώ που τες εκτρώσεις, επειδή βάλλουν τες γυναίκες σαν υποκείμενα που εν φοούνται να συντύχουν την αλήθκειαν τους, πίσω στο κέντρο του πώς συζητούμεν για το θέμα.

Οι πολιτικές της ‘επιλογής’ τζιαι των ‘δικαιωμάτων’ επισκιάζουν την παρουσία άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την επιλογή ενός ατόμου για μιαν έκτρωση, όπως την πρόσβαση σε επιχορηγούμενη φροντίδα τζιαι μη επισφαλή εργασία [7]. Η πλαισίωση των εκτρώσεων τζιαι του να είσαι γονέας ως αποκλειστικά ιδιωτικό ζήτημα αδιαφορεί να λάβει υπόψην τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικές, πολιτικές τζιαι οικονομικές πραγματικότητες διαφόρων κοινοτήτων εν ασύμβατες με τον διαχωρισμό τέθκιων ζητημάτων μεταξύ δημόσιου/ιδιωτικού. Για παράδειγμα, η πληρωμένη εργασία μεταναστριών γυναικών εν συχνά οικιακή εργασία, τζιαι το ανάγιωμα των κοπελλουθκιών εν συχνά στενά συνυφασμένο με διαπροσωπικές σχέσεις τζιαι δεσμούς αλληλεγγύης τζιαι συνεργασίας προς το κοινό όφελος των κοινοτήτων, ακόμα τζιαι σε ατομικιστικές κοινωνίες. Για όσον συστημικές ανισότητες δημιουργούν τες υλικές συνθήκες που συχνά καθορίζουν την αναγκαιότητα μιας έκτρωσης, η υπεράσπιση μόνο του δικαιώματος στην επιλογή εν ανεπαρκής. Τέθκιες στενά εστιασμένες προσεγγίσεις αφήνουν αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ακόμα τζιαι αν οι προσβάσιμες εκτρώσεις επιτρέπουν μεγαλύτερη πρόσβαση των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, προβληματίζοντας έτσι την υποταγή τους στην ιδιωτική σφαίρα, το βάρος της απλήρωτης αναπαραγωγικής τζιαι οικιακής εργασίας παραμένει δυσανάλογα πάνω τους.

Σε περιπτώσεις που οι εκτρώσεις ενομιμοποιηθήκαν, η νομιμοποίηση που μόνη της εν ήταν αρκετή να βοηθήσει τες γυναίκες να διεκδικήσουν όσα χρειάζουνται για να διατηρήσουν τον έλεγχο των σωμάτων τζιαι των ζωών τους. Όσο τα κυρίαρχα (mainstream) ρεύματα των φεμινιστικών κινημάτων εξασφάλιζαν θέσεις για τες γυναίκες σε αντροκρατούμενους χώρους εργασίας, τόσον εγκαταλείπαν την αναπαραγωγική εργασία τζαι την οικιακή σφαίρα ως χώρους αγώνα τζαι αντίστασης. Όροι όπως αυτονομία, χειραφέτηση τζαι επιλογή, που εχρησιμοποιηθήκαν ιστορικά που πιο ριζοσπαστικά φεμινιστικά κινήματα για δημιουργία συνείδησης, εχρησιμοποιηθήκαν αργότερα που τα ΜΜΕ τζιαι τα κράτη για να προωθήσουν το ιδανικό μιας ενεργής, ατομικά υπεύθυνης εργαζόμενης τζιαι καταναλώτριας γυναίκας-πολίτη. Τούτο το ιδανικό φυσικά τζιαι έννεν αρκετό για να αμφισβητήσει τες σχέσεις εκμετάλλευσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τζιαι αναπαραγωγής, τζιαι εβοήθησε να επιταχύνει την πτώση των πιο ριζοσπαστικών γυναικείων κινημάτων.

Επιπρόσθετα, η αποκλειστική αφοσίωση στον εκσυγχρονισμό των νόμων για τες εκτρώσεις αγνοεί τους τρόπους με τους οποίους η ηλικία, η τάξη τζιαι η σωματική ικανότητα επηρεάζουν τες προτεραιότητες ατόμων σε θέματα αναπαραγωγικής υγείας, τζιαι πως κάτω που νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις οικονομιών, το κόστος για τες αντίστοιχες υπηρεσίες υγείας επωμίζουνταί το τα ίδια τα άτομα. Την ίδιαν ώρα, οι γυναίκες ένι πιο ορατές προς τες κυβερνητικές υπηρεσίες, μέσα που τες απαιτούμενες ιατρικές παρεμβάσεις σε θέματα έκτρωσης, τοκετού, μεταγεννητικής φροντίδας, θέματα εμμηνόπαυσης, μαστογραφίες κτλ [8]. Η αναπαραγωγική δυνατότητα παρακολουθείται τζιαι ελέγχεται ιατρικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των γυναικών. Ακόμα τζιαι σε χώρες που οι εκτρώσεις εν αρκετά προσβάσιμες, γυναίκες που θέλουν να υποβληθούν σε διαδικασία στείρωσης, την πιο μόνιμη που τες μεθόδους αντισύλληψης, συχνά αναγκάζουνται να πουν ψέματα για τους λόγους τους τζιαι στερούνται την δυνατότητα να αποφασίζουν για το σώμα τους. Ενώ το δικαίωμα στην εκούσια μητρότητα έγινεν πιο αποδεχτό, η άρνηση μιας γυναίκας να τεκνοποιήσει συχνά αντιμετωπίζεται ως ανώριμη τζιαι ανήθικη επιλογή.

Μόλις γίνει γνωστό ότι έναν άτομο εγκυμονεί, στερείται αυτόματα της σωματικής του αυτονομίας, τζιαι όποια θέλει να κάμει έκτρωση έρκεται αντιμέτωπη με τες συνέπειες της σύγκρουσης όι μόνο με τες ιατρικές εξουσίες τζιαι τες πολιτικές τους, αλλά τζιαι τους υπερασπιστές του τεκνοποιητικού τους ρόλου, ο οποίος τους έσχιει ανατεθεί που το έθνος-κράτος τζιαι τον καπιταλισμό. Τούτοι οι υπερασπιστές επιμένουν στην πατριωτική κινητοποίηση των γυναικών απέναντι σε φανταστικές δημογραφικές απειλές, είτε που μειονότητες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε που «τούρκους έποικους» στον βορρά [9]. Η υπογεννητικότητα, ένα φαινόμενο που συχνά συσχετίζουν με τες προσβάσιμες εκτρώσεις, εν περιτυλιγμένη σε εθνικιστική ρητορική τζιαι παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο πρόβλημα που κρατικούς αξιωματούχους.
Ο ρόλος της μητρότητας εξυψώθηκεν κατά την διάρκεια του περασμένου αιώνα ως μάνας του έθνους, μια ηρωική φιγούρα υπεύθυνη να διασφαλίσει τες παραδοσιακές αρχές, να παράγει τους μελλοντικούς υπερασπιστές των εθνικών συμφερόντων, αλλά τζιαι τους νεαρότερους του εργατικού δυναμικού που εν να κοπιάσουν για την οικονομική ανάρρωση τζιαι ανάπτυξη της χώρας. Μελλοντικός αφελληνισμός τζιαι έλλειψη ντόπιου εργατικού δυναμικού εκφράζονται ως το δεύτερο πιο σοβαρό πρόβλημα μετά το Κυπριακό που συντηρητικούς τζιαι την ακροδεξιά, ή ακόμα ως αναπόσπαστο κομμάτι του [10]. Τούτο βέβαια εν σημαίνει πως όσοι εναντιώνουνται στες εκτρώσεις εμπίπτουν σε τούντες θκυο κατηγορίες. Όσον η συζήτηση για το πότε ξεκινά η κατάσταση κατά την οποία κάποι@ μπορεί να θεωρείται άτομο (human personhood) μεινίσκει αννοιχτή, κάποια που τα επιχειρήματα εναντίον των εκτρώσεων μπορεί να εν ριζωμένα στη φιλελεύθερη υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών. Τι μπορούμε να συμπεράνουμε σίουρα όμως, εν ότι εννα ήταν αντιφατικό για το κράτος να προσφέρει δωρεάν προσβάσιμες εκτρώσεις. Η υπεράσπιση των εκτρώσεων τζιαι της αναπαραγωγικής δικαιοσύνης απαιτεί να υπερβούμε την διάχυτη εθνικιστική ρητορική τζιαι τες μιλιταριστικές τάσεις στην κοινωνία.

Τον Οκτώβρη του 2017, μετά που καταγγελία του συζύγου της που εν εγνώριζε το συμβάν, μια γυναίκα τζαι ο γιατρός της εσυνελήφθηκαν τζαι ετέθηκαν υπό πενταήμερη κράτηση για έκτρωση, η οποία θεωρείται ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους υπάρχοντες νόμους, μετά που καταγγελία του συζύγου της γυναίκας, ο οποίος δεν εγνώριζε το συμβάν [11].

Ο Ποινικός Κώδικας της Κύπρου (άρθρα 167-169 και 169Α), όπως ετροποποιήθηκεν το 1986 (Νόμος αριθ. 186), επιτρέπει την έκτρωση, αν δύο γιατροί θεωρούν ότι η συνέχιση της εγκυμοσύνης εννά έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της εγκύου γυναίκας ή ότι η σωματική, πνευματική ή ψυχολογική/ψυχική βλάβη που εννά υφίστατο η ίδια ή το παιδί που εννά αποκτούσε, εννά ήταν μεγαλύττερη απ΄ ό, τι αν ετερματίζετουν η εγκυμοσύνη, ή ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος, αν γεννηθεί το παιδί, να υποφέρει που τόσο σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές ανωμαλίες που να συνιστούν σοβαρή αναπηρία. Ο Ποινικός Κώδικας επιτρέπει επίσης την έκτρωση μετά που πιστοποίηση που την αρμόδια αστυνομική αρχή, επιβεβαιωμένη που ιατρική πιστοποίηση όποτε ένι δυνατόν, ότι η εγκυμοσύνη προήλθε που βιασμό τζαι υπό συνθήκες κάτω που τες οποίες, αν δεν ετερματίζετουν η εγκυμοσύνη, εννά έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την κοινωνική κατάσταση της γυναίκας ή της οικογένειάς της. Ο Κώδικας ετροποποιήθηκε για πρώτη φορά το 1974, όταν αντικατασταθήκαν οι διατάξεις που επιτρέπουν τες εκτρώσεις μόνο για θεραπευτικούς λόγους. Πριν που τούτο, η νομοθεσία για τες εκτρώσεις στην Κύπρο έν εφαρμόζετουν αυστηρά. Η έκτρωση εμπορούσε να πραγματοποιηθεί σε ιδιωτικές κλινικές. Οι παραπάνω πελάτισσες εκτρώσεων ήταν παντρεμένες γυναίκες με πολλαπλή κύηση ή νεαρές ανύπαντρες γυναίκες.

Κάθε άτομο που πραγματοποιεί παράνομη έκτρωση υπόκειται σε φυλάκιση εφτά χρόνων. Μια γυναίκα που προκαλεί η ίδια έκτρωση υπόκειται στην ίδια ποινή. Οποιοδήποτε άτομο προμηθεύκει ή προμηθεύκεται παράνομα οτιδήποτε γνωρίζοντας ότι τούτο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για να προκαλέσει έκτρωση, υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Η έκτρωση πρέπει να πραγματοποιείται που εγγεγραμμένο γιατρό. Αν τζαι έν ορίζεται που τον νόμο, στην πράξη, η έκτρωση πραγματοποιείται μέσα στες πρώτες 28 εβδομάδες της εγκυμοσύνης [12a, 12b].

Τον Φεβράρη του 2015, επροτάθηκε ένα νέον νομοσχέδιο για την αποποινικοποίηση των εκτρώσεων που τα τέσσερα μεγάλα πολιτικά κόμματα, αλλά έν εσυζητήθηκεν ποττέ στην βουλή τζαι έν ετέθηκε σε ψηφοφορία, εξαιτίας της άμεσης τζαι έμμεσης πίεσης της εκκλησιάς να μεν προχωρήσει τούτον το νέον νομοσχέδιο [13]. Πριν ανάμιση χρόνο, τον Σεπτέμβρη του 2016, η Ιερά Αρχιεπισκοπή, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής τζαι η Παγκύπρια Ιατρική Εταιρεία εδιοργάνωσαν το επιστημονικό συνέδριο «Αμβλώσεις: ιατρικές, κοινωνικές, νομικές, πνευματικές διαστάσεις» [14]. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, εκφραστήκαν τζαι υπογραφτήκαν σε ένα μνημόνιο συμφωνίας που τους τρεις θεσμούς θέσεις εναντίον των εκτρώσεων υπό οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Τούτη η συμμαχία έν μας εκπλήσσει. Η απελευθερωτική δυναμική ενός ατόμου που διά προτεραιότητα στην εαυτή της, συνήθως κόντρα στους πατριαρχικούς ρόλους που της έχουν ανατεθεί, αποτελεί απειλή για την πολιτεία, την εκκλησία τζαι τες ιατρικές/επιστημονικές αρχές. Εμείς αντιλαμβανούμαστεν την απόφαση για έκτρωση ως θέμα αυτοδιάθεσης των σωμάτων μας τζαι θεωρούμε απαράδεκτη την ποινικοποίηση τζαι τη σύλληψη των εγκύων που θέλουν να κάμουν έκτρωση, καθώς τζαι των γιατρών που βοηθούν να τερματιστεί μια εγκυμοσύνη με ασφάλεια.

Όπως προκύπτει που την ανάλυση πιο πάνω, το καπιταλιστικό – πατριαρχικό κράτος επενδύει πολλά στον έλεγχο της αναπαραγωγής, αλλά οι βασικοί πολιτικοί τζαι κοινωνικοί δρώντες, όταν αντιμετωπίζουν έντονη κοινωνική πίεση, υποχρεώνουνται να αναθεωρήσουν τες θέσεις τους. Τούτο περιλαμβάνει την εισαγωγή φεμινιστικών επιχειρημάτων στον δημόσιο λόγο, αλλά, ως επί το πλείστον, μιαν τροποποίηση τούντων επιχειρημάτων, αποπροσανατολίζοντας τον διάλογο σε μια συζήτηση (sex-less) ατομικών δικαιωμάτων. Η δημιουργία νομικής συναίνεσης σχετικά με τες εκτρώσεις εμφανίζεται σε ούλλο το πολιτικό φάσμα ως βασικό στοιχείο για τη σταθεροποίηση της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Πιο σημαντικά, με τον έλεγχο της αναπαραγωγής μέσω μιας άρθρωσης των συνθηκών στες οποίες επιτρέπεται η έκτρωση, το κράτος προσπαθεί όι μόνο να ελέγξει τον πληθυσμό, αλλά τζαι να καθορίσει τα όρια των αποδεκτών αξιών τζαι συμπεριφορών [15]. Επομένως, εν σημαντικό οι εκτρώσεις να εν προσιτές σε ούλλες τες γυναίκες χωρίς διακρίσεις τζαι κάθε άτομο που αναζητεί έκτρωση να έσσιει πρόσβαση σε υπηρεσίες ασφαλών εκτρώσεων σε ούλλον τον κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως βλέπουμε πως η έκτρωση απαγορεύεται ή εν ποινικοποιημένη ή εξαιρετικά περιορισμένη (για παράδειγμα στην Ιρλανδία τζαι στην Πολωνία). Όταν η έκτρωση εν ποινικοποιημένη, σημαίνει ότι το πρόσωπο που θέλει να κάμει έκτρωση στερείται θεμελιωδών δικαιωμάτων πάνω στο σώμα, την υγεία, την αυτοδιάθεση, την αξιοπρέπειά του τζαι την πρόσβαση σε δικαιώματα χωρίς διακρίσεις. Τούτο σημαίνει ότι το άτομο είτε εννά αναζητήσει μεθόδους έκτρωσης που εννά έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή ή/τζαι την υγεία του, είτε εννά προσπαθήσει να επιδιώξει να κάμει έκτρωση σε άλλη χώρα. Το δικαίωμα στην έκτρωση εν μόνον ένα μέρος των αγώνων για ασφαλή πρόσβαση σε φροντίδα σεξουαλικής τζαι αναπαραγωγικής υγείας για ούλλ@ς, η οποία εννά πρέπει να συνεπάγεται πρόσβαση σε συμβουλευτική υποστήριξη πριν τζαι μετά την έκτρωση αν χρειάζεται. Η έλλειψη πρόσβασης στες υπηρεσίες εκτρώσεων αποτελεί επίθεση στην ελευθερία της αυτοδιάθεσης τζαι αννοίει τον δρόμο για επικίνδυνες μεθόδους τερματισμού της εγκυμοσύνης. Ας μην ξεχνούμεν ότι η υπάρχουσα «διέξοδος» μέσω ιδιωτών γιατρών τζαι ιδιωτικών κλινικών συνεπάγεται οικονομικό βάρος που εμποδίζει άτομα με χαμηλό εισόδημα, μετανάστ@ς, έφηβ@ς τζαι άλλ@ς να κάμουν έκτρωση. Όσον το κράτος μονοπωλεί την εξουσία τζαι χρησιμοποιεί την για να καθορίσει ποιες ιατρικές τζαι χειρουργικές διαδικασίες εν προσιτές, εν απαραίτητο να προχωρήσουμε άμεσα σε μια συζήτηση τζαι τροποποίηση της νομοθεσίας τζαι να αποποινικοποιήσουμε τες εκτρώσεις χωρίς προϋποθέσεις για αιτιολόγηση τζαι ιατρικές γνωμοδοτήσεις. Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι ούλλ@, ανεξαρτήτως φύλου τζαι ταυτότητας φύλου, εννά έχουν πρόσβαση σε τούτες τες υπηρεσίες όταν τες χρειάζουνται.

Τα φεμινιστικά κινήματα, όσοι/ες τάσσονται υπέρ της επιλογής τζιαι όσοι/ες παλέφκουν για αναπαραγωγική δικαιοσύνη εν πρέπει να επαναπαύκουνται, ακόμα τζαι σε χώρες που είδαν πρόοδο σε θέματα αναπαραγωγικών δικαιωμάτων ή θετικές νομικές μεταρρυθμίσεις στους νόμους για τες εκτρώσεις. Όσον τζίνοι που τάσσουνται εναντίον των εκτρώσεων πιέζουν για να επαναφέρουν οπισθοδρομικούς νόμους, τόσο πιο φανερό γίνεται ότι οι νομικές μεταρρυθμίσεις για τες εκτρώσεις εν ανεπαρκείς για να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν πρόσβαση σε έκτρωση σε όσες το επιθυμούν. Η Αρμενία, η ΠΓΔΜ, η Γεωργία, η Ρωσία τζιαι η Σλοβακία έχουν πρόσφατα επαναφέρει προϋποθέσεις για πρόσβαση σε εκτρώσεις. Ακόμα τζιαι σε χώρες που οι εκτρώσεις εν νόμιμες, μεγάλες περίοδοι αναμονής τζιαι μεροληπτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες δρουν σαν εμπόδια στην πρόσβαση μιας έκτρωσης με ασφάλεια. Νομοθετικές προτάσεις για σχεδόν καθολική απαγόρευση ή οπισθοδρόμηση σε πιο αυστηρούς νόμους για τες εκτρώσεις εγίναν επίσης στην Λετονία, Λιθουανία, Ισπανία, Ρουμανία τζιαι Πολωνία, αλλά εν επέρασαν, αφού απαντήθηκαν με δημόσια κατακραυγή τζιαι διαδηλώσεις. Ανδόρα, Μάλτα, Λίχτενσταϊν, Ιρλανδία, Μονακό τζαι Σαν Μαρίνο έχουν πάρα πολλά περιοριστικούς νόμους για τες εκτρώσεις, με τα τελευταία δύο να απαγορέφκουν τες εκτρώσεις εντελώς. Όπως τζιαι στην Κύπρο, οι Ποινικοί Κώδικες των περισσότερων χωρών που τούτες περιλαμβάνουν κυρώσεις για γυναίκες που υποβάλλουνται σε παράνομες εκτρώσεις, αλλά τζιαι για όσους τες βοηθούν [16]. Μέσα στο τωρινό κλίμα ανόδου της ακροδεξιάς τζιαι της επαναφοράς συντηρητικών παραδοσιακών αξίων στον δημόσιο λόγο, εν σημαντικό να μεν παραμείνουμε σιωπηλές μπροστά στες επιθέσεις που δέχουνται τα αναπαραγωγικά δικαιώματα τζιαι οι σεξουαλικότητές μας. Το δικαίωμα να αποφασίζουμε για τα σώματά μας χωρίς την παρέμβαση καμιάς εξουσίας που να απειλεί την υγεία μας, τη ζωή μας ή την ελευθερία μας, εν αναπόσπαστο κομμάτι των αγώνων μας για κοινωνική δικαιοσύνη. Τα σώματα μας εν δικά μας, τζιαι όι αναπαραγωγικές μηχανές κανενού συστήματος.

Συσπείρωση Ατάκτων
Δεκέβρης 2017

Υποσημειώσεις τζαι περαιτέρω θκιάβασμα

[1] Silvia Federici, “The reproduction of labour-power in the global economy, Marxist theory and the unfinished feminist revolution”
Silvia Federici, “The reproduction of labour-power in the global economy, Marxist theory and the unfinished feminist revolution”

[2] McBride Stetson, Dorothy (2003) Conclusion: Comparative abortion politics and the case for state feminism.

[3] Braidotti, Rosi (2002) Metamorphoses: towards a materialist theory of becoming (Cambridge: Polity Press); Grosz, Elizabeth (1994) Volatile bodies: toward a corporeal feminism (Sydney: Allen and Unwin).

[4] Τούτος εν ένας όρος που εδιατυπώθηκεν πρώτα που την Katha Pollitt. Για περαιτέρω συζήτηση γυρώ που την έκτρωση σαν ένα ηθικό δικαίωμα, δες Pollitt, Katha (2014) Pro: Reclaiming abortion rights (New York: Picador).

[5] McBride Stetson, Dorothy (ibid)

[6] Για μια πιο εκτενή συζήτηση γυρώ που την πολιτική σημειολογία της αντιπροσώπευσης, δες Haraway, Donna (1992) The promises of monsters: a regenerative politics of inappropriate/d others, in: Lawrence Grossber, Cary Nelson & Paula A. Treichler (eds.) Cultural studies (New York, London: Routledge), pp. 295-337.

[7] Dorothy Roberts, “Reproductive Justice, Not Just Rights”

Reproductive Justice, Not Just Rights

[8] Madame Tlank, “The Battle of all* Mothers (or: No Unauthorised Reproduction)”
Madame Tlank, “The Battle of all* Mothers (or: No Unauthorised Reproduction)”

[9] “Αυξάνονται οι αλλοδαποί, μειώνονται οι Κύπριοι”, Sigmalive

[10] An example of this argument can be found here:

[11] Woman who had illegal abortion released (Updated)

Woman who had illegal abortion released (Updated)

[12a] Ο περί Ποινικού Κώδικα Νόμος (ΚΕΦ.154), ΜΕΡΟΣ IV ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΓΕΝΙΚΑ, Ποινικά Αδικήματα εναντίον των Ηθών


[13] Εκτρώσεις: Τι προβλέπει η πρόταση νόμου του 2015

[14] Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου: Επιστημονικό Συνέδριο με γενικό θέμα: «Εκτρώσεις: Ιατρικές – Κοινωνικές – Νομικές – Πνευματικές διαστάσεις»

Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου: Επιστημονικό Συνέδριο με γενικό θέμα: «Εκτρώσεις: Ιατρικές – Κοινωνικές – Νομικές – Πνευματικές διαστάσεις»

[15] Pollitt, Katha (ibid)

[16] Women’s sexual and reproductive health and rights in Europe

Στηρίζουμε την απεργία της ΔΕΔΕ στο Παν. Κύπρου

By siata

Η Συντεχνία Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) εξαγγέλλει 48ωρη απεργία στις 22/01/2018 για διεκδίκηση των δικαιωμάτων των μελών της που εργάζονται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Μέλη της ΔΕΔΕ παρουσιάζουν τα αιτήματα τους και εκθέτουν τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας τους σε συνέντευξη στο

Η Συντεχνία Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) έχει εξαγγείλει 48ωρη προειδοποιητική απεργία στις 22 και 23 του Γενάρη στο πανεπιστήμιο Κύπρου, λόγω της άρνησης των πρυτανικών αρχών να συζητήσουν μία σειρά από αιτήματα και εισηγήσεις της που αφορούν τη βελτίωση της ποιότητας του ερευνητικού και διδακτικού έργου, καθώς επίσης στοιχειώδη δικαιώματα όπως αξιοπρεπή μισθό, άδεια μητρότητας και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τα αιτήματα αυτά, που θα λειτουργήσουν προς όφελος τόσο της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και της κοινωνίας σαν σύνολο, είχαν τεθεί από την ΔΕΔΕ επίσημα εδώ και δύο χρόνια, ωστόσο η πρυτανεία επέλεξε να τα αγνοήσει επιδεικτικά.

Ο Πρύτανης Κωνσταντίνος Χριστοφίδης σε πρόσφατη δήλωσή του έφτασε μέχρι το σημείο να ισχυριστεί ότι τα «παιδιά αυτά» [sic] δεν μπορούν να απεργήσουν γιατί δεν είναι εργαζόμενοι, προφανώς επειδή θεωρεί ερευνητές και διδάσκοντες, κατόχους διδακτορικού τίτλου, ως σκλάβους κι όχι ως ισότιμα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος πρύτανης συμπεριφέρεται σαν τσιφλικάς απέναντι σε δουλοπάροικους. Παρόμοια αυταρχικότητα επέδειξε και απέναντι στους φοιτητές τους οποίους εξανάγκασε, με την απειλή της μη εγγραφής στα μαθήματα, να πληρώσουν για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη την οποία ο ίδιος επέλεξε, χωρίς καμία συζήτηση και χωρίς να δώσει εναλλακτική επιλογή. Φυσικά η αλαζονεία του δεν περιορίζεται στα «στενά» όρια του πανεπιστημίου. Πριν από λίγο καιρό είχε απειλήσει τους πολίτες της Λάρνακας με ακύρωση των σχεδίων για δημιουργία πανεπιστημιακής σχολής στη Λάρνακα, εάν οι Λαρνακείς δεν αποδέχονταν την κατασκευή βιομηχανικού λιμανιού στην πόλη τους.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ερευνητές και διδάσκοντες που εκπροσωπεί η ΔΕΔΕ αποτελούν μία ακόμα κατηγορία επισφαλώς εργαζόμενων και πενιχρά αμειβόμενων ανθρώπων, η οποία εμφανίζεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο αλλαγής των εργασιακών σχέσεων που ακολουθεί ο νεοφιλελευθερισμός. Η στήριξή μας στις κινητοποιήσεις της ΔΕΔΕ είναι σημαντική και μας αφορά όλους γιατί διεκδικεί αυτονόητα δικαιώματα και αξιοπρέπεια. Ευελπιστούμε ότι ο αγώνας τους θα αποτελέσει την απαρχή διεκδικήσεων και από άλλες κατηγορίες επισφαλώς εργαζομένων όπως συμβασιούχων αορίστου χρόνου, εργαζομένων με παροχή υπηρεσιών ή ημιαπασχολούμενων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι αυτή τη στιγμή είναι έρμαια στις ορέξεις των αφεντικών.

Απέναντι στην ασυδοσία της κυριαρχίας απαντούμε με αλληλεγγύη.

Νίκη στον αγώνα της ΔΕΔΕ.

Συσπείρωση Ατάκτων


“I do not fear them. I have nothing to lose” – Iran’s current “No Future”- movement challenges the Islamic Republic

By Syspirosi Atakton


from Hamid Mohseni, Iranian-German activist and free-lance journalist based in Berlin, who is involved in the Iran solidarity networks since the 2009 uprising

It’s kicking off in Iran. Millions have taken to the streets in anti-government protests. Twenty people are reported dead, more than 500 arrested. But the dynamic is not declining. Unlike 2009, this period of protest has much more potential, because Iran’s no future-generation – like here in Europe – has nothing to lose and is willing to risk everything.

There is a saying in Iran: Every thirty-ish years, there is a regime change. In 1979, a people’s revolution chased away the Shah, this was before the Islamists around the first supreme leader Khomeini took over the state violently and transformed it into the Islamic Republic of Iran (IRI). Exactly 30 years later, in 2009, the country saw its last big uprising, orchestrated by and around the “reformist” current of Iranian real-politic – a movement which gave not only reformists, but all who wanted change a plausible reason for hope for improvement. But in the end, neither the controversial former conservative president Ahmadinedjad and the current supreme leader Ali Khamenei nor the principles of the Islamic Republic were touched. The movement was cracked down on. Is the cycle of regime change broken? Recent events in Iran give us hope that it’s only delayed. This movement – certainly in its beginning yet – has far more potential than in 2009 because in some crucial points it differs vastly from the 2009 movement. It is making the Islamic Republic’s elite shake and gives all of us who want to see the Islamic Republic gone and the people in Iran living in dignity and freedom a reason to hope.

First of all, very briefly: what is happening in Iran right now?

We are witnessing the transformation of social revolt into a more and more radical social movement all over the country. This is the biggest protest-wave the country has seen in eight years. The aim of it can be summed up as “Bread, Work, Dignity, Freedom” – and large numbers of the millions in the street are demanding nothing less than the end of the Islamic Republic.

The reasons why it’s kicking off are complex and have been growing for years, if not decades. In the news, it is said the spark was escalating egg prices and unemployment. Indeed, inflation in Iran is disastrous and combined with harsh austerity politics it outreaches the level of wages and incomes by far. In many cases these conditions push not only the unemployed, but even the masses of precarious employed Iranian to the edge of surviving. This is why Iran is at an unrest for a long time: the state funded organisation Isargara counts 1700 protest actions of social character only between March 2016 and today – be it wildcat strikes by factory workers or actions by pensioners and public sector employees – despite harsh prosecution against (radical) unionism and any kind of similar organisation. The end of the previous, hurtful UN-sanctions did not bring back economical recovery except for some corrupt Mullahs and their economic-military complex, the Revolutionary Guards.

But, the state’s economic struggle isn’t the only problem for people living in Iran. The increasing authoritarianism under Ahmadinedjad was not really stopped by the current president Rouhani, who is considered a reformist, and at least a moderate type of guy. The religiously motivated, authoritarian pressure on daily life, especially the harassment against women and alternative young people, the executions in the name of Allah etc. have not declined at all. The pollution especially in big cities is so bad that some blocks at some hours are only to sustain with masks. Last but not least many Iranians are furious that the expansionist IRI sponsors ideologically related struggles in the region, like in Palestine or in Lebanon with billions of dollars, but does not give a dime about the suffering people back home.  

But what is different now compared to 2009 – the year of the last uprising, which did not succeed?

The character of the protest and what it’s all about. 2009 was a genuinely political protest in the sense that it was concerned with “real-politic” in Iran. It was orchestrated around and within the “reformist” current, with the former candidates for presidency Mousavi – the same man by the way, who was premier minister under Khomeini during the mass executions against about 40.000 political opponents at the end of the 80s. But we will come back to the desperation of Iranian reformism later. However, the founding moment was the election within an autocratic and totalitarian regime, which implies, that the reformist wanted to take power within the Islamic Republic and – if possible – do things better slightly. More democracy, more individual freedom, less harassment, slight opening towards the West – all perfectly capable within the Islamic Republic, who have tolerated these changes already in 1997 during the last reformist candidate Khatami.

Now, the whole situation is turned around. The reformists are in power in the form of Rouhani, but the problems are the same, if not even worse. This is why the demands are more existential and the struggle, the conflict, is far more fundamental. It is not about choosing between different currents within the ruling class, but rather against the ruling class itself. In fact the first rally of this protest cycle on 28th December 2017 in the city of Mashad was organised by conservative hardliner and Rouhani-rival Raisi, but quickly got out his hand. The people are fed up of being used as negotiation masses between the reformist and the conservative currents of the real-politic – none of which are able to solve fundamental, existential problems. This was expressed during one of the first demonstrations in the current protest cycle at Teheran University, when people shouted “Reformists or Conservatives – the game is over”.

The subject of the struggle. The 2009 uprising was led by the urban, educated middle class, which was not suffering existentially in a material sense, but ideologically. They were – and they had every right to be – fed up with the aggressive, authoritarian development under Ahmadinedjad, whose administration massively increased the attack on genuinely democratic and individual rights like freedom of the press, assembly, opinion and so on. He manoeuvred Iran into a more and more leading role in opposing the West (who, despite the sanctions did not get tired of doing massive business with the IRI, though) and mobilising the country and regional allies as the West’s counterpart – as kind of an “anti-imperialist block of the 21stcentury”. While Ahmadinedjad was able to unify the lower classes by appealing to the national identity, the middle class wanted to take part in the globalisation of the western world – but not revolutionize Iran. They put their hopes into the reformist candidate of presidency to achieve that and chose the parliamentary way – which is a structural problem in a totalitarian state, where the supreme leader has to approve all the candidates.

Now, it is totally another social group revolting in the street: It is mostly the (young) lower classes, the (precarious) labourers, the non-represented, but also students (which are part of every big uprising in Iran) – and, very importantly, one of the strongest movement in Iran for decades, progressive women in the front. Most of this huge part of Iran’s population has literally no future. They have no perspective whatsoever. They want a life in dignity, they want something to eat, they want work in order to afford basic needs and they are frustrated about religious justifications of the misery. They have – unlike the 2009 urban class – nothing to lose and the mentality to risk everything. A young man from the south said during the riots: “I live with my parents and we can hardly afford meals for all of us. I cannot find work. What will they do? I do not fear them. I have nothing to lose”. It is astonishing, how this sentence in its exact wording could come from the (South-)European youth, who live in another world but suffer the same problem of being un-represented, dispensable in the eyes of the ruling class – and becoming ungovernable.

The determination and the symbolism of the protest. Consider this: Iran’s repressive apparatus is one of the most advanced and most ruthless in the region, if not in the world. There is not only police, but the better organised, more important and more brutal Revolutionary Guard and their unofficial, paramilitary arm the “Bassidj” militia, founded by Khomeini himself. This is why it takes a huge amount of courage to go out and demonstrate even peacefully at all. There is practically no right to do so, especially if it turns against the government. In this context, it is even more impressive what the people shout during these illegal assemblies. There are basically no religious slogans being heard. Unlike 2009 where one of the most central slogans was “Allahu Akbar” (God is great) in order to symbolize a loyalty to the principles of the Islamic Republic. You cannot find this slogan here. On the contrary, the people shout in masses and in all cities “Down with Rouhani”, “Down with the Dictator”, “Mullahs go home” even “Down with Khamenei” and finally “Down with the Islamic Republic” – these slogans can be prosecuted as “mohareb” (sin against God) and punished with the death penalty. According to the revolution in 1979 as well as Western republican revolutions they also demand “Independence, Freedom – an Iranian Republic” and reject the IRI by that as well.

The people seem to keep radicalizing every day. They do not let themselves be chased away by police, in many cases they overwhelm the riot units and set their cars and police stations on fire. In the videos, you can see that during militant actions, the people care for each other and stop others if they about to harm innocent people. There is a big sensitivity in the riots. The targets of direct actions are also very clear: people turn against police buildings and cars, banks, local administration buildings and especially against property of the hated Revolutionary Guard. Furthermore, they tear down huge posters of the Supreme Leader and burn the flag of the Islamic Republic. One of the most important signals for secular and progressive protest is the presence and the active involvement of women, many protesting without the Hijab. A young, protesting woman turning her Hijab to a flag became the symbol of this movement.


The geography of the protest. Unlike 2009, the actors of the current uprising are not limited on the relatively small urban middle class in three or four cities, but distributed all over the country. Iranian society is very heterogeneous– 60% is made up by the Persian majority, which in many cases aggressively claim the hegemony of the nationality “Iranian”, and there are several smaller and larger ethnic, cultural, religious minorities, like Azeris, Kurds, Lurs, Baha’i and so on. 2009 had a very crucial problem – it basically did not reach any of those minorities, because it never convinced those minorities why they would have a better fate with a reformist president. No wonder, since this topic was not a considerable part of their programme.

This year the social protest does not prefer any of those identities, but is very existential and includes all. While 2009 was massively orchestrated around Tehran and Isfahan, this year’s cycle started in the North-West (close to Iranian Kurdistan) and then was swept to Teheran and around 70(!) more cities in every parts of the country, including the minorities’ regions like Khuzestan, Kermanshah and Kurdistan. This is a nationwide movement of millions and it includes a very large part of society, 2009 did not.

The organisation of the movement. Naturally, the 2009 movement was a classical political movement with a narrow window of demands and – most importantly – with leaders. Mousavi and his wife Zahra Rahnaward and the co-candidate of the reformists, Karroubi, did not only consider themselves as leaders, but they were called as leaders by the movement. They and their team were responsible for the programme and choreography of the movement – and they also decided what was important enough to ask for, i.e. they warned of too much radicalization – naturally. But in a totalitarian state, this top-down-organisation is not a mistake for ideological but for pragmatic reasons. When the state was ready, they imprisoned these leaders and the dynamic was harmed heavily. Easy game. The protests did not stop but in many ways the movement became headless.

This year’s protest movement is much more decentralised and self-organised. People in the different cities coordinate with Internet tools and by taking recordings they see what is going everywhere, so they can refer to each other. They usually come together after work or school, when it gets dark, start chatting about politics and life, then they shout slogans and eventually take direct action – and disperse. Come and go, Hit and Run. Sure, there are attacks from security forces, arrests, people die. But nonetheless the protesters keep coming and coming, with a certain calmness. This has a spontaneity which a genuinely political movement like 2009 usually does neither know nor tolerate. There is nothing to behead for the authorities (yet?), this makes it so painful to stop. 

Reactions within the state apparatus and perspectives. The state apparatus is kept hesitating a long time, now it is slowly getting into position. After the protests got so big that they could not ignore them anymore, they started their usual blaming game: terrorists, agent provocateurs, foreigners and other enemies are responsible for the revolt. It is said, though, some police officers and soldiers have resigned already and deny duty. There are efforts to high jack the protest from conservative forces, for example, yelling “Allahu Akbar” through the microphones, but those efforts were shut down everywhere in Iran. Recent “demonstrations of power” where loyalists of the regime should come out in “masses” were beyond expectation. But the state has not mobilised all of its repressive apparatus yet. The revolutionary guard and the Bassidj militia are keeping clear for now. They want to see how it turns out. The reformists, given their misery and their pointless hope of transforming a totalitarian regime effectively by just installing a different president, will probably turn out as the accomplice of the conservatives in the end and form a “unity of reason” government, i.e. a unity of those who want to uphold the Islamic Republic and confront the movement.

However, here is one crucial difference to 2009: a lot must happen that the people become scared and stay home. They are hungry, unemployed or employed but feel miserable just like the unemployed, fed up with the Islamic regime and have no future. Even if the death toll is relatively much higher than 2009 (2009: 60-70 killed after 6 months, now more than 20 after 7 days), they keep staying on the street. This is what makes them dangerous, unpredictable and this is why it is probably not possible for political reasons to crack down the movement militarily. The state has men and material for sure, but they too surely fear a further escalation, that will expose further the regime to the outer world.

The misery of Iranian Reformism. Not only are the reformists not really part of this movement – many parts consider it as hostile. First, because the man in power is considered in their political current: When he got elected, reformists – imagine how desperate they are – celebrated that as a victory. But Rouhani’s era was more than disastrous and one more signal that reformism within the Islamic Republic is not an option.

Facing the protests now, I would even go further and say that the reformist promises and its real outcomes are a big part of why people got angry and take to the streets now. Despite his election campaign, Rouhani’s cabinet was heavily conservative – neither women nor representatives of a minority were part of it. This cabinet was a love letter to the supreme leader. During his campaign he heavily agitated against the Revolutionary guards, now he seems not to get enough of cuddling up to them and he refers to a “brotherhood” with them. Furthermore it was leaked that billions of the government’s budget was invested in religious projects outside and inside the country – but none of those really helped people in social need in Iran. But at least he lowered the numbers of executions? No, he did not. No wonder that two months ago a campaign under the name “I regret it” went viral, where people and celebrities (like former football star Ali Karimi) expressed their disappointment in the reformist current.

Reformism, its false promises and their historically consistent, fatal cooperation with conservatives and hardliners and selling that as “the lesser evil” are a reason for the misery in Iran and why it is kicking off everywhere now. They deserve nothing less.

What can we do here?

Organise solidarity. We know from many sources within Iran that it is vital for them that their struggle receives global attention. Not only do they feel empowered for the rightfulness of their struggle, but it has a political-strategic value: a tweet by USA’s Ahmadinedjad, Donald Trump, warning the Islamic Republic to maintain standards of human rights (what an irony), makes the Islamic Republic think twice about shooting down protesters. On the other hand, the Islamic regime is highly professionalised in transforming comments like these into their fake news, where they make foreigners responsible for the protest – an important ideological twist. Nonetheless we should not be silenced by that, never and from no regime to practice solidarity to a struggle we support. If there are solidarity actions in the whole of Europe or the whole world, it can and will make the Islamic Republic shake at least a little bit more – even if they claim the opposite.

Furthermore in a globalised world like ours, the struggle in Iran has to do with us. Have a look how, despite the sanctions, European capital makes large profits through trade with the Islamic Republic. According to the campaign “Antifa Teheran” from 2009/2010 you will be surprised how many companies in Europe not only have innocent trade and commerce links, but, for example many German and British companies, also deliver intelligence and material for the Islamic Republic security regime, for example riot gear and less than lethal crowd dispersal weaponry. In what way so ever: there are many ways to show solidarity. Make use of it and do not hesitate to clarify, what you are in solidarity with, i.e. social justice, secularism, freedom and peace – and with what not. The community of exiled Iranians is highly political and includes all sorts of political currents, partly extremely well organised: Several leftist currents, Mudjaheddin, nationalists, neoliberals, monarchists.

Let’s not forget: Iran’s regional and geopolitical importance is obvious by now. And the people of Iran – like everywhere – deserve a much better fate than the super-authoritarian, clerical IRI. But the 2009 movement in Iran was the start of the global protest wave, which swept over Arab countries, the USA and the movement of squares in Europe – even if not everywhere the rebellion succeeded or if there was no direct action connection with Iran. Now, after the terrible global rise of the right wing and authoritarian formations, it must be our time again. And Iran can be the beginning – again.

Φύλα & Εξουσία Vol. 5 – Genders & Power Vol.5

By Syspirosi Atakton

For the fifth consecutive year, Syspirosi Atakton, an anarchist, anti-authoritarian, anti-oppressive group rooted in Nicosia organizes the Genders and Power festival.

The aim is to discuss and elaborate on the ways genders, in their intersections with multiple sociopolitical and cultural categories of difference, interact in myriad ways and arbitrarily produce systemic inequalities. This year, discussions will focus on women’s agency, reproductive justice, lesbian desire, and queer Cypriot art. Abjected voices and their resistance to hegemonic power structures will be put at the center of our struggle. Genders and Power festival neither essentializes nor naturalizes identities or experiences of any kind. It rather seeks to signalize, understand and deconstruct various societal systemic power relations in order to resist them; and here lies its political importance. Accountability, situatedness, and self-reflexivity are all really important elements of our festival’s approach as it seeks to denormalize and delegitimize power differentials and categories through engaging discussions, interactive performances, and parties with politics. Join us on Friday 8th and Saturday 9th of December!

Hands off our bodies! For the decriminalization of abortions and the right to self-determination of our bodies!

By Syspirosi Atakton
It is essential that every person has control over their body, and the ability to make informed decisions regarding their sexual and reproductive health, such as for example if and how many children one will have. Every woman, or person of any gender which might get pregnant (such as trans men, non-binary, agender people, etc.), must have the access and right to opt for abortion services, regardless of their reasons for wanting to terminate the pregnancy. This right to control our bodies is indispensable in the struggles for liberation and social justice, as nobody should be forcefully assigned the role of a child-bearing reproductive machine. This text was written after the recent arrest and 5-day detention of a woman and her doctor for an abortion -a criminal offence according to current laws-, after a complaint filed by her partner, who was unaware of the event.
Under the current legislation, established in 1974, procedures of “medical termination of pregnancy” are prohibited and included in the “Criminal offences against the Morals” of the Criminal Code. This does not apply in cases of rape or incest, and/or the health of the woman or the mother of the fetus is in danger, or if there is a risk of a child being born with physical or psychological abnormalities causing severe disabilities. In all those cases however, for the procedure to be legally carried out two doctors are necessary to consent. The church approved this law at the time, so that Greek Cypriot women raped by Turkish soldiers during the war could abort. Therefore, abortions for any other reasons are rendered illegal. 
In February 2015, a new bill for decriminalization of abortions was proposed by 4 big political parties, but was never discussed in parliament and no voting was carried out. In a society like the Cypriot one, where patriarchy, sexism, moralization and the power of church over the state and almost all the aspects of our lives dominate our everyday lives, issues regarding fundamental human rights and the self-determination over our bodies are not allowed to progress, neither on the legislative level, nor on the social. Just last year, in September 2016, the Archbishopric, the National Committee of Bioethics and the Pancyprian Medical Association organized the scientific convention “Abortions: medical, social, legal, spiritual dimensions”. During the convention, positions against abortion under any justification were express and signed for by the three institutions in a memorandum of understanding. This alliance does not surprise us. The liberating potential of someone prioritizing themselves, usually against the patriarchal roles assigned to them, poses a threat towards the state, church and medical/scientific authorities. We perceive the decision for abortion as a matter of self-determination of our bodies, and consider unacceptable the criminalization and arrest of those pregnant and seeking abortion, as well as the doctors who help terminate a pregnancy safely.
The right to abortion is just one part of the struggles for safe access to sexual and reproductive health care for everyone, which should entail access to counselling and support before and after the abortion if necessary. Lack of access to abortion services is an attack on the freedom to self-determination, and paves the way towards dangerous methods of terminating the pregnancy. Let’s not forget that the existing ‘way out’ through private doctors and clinics comes with a financial burden which prevents those with low income, migrants, teenagers and others from having an abortion. As long as the state monopolizes authority and uses it to define which medical and surgical procedures are accessible, it is necessary to proceed immediately into a discussion and amendment of the legislation, and decriminalize abortions without requirements for justification and medical opinions. It should ensure that everyone, regardless of gender and gender identity, will have access to these services when they need them. In our struggles for social justice, deciding for one’s own body is an inalienable right, without the intervention of any authority threatening one’s health, life or freedom. Our bodies are ours, and not reproductive machines of any system.
Syspirosi Atakton
October 2017 

Κάτω τα χέρια από τα σώματά μας! Αποποινικοποίηση έκτρωσης και δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των σωμάτων μας!

By Syspirosi Atakton
Είναι ουσιώδες για το κάθε άτομο να μπορεί να έχει τον έλεγχο του σώματός του και να παίρνει ενημερωμένες αποφάσεις αναφορικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική του υγεία και ζωή, όπως για παράδειγμα αν και πόσα παιδιά θα κάνει. Κάθε γυναίκα, ή άτομο όποιου φύλου που ενδεχομένως μπορεί να μείνει έγκυο (όπως τρανς άντρες και άτομα εκτός διπόλου του φύλου, άφυλα άτομα κ.λπ.), θα πρέπει να έχει δικαίωμα επιλογής και πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτρωσης, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους το άτομο επιθυμεί να διακόψει μια εγκυμοσύνη. Αυτό το δικαίωμα ελέγχου επί του σώματος είναι πάρα πολύ σημαντικό στους αγώνες για απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη, μιας και κανένα άτομο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μονάχα ως μια αναπαραγωγική μηχανή που κάνει παιδιά. Αφορμή για αυτό το κείμενο αποτελεί η πρόσφατη σύλληψη και πενθήμερη κράτηση εγκύου, η οποία τελικά αφέθηκε ελεύθερη μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων της Αστυνομίας, αλλά και του γιατρού της, για έκτρωση -ποινικό αδίκημα σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία-, μετά από καταγγελία του συντρόφου της που δεν γνώριζε για το συμβάν.
Η τρέχουσα κυπριακή νομοθεσία, που θεσπίστηκε το 1974, απαγορεύει τη διαδικασία «ιατρικού τερματισμού της εγκυμοσύνης», περιλαμβάνοντάς την μέσα στα «Ποινικά αδικήματα εναντίον των ηθών» του Ποινικού Κώδικα, εκτός αν συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: σε περιπτώσεις βιασμού και αιμομιξίας, ή/και αν είναι σε κίνδυνο η υγεία της ή του εμβρύου ή όταν η συνέχιση της κύησης ενέχει κίνδυνο να οδηγήσει στη γέννηση παιδιού που θα πάσχει από τέτοιες φυσικές ή ψυχικές ανωμαλίες, οι οποίες θα το καθιστούν σοβαρά ανάπηρο, και μετά από σύμφωνη γνώμη δύο γιατρών. Η Εκκλησία είχε δώσει τη συγκατάθεσή της τότε για τη θέσπιση της συγκεκριμένης νομοθεσίας,αποδεχόμενη ότι με κάποιον τρόπο θα έπρεπε να μπορούσαν οι ελληνοκύπριες που είχαν βιαστεί από τούρκους στρατιώτες να προχωρήσουν σε έκτρωση. Έτσι, η παρούσα νομοθεσια δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα του οποιουδήποτε ατόμου να προχωρεί στον ιατρικό τερματισμό της εγκυμοσύνης, αν αυτή αφορά άλλους από τους πιο πάνω λόγους. 
Τον Φεβρουάριο του 2015 είχε κατατεθεί πρόταση νόμου από τα 4 μεγάλα πολιτικά κόμματα για εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και αποποινικοποίηση των εκτρώσεων. Πρόταση που από τότε δεν προχώρησε σε περαιτέρω συζήτηση και για ψήφιση στη Βουλή. Σε μια κοινωνία, όπως την κυπριακή, όπου η πατριαρχία, ο σεξισμός, η ηθικολογία και η εξουσία της εκκλησίας επί του κράτους και όλων σχεδόν των εκφάνσεων της ζωής μας κυριαρχούν σε καθημερινή βάση, ζητήματα που άπτονται των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης ενός ατόμου πάνω στο σώμα του δεν αφήνονται να προοδεύσουν ούτε σε νομοθετικό ούτε σε κοινωνικό επίπεδο. Μόλις τον περασμένο χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2016, οργανώθηκε το Επιστημονικό Συνέδριο «Εκτρώσεις: ιατρικές, κοινωνικές νομικές, πνευματικές διαστάσεις» με διοργανωτές την Ιερά Αρχιεπισκοπή, την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής Κύπρου και τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο, όπου εκφράστηκαν και υπογράφηκαν σε μνημόνιο συνεργασίας θέσεις ενάντια στην έκτρωση υπό οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Αυτή η συμμαχία δεν μας εκπλήσσει, αφού λογικό είναι η απελευθερωτική δυναμική ενός ατόμου που βάζει προτεραιότητα το σώμα του, συνήθως κόντρα στους πατριαρχικούς ρόλους που τ@ έχουν ανατεθεί, να φαντάζει απειλητική προς την κρατική, εκκλησιαστική και ιατρική/επιστημονική εξουσία. Εμείς αντιλαμβανόμαστε την απόφαση για έκτρωση ως ζήτημα αυτοδιάθεσης του σώματος του κάθε ατόμου και θεωρούμε απαράδεχτη την ποινικοποίηση και σύλληψη τόσο τ@ εγκύου, όσο και τ@ γιατρού που βοήθησε να τερματιστεί η κύηση με ασφάλεια.
Το δικαίωμα στην έκτρωση είναι μόνο μία πτυχή των αγώνων για ασφαλή πρόσβαση σε υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας για ολ@ς, οι οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν και παροχή συμβουλευτικής στήριξης πριν και μετά τη διαδικασία τερματισμού, σε περίπτωση που το άτομο το έχει ανάγκη. Η έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες τερματισμού κύησης καταπιέζουν την ελευθερία του ατόμου να αποφασίσει μόνο του για το σώμα του και ανοίγει δρόμους για επικίνδυνες μεθόδους αποβολής. Ας μην ξεχνάμε ότι η υπάρχουσα διέξοδος σε ιδιώτες γιατρούς έχει οικονομικό κόστος που λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας σε περιπτώσεις ατόμων με χαμηλό εισόδημα, μετανάστ@ς, έφηβες, κ.λπ. Όσο το κράτος μονοπωλεί την εξουσία, χρησιμοποιώντας την για να ορίσει ποιες ιατρικές διαδικασίες παρέχονται στην επικράτειά του, οφείλει να προχωρήσει άμεσα σε συζήτηση και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, αποποινικοποιώντας τις εκτρώσεις, χωρίς να απαιτεί αιτιολόγηση της πράξης, ούτε ιατρική γνωμοδότηση. Να διασφαλίσει ότι όλα τα άτομα που χρειάζονται αυτές τις υπηρεσίες θα έχουν δωρεάν ασφαλή πρόσβαση στις απαραίτητες διαδικασίες, ανεξαρτήτως φύλου και ταυτότητας φύλου. Στους αγώνες μας για κοινωνική δικαιοσύνη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ατόμου να αποφασίζει για το σώμα του, χωρίς καμιά εξουσία να παρεμβαίνει σε αυτό και χωρίς να κινδυνεύει η υγεία του, η ζωή του ή η ελευθερία του. Τα σώματά μας, μάς ανήκουν,και δεν αποτελούν αναπαραγωγικές μηχανές κανενός συστήματος. 
Συσπείρωση Ατάκτων
Οκτώβριος 2017 

Solidarity to the activists who fight for the protection of songbirds and all other species of wild life

By Syspirosi Atakton
“All the birds of the world
wherever they might fly
wherever they might have built their nest
wherever they might have sung…”
The shoots which were fired last night against activists, who every year risk their life in their attempt to protect our ecological commons, demonstrate and prove once again the links between the ampelopoulia mafia in Cyprus, the capitalist system and a rotten nationalist rhetoric, the combination of which becomes an allibi for those who abuse our ecological commons. The protest of the supporters of the non-sellective and massive use of limesticks, mistnets and electrical sound mimicking devices, against the presence and action of “foreigners”, and “members of a foreign organisation” shows precisely the extent to which such circles have been appropriating over the years our common natural heritage in the name of an invented tradition. Both, the refusal / tolerance of those governing, as well as the weakness / inadequacy of the competent authorities to eliminate the (otherwise) illegal, non selective and massive trapping, killing and trading of migratory birs, has turned the lives of both the birds, as well as of the activists into “bare lives”, which are being deprived of their rights, not solely their reghts to resist, but also to exist.
No matter how many prisons they built
and even if the siege is getting harder,
our mind is a vagabond
that will always escape”  
Solidarity to the activists who fight for the protection of songbirds and all other species of wild life.
We will not be subdued to the ampelopoulia mafia. We continue the struggle, for the commons and degrowth, for environmental justice and social freedom.
Sispirosi Atakton *
Friday, 15 September 2017